Legislator Case Law & Legislation
159/2010 AI generated

159/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 159/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

της 1ης αναιρεσιβλήτου Ο.Ε και κληρονόμου του εν επιδικία αποβιώσαντος πατρός του και εν ζωή ομορρύθμου εταίρου της 1ης αναιρεσιβλήτου Ο.Ε, Ζ του Τ, κατοίκου ... και επί της ..., 3. Χ3, θυγατρός Ζ, υπό την υπό την ιδιότητάν της ως ομορρύθμου εταίρου της 1ης αναιρεσιβλήτου Ο.Ε και κληρονόμου του εν επιδικία αποβιώσαντος πατρός της και εν ζωή ομορρύθμου εταίρου της 1ης αναιρεσιβλήτου Ο.Ε, Ζ του Τ, κατοίκου ... και επί της ..., 4. Χ4, χήρας Τ, υπό την υπό την ιδιότητάν της ως κληρονόμου του εν επιδικία αποβιώσαντος συζύγου της και ομορρύθμου εταίρου εν ζωή της 1ης αναιρεσιβλήτου Ο.Ε, Ζ του ., κατοίκου ... και επί της ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους , που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Legislator headnote

AI generated

159/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): VI). Κατά το άρθρο 562 § 2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Keywords

AI generated
architect fees subcontractor payment construction costs renovation costs contractor remuneration construction cost overruns
AI generated
622/2018
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
110/2007
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ : Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-6-1992 αγωγή της 1ης ήδη αναιρεσίβλητης και την από 30-9-1992 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσα, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Βόλου και συνεκδικάσθηκαν.
1926/2006
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1474/2013
Κατά τη διάταξη του άρθρου 246 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία κατά το άρθρο 573 παρ.
1509/2025
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη και Μαρία Πετσάλη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 159 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 159/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Θαλή Πολυχρονάκο και Μαρία Βραχά.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. της εδρευούσης εις ... και επί της ..., Ομορρύθμου Εταιρίας υπό την επωνυμία "Ζ ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε", νομίμως εκπροσωπούμενης 2.Τ, υπό την ιδιότητάν του ως ομορρύθμου εταίρου

της 1ης αναιρεσιβλήτου Ο.Ε και κληρονόμου του εν επιδικία αποβιώσαντος πατρός του και εν ζωή ομορρύθμου εταίρου της 1ης αναιρεσιβλήτου Ο.Ε, Ζ του Τ, κατοίκου ... και επί της ..., 3. Χ3, θυγατρός Ζ, υπό την υπό την ιδιότητάν της ως ομορρύθμου εταίρου της 1ης αναιρεσιβλήτου Ο.Ε και κληρονόμου του εν επιδικία αποβιώσαντος πατρός της και εν ζωή ομορρύθμου εταίρου της 1ης αναιρεσιβλήτου Ο.Ε, Ζ του Τ, κατοίκου ... και επί της ..., 4. Χ4, χήρας Τ, υπό την υπό την ιδιότητάν της ως κληρονόμου του εν επιδικία αποβιώσαντος συζύγου της και ομορρύθμου εταίρου εν ζωή της 1ης αναιρεσιβλήτου Ο.Ε, Ζ του ., κατοίκου ... και επί της ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους , που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15 Ιουλίου 2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3105/2003 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 6505/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 24-1-2008 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Αρεοπαγίτης Ιωάννης Σίδερης, ανέγνωσε την από 23 Ιανουαρίου 2009 έκθεση του κωλυομένου να συμμετάσχει στην σύνθεση Αρεοπαγίτη και ήδη προαχθέντα, Ιωάννη Τέντε, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως .

Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι). Κατά το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, διαπιστώνει ότι υφίσταται κενό στη σύμβαση ή ότι γεννάται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βουλήσεως.

Παραβιάζονται δε οι κανόνες αυτοί όταν το δικαστήριο, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεσα, κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δηλώσεως βουλήσεως, παραλείπει να προσφύγει σ' αυτούς, για τη διαπίστωση της αληθινής έννοιας των δηλώσεων ή να παραθέσει στην απόφαση του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους.

Περαιτέρω κατά τον αριθ. 19 του αρθ. 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη δε ή ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα της αιτιολογίας, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής υπάρχει όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικούς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (Ολ.

ΑΠ 26/2004). Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε, τα ακόλουθα: "Η πρώτη εναγομένη ομόρρυθμη εταιρία, της οποίας ομόρρυθμα μέλη είναι οι λοιποί τρεις εναγόμενοι... διατηρεί εργοστάσιο παραγωγής και εμπορίας κλωστοϋφαντουργικών προϊόντων στις ... το οποίο υπέστη βλάβες από το σεισμό της 7ης Σεπτεμβρίου 1999.

