Legislator Case Law & Legislation
1599/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against traffic accident damages ruling, upholding lower court's discretion on compensation amounts.

Case Number 1599/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a final judgment awarding damages for a traffic accident. The lower court awarded specific sums for moral damage and special compensation under Article 931 of the Civil Code, which the appellant argued were disproportionately low. The court rejected these claims, finding the amounts reasonable and within the appellate court's discretionary limits based on common practice and the severity of the injury.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 576 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court reviews appeals against final judgments on the grounds of disproportionality or abuse of discretion, and will dismiss the appeal if the awarded compensation is not manifestly unreasonable compared to similar cases and common judicial practice.

Keywords

AI generated
appeal dismissal discretionary power moral damage special compensation traffic accident proportionality principle judicial discretion

Cited Legislation

AI generated
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 576 of the Code of Civil Procedure
Article 931 of the Civil Code
Article 932 of the Civil Code
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189, 191 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1599 / 2023 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1599/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βλάχου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Χριστίνα - Ζαφειρία Γαβριηλίδου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Σεπτεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Π. Γ. του Β., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Αγγελάκο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ν. Β. του Γ., 2) Γ. Μ. του Β., κατοίκων …, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο και 3) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "Ι. Ε. Ε. Α. Ζ. Α." και δ.τ. "Ι. Ε. Α." και ήδη "Ι. Ε. Ε. Α. Ζ. Μ. ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Κλεάνθη Χατζησιδερή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και η οποία, στην ως άνω από 13-9-2022 δήλωση, καθώς και με τις κατατεθείσες προτάσεις της δήλωσε την ως άνω μεταβολή της αναιρεσίβλητης εταιρείας.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-7-2018 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 589/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6310/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10-2-2021 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Χριστίνα - Ζαφειρία Γαβριηλίδου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο ο αναιρεσείων και η 3η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1-3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης, δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.

Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος του, ερευνάται αν ο διάδικος ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή, αν και εμφανίστηκε, δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.

Στην αντίθετη περίπτωση, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Ειδικότερα από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι επί αίτησης αναίρεσης στρεφόμενης κατά περισσότερων αναιρεσίβλητων, που συνδέονται μεταξύ τους με σχέση απλής ομοδικίας, εάν κάποιος από τους αναιρεσίβλητους αυτούς, παρότι έχει κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα από το διάδικο που επισπεύδει τη συζήτηση, δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όλους τους αναιρεσίβλητους, παρά την απουσία εκείνου που έχει νομίμως κλητευθεί (ΑΠ 420/2023, ΑΠ 602/2021).

Στην προκειμένη περίπτωση από τις ... και ... εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφερείας του Εφετείου Πατρών Π. Γ., τις οποίες επικαλείται και προσκομίζει ο αναιρεσείων, που επισπεύδει τη συζήτηση της υποθέσεως, προκύπτει ότι κατόπιν έγγραφης παραγγελίας του πληρεξούσιου δικηγόρου του, ακριβές αντίγραφο του δικογράφου της από 10-2-2021 αίτησης αναίρεσης, κατά της υπ' αριθμ. 6310/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με πράξη καταθέσεως δικογράφου και ορισμού δικασίμου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (16-9-2022) και κλήση για να παραστούν κατά τη συζήτηση αυτής, επιδόθηκε, με επιμέλεια του αναιρεσείοντος, νόμιμα και εμπρόθεσμα, στους πρώτο και δεύτερη των αναιρεσιβλήτων.

Οι τελευταίοι όμως, δεν εμφανίστηκαν κατά τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης κατά την ανωτέρω δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε νόμιμα η υπόθεση κατά τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, αλλά ούτε κατέθεσαν δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 του ΚΠολΔ, ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνηση της.

Επομένως, σύμφωνα με την ανωτέρω νομική σκέψη, πρέπει να προχωρήσει το Δικαστήριο στη συζήτηση της υπόθεσης, παρά την απουσία τους σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες (άρθρο 576 παρ. 2 περ. α' και γ' ΚΠολΔ).

