Legislator Case Law & Legislation
159/2014 AI generated

159/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 159/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

159/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στο χρόνο νομής που ορίζεται στις περιπτώσεις α και β προσμετράται και ο χρόνος νομής των δικαιοπαρόχων που διανύθηκε με τις ίδιες προϋποθέσεις. Σε κακή πίστη βρίσκεται ο νομέας, εφόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 1042 του ΑΚ" (παρ.1), ότι "Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται για ακίνητο εμβαδού μέχρι 2000 τ.μ.

Keywords

AI generated
access to property occupied property property ownership action for disturbance of possession deprivation of existing use right of habitation
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 159 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 159/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ'Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Σεπτεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Μ. Κ. συζ. Α., το γένος Γ. Μ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Ζέρβα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια του Χριστίνα Διβάνη, Νομική Σύμβουλου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/5/2005 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9672/2008 του ιδίου Δικαστηρίου και 1307/2010 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8/6/2012 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου ανέγνωσε την από 6/9/2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, στο άρθρο 4 του Ν.3127/2003 "τροποποίηση και συμπλήρωση των νόμων 2308/1995 και 2664/1998 για την Κτηματογράφηση και το Εθνικό Κτηματολόγιο και άλλες διατάξεις (ΦΕΚ τ. Α67/19-3-2003) ορίζεται ότι "Σε ακίνητο που βρίσκεται μέσα σε σχέδιο πόλεως ή μέσα σε οικισμό που προϋφίσταται του έτους 1923 ή μέσα σε οικισμό κάτω των 2000 κατοίκων, που έχει οριοθετηθεί, ο νομέας του θεωρείται κύριος έναντι του Δημοσίου εφόσον:

α) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, αδιαταράκτως για δέκα (10) έτη το ακίνητο, με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία, υπέρ του ιδίου δικαιοπαρόχου του, που έχει καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά την 23-02-1945, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη, ή β) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, το ακίνητο αδιαταράκτως για χρονικό διάστημα τριάντα (30) ετών, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη.

Στο χρόνο νομής που ορίζεται στις περιπτώσεις α και β προσμετράται και ο χρόνος νομής των δικαιοπαρόχων που διανύθηκε με τις ίδιες προϋποθέσεις. Σε κακή πίστη βρίσκεται ο νομέας, εφόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 1042 του ΑΚ" (παρ.1), ότι "Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται για ακίνητο εμβαδού μέχρι 2000 τ.μ.

Για ενιαίο ακίνητο εμβαδού μεγαλύτερου των 2.000 τ.μ., οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται μόνον εφόσον στο ακίνητο υφίσταται κατά την 31-12-2002 κτίσμα που καλύπτει ποσοστό τουλάχιστον τριάντα τοις εκατό (30%) του ισχύοντος συντελεστή δόμησης στην περιοχή (παρ. 2)" Από τις παρατεθείσες διατάξεις συνάγεται ότι θεσπίζεται εξαίρεση του κανόνος που καθιερώνουν οι διατάξεις του άρθρου 21 του ΝΔ/τος της 22.4/16-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ με το άρθρο 53 του Εισ.Ν.ΑΚ, και επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του ΑΝ "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων" ότι επί δημοσίων κτημάτων νομέας είναι το Δημόσιο και είναι ανεπίδεκτα κτητικής ή αποσβεστικής παραγραφής, εκτός εάν η τριακονταετής νομή της εκτάκτου χρησικτησίας είχε συμπληρωθεί μέχρι τις 11-09-1915 αφού μετά τη χρονολογία αυτή δεν επιτρέπεται ούτε έκτακτη χρησικτησία επί των ακινήτων του Δημοσίου.

Έτσι, κατ' εφαρμογή των διατάξεων αυτών, του άρθρου 4 του Ν. 3127/2003, είναι δυνατή η απόκτηση κυριότητος και επί δημοσίου κτήματος με χρησικτησία που βρίσκεται σε σχέδιο πόλεως ή μέσα σε οικισμό προϋφιστάμενο του 1923 ή μέσα σε οικισμό κάτω των 2000 κατοίκων, που έχει οριοθετηθεί, εμβαδού μέχρι 2000 τ.μ., εφόσον νέμεται αδιαταράκτως το ακίνητο αυτό μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, δηλαδή μέχρι την 19-03-2003 α) επί δέκα έτη με νόμιμο τίτλο επαχθή αιτία υπέρ του ίδιου του νεμομένου ή νεμηθέντος ή υπέρ των δικαιοπαρόχων του, εφόσον ο νόμιμος τίτλος έχει καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά την 28-02-1945 εκτός εάν κατά την κτήση της νομής ο επικαλούμενος κυριότητα ή οποιοσδήποτε από τους δικαιοπαρόχους του ήταν κακής πίστεως ή β) επί τριάντα έτη εκτός αν κατά την κτήση της νομής ο επιληφθείς της νομής του ακινήτου ήταν κακής πίστεως δηλαδή εφόσον δε συνέτρεχαν κατά το χρόνο κτήσεως της νομής οι προϋποθέσεις του άρθρου 1042 ΑΚ.