Περί το τέλος του 1999 οι ομόρρυθμοι εταίροι της ως άνω εταιρίας, ενεργούντες ως εκπρόσωποι και για λογαριασμό της, συμφώνησαν προφορικά με τον ενάγοντα, ο οποίος είναι εργολάβος δομικών έργων, όπως ο τελευταίος προβεί σε επισκευή - ενίσχυση του ως άνω εργοστασίου. Κατά το χρόνο συνάψεως της ως άνω προφορικής συμφωνίας δεν προσδιορίστηκε από τα συμβαλλόμενα μέρη το ύψος της αμοιβής του εργολάβου (ενάγοντα) για το λόγο ότι ήταν δυσχερής η εκτίμηση των βλαβών που είχε υποστεί το κτίριο.

Σε εκτέλεση των συμφωνηθέντων ο ενάγων τον Ιανουάριο του 2000, άρχισε τις εργασίες διερεύνησης και αποτύπωσης του σκελετού του (τριώροφου) ως άνω κτιρίου, καθώς και της απομείωσης της επικινδυνότητας του ... Ειδικότερα ο ενάγων προέβη σε εργασίες πρόσθετης υποστύλωσης σε όλους τους ορόφους με βαριά βιομηχανικά σιδερένια υποστυλώματα και εγκατέστησε σωληνίσκους για εισπίεση ειδικού ενέματος και εμποτισμό βλαμμένων περιοχών και κόμβων του σκελετού.

Ακολούθησαν τον Φεβρουάριο του 2000, οι εργασίες περιορισμού και απομείωσης της επικινδυνότητας του κτιρίου με πλήρωση των περιμετρικών φεγγιτών των υπόγειων χώρων με ινοπλισμένο εκτοξευόμενο σκυρόδεμα και μικροξυλότυπους, για να αδρανοποιηθούν τα αντίστοιχα επικίνδυνα κοντά υποστυλώματα και στη συνέχεια έγινε η αποκατάσταση και πλήρωση των πολλών ρωγμών του σκελετού του φέροντος οργανισμού του κτιρίου, οι τελευταίες δε εργασίες ολοκληρώθηκαν με υδραμμοβολές και εκτραχύνσεις των επιφανειών.

Μετά δίμηνη διακοπή, των εργασιών, λόγω μη εκδόσεως της απαιτούμενης άδειας επισκευής και ενίσχυσης από τον Τομέα Αποκατάστασης Σεισμοπλήκτων Βιομηχανίας του ΥΠΕΧΩΔΕ, τον Ιούνιο του 2000 άρχισαν οι κύριες εργασίες του πιο πάνω έργου, οι οποίες συνεχίστηκαν μέχρι τον Ιανουάριο του 2001. Στις 24/1/2001 εκδόθηκε η 426/2001 άδεια επισκευής - ενίσχυσης σεισμοπλήκτου (με χορήγηση στεγαστικής συνδρομής) του Τομέα Αποκατάστασης Σεισμοπλήκτων Βιομηχανίας του ΥΠΕΧΩΔΕ, για το ως άνω κτίριο των εναγομένων, στην οποία το συνολικό κόστος της απαιτούμενης δαπάνης για την ανωτέρω επισκευή - ενίσχυση υπολογίστηκε σε 78.792.332 δρχ. (70.863.638 δρχ.

η δαπάνη επισκευής και 7.928.694 δρχ, η αμοιβή του μηχανικού) από το οποίο, ποσό εκ δρχ. 961.188 θα ήταν η δωρεάν κρατική αρωγή και το υπόλοιπο ποσό εκ δρχ. 77.831.144 θα καλύπτονταν με τραπεζικό δάνειο που θα εχορηγείτο στους ιδιοκτήτες του ως άνω κτιρίου... Με βάση τη μελέτη - άδεια (426/2001) της ΥΑΣ/ΥΠΕΧΩΔΕ και τις οδηγίες του μελετητή και επιβλέποντα μηχανικού ...

ο ενάγων συνέχισε το έργο μέχρι τον Ιούνιο του 2001 οπότε απεχώρησε απ' αυτό. Στις εργασίες επισκευής - ενίσχυσης του ως άνω κτιρίου των εναγομένων περιλαμβάνονταν, η τοποθέτηση σιδηροπλισμών, πλεγμάτων και ράβδων, οι ενσωματωμένες σιδηροκατασκευές, το εκτοξευόμενο σκυρόδεμα, για γεμίσματα, συμπληρώσεις, τοιχώματα, υποστηλώματα, δοκούς και πλάκες το έγχυτο οπλισμένο σκυρόδεμα για θεμέλιο με ή χωρίς ξυλότυπο, η προσθήκη ινών (fibers) και η συμπλήρωση - αποκατάσταση διατομών με ειδικά κοντάματα (φθορές κ.