Με την κρινόμενη από 10-2-2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 6310/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρ. 681Α Κ.Πολ.Δ.), με την οποία συνεκδικάσθηκαν αντίθετες εφέσεις των διαδίκων της προκειμένης δίκης, απερρίφθη κατ' ουσίαν η έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, έγινε δεκτή κατ' ουσίαν η έφεση των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων κατά της εκκληθείσας πρωτοβάθμιας απόφασης υπ' αριθμ. 589/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που αφορά την από 31-7-2018 αγωγή του ενάγοντος-αναιρεσείοντος, με την οποία, αφού κρίθηκε ότι συνυπαίτιοι στην επέλευση του ενδίκου ατυχήματος ήταν τόσο ο οδηγός του υπ' αριθμ.

κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου Ν. Β. (πρώτος εναγόμενος) όσο και ο οδηγός της υπ' αριθμ. Κυκλοφορίας … δίκυκλης μοτοσυκλέτας Π. Γ. (ενάγων) και ειδικότερα κατά ποσοστό 70% και 30%, αντίστοιχα (όπως είχε κριθεί και πρωτοδίκως) στη συνέχεια απερρίφθη η έφεση του ενάγοντος κατ' ουσίαν, έγινε δεκτή η έφεση των εναγομένων κατ' ουσίαν, εξαφανίστηκε η εκκαλουμένη ως άνω απόφαση, κρατήθηκε και δικάστηκε κατ' ουσία η υπόθεση και έγινε δεκτή κατά ένα μέρος η από 31-7-2018 αγωγή ως βάσιμη κατ' ουσίαν, και υποχρεώθηκαν οι εναγόμενοι εις ολόκληρον ο καθένας να καταβάλουν στον ενάγοντα το ποσό των 58.862,83 ευρώ, ως αποζημίωση, πρόσθετη παροχή λόγω αναπηρίας και χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης και αναγνωρίστηκε η υποχρέωση των εναγομένων να καταβάλουν εις ολόκληρον ο καθένας στον ενάγοντα το ποσό των 25.000 ευρώ, για επιπλέον χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, όλα τα ποσά με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής έως την εξόφληση.

Κατά της απόφασης αυτής εναντιώνεται ο ενάγων με την ένδικη αίτηση αναίρεσης και με τους διατυπούμενους δι' αυτής λόγους, οι οποίοι και ερευνώνται στη συνέχεια κατά τα κατωτέρω ειδικότερα εκτιθέμενα.

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφ.β' και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 ΑΚ, να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ' αρχήν, από το γεγονός, ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο, κατ' ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημίωσης ή τη μείωση του ποσού της, κατά το πιο πάνω άρθρο 300 ΑΚ.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν αντικειμενικώς ως πρόσφορη αιτία της ζημίας που επήλθε υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, ενώ η κρίση για το αν πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού, σύμφωνα με το άρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ.

Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ, για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας.

Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς το βαθμό - τη βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια.

Τα προαναφερόμενα έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των αυτοκινήτων που συγκρούστηκαν, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, η οποία εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση ζημίας, άρα, και από αδικοπραξία κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ.

ΑΚ, στις οποίες μπορεί να θεμελιωθεί και η ευθύνη για τη ζημία που προκαλείται κατά τη λειτουργία του αυτοκινήτου, κατ' άρθρ. 4 ν. ΓΠΝ/1911. Τέλος, η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ. δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 979/2022, ΑΠ 1445/2022).

Επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι πταίσματος του φερομένου ως υποχρέου προς αποζημίωση ή συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος, υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, αφενός ως προς το αν τα πραγματικά περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν αντικειμενικά την έννοια του πταίσματος, αφετέρου ως προς την ορθή υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, κατά πόσο δηλαδή τα περιστατικά αυτά του πταίσματος επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, αντικειμενικά, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος (ΑΠ 210/2013).

Αντιθέτως, ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων, που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς ((ΑΠ 1267/2020, ΑΠ 1048/2017, ΑΠ 942/2017). Με τα άρθρα 12, 19 και 20 του ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), ορίζονται υποχρεώσεις και κανόνες προς τους οποίους πρέπει να συμμορφώνεται ο οδηγός κάθε οχήματος, προκειμένου να αποφεύγονται, κατά το δυνατό, ατυχήματα πεζών και οχημάτων.

Ειδικότερα: α) Αυτοί που χρησιμοποιούν τις οδούς πρέπει να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά που είναι ενδεχόμενο να εκθέσει σε κίνδυνο ή να παρεμβάλλει εμπόδια στην κυκλοφορία, να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα ή ζώα ή να προκαλέσει ζημιές σε δημόσιες ή ιδιωτικές περιουσίες. Οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή... (12 παρ. 1).

