159/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-6-2009 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 333/2010 του ίδιου Δικαστηρίου που κηρύχθηκε αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση στο Ειρηνοδικείο Ηγουμενίτσας που εξέδωσε την 52/2011 απόφαση με την οποία αναπέμπεται η υπόθεση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας που εξέδωσε την 100/2012 απόφασή του.
Legislator headnote
AI generated159/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αγγελική Τζαβάρα, ανέγνωσε την από 3-12-2014 έκθεση της κωλυομένης να συμμετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτου Πηνελόπης Ζωντανού, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν οι λόγοι της αίτησης αναίρεσης όπως και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 159 / 2018 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 159/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Ιωάννη Μπαλιτσάρη, Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... Ο.Ε.", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γαβριήλ Ντούγια και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτης: Ε. Β. Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Ντάλλα, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-6-2009 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 333/2010 του ίδιου Δικαστηρίου που κηρύχθηκε αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση στο Ειρηνοδικείο Ηγουμενίτσας που εξέδωσε την 52/2011 απόφαση με την οποία αναπέμπεται η υπόθεση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας που εξέδωσε την 100/2012 απόφασή του.
Στη συνέχεια εκδόθηκε η 41/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1-3-2014 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αγγελική Τζαβάρα, ανέγνωσε την από 3-12-2014 έκθεση της κωλυομένης να συμμετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτου Πηνελόπης Ζωντανού, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν οι λόγοι της αίτησης αναίρεσης όπως και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 566 παρ. 2 ΚΠολΔ, με το ίδιο αναιρετήριο προσβάλλονται δύο ή περισσότερες αποφάσεις πρωτοβαθμίου και δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, η κατάθεσή του πρέπει να γίνεται στο καθένα από τα δικαστήρια αυτά. Η παράβαση της διατάξεως αυτής, η οποία συμπληρώνει τη γενική διάταξη του άρθρου 495 παρ. 1 ΚΠολΔ, που ρυθμίζει τον τρόπο ασκήσεως των ένδικων μέσων, επάγεται την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως, ως απαράδεκτης, αναφορικά με εκείνη από τις προσβαλλόμενες αποφάσεις, ως προς την οποία το αναιρετήριο δεν κατατέθηκε στη γραμματεία του δικαστηρίου που έχει εκδώσει την απόφαση αυτή. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 552 και 553 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν η υπόθεση εξετασθεί και στους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας και γίνει τυπικά δεκτή η έφεση, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η εφετειακή απόφαση.
Τούτο, δε διότι, αν η έφεση γίνει δεκτή, η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίζεται, ενώ αν απορριφθεί η έφεση, η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται και ενσωματώνεται στην εφετειακή (ΑΠ 1677/2008, ΑΠ 1389/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα αντίστοιχα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλονται οι αποφάσεις α) 52/2011 (οριστική) του Ειρηνοδικείου Ηγουμενίτσας, το οποίο, μετά την έκδοση της 333/2010 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, με την οποία αυτό κρίθηκε αναρμόδιο, απέπεμψε την από 25.6.2009 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης κατά της αναιρεσείουσας, για να δικαστεί ενώπιον του αρμόδιου καθ’ ύλη και κατά τόπο Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, β) 100/2012 (οριστική) του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, που εκδόθηκε σε πρώτο βαθμό και δέχτηκε την ως άνω αγωγή, υποχρεώνοντας την αναιρεσείουσα να καταβάλλει την αναιρεσίβλητη το ποσό των 30508 ευρώ, νομιμοτόκως, από 1.7.2008 μέχρι την ολοσχερή εξόφλησή του και γ) 41/2013 (τελεσίδικη) του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας, το οποίο, δεχόμεθα τυπικά, απέρριψε κατ’ ουσία την από 29.6.2012 έφεση της αναιρεσείουσας κατά της ως άνω 100/2012 πρωτόδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας.
Από τα έγγραφα όμως της δικογραφίας μεταξύ των οποίων τα με έκκληση προσκομιζόμενα από την αναιρεσίβλητη υπ’ αριθμ. ....4.2014 και ...11.2014 πιστοποιητικά του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Ηγουμενίτσας και Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας αντίστοιχα, προκύπτει ότι και το δικόγραφο της υπό κρίση αίτησης κατατέθηκε μόνο στη γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη 41/2013 απόφαση του Εφετείου Κέρκυρας, συνταγείσας προς τούτο της υπ’ αριθμ. ....2014 πράξης κατάθεσης της, ενώ δεν προκύπτει ότι η ίδια αίτηση κατατέθηκε και στη γραμματεία των δικαστηρίων που εξέδωσαν τις επίσης προσβαλλόμενες αποφάσεις υπ’ αριθμ. 52/2011 του Ειρηνοδικείου Ηγουμενίτσας και 100/2012 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, αφού κάτι τέτοιο άλλωστε ούτε η αναιρεσείουσα επικαλείται.
Συνακόλουθα τούτων, η υπό κρίση αίτηση με τους πρόσθετους αυτής λόγους, κατά το μέρος που στρέφεται, τόσο κατά της 52/2011 απόφασης του Ειρηνοδικείου Ηγουμενίτσας, για την οποία άλλωστε δεν προβάλλεται οποιοσδήποτε λόγος αναίρεσης, όσο και κατά της 100/2012 απόφασης του Πρωτοβάθμιου Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, η οποία επιπλέον με την απόρριψη της κατ’ αυτής έφεσης της αναιρεσείουσας επικυρώθηκε και ενσωματώθηκε στην εφετειακή απόφαση (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, προεχόντως, διότι δεν προκύπτει κατάθεσή της στη γραμματεία των προαναφερομένων αντίστοιχων Δικαστηρίων που τις εξέδωσαν, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στη μείζονα σκέψη της παρούσας.