ά.). Ο ενάγων διατείνεται ότι τον Ιανουάριο του 2000 παρέδωσε στους εναγομένους προσφορά με τίτλο "Τιμολόγιο - Κοστολόγιο" των βασικών εργασιών επισκευής-ενίσχυσης, ότι το τιμολόγιο αυτό θα "αποτελούσε κύριο παράρτημα του ιδιωτικού συμφωνητικού, το οποίο σύντομα θα συντασσόταν, ότι στο τιμολόγιο αυτό περιλαμβάνονταν οι τιμές μονάδας όλων των υλικών που θα χρησιμοποιούσε για την εκτέλεση του έργου, οι τιμές εισκόμισης και αποκόμισης των υλικών, οι δαπάνες εργατικών και υπέρ ΙΚΑ εισφορών, οι δαπάνες για τα ικριώματα και τις προεργασίες και οι δαπάνες για τις κύριες εργασίες επισκευής - ενίσχυσης και ότι με βάση το εν λόγω τιμολόγιο - κοστολόγιο, το οποίο ήλεγξε ο επιβλέπων μηχανικός των εναγομένων ο συνολικός προϋπολογισμός του έργου ανήλθε σε 99.862.983 δρχ.

και μετά διόρθωση του ποσού αυτού από τον ως άνω μηχανικό το συνολικό κόστος του έργου διαμορφώθηκε σε 94.920.000 δρχ., από το οποίο ποσό οι εναγόμενοι του κατέβαλαν 61.555.000 δρχ. (54.524.932 δρχ. για αμοιβή + 7.030.068 δρχ. για ΦΠΑ) και του οφείλουν το υπόλοιπο των 40.395.068 δρχ. ή 118.547, 52 ευρώ συν ΦΠΑ. Από τα παραπάνω όμως αποδεικτικά στοιχεία δεν αποδείχθηκε ότι το συνολικό κόστος των εργασιών που εκτέλεσε ο ενάγων στο ένδικο έργο ανήλθε στο "ποσό των 94.920.000 δρχ.

Συγκεκριμένα, 1) από το χωρίς ημερομηνία τιμολόγιο του ενάγοντα, και όχι από του μηνός Ιανουαρίου 2000 τιμολόγιο όπως ο ίδιος διατείνεται, το οποίο έχει μονογραφηθεί στην πρώτη σελίδα από τον επιβλέποντα μηχανικό των εναγομένων στις 14/1/2001 και στο οποίο αναφέρονται αναλυτικά οι εργασίες που προτείνει ο ενάγων στους εναγομένους να εκτελέσει και την ανά m2 και m3 τιμή καθεμιάς απ' αυτές δεν προκύπτει το ύψος της, απαιτηθησόμενης δαπάνης, καθόσον αυτό συναρτάται από τον όγκο των εργασιών, που πράγματι εκτελέστηκαν και 2) από την "ανάλυση προϋπολογισμού του έργου με βάση την εγκεκριμένη μελέτη", σε συνδυασμό με τους πίνακες του έργου που εκτελέστηκε και πρόκειται να εκτελεστεί, με ημερομηνίες 2/2/2001, 1/3/2001 και από 15/3/2001 έως 15/4/2001, και στους οποίους αναφέρεται ως άθροισμα, των επί μέρους εργασιών το ποσό των 88.850.000 δρχ αναλυόμενο σε, α) 44.000.000 δρχ.

μέχρι 31/12/2000, β) 29.000.000 δρχ. από τον Ιανουάριο έως και Φεβρουάριο 2001, γ) 14.000.000 δρχ. το πρώτο δεκαπενθήμερο του Μαρτίου 2001, και δ) 1.850.000 ως "τελικό υπόλοιπο" δεν μπορεί να εξαχθεί ότι το συνολικό κόστος των εργασιών που εκτέλεσε ο ενάγων στο ως άνω έργο ανέρχεται σε 94.920.000 δρχ., αφού όλες οι εγγραφές στους παραπάνω πίνακες και στην ανάλυση του προϋπολογισμού λήφθηκαν υπόψη κατά τη σύνταξη του από 20/4/2001 ιδιωτικού συμφωνητικού που αναφέρεται παρακάτω και στο οποίο αναγράφεται ότι η αμοιβή του ενάγοντα καθορίζεται στο ποσό των 45.000.000 δρχ.

Τα αναφερόμενα από το μάρτυρα απόδειξη ότι αρχικά το κόστος του έργου εκτιμήθηκε σε 100.000.000 δρχ. και ότι οι συμβατικές εργασίες έφτασαν τα 88.000.000-89.000.000 δρχ., δεν κρίνονται αξιόπιστα, καθόσον αντιτίθενται στο περιεχόμενο του από 20/4/2001 ιδιωτικού συμφωνητικού που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων για την ένδικη σύμβαση έργου και το οποίο κατατέθηκε στην αρμόδια ΔΟΥ.

