159/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated159/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ειδικότερα, για να είναι ορισμένος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει, σε περίπτωση που το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, να εκτίθενται και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προσβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου.
Full text
Απόφαση 159 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 159/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος-καλούντος: X1, κατοίκου ......, ως κληρονόμου της αρχικής αναιρεσείουσας αποβιωσάσης X και ως δικαστικού συμπαραστάτη της θυγατέρας του X2, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παπαχαραλάμπους.
Των αναιρεσίβλητων - καθού η κλήση: 1. Δήμου Αργυρουπόλεως Αττικής, που εδρεύει στην Αργυρούπολη Αττικής και νόμιμα εκπροσωπείται από τον Δήμαρχό του, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιορδάνη Προυσανίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και 2. Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμέ-νου από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, που εδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Πολυχρόνη Καραστεργίου Πάρεδρο Ν.Σ.Κ. με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε α) με την από 22-1-1990 αγωγή της αποβιώσασας αρχικής διαδίκου X, β) με την από 21-5-1990 ανακοίνωση δίκης και προσεπίκλησης του Δήμου σε αναγκαστική παρέμβαση και γ) με την από 20-9-1990 πρόσθετη παρέμβαση του Ελληνικού Δημοσίου υπέρ του Δήμου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8066/1992, 4144/1994 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 905/2000 μη οριστική, 2879/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με τους από 1-10-2008 προσθέτους λόγους του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μίμης Γραμματικούδης ανέγνωσε την από 23-4-2007 έκθεση του Αρεοπαγίτη Λεωνίδα Ζερβομπεάκου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως και την από 15-10-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των προσθέτων λόγων αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων αναιρέσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά την παράγραφο 2 εδ. α του άρθρου 569 ΚΠολΔ., οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με διικόγραφο που κατατίθεται στην γραμματεία του Αρείου Πάγου τριάντα (30) τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν τη συζήτηση της αναίρεσης, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση, ενώ αντίγραφο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους.
Από τη διάταξη αυτή και το συνδυασμό της προς τις διατάξεις του άρθρου 577 παρ. 1, 2 του ίδιου Κώδικα, που εφαρμόζονται αναλόγως και για τους πρόσθετους λόγους, οι οποίες ορίζουν ότι το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης και αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει αυτεπαγγέλτως, προκύπτει ότι αν δεν τηρήθηκαν και οι δύο προϋποθέσεις της άσκησης των προσθέτων λόγων, δηλαδή κατάθεση του δικογράφου αυτών τριάντα (30) τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από την αρχική δικάσιμο της αναίρεσης και επίδοση αυτής στον αναιρεσίβλητο μέσα στην ίδια προθεσμία και όχι πριν από την ορισθείσα μεταγενεστέρως, μετά από αναβολή ή ματαίωσή της, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως τους πρόσθετους λόγους ως απαράδεκτους.
Στην προκείμενη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει, ότι η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης ορίσθηκε αρχικώς για τη δικάσιμο της 2-5-2007 κατά την οποία επήλθε βίαιη διακοπή της δίκης, λόγω θανάτου της αναιρεσείουσας X. Ήδη, με την από 11-9-2007 κλήση της X2, που συνεχίζει ως κληρονόμος της αναιρεσείουσας τη διακοπείσα δίκη, εκπροσωπούμενη από τον δικαστικό συμπαραστάτη πατέρα της, X1, φέρεται προς συζήτηση η υπόθεση για την στην αρχή της παρούσας αναφερόμενη δικάσιμο (5-11-2008) για την οποία κατατέθηκανι την 1-10-2008,οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης.
Επομένως, οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι αναίρεσης που ασκήθηκαν εκπρόθεσμα, μετά την ορισθείσα αρχική δικάσιμο της αναίρεσης είναι απαράδεκτοι. Επειδή, από το άρθρο 566 παρ.1 σε συνδυασμό με το 118 αρ.4 ΚΠολΔ συνάγεται ότι για να είναι ορισμένοι οι λόγοι αναίρεσης, πρέπει να περιέχουν πλήρη και σαφή έκθεση των γεγονότων τα οποία, με βάση τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που επίσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο, συγκροτούν την πλημμέλεια που αποδίδεται στην απόφαση αυτή.
Ειδικότερα, για να είναι ορισμένος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει, σε περίπτωση που το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, να εκτίθενται και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προσβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου.
Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (αριθ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο να εκτίθενται, εκτός των πραγματικών παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται και ποιες είναι οι αντιφατικές αιτιολογίες, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει .
Η έκθεση στο αναιρετήριο των παραδοχών του δικαστηρίου είναι αναγκαία προκειμένου να ελεγχθεί αν τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού εκτίθενται επαρκώς ώστε να αποβαίνει εφικτός ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, συνακόλουθα δε και ο έλεγχος της ορθότητας του διατακτικού της απόφασης από την οποία τελικά εξαρτάται και η ευδοκίμηση της αναίρεσης .
Συνακόλουθα, οι πρώτος και τρίτος, κατά το πρώτο μέρος αυτού, λόγοι αναίρεσης, από το άρθρ.559 αριθ.1α ΚΠολΔ, με τους οποίους αποδίδεται στο Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε ως αβάσιμη την ένδικη αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου αγωγή της αναιρεσείουσας, η πλημμέλεια της παραβίασης του άρθρου 1033 ΑΚ, είναι αόριστοι, διότι δεν εκτίθενται καθόλου οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση του ως άνω κανόνα ουσιαστικού δικαίου.