Όσον δε αφορά την αναιρεσιβαλλομένη υπ’ αριθμ. 41/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας, η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα κατ’ αυτής (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ). Παραδεκτοί, εξάλλου, είναι και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, οι οποίοι ασκήθηκαν εμπρόθεσμα με ιδιαίτερο δικόγραφο, που επιδόθηκε νόμιμα στην αναιρεσίβλητη, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 569 παρ. 2 ΚΠολΔ. Πρέπει, επομένως, κατά τούτο, η αναίρεση και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι να εξετασθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 5 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο, σε περίπτωση καθ’ ύλην αρμοδιότητας εσφαλμένα δέχτηκε ότι είναι αρμόδιο ή αναρμόδιο με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 47, σύμφωνα προς τις οποίες δεν υπόκεινται σε προσβολή με ένδικο μέσο απόφαση πρωτοδικείου, πολυμελούς ή μονομελούς, για το λόγο ότι η υπόθεση ανήκει στην αρμοδιότητα του ειρηνοδικείου, και απόφαση πολυμελούς πρωτοδικείου, για υπόθεση της αρμοδιότητας του μονομελούς. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται, ότι ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως δημιουργείται μόνον όταν υπάρχει σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας αναφερόμενο σε παραδοχή καθ’ ύλην αρμοδιότητας ή αναρμοδιότητας αυτού του ίδιου. Επομένως, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός, όταν το Εφετείο, επιλαμβανόμενο εφέσεως που υπάγεται, κατά το άρθρο 19 του ΚΠολΔ, στην καθ’ ύλην αρμοδιότητά του, κρίνει εσφαλμένως ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που εξέδωσε την εκκαλουμένη απόφαση ήταν ή δεν ήταν αρμόδιο καθ’ ύλην (Ολ. Α.Π. 5/2003).
Κατ’ ακολουθίαν ο πρώτος λόγος της αίτησης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση την από το άρθρο 559 παρ. 5 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι παρά το νόμο δέχτηκε καθ’ ύλην αρμοδιότητα του Πρωτοδικείου για την εκδίκαση της επίδικης διαφοράς, αρμοδιότητας ειρηνοδικείου, όπως είχε προτείνει με το σχετικό λόγο έφεσής της, επικυρώνοντας έτσι εσφαλμένα την εκκαλούμενη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, είναι απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρεται σε σφάλμα του Εφετείου σχετικά με τη δική του αρμοδιότητα.
Κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ’ αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 2/2013).
Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί, σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ7 επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ’ αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης.
Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα (ΑΠ 325/2004), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 1947/2006), οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005).
Αντίθετα, η έλλειψη μείζονος * πρότασης στην απόφαση ή οι εσφαλμένες κρίσεις του δικαστηρίου σ’ αυτή ως προς την έννοια διάταξης ουσιαστικού δικαίου δεν αρκούν από μόνες τους για να ιδρύσουν το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, αν κατά τα λοιπά δεν συνέχονται με την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, αφού το διατακτικό της απόφασης δεν στηρίζεται στις νομικές αναλύσεις του δικαστηρίου, αλλά στις ουσιαστικές παραδοχές του, που διατυπώνονται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του".
Επίσης δεν δημιουργείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν ο Άρειος Πάγος διαπιστώσει εσφαλμένη μνεία άλλης νομικής διατάξεως και όχι της εφαρμοστέας (ΑΠ 1385/2011).
Η ανεπάρκεια των εκτιθέμενων στην αγωγή ή στην ένσταση πραγματικών περιστατικών σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή τους χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται και αυτή με τον ως άνω αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκλινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος. Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει, ως αόριστη, (την αγωγή ή την ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του αντίστοιχου δικαιώματος. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής ή της ένστασης (ΟλΑΠ 18/1998, 16/2013).
Περαιτέρω κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθείς αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999, Α.Π. 2267/2013).
Δηλαδή ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσης και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία. Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ ΑΠ 15/2006).
Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1266/2011).
Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι ορισμένος, εφόσον στο αναιρετήριο αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα των αιτιολογιών της απόφασης, δηλαδή εφόσον προσδιορίζεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό, που παραδεκτά προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε από το ίδιο το αναιρετήριο να προκύπτει η αποδιδόμενη στην απόφαση νομική πλημμέλεια (ΟλΑΠ 20/2005).
Εξάλλου, η διάταξη του άρθρ. 361 ΑΚ, που ορίζει ότι προς σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία απαιτείται, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, σύμβαση, καθιερώνει τον κανόνα ότι η ιδιωτική αυτονομία μπορεί να παράγει ενοχικά δικαιώματα και υποχρεώσεις κατ’ αρχήν μόνο μέσω σύμβασης και δεν αρκεί αντίθετα μονομερής δικαιοπραξία, αφού το να αποκτά ένα άτομο δικαιώματα και πολύ περισσότερο υποχρεώσεις με βάση τη βούληση άλλου ατόμου και χωρίς τη δική του συναίνεση προσκρούει στην αυτοδιάθεση και στην ισότητα των πολιτών, ως συνταγματικά κατοχυρωμένα ατομικά δικαιώματα (άρθρ. 2§1, 4§§1 παρ. 2 και 5§1 του Συντάγματος).