Σ' αυτό αναφέρεται, εκτός των άλλων, ότι, 1) "Ο Εργοδότης αναθέτει και ο εργολήπτης αναλαμβάνει το έργο της πλήρους αποκατάστασης

επισκευής/ενίσχυσης του κυρίου βιομηχανικού συγκροτήματος επί της ... και συγκεκριμένα όσον αφορά τις ζημίες που έχουν σημειωθεί στον φέροντα οργανισμό του κτιρίου. Όλες οι εργασίες θα εκτελεσθούν σύμφωνα με τη μελέτη -άδεια του ΥΑΣ/ΥΠΕΧΩΔΕ με αριθμό αδείας ..., καθώς και τις κάθε είδους οδηγίες, προφορικές ή έγγραφες του Μελετητή και Επιβλέποντος Μηχανικού του έργου ...." (όρος 1ος), 2) "Η συνολική αμοιβή που συμφωνούν τα συμβαλλόμενα μέρη βασισμένη στη σχετική μελέτη εκτελέσεως του έργου και τον ισχύοντα τιμοκατάλογο, καθορίζεται εις το ποσό των 45.000.000 δραχμών Η τελική εξόφληση θα γίνει κατά την παράδοση και παραλαβή του έργου και τον ισχύοντα μετά από σχετική πιστοποίηση του επιβλέποντα μηχανικού, ο οποίος θα εγκρίνει την ορθή από τεχνικής πλευράς εκτέλεση του έργου και σύμφωνα προς την άδεια και τη στατική μελέτη" (όρος 2ος), 3) "Η εκτέλεση των εργασιών που αναλαμβάνει ο εργολήπτης θα πραγματοποιηθούν το αργότερο μέσα σε διάστημα έξι (6) μηνών" (όρος 3ος), 4) "Ο εργολήπτης εγγυάται τις τιμές του τιμολογίου και το συνολικό κόστος του έργου, όπως αυτό καθορίζεται ανωτέρω εις το ποσό των 45.000.000 δρχ., μη δικαιουμένου να ζητήσει αναθεώρηση και αναπροσαρμογή τιμών, υλικών και εργατικών (όρος 4ος) 5) "Τον Εργολήπτη βαρύνει η αξία των υλικών που θα χρησιμοποιηθούν ..., οι αμοιβές του εργατοτεχνικού προσωπικού που θα χρησιμοποιηθεί." (όρος 6ος) και 6) "Οι ασφαλιστικές εισφορές προς τα ασφαλιστικά ταμεία εκείνων που θα απασχοληθούν εις το έργο βαρύνουν τον εργοδότη." (όρος 7ος).

Από το ανωτέρω ιδιωτικό συμφωνητικό προκύπτει ότι η αμοιβή που συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων για το ένδικο έργο ήταν 45.000.000 δρχ, ή 132.061, 63 ευρώ και όχι 94.920.000 δρχ, που ισχυρίζεται ο ενάγων. Ο τελευταίος ουδεμία πειστική εξήγηση δίνει γιατί ενώ κατά το χρόνο καταρτίσεως του εν λόγω συμφωνητικού, είχε εκτελεστεί κατ' αυτόν το συμφωνηθέν έργο αξίας 94.920.000 δρχ., ο ίδιος δέχθηκε να υπογράψει το συμφωνητικό αυτό στο οποίο αναφέρεται ως αμοιβή του το ποσό των 45.000.000 δρχ.

Τα αναφερόμενα από τον ίδιο στην αγωγή του, ότι οι εναγόμενοι καθυστερούσαν να συμπράξουν για τη σύνταξη του εν λόγω συμφωνητικού, με τη δικαιολογία ότι θα τροποποιούσαν τη μορφή της εταιρίας τους από Ο.Ε. σε Α.Ε. και ότι τελικώς αφού δεν έγινε η ως άνω μετατροπή μέχρι τις 20/4/2001 που ολοκληρώθηκε το έργο συνυπέγραψαν ένα τυπικό συμφωνητικό για το ποσό των 45.000.000 δρχ.

για το λόγο ότι δεν μπορούσαν, για λόγους φορολογικούς να δικαιολογήσουν περισσότερα έξοδα επίσης δεν κρίνονται πειστικά καθόσον η πρώτη των εναγομένων ως ομόρρυθμη εταιρία είχε συνάψει την ένδικη σύμβαση και ουδέν κώλυμα υφίσταται να την ολοκληρώσει με την ίδια νομική μορφή επιπλέον δε οι εναγόμενοι είχαν αντίθετο συμφέρον απ' αυτό που τους αποδίδει ο ενάγων.