Η ρύθμιση αυτή ως ειδική και εξαιρετική επιτρέπει την απόκτηση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία σε ακίνητα του Δημοσίου εφόσον κάποιος που απέκτησε με καλή πίστη τη νομή ακινήτου του Δημοσίου, νέμεται αδιατάρακτα τούτο για τριάντα έτη που φθάνουν χρονικά μέχρι την έναρξη ισχύος των παραπάνω νόμου δηλαδή μέχρι την 19-03-2003, υπό τις λοιπές διαλαμβανόμενες προϋποθέσεις στην παρ. 1 περ α και β του ίδιου νόμου και όχι εφόσον έχει συμπληρωθεί οποτεδήποτε η τριακονταετής αυτή αδιατάρακτη νομή πριν από την έναρξη ισχύος του ίδιου νόμου, χωρίς να ενδιαφέρει αν συνεχίζει και υφίσταται αδιατάρακτη και κατά την έναρξη ισχύος αυτού.

Τούτο προκύπτει τόσον από την γραμματική διατύπωση των παραπάνω διατάξεων που αναφέρουν σε σχέση με τη νομή, "νέμεται μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού αδιαταράκτως για χρονικό διάστημα τριάντα ετών" και όχι νεμήθηκε μέχρι την έναρξη ισχύος αυτού αλλά και από το γενικότερο δικαιοπολιτικό σκοπό τους, για τη νομιμοποίηση των αυθαιρέτως κατεχομένων δημοσίων κτημάτων εντός σχεδίου πόλης υπό προϋποθέσεις ενόψει της σύνταξης του Εθνικού Κτηματολογίου αλλά και για την προστασία των δημοσίων κτημάτων που δε συντελείται με την ολική κατάργηση του παραπάνω κανόνα του απαράγραπτου των δικαιωμάτων του Δημοσίου επί των ακινήτων αυτού εντός σχεδίου πόλης για τον μετά την 11-9-1915 χρόνο, όπως στην περίπτωση που γινόταν δεκτή η τελευταία εκδοχή.

Άλλωστε στον ίδιο νόμο δεν περιέχεται όσον αφορά το άρθρο 4 η γενική καταργητική ρήτρα, που κατά κανόνα τίθεται στους νόμους ότι κάθε διάταξη που είναι αντίθετη με τον παρόντα νόμο ή ρυθμίζει θέματα που διέπονται από αυτόν καταργείται. Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 984 ΑΚ η νομή προσβάλλεται είτε με διατάραξη είτε με αποβολή του νομέα.

Διατάραξη της νομής, η έννοια της οποίας δεν είναι νομοθετικά καθορισμένη υπάρχει όταν δεν αποβάλλεται ο νομέας από το πράγμα αλλά εξακολουθεί να διατηρεί τη νομή του σ' αυτό, συνιστά κάθε θετική πράξη ή παράλειψη που αποτελεί παρενόχληση του νομέα στην άσκηση της νομής του. Θετικά εκδηλώνεται η διατάραξη είτε με πράξη του προσβολέα στο πράγμα είτε με παρεμπόδιση πράξης του νομέα, ενώ αρνητικά, με παράλειψη, όταν ο προσβολέας δεν προβαίνει στην επιβαλλόμενη ενέργεια προς αποτροπή ή παύση της διατάραξης.

Δε συνιστά διατάραξη η απλή προφορική αμφισβήτηση του δικαιώματος του νομέως, η οποία αντιμετωπίζεται με την αναγνωριστική αγωγή (άρθρο 70 Κ.Πολ.Δ.) Αποτελεί όμως διατάραξη στην άσκηση της νομής ή κοινοποίηση απόφασης της Επιτροπής Δημοσίων Κτημάτων περί καθορισμού αποζημίωσης αυθαίρετης χρήσης, από την οποία δημιουργείται πραγματική αβεβαιότητα κατά την άσκηση αυτής.