Συνέπεια άμεση της αρχής της αυτονομίας της ιδιωτικής βούλησης είναι η αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, που έμμεσα καθιερώνεται με την αυτή διάταξη του άρθρ. 361 ΑΚ ως έκφραση της οικονομικής ελευθερίας, που αποτελεί και αυτή ατομικό δικαίωμα κατοχυρωμένο από το άρθρ. 5§1 του Συντάγματος (ΟλΑΠ 4/1998). Ελευθερία των συμβάσεων σημαίνει α) ελευθερία του ατόμου να συνάπτει ή να μη συνάπτει σύμβαση τόσο γενικά όσο και με συγκεκριμένο πρόσωπο ως αντισυμβαλλόμενο (ελευθερία επιλογής του αντισυμβαλλομένου) και β) ελευθερία καθορισμού του περιεχομένου της σύμβασης.
Απόρροια της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων και ιδίως της ελευθερίας προσδιορισμού του περιεχομένου τους αποτελούν και οι διαμεσολαβητικές συμβάσεις παροχής υπηρεσιών, στις οποίες περιλαμβάνεται και η σύμβαση πρακτορείας (Ολ. ΑΠ 16/2013). Ειδικότερα, στις σύγχρονες εμπορικές συναλλαγές καθοριστικός είναι ο ρόλος των διαμεσολαβητικών υπηρεσιών που προσφέρουν ανεξάρτητες επιχειρήσεις στον εντολέα τους ή ευρύτερα στο κοινό, όπως είναι και οι επιχειρήσεις πρακτορείας.
Η σχετική μ’ αυτές ρύθμιση στο νόμο είναι εξαιρετικά ελλιπής, αφού ως γενική διάταξη υπάρχει μόνο αυτή του άρθρου 2 του από 2 (14).5.1835 διατάγματος "περί της αρμοδιότητας των εμποροδικείων", σύμφωνα με την οποία θεωρείται ως πράξη εμπορική και η επιχείρηση πρακτορείας, ενώ ειδικές διατάξεις υπάρχουν μόνο για ορισμένες μορφές πρακτορικής δράσης, όπως αυτή του ναυτικού πράκτορα, που ρυθμίζεται από το π.δ. 229/1995 και το τροποποιητικό αυτού π.δ. 427/1995, μόνον όμως ως προς την οργάνωση και την άσκηση του επαγγέλματος του ναυτικού πράκτορα και όχι ως προς τη σύμβαση καθ’ εαυτή της ναυτικής πρακτορείας.
Σε όλες πάντως τις περιπτώσεις η επιχείρηση πρακτορείας έχει ως αντικείμενο την έναντι ανταλλάγματος παροχή προς το κοινό ιδιωτικών υπηρεσιών κάθε φύσης, ειδικότερα δε ναυτικός πράκτορας είναι ο ανεξάρτητος επιχειρηματίας (φυσικό ή νομικό πρόσωπο), που παρέχει με αμοιβή υπηρεσίες σχετικές με τη θαλάσσια αποστολή, σε ορισμένη συνήθως γεωγραφική περιοχή και αναλόγως σε μόνιμη ή πρόσκαιρη βάση, διαθέτοντας προς το σκοπό αυτό πλήρως οργανωμένο γραφείο, στελεχωμένο με πρόσωπα της δικής του επιλογής, τα οποία προσλαμβάνει και απολύει ο ίδιος.
Πράκτορες, με την ανωτέρω έννοια, είναι και οι πράκτορες ταξιδιών, στους οποίους περιλαμβάνεται και ο πράκτορας, ο οποίος κρατεί θέσεις για θαλάσσιο ταξίδι και εκδίδει το εισιτήριο με καταβολή του αντίστοιχου τιμήματος (ΑΠ 445/2012).
Κατά την έννοια αυτή οι παρεχόμενες προς το κοινό υπηρεσίες του ναυτικού πράκτορα μπορούν να αφορούν έναν ή περισσότερους εφοπλιστές ή πλοιοκτήτες, για λογαριασμό των οποίων αυτός ενεργεί είτε στο όνομά τους είτε στο δικό του όνομα.
Αντίστοιχα, η σχέση του ναυτικού πράκτορα μ’ αυτούς προσλαμβάνει το χαρακτήρα είτε της εμπορικής αντιπροσωπείας προς παροχή υπηρεσιών είτε της παραγγελιοδοχικής αντιπροσωπείας, αφού κύριο μεν γνώρισμα του εμπορικού αντιπροσώπου είναι ότι ενεργεί στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευόμενου, ενώ αντίθετα ο παραγγελιοδοχικός αντιπρόσωπος ενεργεί με το δικό του όνομα για λογαριασμό όμως του αντιπροσωπευόμενου (άρθρ. 90 ΕμπΝ). Κατά την αυτή διάκριση και η σχέση των λοιπών πρακτόρων με τους εντολείς τους ταυτίζεται ή έστω ομοιάζει με αυτή του εμπορικού ή του παραγγελιοδοχικού αντιπροσώπου.
