159/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ, Αλεξάνδρα Κακκαβά και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated159/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ενόψει τούτων, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι η ως άνω συνταγματική διάταξη, έστω και αν ρητά δεν αναφέρεται σ’ αυτήν, απευθύνεται και στον δικαστή, όσον αφορά τις σχέσεις των διαδίκων, καθιερώνοντας αυτήν ως δεσμευτική δικαιϊκή αρχή, όπως και άλλες τέτοιες αρχές που διατρέχουν το δίκαιο και είναι δεσμευτικές (αρχή του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου, αρχή της δίκαιης δίκης κ.λπ.).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 159 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 159/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ, Αλεξάνδρα Κακκαβά και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Δ. Π. του Π., 2) Ζ. συζ. Δ. Π., το γένος Α. Χ., κατοίκων ..., 3) Μ. συζ. Ι. Ν., το γένος Δ. Π. και 4) Χ. Π. του Δ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Καραβαγγέλη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. χας Γ. Π., το γένος Σ. Σ., κατοίκου ..., για τον εαυτό της ατομικά και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου του αποβιώσαντος στις 17-2-2010 συζύγου της Γ. Π. του Φ., η οποία δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Χρύσα Σαλαβράκου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-6-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κατερίνης και συνεκδικάστηκε με την από 22-11-2010 ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση - παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη 2ης αναιρεσίβλητης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 100/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2047/2014 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 11-3-2015 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες και η 2η αναιρεσίβλητη όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου διάβασε την από 27-10-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του μοναδικού λόγου της από 11-3-2015 και με αρ. εκθ. καταθ. 81/2015 αιτήσεως για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 2047/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει την συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ` αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει, αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στην συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκείμενη περίπτωση, από την προσκομιζόμενη υπ` αριθ. ... /1-14-2016 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Θράκης με έδρα το Πρωτοδικείο Καβάλας Α. Μ., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (4.11.2016) επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ύστερα από γραπτή παραγγελία του Δικηγόρου Δράμας Κωνσταντίνου Καραβαγγέλη, πληρεξουσίου δικηγόρου των επισπευδόντων την συζήτηση αναιρεσειόντων, στην πρώτη αναιρεσίβλητη Κ. χήρα Γ. Π.. Επομένως, εφόσον αυτή (πρώτη αναιρεσίβλητη) καίτοι κλητεύθηκε δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από την σειρά του πινακίου, ούτε υπέβαλε την, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., δήλωση, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.
Με το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά την αναθεώρησή του με το από 6/17-4-2001 Ψήφισμα της Ζ’ Αναθεωρητικής Βουλής, ορίζεται ότι "οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας".
Με την νέα αυτή διάταξη ο αναθεωρητικός νομοθέτης επέλεξε να κατοχυρώσει ρητά, από το όλο σύστημα των εγγυήσεων για τα επιτρεπτά όρια των επιβαλλόμενων στα ατομικά δικαιώματα νομοθετικών περιορισμών, την εγγύηση εκείνη που είναι γνωστή ως αρχή της αναλογικότητας. Απέκτησε έτσι ρητή συνταγματική υφή η αρχή αυτή, η οποία, ωστόσο, και προηγουμένως αναγνωριζόταν ως αρχή συνταγματικής ισχύος, που απορρέει από την ίδια την έννοια του κράτους δικαίου, αλλά και από την ουσία των θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων, τα οποία, ως έκφραση της γενικότερης ελευθερίας του ατόμου, δεν πρέπει να περιορίζονται από την κρατική εξουσία περισσότερο από όσο είναι αναγκαίο για την προστασία των δημόσιων συμφερόντων.
Η αρχή αυτή, υπό την έννοια του τηρητέου μέτρου της εύλογης αντιστάθμισης προσφοράς και οφέλους, που αποτελεί κανόνα συνταγματικής βαθμίδας, επενεργεί σε κάθε είδους κρατική δραστηριότητα, καθώς και όταν πρόκειται για αντικρουόμενα συμφέροντα στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου, αφού η έκταση της αρχής αυτής δεν περιορίζεται μόνο σε ορισμένες περιοχές του δικαίου, αλλά, και πριν από την ρητή συνταγματική της κατοχύρωση, διέτρεχε το σύνολο της έννομης τάξης και συνεπώς πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την ερμηνεία και εφαρμογή οποιουδήποτε κανόνα δικαίου.