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στην διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση του προσκομιζομένου αντιγράφου της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι με αυτήν το Εφετείο μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: Το επίδικο είναι ένα οικόπεδο, εμβαδού 240 τ.μ., που βρίσκεται στην περιοχή "Βότση" του Δήμου καλαμαριάς Θεσσαλονίκης, δηλαδή εντός σχεδίου πόλεως και συνορεύει...........

Το εν λόγω οικόπεδο περιήλθε στην ενάγουσα, ως προίκα, κατ' αρχήν κατά ψιλή κυριότητα και ακολούθως μετά την κατάργηση αυτής (προίκας) το 1983 με τον Ν. 1329/1983 με το υπ' αριθμ. .../1963 προικοσύμφωνο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου........που μεταγράφηκε......., με το οποίο ο πατέρας της Γ. Μ. συνέστησε την προίκα υπέρ αυτής...'.....

Το εν λόγω οικόπεδο, ήταν επί Τουρκοκρατίας καλλιεργήσιμος αγρός και αποτελεί τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου ......, το οποίο περιήλθε στον προικοδότη πατέρα της με κληρονομική διαδοχή δυνάμει της υπ' αριθμ.../1944 δημόσιας διαθήκης της αποβιωσάσης την 10-11-1944 Α. χήρας Γ. Ρ., , Γ. Φ., την οποία συνέταξε ο συμβολαιογράφος Θεσσαλονίκης Γεώργιος Δεστούνης και δημοσιεύθηκε με το υπ' αριθμ. 56/1945 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης........

Στη διαθέτιδα αυτή περιήλθε προηγουμένως με την υπ' αριθμ. .../1925 δημόσια διαθήκη του αποβιώσαντος την 8-4-1944 συζύγου της Γ. Ρ., την οποία συνέταξε ο άλλοτε συμβολαιογράφος Θεσσαλονίκης....... και δημοσιεύθηκε με το..........πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Στον Γ. Ρ. περιήλθε αυτό εν μέρει από αγορά και εν μέρει από διανομή μεγαλύτερου ακινήτου και ειδικότερα:

Ο Γ. Ρ., Δ. Σ. και Ι. Γ. αγόρασαν, με το υπ' αριθμ. .../1927 συμβόλαιο του άλλοτε συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης................, από τους........., κατ' ισομοιρία και εξ αδιαιρέτου έναν πρώην αγρό και ήδη οικόπεδο εκτάσεως ενός στρέμματος και 200 πήχεων ή μέτρων τετραγωνικών 1.712,50 ή όσης έκτασης και να ήταν εντός των ορίων του, που βρισκόταν στη θέση .......

και συνόρευε.......... Οι πιο πάνω αγοραστές του εν λόγω μείζονος ακινήτου διένειμαν αυτό μεταξύ τους με το υπ' αριθμ. .../1929 συμβόλαιο του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου και έλαβαν: α) ο Γ. Ρ. ένα τμήμα έκτασης 570,83 τ μ. συνορεύον........, β) ο Δ. Σ. ένα τμήμα οικοπέδου έκτασης 570,83 τ.μ. συνορεύον........Ακολούθως με το υπ' αριθμ. .../1929 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου.........., ο Δ.

Σ. μεταβίβασε στον Γ. Ρ. το διαιρετό τμήμα του οικοπέδου που είχε λάβε με τη διανομή, ο οποίος έτσι απέκτησε το παραπάνω ενιαίο οικόπεδο συνολικής έκτασης 1.141,66 τ.μ. και με νεώτερη καταμέτρηση 888,76 τ.μ. Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι, το ως άνω ακίνητο των 888,76 τ.μ., τμήμα του οποίου αποτελεί, όπως προεκτέθηκε και το επίδικο, καταλήφθηκε στις 15-05-1931, με το υπ' αριθμ.