Συνεπώς, εφόσον η σύμβαση πρακτορείας έχει σε κάθε περίπτωση, τα στοιχεία εντολής και η ρύθμισή της, μολονότι αναγκαία, είναι ελλιπής, καταλείποντας ακούσιο (γνήσιο) κενό, εφαρμόζονται αναλογικά σ’ αυτή οι διατάξεις κατ’ αρχήν του ΑΚ για την εντολή (άρθρ. 713-729), στις οποίες μάλιστα ρητά, ως προς τη σύμβαση παραγγελίας παραπέμπει το άρθρ. 91 του ΕμπΝ, σε συνδυασμό με το άρθρ. 3 του ΕισΝΑκ. (Ολ. Α.Π. 15/2013, 16/2013, ΑΠ 2219/2014).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση, κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση τους ως προς την ουσία της υπόθεσης τα ακόλουθα: "Στην Ηγουμενίτσα και επί της οδού ...) η ενάγουσα διατηρεί γραφείο Ναυτικής Πρακτόρευσης και Γραφείο Γενικού Τουρισμού και είναι ο κεντρικός πράκτορας της ναυτιλιακής εταιρίας με την επωνυμία "..." που εδρεύει στο ..., η οποία εταιρία έχει δρομολογημένα Ε/Γ-Ο/Γ πλοία στην γραμμή Πάτρα - Κεφαλονιά - Ηγουμενίτσα - Κέρκυρα - BRINDISI Ιταλίας.
Στα πλαίσια της ως άνω δραστηριότητάς της ως κεντρικού πράκτορα της προαναφερόμενης ναυτιλιακής εταιρίας συνήψε σύμβαση με την εναγόμενη ομόρρυθμη εταιρία, σύμφωνα με την οποία θα εξέδιδε και εκείνη, μέσω της ενάγουσας, ως υποπράκτορας, εισιτήρια επιβατών και οχημάτων για τα πλοία της ναυτιλιακής εταιρίας "..." με την υποχρέωση για όσα εισιτήρια επιβατών και οχημάτων διέθετε προς τρίτους να αποδίδει στην ενάγουσα τον αναλογούντα σε αυτά ναύλο, έπειτα από την αφαίρεση του ποσού της δικής της προμήθειας, το οποίο ορίσθηκε σε 1,00 ευρώ επί του κάθε εισιτηρίου επιβάτη και 1,00 ευρώ επί του κάθε εισιτηρίου οχήματος, στο τέλος εκάστου μηνός Ή ανωτέρω συμφωνία λειτούργησε κανονικά μέχρι και τον μήνα Μάιο του 2008 και οι αναλογούντες σε επιβάτες και οχήματα ναύλοι αποδίδονταν από την εναγόμενη στην ενάγουσα κανονικά, κατά το διάστημα του Ιουνίου του 2008, καίτοι η εναγόμενη διέθεσε τα αναλυτικά αναγραφόμενα στην αγωγή εισιτήρια επιβατών και οχημάτων της "..." σε τρίτους, δεν προέβη σε απόδοση στην ενάγουσα των χρηματικών ποσών των ναύλων, που ανταποκρίνονται στα εισιτήρια επιβατών και οχημάτων, τα οποία εκείνη διέθεσε, μέσω του υποπρακτορείου της, αφαιρώντας την προμήθειά της και τα οποία ανέρχονται στο ποσό των 30.508 ευρώ συνολικά.
Έτσι, η ενάγουσα προέβη αρχικά σε προφορική και κατόπιν σε έγγραφη επικοινωνία με την εναγομένη στις 17-08-2008, ημερομηνία κατά την οποία της απέστειλε μέσω fax επιστολή, καλώντας την να της καταβάλει το ανωτέρω οφειλόμενο ποσό. Στην συνέχεια, της απέστειλε την από 02-09-2008 Εξώδικη Δήλωση - Πρόσκληση, η οποία επιδόθηκε σ’ αυτήν στις 04-09- 2008, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη με αριθμό ...2008 Έκθεση Επίδοσης της Δικαστικής Επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας Φ.
Μ., με το ίδιο αίτημα. Η εναγομένη εις απάντηση απέστειλε στην ενάγουσα έγγραφο στις 9-7-2008 στο οποίο ισχυρίζεται ότι δεν μπορεί να αποδώσει group για τα οποία δεν έχει δώσει εγγύηση με την οποία αναλαμβάνει την χρέωσή τους, έστω την επόμενη ημέρα. Περαιτέρω, η εναγομένη ισχυρίζεται με τις προτάσεις της πρώτης συζήτησης, ότι δεν εξέδωσε η ίδια τα παραπάνω αναφερόμενα εισιτήρια και συνεπώς δεν έχει υποχρέωση εξόφλησής τους, αλλά ότι τα εξέδωσε ο Ν.
Μ., Βούλγαρος υπήκοος, ο οποίος δραστηριοποιείται από ετών στην Ηγουμενίτσα ως μεσάζων, λειτουργώντας ατομικά και ότι αυτός φέρνει σε επαφή Βούλγαρους επιβάτες με διαφόρους πράκτορες, με τους οποίους διαπραγματεύεται την τιμή των εισιτηρίων, εισπράττοντας από αυτούς ανάλογη προμήθεια. Ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, καθώς αποδείχθηκε ότι και το επίδικο διάστημα, δηλαδή από 01/06/2008 έως και 30/06/2008, συνεχίστηκε με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, όπως και τους προηγούμενους μήνες, η συνεργασία της ενάγουσας με την εναγομένη ως προς τους συμφωνηθέντες όρους έκδοσης εισιτηρίων, και η εναγόμενη έως τότε απέδιδε τα οφειλόμενα ποσά στην ενάγουσα, σύμφωνα με το προσκομιζόμενο από την ενάγουσα αντίγραφο κίνησης λογαριασμού της Εμπορικής Τράπεζας, αλλά και την προσκομιζόμενη καρτέλα πελάτη.