β) Ο οδηγός οδικού οχήματος επιβάλλεται να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματος του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς (19 παρ. 1). γ) Ο οδηγός επιβάλλεται να ρυθμίζει την ταχύτητα του οχήματος του, λαμβάνων συνεχώς υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες, ιδιαίτερα δε τη διαμόρφωση του εδάφους, την κατάσταση και τα χαρακτηριστικά της οδού, την κατάσταση και το φορτίο του οχήματος του, τις καιρικές συνθήκες και τις συνθήκες κυκλοφορίας κατά τρόπον, ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματος του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορεί να προβλεφθεί και το οποίο βρίσκεται στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού.

Υποχρεούται επίσης να μειώνει την ταχύτητα του οχήματος του και, σε περίπτωση ανάγκης, να διακόπτει την πορεία του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν (19 παρ. 2) και δ) Ιδιαίτερα, ο οδηγός επιβάλλεται να μειώνει την ταχύτητα του οχήματος του, μεταξύ άλλων, πλησίον των ισόπεδων οδικών κόμβων, ανεξάρτητα αν υπάρχει σήμανση από πλευράς προτεραιότητας διέλευσης ή και σηματοδότηση και γενικά σε κάθε άλλη ειδική περίπτωση που επιβάλλεται ο μετριασμός αυτός (19 παρ. 3) ενώ το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας των αυτοκινήτων οχημάτων, μέσα στις κατοικημένες περιοχές, ορίζεται σε 50 χιλιόμετρα την ώρα (20 παρ1).

Έτσι, κατά τις περιστάσεις, μπορεί να κριθεί συνυπαίτιος και ο οδηγός, ο οποίος πλησιάζοντας σε ισόπεδο οδικό κόμβο, ως τέτοιος νοείται κατά τον ορισμό του άρθρου 2 του ΚΟΚ, "κάθε ισόπεδη συμβολή, διακλάδωση ή διασταύρωση οδών, συμπεριλαμβανομένων και των ελεύθερων χώρων που σχηματίζονται από αυτές" αν και είχε την προτεραιότητα, κατά παράβαση των παραπάνω διατάξεων και των άρθρων 330 και 914 ΑΚ, δεν οδηγούσε το όχημά του με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, ρυθμίζοντας την ταχύτητα, ώστε να αποφύγει τυχόν ατύχημα επί του κόμβου (ΑΠ 1267/2020, ΑΠ1037/2018, ΑΠ 39/2013).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.

ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 3/2020, Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006).

Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016 ΑΠ 1420/2013). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ του (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 6/2006, ΑΠ 1217/2020).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν n απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 736/2019). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 1217/2020).

Ελλείψεις "δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 68/2020, ΑΠ 12/2020, ΑΠ 1217/2020). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα, και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 162/2020, ΑΠ 169/2019, ΑΠ 1339/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο, αναφορικώς με την υπαιτιότητα των εμπλακέντων στο ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα, δέχθηκε, ανελέγκτως (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), ως προκύψαντα από τις αποδείξεις, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 27-1-2017 και περί ώρα 16.25, ο πρώτος εναγόμενος (ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος) οδηγούσε το υπ' αριθ.

κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, το οποίο ανήκε στην κυριότητα της δεύτερης εναγόμενης (ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης) και ήταν ασφαλισμένο για την αστική ευθύνη έναντι τρίτων από αυτοκινητικά ατυχήματα στην τρίτη εναγόμενη (ήδη τρίτη αναιρεσίβλητη) ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "I. Ε. Α.Ε.", στην Αθήνα, επί της οδού Πατησίων, η οποία διασταυρώνεται με την οδό Σολωμού.