Δηλαδή είχαν συμφέρον να αναφερθεί στο εν λόγω συμφωνητικό το μεγαλύτερο δυνατό ποσό προκειμένου να λάβουν τραπεζικό δάνειο (σύμφωνα με την 426/2001 ως άνω άδεια ύψους 77.831.144 δρχ.) για να επισκευάσουν το ως άνω κτίριο που είχε υποστεί βλάβες από το σεισμό της 7/9/1999. Περαιτέρω, όσα καταθέτει σχετικώς ο μάρτυρας που εξετάστηκε με επιμέλεια του ενάγοντα ότι "...όταν ήρθε σε μας το ιδιωτικό συμφωνητικό αμέσως μετά το καλοκαίρι του 2001 δε μας φάνηκε περίεργο το ότι μιλούσε για το ήμισυ του συνόλου, διότι εκ συμπτώσεως ίσως αντιπροσώπευε ή το εκτελεσθέν ή το υπολειπόμενο προς εκτέλεση ..." δεν κρίνονται πειστικά, αφού αντιτίθενται σε όσα και ο ίδιος προηγουμένως έχει καταθέσει και συγκεκριμένα ότι "...το ιδιωτικό συμφωνητικό συντάχθηκε πρακτικώς όταν είχε τελειώσει το έργο...".

Δηλαδή από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προκύπτει ότι μέχρι τότε (20/4/2001) είχε εκτελεστεί το μισό έργο, ούτε ότι είχε καταβληθεί το μισό της κατά τον ως άνω μάρτυρα οφειλόμενης αμοιβής (47.460.000 δρχ που είναι το 1/2 της κατά τον ενάγοντα συνολικής αμοιβής των 94.920.000 δρχ). Πρέπει επίσης, να σημειωθεί ότι ο ενάγων ενώ στην από 27/12/2001 εξώδικη δήλωση - διαμαρτυρία του προς την α' εναγομένη αναφέρει ότι το υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό της αμοιβής του ανέρχεται σε 44.120.000 δρχ.

πλέον ΦΠΑ, δηλαδή σε 52.061.600 δρχ., μετά από λίγες ημέρες, στην από 4/1/2002 εξώδικη δήλωση - διαμαρτυρία του προς την ίδια εναγομένη αναφέρει ότι το υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό της αμοιβής του ανέρχεται σε 55.864.068 δρχ., πλέον ΦΠΑ, δηλαδή σε 65.919.600 δρχ. Η πρώτη εναγομένη απάντησε στον ενάγοντα με τις από 2/1/2002 και 10/1/2002 αντίστοιχα εξώδικες απαντήσεις - διαμαρτυρίες στις οποίες αναφέρει ότι η συμφωνημένη αμοιβή του ανέρχονταν σε 45.000.000 δρχ.

και ότι από τα παραστατικά που έχει στην κατοχή της προκύπτει ότι τον έχει εξοφλήσει, με την προς αυτόν καταβολή του συνολικού ποσού των 61.555.000 δρχ. Βέβαια το ποσό αυτό (61.555.000 δρχ.), το οποίο και ομολογεί ότι έλαβε ο ενάγων ως αμοιβή υπερβαίνει το αναφερόμενο στο ως άνω συμφωνητικό) ποσό αμοιβής (των 45.000.000 δρχ.), πλην όμως τούτο δικαιολογείται από το ότι στο ποσό των 45.000.000 δρχ.

πρέπει να προστεθεί, α) το ποσό των ασφαλιστικών εισφορών προς τα ασφαλιστικά ταμεία των απασχοληθέντων στο έργο προσώπων, που βαρύνει τον εργοδότη (όρος 7ος του ως άνω συμφωνητικού) και το οποίο ανήλθε σε 7.000.000 δρχ. (βλ. κατάθεση μάρτυρα που εξετάστηκε με επιμέλεια των εναγομένων), β) το ποσό για τον αναλογούντα ΦΠΑ, που επίσης βάρυνε τον εργοδότη, σύμφωνα με το ως άνω τιμολόγιο του ενάγοντα, γεγονός που δεν αμφισβητείται από τους εναγόμενους και γ) το ποσό των 6.000.000 δρχ.

για πρόσθετες (εξωσυμβατικές) εργασίες που έγιναν μετά τις 20/4/2001, κατ' εντολή του επιβλέποντα μηχανικού των εναγομένων, επιπλέον των όσων αναφέρονται στην άδεια της ΥΑΣ (βλ. κατάθεση μάρτυρα ενάγοντα). Ενόψει των προεκτεθέντων το ύψος της συνολικής αμοιβής του ενάγοντα με βάση το εκτελεσθέν απ' αυτόν έργο, διαμορφώθηκε σε 67.180.000 δρχ.