Επιπλέον, αποδείχθηκε ότι ο Ν. Μ., ως προστηθείς της εναγομένης, έστελνε από τα γραφεία της τις καρτέλες με τα στοιχεία των επιβατών και των οχημάτων για έκδοση των εισιτηρίων στην ενάγουσα, μέσω , του φαξ της εναγομένης, ενώ υπέγραφε και στα σημειώματα που απέστελλε η ενάγουσα στην εναγόμενη, γνωστοποιώντας της την χρέωσή της για κάθε ένα από τα παραπάνω αναφερόμενα δρομολόγια για τους επιβάτες και τα οχήματα.
Επιπλέον, η εναγομένη καθόλο το επίδικο διάστημα ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε σ-την ενάγουσα για ανύπαρκτες χρεώσεις εισιτηρίων στο όνομά της.’ Ενόψει όλων των ανωτέρω το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ίδια, ήτοι την ένδικη αγωγή ως κατ’ ουσίαν βάσιμη, απορρίπτοντας τους ισχυρισμούς της εναγομένης, δεν έσφαλε κατά την ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και την ορθή εκτίμηση των αποδείξεων, όσα δε περί του αντιθέτου ισχυρίζεται η εκκαλούσα με τους σχετικούς λόγους της έφεσης είναι αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και η υπό κρίση έφεση στο σύνολο της πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη".
Έτσι που έκρινε και με όσα ανωτέρω δέχθηκε το Εφετείο, δεν παραβίασε, αλλά ορθά, κατά τις νομικές σκέψεις, που προηγήθηκαν, ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 361 ΑΚ, καθώς και του άρθρου 2 του βδ της 2/14.5.1835 "περί της αρμοδιότητας των εμποροδικείων", διέλαβε δε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα του χαρακτήρα της ένδικης σύμβασης μεταξύ των διαδίκων, όχι ως σύμβασης θαλάσσιας μεταφοράς προσώπων, μεσιτείας ή πώληση, όπως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, αλλά ως σύμβασης πρακτορείας, επί της οποίας εφαρμόζονται κυρίως οι περί εντολής διατάξεις των άρθρων 713 επ.
ΑΚ, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, ενώ, εξάλλου, δεν εκτέλεσε στην πλημμέλεια της παράβασης των επικαλουμένων από την αναιρεσείουσα διατάξεων των άρθρων 377 ΑΚ και 8ΕΝ, που δεν εφάρμοσε, αφού, ενόψει των ως άνω παραδοχών του, δεν συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις εφαρμογής τους. Παράλληλα, με βάση τις ως άνω παραδοχές του, το Εφετείο δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφαση του νόμιμης βάσης, αλλά με επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, κατέληξε στο προαναφερόμενο αποδεικτικό πόρισμα του, σχετικά με τη συνδρομή όλων των απαιτούμενων στοιχείων για την ευθύνη της αναιρεσείουσας προς καταβολή στην αναιρεσίβλητη του οφειλομένου ποσού των 30.508€, από την εκτέλεση της καταρτισθείσας μεταξύ τους σύμβασης πρακτορείας, αφού οι προαναφερόμενες παραδοχές του πληρούν το πραγματικό των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν στη συγκεκριμένη περίπτωση, ενώ η κρίση του ότι η συνδέουσα τους διαδίκους έννομη σχέση έχει το χαρακτήρα της σύμβασης πρακτορείας, δεν είναι πλημμελής, καθόσον στηρίζεται στις πραγματικές παραδοχές του, που είναι αναιρετικώς ανέλεγκτες.
Το ότι δε στην προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση αναγράφονται εσφαλμένα οι περί πωλήσεως διατάξεις και όχι εκείνες των άρθρων 713 ΑΚ, επί των ορίων κυρίως στηρίζεται η ένδικη σύμβαση πρακτόρευσης, και εφαρμόστηκαν από το Εφετείο, ενόψει των ως άνω παραδοχών του, στην προκείμενη υπόθεση, δεν ιδρύει τον εκ του άρθρου 559 παρ. 1 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην αντίστοιχη μείζονα σκέψη της παρούσας.
Επίσης, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της ένδικης αγωγής, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη (όπως αόριστα, χωρίς οποιαδήποτε εξειδίκευση, υποστηρίζει η αναιρεσείουσα), πραγματικούς ισχυρισμούς που δεν παραλαμβάνονται στο δικόγραφό της, το οποίο, αντίθετα περιέχει κατά τρόπο ορισμένο όλα τα στοιχεία που είναι αναγκαία για τη θεμελίωση της ασκούμενης με αυτή αξίωσης της αναιρεσίβλητης, όπως δέχθηκε και το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του.