Στο σημείο της διασταύρωσης η οδός Πατησίων είναι διπλής κατεύθυνσης, έχει πλάτος οδοστρώματος σταδιακά μειούμενο (προς την κατεύθυνση της πλατείας Ομόνοιας) από 14,60 σε 13,50 και σε 12,20 μέτρα και πλάτος πεζοδρομίου 4,80 μέτρα από κάθε πλευρό, διαθέτει τρεις λωρίδες κυκλοφορίας προς την κατεύθυνση της πλατείας Ομόνοιας, στις οποίες επιτρέπεται η κίνηση διαφόρων οχημάτων και μια λωρίδα κυκλοφορίας προς την κατεύθυνση της Λεωφόρου Αλεξάνδρας, στην οποία επιτρέπεται η κίνηση μόνο των μέσων μαζικής μεταφοράς (λεωφορειολωρίδα) και φέρει σήμανση:

α) οριζόντια, αποτελούμενη από δύο διακεκομμένες γραμμές στην κατεύθυνση προς πλατεία Ομονοίας, οι οποίες καθορίζουν τα όρια των τριών λωρίδων για την καθοδήγηση της κυκλοφορίας σ' αυτές και από μία συνεχή γραμμή στην κατεύθυνση προς Λεωφόρο Αλεξάνδρας, η οποία διαχωρίζει τις λωρίδες αντίθετων κατευθύνσεων, β) κάθετη, αποτελούμενη από πινακίδες Ρ-27 (απαγόρευση στροφής αριστερά) και Ρ-7 (απαγόρευση εισόδου σε όλα τα οχήματα) στην κατεύθυνση προς λεωφόρο Αλεξάνδρας (λεωφορειολωρίδα) και γ) φωτεινών σηματοδοτών, με τη μορφή τρίχρωμου συστήματος κυκλικής μορφής, σε αμφότερες τις κατευθύνσεις προς πλατεία Ομονοίας και Λεωφόρο Αλεξάνδρας και με τη μορφή αριστερόστροφου βέλους διπλού αναλάμποντος κίτρινου χρώματος στην κατεύθυνση προς Ομόνοια, για τα οχήματα που προτίθενται να στρίψουν αριστερά προς την οδό Σολωμού.

Στο ίδιο σημείο, η οδός Σολωμού είναι μονής κατεύθυνσης από Μάρνη προς την οδό Κάνιγγος, έχει πλάτος οδοστρώματος αυξανόμενο από 6,00 σε 9,30 μέτρα και πλάτος πεζοδρομίου 2,00 μέτρα από την αριστερή πλευρά, διαθέτει μία λωρίδα κυκλοφορίας και φέρει σήμανση: α) κάθετη με πινακίδες Ρ-2 (υποχρεωτική διακοπή πορείας) και Ρ- 27 (απαγορεύεται η στροφή αριστερά) και β) φωτεινών σηματοδοτών με τη μορφή τρίχρωμου συστήματος.

Ο πρώτος εναγόμενος έβαινε στην αριστερή από τις τρεις λωρίδες κυκλοφορίας της οδού Πατησίων προς την πλατεία Ομονοίας, με μικρή ταχύτητα (20 χιλιομέτρων περίπου την ώρα), και είχε πρόθεση να εγκαταλείψει το οδόστρωμα της εν λόγω οδού και να εισέλθει με αριστερή στροφή στο οδόστρωμα της οδού Σολωμού, για να ακολουθήσει κατεύθυνση προς την οδό Κάνιγγος.

Κατά τον χρόνο εκείνο, ο ενάγων οδηγούσε την υπ' αριθ. κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα, που ανήκε στην κυριότητα του, επί της οδού Πατησίων. Είχε εισέλθει σ' αυτή από την οδό Πανεπιστημίου και έβαινε στο μέσον της λωρίδας κυκλοφορίας της προς τη Λεωφόρο Αλεξάνδρας, με ταχύτητα που προσέγγιζε την ανώτατη επιτρεπόμενη, λόγω κατοικημένης περιοχής, των 50 χιλιομέτρων την ώρα.

Η εν λόγω λωρίδα, όπως προαναφέρθηκε, έχει χωροθετηθεί ως λωρίδα αποκλειστικής κίνησης μέσων μαζικής μεταφοράς αντίθετης ροής και σημαίνεται σε όλο το μήκος της από την διασταύρωση με την οδό Πανεπιστημίου μέχρι την διασταύρωση με την οδό Σολωμού με πινακίδες Ρ-27 (απαγόρευση αριστερής στροφής), Ρ-28 (απαγόρευση δεξιάς στροφής) και Ρ-7 (απαγόρευση εισόδου για όλα τα οχήματα), για να αποτρέπονται οι οδηγοί των οχημάτων να εισέρχονται σ' αυτή.