ή 197.153, 34 ευρώ, ως ακολούθως: 1) 45.000.000 δρχ. η συμφωνηθείσα στις 20/4/2001 αμοιβή, 2) 6.000.000 δρχ. οι πρόσθετες εργασίες που έγιναν μετά τις 20/4/2001, 3) 9.180.000 δρχ. ο αναλογούν ΦΠΑ επί του ποσού των 51.000.000 δρχ. (45.000.000 + 6.000.000) και 4) 7.000.000 δρχ. οι ασφαλιστικές εισφορές του απασχοληθέντος στο ένδικο έργο εργατοτεχνικού προσωπικού.

Από το παραπάνω ποσό των 67.180.000 δρχ. οι εναγόμενοι κατέβαλαν στον ενάγοντα το ποσό των 61.555.000 δρχ. και του οφείλουν το υπόλοιπο των 5.625.000 δρχ. ή 16.507, 70 ευρώ (67.180.000 -61.555.000 = 5.625.000). Πρέπει να σημειωθεί ότι κατά το χρόνο καταρτίσεως του από 20/4/2001 ιδιωτικού ως άνω συμφωνητικού είχε κατασκευαστεί από τον ενάγοντα το μεγαλύτερο μέρος του συμφωνηθέντος έργου (ο ενάγων απεχώρησε απ' αυτό, όπως προαναφέρθηκε τον Ιούνιο του 2001) στο οποίο (έργο) δεν περιλαμβάνονταν οι εργασίες για τοποθέτηση μανδύα σε όλα τα υποστυλώματα, καθόσον ενώ στην αρχική (προφορική) συμφωνία οι διάδικοι συμφώνησαν να γίνουν μανδύες σε όλα τα υποστυλώματα, στη συνέχεια ο επιβλέπων μηχανικός του έργου, έκρινε ότι δεν πρέπει να κατασκευαστούν μανδύες σε ορισμένα υποστυλώματα, κόστους 15.000.000 δρχ., γι' αυτό στο ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό δεν περιλαμβάνεται αμοιβή (εκ δρχ. 15.000.000) λόγω μη κατασκευής μανδύα σε ορισμένα υποστυλώματα.

Εξαιτίας δε της μη κατασκευής μανδύα στα υποστυλώματα 1) Κ7-Κ12-Κ1 3-Κ14 της οροφής του υπογείου, 2) Κ7-Κ8-Κ9-Κ12-Κ13-Κ14 της οροφής του ισογείου, και 3) στο υποστύλωμα Κ8 της οροφής Α' και Β' ορόφου και καθώς -και της μη επισκευής, στην πλειοψηφία τους, των εσωτερικών τοίχων πλήρωσης, η ΥΑΣ, με το 245/2/5/2002 έγγραφό της προς τους εναγομένους, ανέφερε ότι δεν μπορεί να τους χορηγήσει βεβαίωση περαίωσης των εργασιών του εν λόγω έργου (λόγω των παραπάνω ελλείψεων).

Οι αμέσως δε παραπάνω ελλείψεις αποκαταστάθηκαν από άλλο εργολάβο στον οποίο οι εναγόμενοι ανέθεσαν υπολειπόμενο έργο. Το παραπάνω όμως γεγονός ουδεμία έννομη επιρροή ασκεί στην κρινόμενη υπόθεση, καθόσον το ποσό της αμοιβής των 67.180.000 δρχ. αντιστοιχεί στο έργο που εκτέλεσε ο ενάγων μέχρι τον Ιούνιο του 2001 που απεχώρησε απ' αυτό...".

Κατ' ακολουθίαν των παραδοχών αυτών το Εφετείο έκρινε ότι οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσίβλητοι υποχρεούνται να καταβάλουν στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα, ως υπόλοιπο της εργολαβικής αμοιβής του το ποσό των 16.507,70 ευρώ. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, μη προσφεύγοντας στους ερμηνευτικούς κανόνες των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 173, και 200 ΑΚ, δεν παραβίασε αυτούς, αφού, κατά την περιεχόμενη στις προπαρατεθείσες παραδοχές του αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, δεν διαπίστωσε, έστω και εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας σχετικά με έννοια των δηλώσεων βουλήσεως των διαδίκων στην από 20/4/2001 σύμβαση έργου.

Επομένως, ο πέμπτος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των ΑΚ 173 και 200 είναι αβάσιμος, ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση αφού το Εφετείο δεν εφάρμοσε τις ΑΚ 173 και 200, ούτε οι διατάξεις αυτές ήταν εφαρμοστέες σύμφωνα με τις παραδοχές του.