Συνακόλουθα τούτων, υπό τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, καθίσταται εφικτός ο ανακριτικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής των προαναφερομένων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, που ήταν εφαρμοστέες στην κρινόμενη υπόθεση, το δε Εφετείο που την εξέδωσε, δεν παραβίασε αυτές ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αίτησης και ο πρώτος πρόσθετος λόγος αυτής, με τους οποίους η αναιρεσείουσα, υποστηρίζοντας τα αντίθετα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφασης πλημμέλειες από το άρθρο 559 παρ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι, ενώ οι ίδιοι λόγοι αναίρεσης είναι απαράδεκτοι ως προς τις λοιπές αιτιάσεις τους, καθόσον αυτές ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων και στην αξιολόγηση των αποδείξεων, καθώς και σε επιχειρήματα και κρίσεις του Δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων και δεν ελέγχονται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 569 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 περ. γ ΚΠολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοείται η δικονομική αίτηση παροχής δικαστικής προστασίας η δημιουργική αντίστοιχης εκκρεμότητας δίκης, όπως είναι και το ένδικο μέσο της εφέσεως, όχι όμως και οι λόγοι της εφέσεως, τους οποίους πρέπει, κατά το άρθρο 520 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ, να περιέχει το έγγραφο της εφέσεως, η μη λήψη υπόψη των οποίων στοιχειοθετεί τον από το άρθρο 550 αριθ. 8 περ. β’ του ίδιου Κώδικα προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως. (ΑΠ 567/2009, Α.Π. 2060/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αίτησης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υποστηρίζοντας ότι το Εφετείο άφησε αδίκαστο τον προσβαλλόμενο με την έφεσή του λόγο περί της μη νόμιμης έναρξης της τοκοδοσίας από 1.7.2008, όπως είχε δεχθεί η εκκαλούμενη απόφαση, αποδεχθείσα δήλη ημέρα, χωρίς να υπάρχει έγγραφη σύμβαση, διότι η έναρξή της έπρεπε να οριστεί την 11.7.2009, που επιδόθηκε η ένδικη αγωγή της αναιρεσίβλητης και όχι κατά την ημέρα της ανύπαρκτης συμφωνίας, εφόσον πρόκειται για υπερημερία χρηματικής οφειλής.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει, σύμφωνα με τα πιο πάνω, να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, γιατί ακόμη και υπό την εκδοχή ότι ο επικαλούμενος λόγος εφέσεως, κατά το προαναφερόμενο μέρος του, δεν ερευνήθηκε, δεν ιδρύεται στην περίπτωση αυτής ο από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 559 αρ. 9 περ. γ’ ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης.
Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, εάν ήθελε εκτιμηθεί ως αιτίαση από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος, καθόσον το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, ερεύνησε το λόγο αυτό έφεσης και τον απέρριψε, όπως εκτιμάται, στο σύνολό του και δη ως τη του πράγματος κατά το προαναφερόμενο μέρος του ως αβάσιμο, δεχόμενο, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά επί της ουσίας κρίση του, ότι κατά τη συναχθείσα μεταξύ των διαδίκων σύμβαση η εναγόμενη αναιρεσείουσα είχε αναλάβει την υποχρέωση "για όσα εισιτήρια επιβατών και οχημάτων διέθετε προς τρίτους, να αποδίδει στην ενάγουσα τον αναλογούντα σε αυτά ναύλο, έπειτα από την αφαίρεση του ποσού της δικής της προμήθειας....στο τέλος εκάστου μηνός", όπως είχε δεχθεί και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την ενσωματωθείσα απόφασή του, υποχρεώνοντας την ήδη αναιρεσείουσα να καταβάλλει στην ενάγουσα αναιρεσίβλητη το ποσό των 30.508 ευρώ, νομιμότοκα από τη 1.7.2008, ημερομηνία, κατά την οποία είχε συμφωνηθεί η εξόφληση της οφειλής από την πώληση εισιτηρίων επιβατών και οχημάτων για τους πλόες του μηνός Ιουνίου 2008.
Περαιτέρω ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8(β) του αρθρ. 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της ως άνω διάταξης νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση η αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1225/2004), δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (Ολ ΑΠ 2/1989, ΑΠ 1072/2005), θα πρέπει δε οι ισχυρισμοί αυτοί να προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και μάλιστα από την ήδη αναιρεσείουσα (ΑΠ 354/2011) γιατί διαφορετικά το Δικαστήριο της ουσίας, δεν επιτρεπόταν να τους λάβει υπόψη (Ολ. ΑΠ 2/2001).
Ειδικότερα, αν προσβάλλεται με τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό (ΑΠ 1933/2006), και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο (ΑΠ 760/2004, ΑΠ 539/2003), εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562§2 ΚΠολΔ (Ολ. ΑΠ 43/1990) ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά, κατά το άρθρ. 527 ΚΠολΔ, προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ’ έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο.
Συνεπώς, για να ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, πρέπει, σε κάθε περίπτωση, ο κρίσιμος ισχυρισμός, που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, να προτάθηκε εκεί ευθέως ως ισχυρισμός του ίδιου του αναιρεσείοντος και δεν αρκεί να συνάγεται έμμεσα από τα προσκομιζόμενα απ’ αυτόν με επίκληση έγγραφα (ΑΠ 354/2011).
Αντίθετα, δεν είναι πράγματα με την έννοια αυτή, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης, το περιεχόμενο των αποδεικτικών μέσων και τα επιχειρήματα των διαδίκων ή τα συμπεράσματα αυτών από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε οι αόριστοι, απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (ΑΠ 2166/2009).
Συνακόλουθα, δεν ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει σε ισχυρισμό εκπρόθεσμο αόριστο και γενικώς απαράδεκτο, μη νόμιμη ή αλυσιτελή (Ολ ΑΠ 2/1989, 14/2004), ή σε απλώς αρνητικό ή διευκρινιστικό ισχυρισμό, δηλαδή σε ισχυρισμό που δεν καταλήγει στην επίκληση έννομης συνέπειας και βέβαια το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει ούτε στα πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων που αντλούν αυτοί από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, έστω και αν διατυπώνονται υπό τη μορφή λόγου έφεσης (ΑΠ 857/2007), ούτε στα νομικά επιχειρήματά τους, που σε αντίθεση με τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, δεν περιέχουν κρίση ως προς την επέλευση ή όχι μιας έννομης συνέπειας, αλλά προβάλλονται με σκοπό να συμβάλλουν στον καθορισμό του αληθινού νοήματος του επικαλούμενου ή αποκρουόμενου στη συγκεκριμένη περίπτωση κανόνα δικαίου.