Επικρατούσε καλοκαιρία, υπήρχε επαρκής φυσικός φωτισμός, η άσφαλτος ήταν ξηρά, η ορατότητα δεν περιοριζόταν από κανένα εμπόδιο, και η κυκλοφορία των οχημάτων και των πεζών ήταν κανονική σε αμφότερες τις οδούς Πατησίων και Σολωμού. Επιπλέον, για την εύρυθμη εκτέλεση της κυκλοφορίας, όταν στους σηματοδότες της λωρίδας κυκλοφορίας της οδού Πατησίων προς Λεωφόρο Αλεξάνδρας (λωρίδας αποκλειστικά μέσων μαζικής μεταφοράς αντίθετης ροής) υπήρχε πράσινη ένδειξη, στους σηματοδότες των λωρίδων κυκλοφορίας της ίδιας οδού προς πλατεία Ομονοίας υπήρχε πράσινη ένδειξη για τα οχήματα που κινούνται ευθεία μπροστά και ένδειξη αριστερόστροφου βέλους διπλού αναλάμποντος κίτρινου χρώματος για τα οχήματα που θέλουν να στρίψουν αριστερά στην οδό Σολωμού.

Όταν ο πρώτος εναγόμενος έφθασε στην διασταύρωση των οδών Πατησίων και Σολωμού, όπου ο υφιστάμενος στην πορεία του φωτεινός σηματοδότης έδειχνε αριστερόστροφο βέλος διπλού αναλάμποντος κίτρινου χρώματος επιχείρησε αριστερή στροφή, για να τη διασχίσει και να συνεχίσει την πορεία του στην οδό Σολωμού, χωρίς να θέσει σε λειτουργία τους σχετικούς δείκτες κατεύθυνσης.

Τότε επέπεσε με το εμπρόσθιο αριστερό μέρος του αυτοκινήτου του στο αριστερό μέρος της δίκυκλης μοτοσυκλέτας του ενάγοντας, η οποία εισερχόταν στην διασταύρωση, ενώ ο υφιστάμενος στην πορεία της φωτεινός σηματοδότης είχε πράσινη ένδειξη. Η σύγκρουση των δύο οχημάτων έγινε στο μέσον περίπου της λωρίδας κυκλοφορίας της οδού Πατησίων προς Λεωφόρο Αλεξάνδρας και της (μοναδικής) λωρίδας κυκλοφορίας της οδού Σολωμού, όπου βρέθηκαν θραύσματα πλαστικών εξαρτημάτων και είχε ως αποτέλεσμα το αυτοκίνητο να υποστεί φθορές και βλάβες και συγκεκριμένα αποξέσεις και βαθούλωμα στο αριστερό μέρος του καπό, αποξέσεις και θραύση στον αριστερό μέρος του εμπρόσθιου προφυλακτήρα, αποξέσεις στο αριστερό εμπρόσθιο φανάρι και αποκόλληση εμπρόσθιας πινακίδας, η δίκυκλη μοτοσυκλέτα να συρθεί διαγώνια δεξιά στο πεζοδρόμιο της οδού Πατησίων, αφήνοντας επ' αυτού ίχνη απόξεσης μήκους 4,80 μέτρων και κηλίδα λαδιού μήκους 6,40 μέτρων και να υποστεί φθορές και βλάβες και συγκεκριμένα επιμέρους ζημίες και θραύση στο αριστερό μέρος του κινητήρα, αποξέσεις στο εμπρόσθιο φτερό τροχού και αποξέσεις στο εμπρόσθιο πλαστικό κάλυμμα φαναριού και ο οδηγός της ενάγων να εκτιναχθεί ευθεία μπροστά στο οδόστρωμα της οδού Πατησίων, σε απόσταση 10 περίπου από τη γωνία των πεζοδρομίων των διασταυρούμενων οδών και να υποστεί σωματικές βλάβες.

Υπό τα δεδομένα αυτά, το ατύχημα και οι επελθούσες από αυτό συνέπειες οφείλονται σε συγκλίνουσα αμέλεια αμφοτέρων των οδηγών, και μάλιστα σε ποσοστό 70% του πρώτου εναγομένου και 30% του ενάγοντος, διότι δεν κατέβαλαν την απαιτούμενη επιμέλεια και προσοχή την οποία, κατ' αντικειμενική κρίση, μπορούσαν αναλόγως των αντικειμενικών περιστάσεων και ικανοτήτων τους και όφειλαν κατά τους νομικούς κανόνες, τις επικρατούσες οδικές και κυκλοφοριακές συνθήκες και την κοινή πείρα και λογική να καταβάλουν, όπως θα έπραττε υπό τις ίδιες περιστάσεις κάθε λογικός και ευσυνείδητος οδηγός και την οποία αν επεδείκνυαν θα μπορούσαν να προβλέψουν και να αποφύγουν το ατύχημα (άρθρο 330 εδ.