ΙΙ). Από τα άρθρα 68, 73 και 556 ΚΠολΔ συνάγεται ότι για το παραδεκτό της αναίρεσης, αλλά και κάθε λόγου αυτής, ο αναιρεσείων πρέπει να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλόμενη απόφαση εξαιτίας σφάλματος, που αναφέρεται στον αναιρετικό λόγο. Στη συγκεκριμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τους αριθ. 8 και 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

πλημμέλεια της λήψεως υπόψη πραγμάτων που απαραδέκτως επαναφέρθηκαν στο δεύτερο βαθμό και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη τον περί αοριστίας της ένδικης αγωγής ισχυρισμό, που είχαν επαναφέρει απαραδέκτως ενώπιον του Εφετείου οι αναιρεσίβλητοι με τις προτάσεις τους, χωρίς, κατά το άρθρο 240 του Κ.Πολ.Δ., να γίνεται τούτο με σύντομη περίληψη των ισχυρισμών αυτών και αναφορά στις σελίδες των πρωτοδίκων προτάσεων που τους περιείχαν, με προσκομιδή και των τελευταίων.

Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος του αναιρεσείοντος για την προβολή του, καθόσον το Εφετείο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, έκρινε, μετ' απόρριψη του περί αοριστίας της αγωγής πρώτου λόγου της εφέσεως των αναιρεσιβλήτων, ορισμένη την ένδικη αγωγή, την οποία στη συνέχεια δέχθηκε, ως εν μέρει κατ' ουσίαν βάσιμη.

Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση, για τον λόγο ότι Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη την ένσταση περί μη συμπεριλήψεως του οφειλόμενου Φ.Π.Α. στην εργολαβική αμοιβή του αναιρεσείοντος, που είχαν επαναφέρει απαραδέκτως, κατά τα προαναφερόμενα, ενώπιον του Εφετείου οι αναιρεσίβλητοι με τις προτάσεις τους, είναι απορριπτέος επίσης ως αβάσιμος, διότι το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, δεν δέχθηκε, όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, την ένσταση αυτή, αλλά αντιθέτως δέχθηκε ότι στην συνολική αμοιβή του αναιρεσείοντος, εκ δρχ 67.180.000 ή 197.153,34 ευρώ, περιλαμβάνεται χωριστά όπως συνομολογούσαν και οι αναιρεσίβλητοι και ο αναλογών ΦΠΑ, εκ δρχ. 9.180.000, κρίνοντας ότι " η συνολική αμοιβή του αναιρεσείοντα με βάση το εκτελεσθέν απ' αυτόν έργο διαμορφώθηκε σε 67.180.000 δρχ ή 197.153,34 ευρώ, ως ακολούθως: 1) 45.000.000 δρχ, η συμφωνηθείσα στις 20.4.2001 αμοιβή, 2) 6.000.000 δρχ.

οι πρόσθετες εργασίες που έγιναν μετά τις 20.4.2001, 3) 9.180.000 δρχ ο αναλογών ΦΠΑ επί του ποσού των 51.000.000 δρχ (45.000.000 + 6.000.000 δρχ.) και 4) 7.000.000 δρχ, οι ασφαλιστικές εισφορές του απασχοληθέντος στο ένδικο έργο εργατοτεχνικού προσωπικού. Από το παραπάνω ποσό των 67.180.000 δρχ οι εναγόμενοι-αναιρεσίβλητοι κατέβαλαν στον ενάγοντα - αναιρεσείοντα το ποσό των 61.555.000 δρχ και του οφείλουν το υπόλοιπο των 5.625.000 δρχ ή 16.507, 70 ευρώ ...".

ΙΙΙ). Από τις διατάξεις των άρθρων 106, 346, 256 και 393 ΚΠολΔ προκύπτει ότι για να λάβει υπόψη το δικαστήριο και εκτιμήσει ένα αποδεικτικό μέσο πρέπει όχι μόνο να προσκομίζεται αυτό αλλά και να γίνεται επίκλησή του, είτε από εκείνον που το προσκομίζει, είτε από τον αντίδικο αυτού. Η επίκληση μαρτυρικών καταθέσεων μπορεί να γίνει καθ' οιονδήποτε τρόπο, όπως είναι και εκείνος της αναφοράς στο περιεχόμενο των προσκομιζομένων πρακτικών στα οποία περιλαμβάνονται οι μαρτυρικές καταθέσεις προς απόδειξη ισχυρισμού, αρκεί από τα, για το σκοπό αυτό, εκτιθέμενα να συνάγεται η επίκληση του αποδεικτικού μέσου σαφώς.

