Legislator Case Law & Legislation
159/2006 AI generated

159/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 159/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Νοεμβρίου 2005, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 11-1-1999, 24-2-1999 αγωγές και τις από 15-10-1999 και 20-6-1999 αγωγές - προσεπικλήσεις σε αναγκαστική παρέμβαση, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4891/2000 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7742/2001 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15 Δεκεμβρίου 2002 αίτησή τους και τους από 5 Απριλίου 2004 πρόσθετους λόγους αυτής.

Legislator headnote

AI generated

159/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΙΙ. Επειδή, όπως συνάγεται από τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 Κ.Πολ.Δ., το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό του πόρισμα, αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη αποδείξεως, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 159 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 159/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Βούλγαρη, Δημήτριο Κυριτσάκη, Αχιλλέα Νταφούλη και Ανδρέα Μαρκάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Νοεμβρίου 2005, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Π. Σ. του Α., 2. Μ. συζ. Π. Σ., το γένος Γ. Τ., κατοίκων ..., 3. Α. Σ. του Π., 4. Γ. συζ. Α. Σ., το γένος Χ. Χ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Μάριο Σπανάκη και Σωτήριο Πολύδωρα, 5. Ε. χήρας Π. Σ., το γένος Θ. Α. και 6. Ε. χήρας Χ. Χ., το γένος Σ. Κ., κατοίκων ..., οι οποίες δεν παραστάθηκαν.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Π. Κ. του Η., κατοίκου ..., 2. Γ. Κ. του Σ., κατοίκου ..., 3. Φ. Β., κατοίκου ομοίως, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Χορτάτο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. και 4. ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΦΟΙΝΙΞ - ΓΕΝΙΚΑΙ ΑΣΦΑΛΕΙΑΙ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Τασσόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 11-1-1999, 24-2-1999 αγωγές και τις από 15-10-1999 και 20-6-1999 αγωγές - προσεπικλήσεις σε αναγκαστική παρέμβαση, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4891/2000 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7742/2001 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15 Δεκεμβρίου 2002 αίτησή τους και τους από 5 Απριλίου 2004 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όλοι πλην των 5ης και 6ης εκ των αναιρεσειόντων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Βούλγαρης, ανέγνωσε την από 12 Μαϊου 2004 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων αυτής. Οι πληρεξούσιοι των παραστάντων αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και των πρόσθετων λόγων και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Επειδή, όπως προκύπτει από τις επικαλούμενες και νομίμως προσκομιζόμενες υπ’ αριθμ. 4134, 4135/12.9.05 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Μυτιλήνης A. Μ. - Κ. με επιμέλεια των αναιρεσειόντων επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στις απολιπόμενες αναιρεσείουσες Ε. Σ. και Ε. Χ. ακριβές αντίγραφο του υπ’ αριθμ. 15/4.2.05 πρακτικού συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου περί αναβολής της υποθέσεως από τη δικάσιμο της 4.2.05 για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας και κλήση για να παραστούν οι αναιρεσείουσες αυτές στη δικάσιμο αυτή (18.11.05).

Συνεπώς εφ’ όσον οι εν λόγω αναιρεσείουσες δεν παραστάθηκαν κατά την ανωτέρω δικάσιμο κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση από το πινάκιο στη σειρά της πρέπει κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ να προχωρήσει η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως παρά την απουσία αυτών, για τη νομότυπη κλήτευση των οποίων (5ης και 6ης των αναιρεσειουσών) αρκούσε μόνη η επίδοση της ως άνω κλήσεως για συζήτηση και δεν ήταν απαραίτητο να επιδοθεί σ’ αυτές και αντίγραφο του ενδίκου μέσου της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, το οποίο αυτές ήσκησαν και εγνώριζαν το περιεχόμενο αυτού (ΑΠ 746/1993, ΑΠ 1230/1995).

ΙΙ. Επειδή, όπως συνάγεται από τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 Κ.Πολ.Δ., το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό του πόρισμα, αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη αποδείξεως, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.

Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 11 Κ.Πολ.Δ. λόγο αναιρέσεως. Στην κρινόμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ότι για τον τραυματισμό του πρώτου αναιρεσείοντος και της επιβαίνουσας στο μοτοποδήλατο το οποίο αυτός οδηγούσε (αδελφής του Μ.