β' του Α.Κ). Ειδικότερα, η αμέλεια του πρώτου εναγομένου συνίσταται στο ότι ενώ είχε πρόθεση να ενεργήσει αλλαγή κατεύθυνσης αριστερά από την οδό Πατησίων προς στην οδό Σολωμού και υπήρχε στην πορεία του πριν από τη διασταύρωση των οδών αυτών φωτεινός σηματοδότης, που έδειχνε αριστερόστροφο βέλος διπλού παλλόμενου κίτρινου χρώματος και επέβαλε την ανακοπή της ταχύτητας, την κίνηση με ιδιαίτερη προσοχή και την παραχώρηση προτεραιότητας στους πεζούς και στα οχήματα, αυτός δεν ανήγγειλε την πρόθεσή του αυτή στους υπόλοιπους χρήστες της οδού, με την αφή των αριστερών δεικτών κατεύθυνσης του οχήματος του, δεν ανέκοψε την παραπάνω ταχύτητά του, δεν ήλεγξε την κίνηση των οχημάτων στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας της οδού Πατησίων και δεν παραχώρησε προτεραιότητα διέλευσης στην δίκυκλη μοτοσυκλέτα του ενάγοντας, κατά παράβαση των άρθρων 6 παρ. 1 δ, 21 παρ. 2 και 23 παρ. 2 ΚΟΚ, με αποτέλεσμα να επέλθει η επίδικη σύγκρουση.

Η δε αμέλεια του ενάγοντος συνίσταται στο ότι δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή στην οδήγηση, κατά παράβαση του άρθρου 12 παρ. 1 ΚΟΚ, β) δεν είχε τον πλήρη έλεγχο του οχήματος του, ώστε να μπορεί να εκτελεί κάθε στιγμή τους απαιτούμενους χειρισμούς, κατά παράβαση του άρθρου 19 παρ. 1 ΚΟΚ, γ) εκινείτο σε λωρίδα κυκλοφορίας, η οποία προοριζόταν αποκλειστικά για τα μέσα μαζικής μεταφοράς και σημαινόταν κατά τρόπο ευκρινή και επαναλαμβανόμενο με σχετικές πινακίδες (απαγόρευσης εισόδου για τα οχήματα, απαγόρευσης αριστερής στροφής και απαγόρευσης δεξιάς στροφής), κατά παράβαση των όρθρων 5 παρ. 8 περ.

ι και 52 παρ. 4 ΚΟΚ και δ) δεν μείωσε την προαναφερόμενη ταχύτητά του, παρά το γεγονός ότι είχε προτεραιότητα διέλευσης, καθώς προσέγγιζε στον ισόπεδο οδικό κόμβο, κατά παράβαση του άρθρου 19 παρ. 2 και 3 ΚΟΚ, όπως συνάγεται από την εκτίναξή του σε απόσταση 10 μέτρων από την γωνία των πεζοδρομίων των διασταυρούμενων οδών, την ακινητοποίηση της μοτοσυκλέτας του σε απόσταση 6,90 μέτρων από αυτή και το μέγεθος των ζημιών αμφοτέρων των οχημάτων (βαθούλωμα κλπ), με αποτέλεσμα να αντιληφθεί την αντικανονική είσοδο του αυτοκινήτου του πρώτου εναγομένου στη λωρίδα κυκλοφορίας του μόλις από απόσταση 2,00 μέτρων και να μην μπορέσει να ενεργήσει επιτυχώς τροχοπέδηση ή ελιγμό προς το ελεύθερο από οχήματα δεξιό μέρος του οδοστρώματος, για να αποφύγει τη σύγκρουση ή να μειώσει τις συνέπειές της....