Εν όψει αυτών ο δεύτερος, από τον αριθ. 11 περ. β του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο διατυπώνεται η αιτίαση ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη παρανόμως, λόγω μη επίκλησής της, ενώπιον του Εφετείου, από τους αναιρεσιβλήτους, την κατάθεση του μάρτυρα ανταποδείξεως ..., για τον προσδιορισμό του ύψους της εργολαβικής αμοιβής του αναιρεσείοντος, που περιλαμβάνεται στα ταυτάριθμα με την απόφαση πρακτικά του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, γιατί από το περιεχόμενο των από 17.2.2005 προτάσεων του αναιρεσείοντος, που υποβλήθηκαν επί των από 3.5.2004 και 2.6.2004 αντιθέτων εφέσεων των διαδίκων, ως και των από 15.2.2005 προτάσεων των αναιρεσιβλήτων, που υποβλήθηκαν προς υποστήριξη της από 2.6.2004 εφέσεώς τους, προκύπτει η παρά των διαδίκων δια της αναφοράς στο περιεχόμενο των ως άνω πρακτικών του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, επίκληση των ενώπιον αυτού εξετασθέντων μαρτύρων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και ο μάρτυρας ανταποδείξεως ....

VI). Κατά το άρθρο 562 § 2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Αρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η, συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, ν' αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως, είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, και μάλιστα ότι είχε προταθεί νομίμως. Εν όψει αυτών, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως κατά τον οποίο το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη το εμμάρτυρον αποδεικτικό μέσο που είχε αποκλεισθεί με ρητή δικονομική συμφωνία των διαδίκων και έτσι υπέπεσε στις πλημμέλειες των αριθμών 14 και 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει ν' απορριφθεί προεχόντως ως αόριστος, αφού ο αναιρεσείων δεν προβάλλει ότι τον ισχυρισμό περί απαραδέκτου, που δεν εμπίπτει σε κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 § 2 ΚΠολΔ και στον οποίο στηρίζεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως, προέτεινε, ως όφειλε, στο δικαστήριο της ουσίας.

V). Ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο, όπως αυτός εκτιμάται, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του δικαστική ομολογία του αναιρεσείοντος σχετικά με την καταβολή σε αυτόν ποσού 61.555.000 δραχμών έναντι της εργολαβικής αμοιβής του, χωρίς να γίνει επίκληση της ομολογίας αυτής εκ μέρους των αντιδίκων του, έτσι δε υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 (περ. β') ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος, αφού δεν απαιτείται επίκληση αποδεικτικού μέσου το οποίο λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως, όπως η δικαστική ομολογία (ΚΠολΔ 352 παρ. 1 ΑΠ 56//1989), αναίρεση δε χωρεί μόνον αν ο αναιρεσείων είχε επικαλεσθεί την ομολογία και το δικαστήριο δεν την έλαβε υπόψη του ή αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του ανύπαρκτη ομολογία (Ολ ΑΠ 498/1978). Ο ίδιος λόγος της αναιρέσεως περί του ότι το Εφετείο συνήγαγε, άλλως, εξώδικη ομολογία, της οποίας δεν είχε γίνει επίκληση, από όσα ο αναιρεσείων εξέθετε στις από 27.12.2001 και 4.1.2002 εξωδίκους δηλώσεις του, για το ίδιο ζήτημα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθ' όσον από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν προκύπτει ότι το Εφετείο συνήγαγε ομολογία για το ζήτημα αυτό από τις ως άνω εξωδίκους δηλώσεις, αλλά περιορίζεται στην επισήμανση των περιεχομένων σ' αυτές αντιφατικών δηλώσεων, ως προς το ύψος της οφειλομένης εργολαβικής αμοιβής.

VII. Λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου κατά την ΚΠολΔ 559 αρ. 20 δημιουργείται και όταν το δικαστήριο της ουσίας παρέλειψε να αναγνώσει κρίσιμη φράση ή λέξη (ΑΠ 715/1995). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον έκτο λόγο της κρινόμενης αναιρέσεως αποδίδεται στο Εφετείο το σφάλμα ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου και ειδικότερα ότι παραμόρφωσε με την παράλειψη της ανάγνωσης και αναφοράς κρισίμων λέξεων και φράσεων του το από 2/2/2001 εγγράφου με τίτλο "Ανάλυση προϋπολογισμού έργου με βάση την εγκεκριμένη μελέτη". Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από τις άνω παραδοχές του Εφετείου, το Δικαστήριο εκείνο ανέγνωσε όλο το περιεχόμενο του άνω εγγράφου, επομένως και τις αναφερόμενες στο λόγο αυτό λέξεις και φράσεις. Ο ίδιος λόγος κατά το μέρος του που πλήττει την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του Εφετείου είναι απαράδεκτος (ΚΠολΔ 561 παρ. 1).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 4.3.2008 αίτηση του Χ, για αναίρεση της 6.505/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Ιανουαρίου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 1 Φεβρουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