…/15-05-1931 Πρωτόκολλο Καταλήψεως από τους υπαλλήλους του Υπουργείου Γεωργίας ως ανταλλάξιμο και συγκεκριμένα ως ανήκον, με βάση τον υπ' αριθμό 381 μηνός Αυγούστου 1327 (καθ' ημάς έτος 1912) τίτλο ιδιοκτησίας του Τούρκικου Κτηματολογίου, στον ανταλλαγέντα μουσουλμάνο και παραδόθηκε από το Γραφείο Ανταλλαγής στην ΕΤΕ για λογαριασμό του Δημοσίου στις 05-08-1931......Σε βάρος του ως άνω δικαιοπαρόχου της ενάγουσας, όσο ζούσε, καθορίσθηκε με την υπ' αριθμ. 12558/16-06-1966 απόφασης της ΕΔΑΠ αποζημίωση αυθαίρετης χρήσης για ολόκληρο το ακίνητο των 888,76 τ.μ., για το χρονικό διάστημα από 11-11-1944 μέχρι 04-10-1947.

Εν συνεχεία κατέστη ο ίδιος αναγκαστικός μισθωτής και καθορίσθηκαν σε βάρος του αποζημιώσεις μέχρι την 31-12-1969....... Ακολούθως καθορίστηκαν αποζημιώσεις χρήσεως και σε βάρος των κληρονόμων του καθώς και σε βάρος της ενάγουσας. Ειδικότερα σε βάρος της τελευταίας καθορίσθηκε για πρώτη φορά αποζημίωση αυθαίρετης χρήσης με την υπ' αριθμ. 4347/126/16-07-2002 απόφαση της Επιτροπής Δημοσίων Κτημάτων Θεσσαλονίκης, που κοινοποιήθηκε σ' αυτήν στις 27-09-2002, για την εικοσαετή περίοδο από 01-01-1981 έως 31-12-2001 και κατ' αυτής η ενάγουσα άσκησε ανακοπή, που εκκρεμεί, εν αναμονή εκδόσεως της παρούσας απόφασης.

Όμως και τα παραπάνω γεγονότα, συνέβησαν μετά τη σύσταση της προίκας και την παράδοση σ' αυτήν του επιδίκου ακινήτου των 240 τ.μ.. Αποδεικνύεται συνεπώς ότι, από το έτος 1938 έως και το έτος 1966, δηλαδή επί 28 χρόνια, το εναγόμενο δεν προέβη σε καμία ενέργεια εναντίον του δικαιοπαρόχου της ενάγουσας ως αυθαιρέτου κατόχου του πιο πάνω ανταλλαξίμου ακινήτου, ώστε να μπορεί βάσιμα να υποστηριχθεί ότι, και η ενάγουσα, λόγω της στενής, πρώτου βαθμού, συγγενικής σχέσης της με αυτόν, γνώριζε, κατά το χρόνο σύστασης της προίκας το έτος 1963 και της παράδοσης του ακινήτου από εκείνον σ' αυτήν, ότι το επίδικο ακίνητο ήταν ανταλλάξιμο και ανήκε στο εναγόμενο, ενώ, όπως ήδη πιο πάνω αναφέρεται, δεν αποδεικνύεται γνώση εκ μέρους αυτών των ενεργειών του εναγομένου σε βάρος του απωτέρου δικαιοπαρόχου τους Γ.

Ρ.

Συνεπώς η ενάγουσα απέκτησε τη νομή του επιδίκου με καλή πίστη...........Αποδείχθηκε εξάλλου ότι, από το έτος 1963 και μέχρι την 27-09-2002 η ενάγουσα νεμόταν το επίδικο με καλή πίστη και διάνοια κυρίου, καθώς, μόλις ο δικαιοπάροχος πατέρας της παρέδωσε σ' αυτήν τη νομή του επιδίκου, η ίδια περιέφραξε αυτό με συρματόπλεγμα, όπως ο μαρτυράς της κατέθεσε.