Η παράνομη κυκλοφορία της δίκυκλης μοτοσικλέτας στην παραπάνω λωρίδα αποκλειστικά μέσων μαζικής μεταφοράς αντίθετης ροής δεν αίρει την υποχρέωση του πρώτου εναγόμενου να παραχωρήσει προτεραιότητα διέλευσης σ' αυτή, διότι σε μια οδό στην οποία δεν έχει αποκλειστεί εντελώς η κυκλοφορία των οχημάτων, αλλά επιτρέπεται σε κάποια από αυτά ο οδηγός πρέπει να υπολογίζει και την είσοδο και άλλων.....Από την άλλη η ίδια συμπεριφορά είναι ικανή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να προκαλέσει τροχαίο ατύχημα και αποτέλεσε στην συγκεκριμένη περίπτωση όρο επέλευση τους επίδικου ατυχήματος, διότι η κυκλοφορία των δίκυκλων μοτοσικλετών, που συμπεριφέρονται διαφορετικά από τα μέσα μαζικής μεταφοράς (επιταχύνουν, φρενάρουν, στρίβουν κλπ) στις λωρίδες κυκλοφορίας των τελευταίων, αυξάνει τον κίνδυνο πρόκλησης ατυχημάτων ιδίως στους ισόπεδους οδικούς κόμβους....".

Με βάση τα παραπάνω, το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση του, κατά παραδοχή του επικουρικού ισχυρισμού-ένστασης των εναγομένων περί συντρέχουσας αμέλειας του ενάγοντος στην πρόκληση του ατυχήματος και την απόρριψη του ισχυρισμού του ενάγοντος, περί ελλείψεως αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της αντικανονικής κίνησής του στην πρόκληση του ατυχήματος και στον τραυματισμό του, απέρριψε την έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος δέχτηκε την έφεση των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων στο σύνολο της ως ουσιαστικά βάσιμη, και, αφού εξαφάνισε την υπ' αριθμ. 589/2019 πρωτόδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε κρίνει διαφορετικά, ως προς τα χρηματικά ποσά που είχε επιδικάσει στον εκκαλούντα αναιρεσείοντα, κράτησε και δίκασε κατ' ουσίαν την ένδικη, από 31-7-2018 και με αριθμό καταθ.3549/2018 αγωγή του, την οποία και δέχθηκε, κατά ένα μέρος, επιδικάζοντας, τελικά, σε αυτόν, για την πιο πάνω αιτία, το χρηματικό ποσό των 58.862, 83 ευρώ, ως αποζημίωση, πρόσθετη παροχή λόγω αναπηρίας και χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης και αναγνωρίζοντας την υποχρέωση των εναγομένων να του καταβάλουν το ποσό των 25.000 ευρώ, για επιπλέον χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, όλα τα ποσά με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής έως την εξόφληση.

Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο δεν παραβίασε, ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, ούτε εκ πλαγίου, τις παραπάνω, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεις των άρθρων 10 Ν. ΓΠΝ/1911, 297, 300, 330 και 914 του Α.Κ. και 12,19 παρ. 1,2, 3 και 20 του ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.) κατά την υπαγωγή των προαναφερόμενων πραγματικών περιστατικών στη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, κατά το μέρος που ανάγονται στις πράξεις ή παραλείψεις του συνυπαίτιου (κατά ποσοστό 30%) στην πρόκληση του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος αναιρεσείοντος οδηγού της με αριθ.

κυκλ. ... δίκυκλης μοτοσικλέτας, οι οποίες ενδιαφέρουν αναιρετικά με βάση τον ερευνώμενο πρώτο λόγο της αναίρεσης, όπως θα εκτεθούν παρακάτω, αλλά διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για το αν οι διατάξεις αυτές εφαρμόστηκαν ορθά ή όχι και, ως εκ τούτου, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.

Δεν ήταν δε αναγκαία η παράθεση και άλλων για να αιτιολογηθεί χωρίς αμφιβολία η υπαιτιότητα του αναιρεσείοντος, στο ζημιογόνο αποτέλεσμα, αφού αναπτύσσονται με επάρκεια και σαφήνεια οι συνθήκες, κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα το ατύχημα, η συμπεριφορά του αναιρεσείοντος τελούσα σε αιτιώδη συνάφεια με την επέλευση του ατυχήματος και τον εξ αυτού τραυματισμό του.