Ωσαύτως, ο πέμπτος, υπό στοιχ. α και β, λόγος αναίρεσης, από το άρθρ.559 αριθ.19 ΚΠολΔ, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, είναι αόριστος, διότι στο αναιρετήριο δεν εκτίθενται οι παραδοχές της απόφασης αυτής, ούτε εξειδικεύεται το σφάλμα αυτής, ήτοι ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται, ώστε να είναι πλήρεις οι αιτιολογίες αυτής, και ποιες είναι οι αντιφατικές αιτιολογίες της.
Επειδή, κατά το άρθρ. 559 αριθ 11γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, από δε την αναφορά στην απόφαση μερικών από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, γιατί έχουν ιδιαίτερη σημασία, δεν συνάγεται αναγκαστικά ότι δεν εκτιμήθηκαν και τα μη αναφερόμενα.
Στην υπόθεση που κρίνεται, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία, τα περιστατικά τα οποία έγιναν δεκτά από το Εφετείο, αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων, αποδείχθηκαν, εκτός των άλλων, και από όλα τα έγγραφα, τα οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο, έλαβε υπόψη και εκτίμησε, προς συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματός του, ότι η ενάγουσα δεν κατέστη κυρία του επίδικου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, και τις αναφερόμενες στους τέταρτο και πέμπτο, υπό στοιχ.
γ, δ και στ λόγους αναίρεσης, τέσσερις δικαστικές αποφάσεις, ήτοι την 7635/1990 του Εφετείου Αθηνών, τις 6073/1988, 4144/1994 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και την 5122/1985 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Επομένως, οι από το άρθρο 559 αρ.11 περ.γ ΚΠολΔ κατ' ορθή υπαγωγή (και όχι από τους αριθμούς 8 και 19 του ίδιου άρθρου που αναγράφεται στο αναιρετήριο) προβλεπόμενοι ανωτέρω λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.
Ο πέμπτος υπό στοιχ. ε λόγος αναίρεσης, κατά τον οποίο "η προσβαλλόμενη απόφαση δεν εκτίμησε ορθά την πρωτόδικη υπ' αριθ. 4144/1994 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών δια της οποίας εγένετο δεκτή η αγωγή μου", είναι απαράδεκτος, διότι η επικαλούμενη με αυτόν πλημμέλεια δεν συνιστά κανένα λόγο αναίρεσης από τους αναφερόμενους περιοριστικά στο άρθρο 559 ΚΠολΔ.
Επειδή, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι "παρά το νόμο δέχθηκε ότι το επίδικο ευρίσκεται εκτός των ορίων του κτήματος ......, χωρίς απόδειξη και χωρίς να διατάξει απόδειξη γι' αυτό και έτσι το Εφετείο κατέστησε την προσβαλλόμενη απόφασή του αναιρετέα κατ' άρθρο 559 αριθ.10 ΚΠολΔ και περαιτέρω το δικαστήριο έλαβε υπόψη του παρά το νόμο αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν και κατέστησε την απόφασή του αναιρετέα κατ' άρθρο 559 αριθ. 11".
Ο λόγος αυτός, κατά μεν την από τον αριθ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση, είναι απαράδεκτος, διότι τα ως άνω επικαλούμενα περιστατικά, ενόψει του ότι η ένδικη αγωγή έχει ως βάση την έκτακτη χρησικτησία δεν συνιστούν "πράγμα", κατά την έννοια της ως άνω διάταξης, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, κατά δε την από τον αριθ. 11 του ίδιου άρθρου αιτίαση, είναι αόριστος, διότι δεν αναφέρει τις αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν και ελήφθησαν υπόψη παρά το νόμο από το Δικαστήριο της ουσίας, ούτε για την απόδειξη ποίου ισχυρισμού λήφθηκαν υπόψη.
Επειδή, με τον τρίτο, κατά το δεύτερο μέρος αυτού, λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθ.8 περ.α του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, που συνίσταται στο ότι το Εφετείο απέρριψε την ένδικη αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου αγωγή της αναιρεσείουσας, που ως βάση της είχε έκτακτη χρησικτησία, δεχόμενο τον μη προταθέντα από τον εναγόμενο και ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο ισχυρισμό ότι η κυριότητα του επιδίκου ανήκε στο δεύτερο των αναιρεσιβλήτων και νόμιμα μεταβιβάστηκε υπ' αυτού στον πρώτο απ' αυτούς. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος, διότι, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι η ένδικη αγωγή απορρίφθηκε επειδή δεν αποδείχθηκε η άσκηση πράξεων νομής από την ενάγουσα επί του επιδίκου και όχι κατά παραδοχή του ως άνω ισχυρισμού, για τον οποίο ουδεμία αναφορά γίνεται από την προσβαλλόμενη απόφαση.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29-5-2006 αίτηση και τους από 1-10-2008 πρόσθετους λόγους της X2 για αναίρεση της 2879/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου Δήμου Αργυρούπολης Αττικής, τα οποία ορίζει σε εξακόσια (600) ευρώ και του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Δεκεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