Άλλωστε, με ρητή διατύπωση στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος η θεσπιζομένη από αυτήν προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου ως ατόμου ισχύει και "στις σχέσεις των ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζει", και οριοθετείται έτσι η υποχρέωση και των αρμοδίων δικαιοδοτικών οργάνων, όταν επιλαμβάνονται της επίλυσης ιδιωτικών διαφορών, να τις επιλύουν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να υπάρχει μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Συγκεκριμένα πρέπει, τα λαμβανόμενα μέτρα και οι έννομες συνέπειες, να είναι πρόσφορα (κατάλληλα) για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, αναγκαία, υπό την έννοια να συνιστούν μέτρο, το οποίο σε σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέτρα, να επάγεται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό για τον διάδικο, σε βάρος του οποίου απαγγέλλονται, και αναλογικά υπό στενή έννοια, δηλαδή να τελούν σε ανεκτή σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, προκειμένου η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν.
Ενόψει τούτων, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι η ως άνω συνταγματική διάταξη, έστω και αν ρητά δεν αναφέρεται σ’ αυτήν, απευθύνεται και στον δικαστή, όσον αφορά τις σχέσεις των διαδίκων, καθιερώνοντας αυτήν ως δεσμευτική δικαιϊκή αρχή, όπως και άλλες τέτοιες αρχές που διατρέχουν το δίκαιο και είναι δεσμευτικές (αρχή του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου, αρχή της δίκαιης δίκης κ.λπ.).
Εξάλλου, η αρχή αυτή, ως διάχυτη στην έννομη τάξη, υπερβαίνει τα όρια της ρητής συνταγματικής κατοχύρωσής της, με την οποία πάντως αναδείχθηκε η σημασία της ως βασικής εγγύησης για την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων, οφείλει δε ο δικαστής κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή των διατάξεων της κοινής νομοθεσίας, που άπτονται των δικαιωμάτων αυτών, να προστρέχει στο κρίσιμο για την όλη έννομη τάξη περιεχόμενο της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας, που απορρέει από την αρχή της ισότητας και την αρχή του κράτους δικαίου.
Αποτελεί την αντίστροφη μορφή της απαγόρευσης της κατάχρησης δικαιώματος, όταν το ασκούμενο δικαίωμα υπερβαίνει τα ακραία όρια που θέτουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη, καθώς και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος. Στην περίπτωση δε υπέρβασης της αρχής της αναλογικότητας πρόκειται για δυσαναλογία μέσου προς το σκοπό, δηλ.
το ασκούμενο δικαίωμα έχει απολέσει την αναλογία του προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και συνακόλουθα η άσκησή του είναι απαγορευμένη. Επομένως, όπως και η κατάχρηση δικαιώματος, που αποτελεί απαγορευτικό κανόνα, και οριοθετεί αρνητικά την άσκηση των δικαιωμάτων, έτσι και η αρχή της αναλογικότητας αποτελεί κανόνα δικαίου (γενική νομική αρχή), η οποία προσδιορίζει την τελολογική λειτουργία των πάσης φύσεως δικαιωμάτων και του ιδιωτικού δικαίου.
Από τα ως άνω συνάγεται, ως γενική νομική αρχή, ότι η έννομη συνέπεια που είτε προβλέπεται από κανόνα δικαίου κατώτερης τυπικής ισχύος από εκείνες του Συντάγματος, είτε απαγγέλλεται από δικαστικό ή διοικητικό όργανο, πρέπει να τελεί, σε σχέση ανεκτής αναλογίας προς το αντίστοιχο πραγματικό, δηλ. να μην υπερβαίνει τα όρια, όπως διαγράφονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και της κοινής περί δικαίου συνείδησης σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως αποτυπώνονται με την συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.
Η κρίση δηλαδή του ουσιαστικού δικαστηρίου πρέπει να μην παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, ούτε να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, που αποτελεί, γενική αρχή του δικαίου και μέσο ελέγχου της κρίσης του δικαστηρίου, χωρίς να υπάγεται στην έννοια της αναλογικότητας. Περαιτέρω, από το άρθρο 932 του Α.Κ.
προκύπτει ότι σκοπός της διατάξεως είναι να επιτυγχάνεται μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημιώσεως για ηθική βλάβη, που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα.
Με βάση τον σκοπό αυτόν αντλούνται, στη συνέχεια, ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννοιας του "ευλόγου" εκείνα τα στοιχεία που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του εν λόγω σκοπού της διάταξης. Τέτοια στοιχεία είναι κυρίως: το είδος και η βαρύτητα της προσβολής, η περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη (στον βαθμό που επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης), η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του θύματος, οι όλες ειδικότερες συνθήκες πρόκλησης της ηθικής βλάβης.