συζ. Ι.Σ.) ευθύνεται κατά ποσοστόν 70% ο αναιρεσείων αυτός, ενώ ο οδηγός του φορτηγού αυτοκινήτου Π. Κ. έφερε μειωμένη ευθύνη (κατά 30%) γι’ αυτό και δέχθηκε μερικώς την αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων. Με την προσβαλλομένη απόφαση βεβαιώνεται ότι το Εφετείο προκειμένου να σχηματίσει την ως άνω δικανική του πεποίθηση για την υπαιτιότητα των εμπλεκομένων στο επισυμβάν τροχαίο ατύχημα οδηγών έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι.

Από τη γενική αυτή βεβαίωση του Εφετείου σε συνδυασμόν προς το λοιπό αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, αλλά αντιθέτως καταλείπονται αμφιβολίες και δισταγμοί αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβεν υπόψη και την αναφερόμενη στον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως και πέμπτο του προσθέτου δικογράφου υπ’ αριθμ. 6858/01 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου, την οποίαν επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι αναιρεσείοντες ενώπιον του Εφετείου (βλεπ.

σελ. 44 των προτάσεών τους), αφού δεν προβαίνει εις ουδεμία μνεία και σχολιασμό, όπως έπραξε για άλλα αποδεικτικά μέσα, παρά την ιδιάζουσα αποδεικτική του σπουδαιότητα, δεδομένου ότι υπό το εκτιθέμενον στο αναιρετήριο περιεχόμενο της ως άνω αποφάσεως με την απόφαση αυτή κρίθηκε ο εναγόμενος (πρώτος των αναιρεσιβλήτων) οδηγός ως αποκλειστικώς υπαίτιος του ως άνω τροχαίου και επιβλήθηκε σαυτόν για τον τραυματισμό του πρώτου αναιρεσείοντος και τον εξ αμελείας θάνατο της Μ.

Σ. Σ. ποινή φυλακίσεως δύο ετών. Επομένως κρίνονται ως βάσιμοι οι ως άνω λόγοι αναιρέσεως και του προσθέτου δικογράφου ως προς όλους τους λοιπούς αναιρεσείοντες, πλην της δεύτερης τούτων Μ. συζ. Π. Σ., ως προς την οποία η αναίρεση πρέπει να απορριφθεί, διότι αυτή, όπως προκύπτει εκ του δικογράφου της κρινόμενης αγωγής, ζήτησε να της επιδικασθεί μόνο χρηματική ικανοποίηση για ψυχική οδύνη και η αγωγή της με την πρωτόδικη απόφαση και την προσβαλλόμενη κρίθηκε κατά τα εκτεθησόμενα κατωτέρω ως νόμω αβάσιμη).

ΙΙΙ. Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 932 εδαφ. γ’ του ΑΚ επί θανατώσεως προσώπου η χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης δύναται να επιδικασθεί στην οικογένεια του θύματος. Κατά τη σαφή έννοια της ως άνω διατάξεως συνδυαζομένη και προς τις διατάξεις των άρθρων 57 και 99 του ΑΚ, στην οικογένεια του θύματος - (της οποίας δεν γίνεται προσδιορισμός από το νομοθέτη) περιλαμβάνονται οι εγγύτεροι και στενά συνδεδεμένοι συγγενείς αυτού, αδιαφόρως αν συζούσαν ή διέμειναν χωριστά (Ολομ.

ΑΠ 762/92). Δεν περιλαμβάνονται όμως και οι εξ αγχιστείας συγγενείς του θύματος εκ πλαγίου, όπως είναι οι σύζυγοι των αδελφών αυτών (Ολομ.ΑΠ 21/2000). Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως η εκ των αναιρεσειόντων (δεύτερη) Μ. συζ. Π. Σ., σύζυγος του αδελφού (πρώτου αναιρεσείοντος) της θανούσης Μ.

Σ. Σ., αποδίδει αιτίαση στην προσβαλλόμενη απόφαση από το άρθρο 559 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., ήτοι για εσφαλμένη ερμηνεία της ως άνω διατάξεως του άρθρου 932 εδαφ. γ’ ΑΚ και ειδικώτερα διότι πλημμελώς κρίθηκε ότι αυτή (αναιρεσείουσα) δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των συγγενών του θύματος τα οποία δικαιούνται να ζητήσουν χρηματική ικανοποίηση για το θάνατο της αδελφής του συζύγου της.