Ακολούθως από το έτος 1964, οπότε και τελέσθηκε ο γάμος της με τον Α. Κ. και μέχρι το έτος 1986, επισκεπτόταν και επόπτευε αυτό,.......... Περαιτέρω όμως, παρότι η ενάγουσα κατά χρόνο κτήσης της νομής τελούσε σε καλή πίστη και άσκησε την νομή επί του ακινήτου επί 39 συνεχή χρόνια μέχρι την 27-09-2002, δεν απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου έναντι του Ελληνικού Δημοσίου, εφόσον την 27-09-2002, κοινοποιήθηκε σ' αυτήν η υπ' αριθμ. 4347/126/16-07-2002 απόφαση της Επιτροπής Δημοσίων Κτημάτων Θεσσαλονίκης, περί καθορισμού αποζημίωσης αυθαίρετης χρήσης, οπότε και διαταράχθηκε με τον τρόπο αυτό η νομή της, που έτσι δεν συνεχίσθηκε αδιατάρακτα μέχρι την έναρξη ισχύος του Ν. 3127/2003, όπως θα έπρεπε να συμβεί για να αποκτήσει έναντι του εναγομένου την κυριότητα του ακινήτου σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη νομική σκέψη".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την αγωγή κατά την δεύτερη επικουρική βάση αυτής που στηρίζει την κτήση της κυριότητας της ενάγουσας στο επίδικο ακίνητο στην έκτακτη χρησικτησία σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 1β του Ν.3127/2003 και απέρριψε την έφεση κατά της εκκληθείσας πρωτόδικης απόφασης, που έκρινε ομοίως.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο ότι η ενάγουσα άσκησε μεν νομή στο επίδικο δημόσιο κτήμα την οποία απέκτησε με καλή πίστη, πλέον των τριάντα ετών και ειδικότερα από το 1963, η οποία όμως δε συνεχίσθηκε αδιατάρακτη μέχρι την έναρξη ισχύος του Ν.3127/2003, δηλαδή μέχρι την 19-03-2003 αλλά διαταράχθηκε σε προγενέστερο αυτής χρόνο με την κοινοποίηση την 27-9-2002 της απόφασης της Επιτροπής Δημοσίων Κτημάτων Θεσσαλονίκης, περί καθορισμού αποζημίωσης αυθαίρετης χρήσης και κατά συνέπεια δεν κατέστη κυρία του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, αφού δε συνέτρεξαν οι αθροιστικώς προς τούτο απαιτούμενες προϋποθέσεις του άρθρου 4 παρ. 1β του ίδιου νόμου, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1β του Ν.3127/2003 και εκείνες των άρθρων 984 και 989 ΑΚ ενόψει του ότι στην απόφαση του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων, που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις, όπως η έννοια τους αναλύθηκε στις νομικές σκέψεις που προαναφέρθηκαν και του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού.

Επομένως όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με το μοναδικό λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδοντας στην προσβαλλομένη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια της ευθείας παράβασης των παραπάνω ουσιαστικών διατάξεων από τον αρ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τους, καθ' όσον το άρθρο 4 παρ. 1β του παραπάνω νόμου κατά την ερμηνευτική εκδοχή που αυτή υποστηρίζει σε σχέση με τη νομή χρησικτησίας προβλέπει τριακονταετή αδιατάρακτη νομή που συμπληρώθηκε οποτεδήποτε πριν από την έναρξη ισχύος του, χωρίς να ενδιαφέρει αν συνεχίζει να υφίσταται αδιατάρακτη και κατά την έναρξη της ισχύος, εφόσον έχει εν τω μεταξύ συμπληρωθεί αδιατάρακτη νομή τριάντα ετών, η δε κοινοποίηση της προαναφερόμενης απόφασης περί καθορισμού αποζημίωσης αυθαίρετης χρήσης δε συνιστά διατάραξη της νομής, είναι αβάσιμα, όπως και ο λόγος της αναίρεσης κατά την πλειοψηφούσα γνώμη.

Αντίθετα κατά την μειοψηφούσα γνώμη των μελών του Δικαστηρίου Παναγιώτη Ρουμπή και Αργυρίου Σταυράκη Αρεοπαγιτών, το Εφετείο παραβίασε τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις περί διατάραξης της νομής, ως μορφής προσβολής αυτής, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή με το να δεχθεί ότι η κοινοποίηση προς την αναιρεσείουσα της προαναφερομένης απόφασης της Επιτροπής Δημοσίων Κτημάτων Θεσσαλονίκης περί καθορισμού αυθαίρετης χρήσης συνιστά διατάραξη στην άσκηση της νομής της και πρέπει να γίνει δεκτός ο λόγος της αναίρεσης.

Επομένως εφόσον η απόφαση ως προς το μέρος του μοναδικού αναιρετικού λόγου που αφορά στην ευθεία παραβίαση με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 984 και 989 ΑΚ ελήφθη με πλειοψηφία μιας ψήφου, η υπόθεση πρέπει κατά το μέρος αυτό να παραπεμφθεί στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου (άρθρο 563 παρ. 2 περ.βεδ3 Κ.Πολ.Δ.)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Παραπέμπει στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου το μοναδικό λόγο κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος αυτού της από 8-6-2012 αίτησης της Μ. Κ. περί αναιρέσεως της 1307/2010 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2013.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 22 Ιανουαρίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