Τα στοιχεία αυτά πρέπει να οδηγούν τον δικαστή να σχηματίσει την κατά το άρθρο 932 του Α.Κ εύλογη κρίση του (όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις, αλλά) κατ’ εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης στην ατομική περίπτωση.
Συνάγεται δε το αντικειμενικό αυτό μέτρο από τον ανωτέρω σκοπό του άρθρου 932 του Α.Κ. και, μέσω αυτού, από την όλη κλίμακα των υπερκειμένων σκοπών του συστήματος αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας του ΑΚ. Η κρίση του δικαστηρίου ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης αποφασίζεται (κατ’ αρχήν αναιρετικώς ανέλεγκτα), με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι.
Επιβάλλεται όμως, σε κάθε περίπτωση να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος [άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος] με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια, όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.
Και τούτο, διότι μια απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση, (όσον αφορά τον παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και στην δεύτερη, (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας τους, αφού το δικαστήριο επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Στο σημείο αυτό σημειώνεται ότι η έννοια της αναλογικότητας είναι έννοια αυστηρότερη του "ευλόγου" και συνακόλουθα το "εύλογο" εμπεριέχεται αναγκαίως στο "ανάλογο". Άλλωστε την αρχή αυτή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μια ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του, όπως από την ιδιοκτησία του.
Ενόψει όλων αυτών η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσης χρηματικής ικανοποίησης, πρέπει να ελέγχεται αναιρετικά, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρο 559 Κ.Πολ.Δικ. αναλόγως από τους αρ. 1 ή 19), η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος) υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας (Ολ.ΑΠ 9/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση, το δικαστήριο της ουσίας, μετά από εκτίμηση των επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων, δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής: "Την 17.2.2010 και περί ώρα 22.40’ ο Γ. Π., σύζυγος της 1ης εναγομένης της κύριας αγωγής, οδηγώντας το ... ΙΧΕ αυτοκίνητο με επιβαίνοντα τον Κ. Π., γιο των 1ου και 2ης και αδερφό των 3ης και 4ου των εναγόντων, εκινείτο στη μεσαία από τις τρεις λωρίδες κυκλοφορίας της Νέας Εθνικής Οδού Αθηνών - Θεσσαλονίκης με κατεύθυνση προς Θεσσαλονίκη.
Η εν λόγω οδός στο ύψος του 465ου χιλιομέτρου, όπου κατά τον παραπάνω χρόνο έφθασε το παραπάνω αυτοκίνητο, στο ρεύμα πορείας προς Θεσσαλονίκη έχει συνολικό πλάτος οδοστρώματος 11,60 μέτρων και πλάτος ασφάλτινου ερείσματος 0,70 μέτρων αριστερά και 2,40 μέτρων δεξιά και είναι ευθεία σε μεγάλη απόσταση, ενώ δε επικρατούσε σκοτάδι και το οδόστρωμα της οδού ήταν υγρό ο παραπάνω οδηγός εκινείτο με ταχύτητα κατά πολύ μεγαλύτερη του ανώτατου επιτρεπόμενου ορίου των 130 χιλιομέτρων την ώρα.
Υπό τις συνθήκες αυτές οδήγησης, λόγω έλλειψης της προσοχής που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει έχασε ο οδηγός αυτός τον έλεγχο του αυτοκινήτου του, το οποίο, αφού εκτράπηκε από την πορεία του και με πλάγια ολίσθηση σύρθηκε σε απόσταση 97 μέτρων προς τα αριστερά, προσέκρουσε στα διαχωριστικά των δύο κατευθύνσεων κυκλοφορίας μεταλλικά στηθαία, που αποκολλήθηκαν και ακινητοποιήθηκε στην αριστερή λωρίδα του αντίθετου ρεύματος κυκλοφορίας, όπου ανεφλέγη.
Αποτέλεσμα του ατυχήματος αυτού ήταν να τραυματιστούν ο οδηγός και ο επιβάτης του αυτοκινήτου, να ανασυρθούν δε τα σώματα αυτών απανθρακωμένα από την πυροσβεστική υπηρεσία, που κατέσβησε την πυρκαγιά. Υπό τα περιστατικά αυτά, τα οποία προκύπτουν ιδίως από την έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος και το σχετικό πρόχειρο σχεδιάγραμμα, που συνέταξε αμέσως μετά το ατύχημα ο Σ.
Α., Ανθυπαστυνόμος του Τμήματος Τροχαίας Αυτοκινητοδρόμων ..., πλήρως αποδεικνύεται ότι υπαίτιος για την πρόκληση του ένδικου ατυχήματος και του συνεπεία αυτού θανάτου του Κ. Π. είναι ο επίσης θανατωθείς Γ. Π., ο οποίος δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, ώστε να αποφύγει την έκθεση σε κίνδυνο άλλων προσώπων, όπως όφειλε και μπορούσε να πράξει κάτω από τις συγκεκριμένες συνθήκες.