Όμως βάσει των όσων ήδη έχουν εκτεθεί η αναιρεσείουσα τυγχάνουσα συγγενής εξ αγχιστείας δευτέρου βαθμού της θανούσης, ως σύζυγος του αδελφού της, δηλαδή μη ανήκουσα στην οικογένεια της θανούσας δεν δικαιούται χρηματικής ικανοποιήσεως. Επομένως ορθώς ερμήνευσε την ως άνω διάταξη η προσβαλλόμενη, με την οποία απερίφθη έφεση της ήδη αναιρεσείουσας (Μ.

Σ.) κατά της εκκαλουμένης αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου με την οποία είχε απορριφθεί ως μη νόμιμη η αγωγή της αναιρεσείουσας αυτής για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης. Γι’ αυτό και είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο ως άνω λόγος αναιρέσεως (ο μοναδικός ποτ προσήκει στην εν λόγω αναιρεσείουσα).

IV. Επειδή το Δικαστήριο της ουσίας στα πλαίσια της διακριτικής εξουσίας που έχει από το άρθρο 932 ΑΚ δύναται να καθορίσει το ύψος της χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης του δικαιούχου, με βάση τους οικείους προσδιοριστικούς παράγοντες, όπως είναι το πταίσμα του υποχρέου, το συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου, την κοινωνική και την περιουσιακή κατάσταση των μερών.

Το συντρέχον πταίσμα του οδηγού ενός από τα συγκρουσθέντα αυτοκίνητα δεν καταλογίζεται στον επιβάτη του αυτοκινήτου, ο οποίος θανατώθηκε, αν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παρ. 2 του άρθρου 300 ΑΚ.

Συνεπώς τέτοιο συντρέχον πταίσμα δεν επιτρέπεται κατά νόμο να ληφθεί υπόψη ως προσδιοριστικός παράγοντας, για το καθορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως των μελών της οικογενείας του θανατωθέντος, διότι υπό την αντίθετη εκδοχή παραβιάζεται η διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ (Ολομ.ΑΠ 13/02). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, προκειμένου να καθορίσει το ποσό της χρηματικής ικανοποιήσεως των 3ου έως και 6ου των αναιρεσειόντων μελών της οικογένειάς της, συνεπεία του ατυχήματος, θανατωθείσας, που επέβαινε στο οδηγούμενο από τον πρώτον των αναιρεσειόντων (αδελφόν της) μοτοποδήλατο, έλαβε υπόψη το μεγάλο βαθμό συντρέχοντος πταίσματος (70%) του οδηγού του μοτοποδηλάτου, χωρίς όμως να δέχεται συγχρόνως, ότι συντρέχον πταίσμα βαρύνει την ίδια τη θανατωθείσα ή ότι συνέτρεχε κατά νόμο περίπτωση, ώστε να δύναται να καταλογισθεί σ’ αυτήν το συντρέχον πταίσμα του οδηγού του μοτοποδηλάτου, στο οποίο επέβαινε.

Έτσι κρίνοντα το Εφετείο παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ, όπως βασίμως προβάλλεται από τους 3ον έως 6ον των αναιρεσειόντων με τον εκ του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. τρίτο λόγο αναιρέσεως, ο οποίος πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω ως προς τους άνω αναιρεσείοντες πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί ως προς αυτούς η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συντιθέμενο από άλλους δικαστές πλην εκείνων που δίκασε προηγουμένως και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων όπως ορίζεται στο διατακτικό της παρούσης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15.12.2002 αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 7742/2001 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, μόνον όσον αφορά την αναιρεσείουσα Μ. συζ. Π. Σ.. Και

Καταδικάζει την εν λόγω αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποίαν ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170,00) ευρώ.

Αναιρεί την ως άνω απόφαση (υπ’ αριθμ. 7742/2001 του Εφετείου Αθηνών) κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό της παρούσας μέρος αυτής.

Παραπέμπει κατά τούτο την υπόθεση στο ίδιο Εφετείο, που θα συντεθεί από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στη δικαστική δαπάνη των παραστάντων εκ των αναιρεσειόντων ως προς τους οποίους αναιρείται η προσβαλλόμενη, την οποίαν καθορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500,00) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Δεκεμβρίου 2005.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 27 Ιανουαρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