Επιπλέον, ο από το ανωτέρω άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. ΑΠ 12/1997, 25/2003), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή, ως αποδειχθέντων γεγονότων, αντίθετων προς εκείνα που τον συγκροτούν (Ολ.
ΑΠ 11/1996, ΑΠ 1363/2008).
Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, κατά το οικείο σκέλος του, η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη τους νομίμως προταθέντες με λόγο έφεσης, για την απόρριψη της ένδικης αγωγής, ισχυρισμούς της, κατά τους οποίους:
α) αρνήθηκε ότι οι συναλλαγές του μηνός Ιουνίου 2008 έγιναν μεταξύ αυτής και της αναιρεσίβλητης, β) υποστήριξε ότι τις εν λόγω συμβάσεις έκανε για ίδιο λογ/σμό ο Βουλγαρικής καταγωγής άτυπος πράκτορας στο λιμάνι της Ηγ/τσας Ν. Μ., το οποίο συνομολογεί και εκείνη, ο οποίος τον συγκεκριμένο μήνα επέλεξε προσωπικά, προφανώς λόγω "καλύτερης προμήθειας", τις υπηρεσίες της αναιρεσίβλητης, γ) η αναιρεσίβλητη με τον τρόπο αυτό επεδίωκε και πέτυχε την οικονομικής της απομάκρυνση από την συνεργασία με την πλοιοκτήτρια ..., διότι παρουσίαζε τζίρο ανώτερο από την ίδια, δέχτηκε να μονοπωλήσει τις υπηρεσίες του Βούλγαρου Μ., πλην όταν είδε ότι ήταν αδύνατο να πληρωθεί από τον Βούλγαρο, διότι η "πίστωση" είχε υπερβεί τα όρια της, τον έπεισε να ζητήσει από αυτή (αναιρεσείουσα) την προσωπική της κάλυψη των εν λόγω ναύλων, περί τον Αύγουστο του 2008, δηλαδή μετά τη λήξη του επίδικου μήνα (Ιούνιος 2008) και φυσικά μετά την πραγματοποίηση των κρατήσεων κατά την εκ τούτων παράσταση των περιστατικών αυτών από τον Βούλγαρο, ώστε δεν ήταν δυνατό να αποδεχθεί αλλότριο χρέος (του Βούλγαρου) και ότι δ) σύμφωνα με τα συνομολογούμενα από την αναιρεσίβλητη, τις κρατήσεις με "σημειώματα" τις έκανε ο Βούλγαρος και με δικές του υπογραφές, πλην προφανώς σε συμπαιγνία με την αναιρεσίβλητη, έστελνε τα "σημειώματα αυτά μέσω του δικού της (αναιρεσείουσας) φαξ", τις υπηρεσίες του οποίου υπέκλεβε από το Γραφείο της και πάντοτε υπό τις οδηγίες της αναιρεσίβλητης, ώστε και να την καταργήσει από υποπράκτορα με την αφαίρεση του κωδικού της (ως μπρόκερ κατά την καθομιλούμενη) αλλά και του συναγωνιστή ανταγωνιστή της, το οποίο και της επέβαλλε (6) μήνες μετά τον επίδικο χρόνο ήτοι τον Ιανουάριο 2009, υποστηρίζονται ότι η προσβαλλόμενη δεν αξιολόγησε τους ανωτέρω ισχυρισμούς της, από τους οποίους προκύπτει ότι διαμαρτυρήθηκε για το τι συμβαίνει πίσω από την πλάτη της προς την αναιρεσίβλητη και προηγήθηκε η διαμαρτυρία της (9.8.2008) των οχλήσεων από 17/8 και 2/9 του 2008, δηλαδή δεν έλαβε υπόψη τον κατά την αναιρεσείουσα καταλυτικό της ισχυρισμό ότι είναι ξένη προς τις εμπορικές πράξεις της αναιρεσίβλητης και τρίτου (Μ.), αφού σε ειδική συμφωνία της αναιρεσίβλητης μαζί του, πέτυχε να την αποκλείσει από κάθε συνεργασία με αυτόν, επιτυγχάνοντας, τόσο την μονοπώληση των υπηρεσιών του, όσο και την εμφάνισή της στην ...
ως κακοπληρώτριας και μη συνεργάσιμης, ώστε να τη βγάλει από την ευθεία συνεργασία της, με την εταιρεία, η οποία και τελικώς (6) μήνες αργότερα αφαίρεσε, από την εκμετάλλευσή της τον κώδικα της ως "μπρόκερ" αυτής, καθώς και ότι ο νόμιμος εκπρόσωπος της Α. Μ. δεν είχε διορίσει ποτέ και με καμία ιδιότητα το Βούλγαρο Μ.