Αντίθετα, αυτός, αν και επικρατούσε σκοτάδι και το οδόστρωμα της οδού ήταν υγρό - ολισθηρό, ανέπτυξε ταχύτητα υπερβολική για τις συνθήκες αυτές και πάντως πολύ μεγαλύτερη του ανώτατου επιτρεπόμενου ορίου (130 χιλ./ώρα), όπως συνάγεται από τη μεγάλη απόσταση (97 μ.), που διάνυσε το αυτοκίνητό του συρόμενο με πλαγιολίσθηση και παρά την πρόσκρουσή του στα μεταλλικά στηθαία της οδού, τα οποία διαπέρασε μετά την καταστροφή τους, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 12 παρ. 1, 19 παρ. 1, 2 και 20 παρ. 2 του Ν. 2696/1996 (ΚΟΚ)...
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο θανών Κ. Π., ηλικίας 46 ετών κατά το χρόνο του ατυχήματος, ήταν, όπως προαναφέρθηκε, γιος των 1ου και 2ης εναγόντων της κύριας αγωγής, ηλικίας 84 και 76 ετών, αντίστοιχα και αδερφός των 3ης και 4ου εναγόντων, ηλικίας 53 και 51 ετών, αντίστοιχα και συνδεόταν με αυτούς, όσο ζούσε, με στενούς ψυχικούς και συναισθηματικούς δεσμούς, ως εκ τούτου δε δοκίμασαν τα πρόσωπα αυτά μεγάλη θλίψη και πόνο από το βίαιο και κατά τραγικό τρόπο θάνατό του.
Για την ηθική παρηγοριά και ψυχική ανακούφισή τους πρέπει να προσδιοριστεί το ύψος της δικαιούμενης από αυτούς (ενάγοντες) χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, στο ποσό των 60.000 ευρώ για καθένα από τους γονείς και στο ποσό των 30.000 ευρώ για καθένα από τα αδέρφια, ως προς τα οποία ποσά πρέπει η κύρια αγωγή να γίνει δεκτή ως βάσιμη κατ’ ουσίαν.
Τα ποσά αυτά κρίνονται εύλογα ενόψει της ηλικίας του θανόντος και των εναγόντων, καθώς και του βαθμού συγγενείας τους, λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών του ατυχήματος και της κοινωνικοοικονομικής κατάστασης των μερών, πλην της δεύτερης εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρίας, της οποίας η ευθύνη είναι απλώς εγγυητική.
Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δέχθηκε την αγωγή κατά τα μεγαλύτερα ποσά των 100.000 και 60.000 ευρώ, αντίστοιχα, έσφαλε στην κρίση του, ώστε είναι βάσιμος ο σχετικός λόγος της α’ έφεσης και αβάσιμος ο αντίστοιχος λόγος της β’ έφεσης, με τον οποίο υποστηρίζεται ότι έπρεπε να επιδικαστούν τα αναφερόμενα στην κύρια αγωγή ποσά".
Με τις κρίσεις και τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο, καθορίζοντας την χρηματική ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης των αναιρεσειόντων στα ποσά των 60.000 ευρώ για καθένα από τους γονείς και των 30.000 ευρώ για καθένα από τα αδέλφια δεν υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας και δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, αφού τα εν λόγω ποσά, κατά την κοινή πείρα, την δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, δεν υπολείπονται (και μάλιστα καταφανώς) των συνήθως επιδικαζομένων σε παρόμοιες περιπτώσεις.
Κατ’ ακολουθίαν ο μοναδικός λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες, επικαλούμενοι, κατ’ εκτίμηση, την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο επιδικάζοντας σ’ αυτούς τα προαναφερόμενα ποσά ως χρηματική τους ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης, αντί των αιτουμένων μεγαλυτέρων ποσών (των 250.000 ευρώ για καθένα από τους γονείς και των 200.000 ευρώ για τον κάθε αδελφό), παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 932 του Α.Κ., καθώς και την αρχή της αναλογικότητας, κρίνεται αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της παραστάσας δεύτερης αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176 και 183 του Κ.Πολ.Δικ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου, λόγω της ήττας τους, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε’ του Κ.Πολ.Δικ.), όπως ίσχυε και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση πριν αντικατασταθεί με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11.3.2015 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως …2015 αίτηση για αναίρεση της 2047/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης της δεύτερης αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλίων επτακοσίων (2.700) ευρώ. Και Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Ιανουαρίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