να την εκπροσωπεί στις συναλλαγές της με την αναιρεσίβλητη, αλλά υιοθέτησε τους ισχυρισμούς της αναιρεσίβλητης ότι δήθεν η συνεργασία της με την τελευταία γινόταν με την μεσολάβηση του Βούλγαρου (Μ.), ο οποίος δήθεν την εκπροσωπούσε, επειδή έκανε χρήση πολλές φορές του τηλεφώνου του γραφείου της, πράγμα που και αν δεν έγινε, όπως το περιγράφει ανωτέρω, είναι τόσο φυσικό να γίνει όχι μόνο με συνεργάτη της, όπως ο Μ., αλλά και με κάθε τρίτο.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης ανεξαρτήτως της αοριστίας του, αφού δεν περιέχονται στο αναιρετήριο τα προαναφερόμενα στοιχεία της νόμιμης προβολής των επικαλούμενων ισχυρισμών της αναιρεσείουσας στο Δικαστήριο της ουσίας, είναι προεχόντως απαράδεκτος, καθόσον οι φερόμενοι ως μη ληφθέντες υπόψη ισχυρισμοί δεν αποτελούν "πράγματα", κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, που αναφέρθηκε, αλλά αιτιολογημένη άρνηση της ιστορικής βάσης της αγωγής, καθώς και επιχειρήματα ή συμπεράσματα συναγόμενα από την εκτίμηση των αποδείξεων, τα οποία προβλήθηκαν από την αναιρεσείουσα προς απόκρουση των αγωγικών ισχυρισμών της αναιρεσίβλητης, για την κατάρτιση της επίδικης σύμβασης.
Ανεξαρτήτως όμως των εκτεθέντων, σε κάθε περίπτωση και αν ακόμη τα πιο πάνω περιστατικά συγκροτούν αυτοτελείς ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, το Εφετείο έλαβε ασφαλώς υπόψη αυτούς και τους απέρριψε "εκ των πραγμάτων" ως αβάσιμους, αφού δέχθηκε ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα προς εκείνα, που υποστηρίζει η αναιρεσείουσα για τη θεμελίωσή τους και επομένως ο συγκεκριμένος πρόσθετος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Ο ίδιος δε πρόσθετος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση από το άρθρ. 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια "σχετικά με τη μέσω τρίτου εξόφληση του επιδίκου χρέους", είναι απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, καθόσον δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο τα απαραίτητα προς διάγνωσή του ιστορικά στοιχεία, επί των οποίων θεμελιώνεται η επικαλούμενη αναιρετική αιτίαση.
Ομοίως, απαράδεκτος είναι και ο τρίτος, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, πρόσθετος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα, επιχειρηματολογώντας επιδοθείσας από το Ν. Μ. ένορκης βεβαίωσης και καταλήγοντας με βάση αυτή σε συμπεράσματα, που δεν έγιναν δεκτά από το Εφετείο, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφασή του την πλημμέλεια της παράβασης των άρθρων 212 και 416 ΑΚ, υπό την ειδικότερη επίκληση "ότι η συναλλαγή του Βούλγαρου μαζί της, καίτοι ήταν προσωπική του υπόθεση προσπάθησε και πέτυχε να μου τη φορτώσει, ενώ εάν εφάρμοζε το νόμο....η προσβαλλόμενη θα με είχε απαλλάξει κάθε υποχρέωσης πληρωμής και μάλιστα του πληρωμένου από τον ίδιο τον υπόχρεο (Μ.) χρέος του".
Περαιτέρω ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμός 20ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό. Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (Ολ.ΑΠ 2/2008, ΑΠ 483/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον τέταρτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης προβάλλει την ανωτέρω από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των επικαλούμενων 13 συμβάσεων ναυλώσεως, καθόσον υπέπεσε σε αναγνωστικό σφάλμα, ότι οι συμβάσεις αυτές τη βάρυναν ως προς την πληρωμή εκ μέρους της, ενώ δεν φέρουν τις υπογραφές του εκπροσώπου της Α. Μ., αλλά μόνο τις υπογραφές της αναιρεσίβλητης και του Μ., τρίτου συνεργάτη της, όπως και των άλλων πρακτορείων του Λιμανιού Ηγουμενίτσας, και χωρίς να υπάρχει κάποιο στοιχείο από το οποίο να προκύπτει η ιδιότητά του ως προστηθέντος της ή σε οποιαδήποτε μαζί της υπαλληλική σχέση τελούντος. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος, γιατί το Εφετείο δεν υπέπεσε σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση των πιο πάνω εγγράφων, αλλά αφού τα ανάγνωσε σωστά, τα συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά, μέσα και κατέληξε σε διαφορετικό πορισματικό αυτό, που η αναιρεσείουσα θεωρεί ορθό.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει η υπό κρίση αίτηση με τους πρόσθετους λόγους αυτής να απορριφθούν στο σύνολό τους και να διαταχθεί κατά την παράγραφο 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, όπως προστέθηκε με τα άρθρα 2 παρ. 2 του Ν. 4055/2012, η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ, το οποίο καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα, όπως προκύπτει από την υπ’ αριθμ. 6/2014 έκθεση κατάθεσης της αίτησης αναίρεσης. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημά της, να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας λόγω της ήττας της, (άρθρα 176, 183, 189, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1.3.2014 αίτηση της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... Ο.Ε." και τους από 5.5.2014 πρόσθετους λόγους αυτής για αναίρεση των αποφάσεων α) 52/2011 του Ειρηνοδικείου Ηγουμενίτσας, β) 100/2012 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας και γ) 41/2013 του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ στο Δημόσιο Ταμείο.
Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Σεπτεμβρίου 2018.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και νυν Πρόεδρος του Αρείου Πάγου
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Ιανουαρίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