Ειδικότερα, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του με σαφήνεια και πληρότητα τα συγκροτούντα την έννοια της αμέλειας περιστατικά, τα οποία επέδειξε ο ως άνω ενάγων οδηγός, σε συνδυασμό με τις παραβάσεις των διατάξεων του Κ.Ο.Κ., οι οποίες βρίσκονται σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα και συγκεκριμένα ότι ο εν λόγω οδηγός, οδηγούσε το προαναφερόμενο όχημά του, χωρίς την, κατ' αντικειμενική κρίση, απαιτούμενη επιμέλεια και προσοχή του μέσου συνετού οδηγού και χωρίς να ασκεί τον έλεγχο και την εποπτεία του οχήματος του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, εκινείτο σε λωρίδα κυκλοφορίας, η οποία προοριζόταν αποκλειστικά για τα μέσα μαζικής μεταφοράς και σημαινόταν κατά τρόπο ευκρινή και δεόντως με σχετική πινακίδα Ρ-7 (απαγόρευση για όλα τα οχήματα) και δεν μείωσε την ταχύτητα των 50 χ/ω με την οποία έβαινε κινούμενος σε κατοικημένη περιοχή.

Έτσι, αν και πλησίαζε σε ισόπεδο οδικό κόμβο και, παρότι είχε την προτεραιότητα, είχε υποχρέωση να καταβάλει ιδιαίτερη προσοχή για να μην προκαλέσει επί του κόμβου κίνδυνο ή παρακώλυση της κυκλοφορίας, ρυθμίζοντας την ταχύτητα του οχήματος του ανάλογα με τις επικρατούσες συνθήκες, ώστε να είναι σε θέση εγκαίρως να διακόψει πριν από κάθε εμπόδιο την πορεία του.

Συγκεκριμένα αντελήφθη το με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος και ήδη αναιρεσίβλητος, ιδιοκτησίας της δεύτερης εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης ασφαλισμένο στην τρίτη εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία να έχει εισέλθει και να διασχίζει το ρεύμα κυκλοφορίας του δρόμου, στο οποίο ο ίδιος με τη μοτοσικλέτα του κινείτο, μόλις από απόσταση 2,00 μέτρων, με αποτέλεσμα, λόγω της ταχύτητας που είχε αναπτύξει να μην μπορέσει να ενεργήσει επιτυχώς τροχοπέδηση ή ελιγμό προς το ελεύθερο από οχήματα δεξιό μέρος του οδοστρώματος, προς αποφυγή της σύγκρουσης ή μείωσης των συνεπειών.

Πρόδηλο, συνεπώς, τυγχάνει ότι το Εφετείο στήριξε την κρίση του περί της συνυπαιτιότητας του οδηγού της δίκυκλης μοτοσυκλέτας στην από μέρους του παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 12, 19 και 20 του Κ.Ο.Κ. Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στις από το άρθρο 559 αριθμ. 1α, και 19 του ΚΠολΔ προβλεπόμενες πλημμέλειες, οι οποίες αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, ο οποίος, ακολούθως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Οι επικαλούμενες από τον αναιρεσείοντα αιτιάσεις, ότι στην προσβαλλομένη απόφαση δεν διαλαμβάνονται ειδικές αιτιολογίες και διευκρινίσεις σε ποια απόσταση οδηγός του ΙΧΕ αυτοκινήτου μπορούσε να ελέγξει την κίνηση των οχημάτων στην λεωφορειολωρίδα αντίθετης ροής, όπου εκινείτο η μοτοσυκλέτα αυτού (αναιρεσείοντος) και ενώ γίνεται δεκτό ότι η μοτοσυκλέτα εκινείτο με κανονική ταχύτητα και με προτεραιότητα σε σχέση με το ΙΧΕ αυτοκίνητο, εν τούτοις έγινε δεκτό ότι η κίνηση της στην λεωφορειολωρίδα συνετέλεσε στην τέλεση του ενδίκου ατυχήματος, είναι απαράδεκτες.

Και τούτο διότι, οι ως άνω επικαλούμενες από τον αναιρεσείοντα διευκρινίσεις δεν αναιρούν την αιτιώδη σχέση που, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης, υπάρχει μεταξύ της ως άνω περιγραφείσας αμελούς οδηγικής συμπεριφοράς του τελευταίου και της επελθούσας από το ένδικο ατύχημα ζημίας και συνεπώς δεν διαφοροποιούν κατ' αποτέλεσμα το αποδεικτικό πόρισμα του Εφετείου σχετικά με το ουσιώδες ζήτημα της συνυπαιτιότητας του αναιρεσείοντος στην πρόκληση της ένδικης σύγκρουσης.

Σε κάθε περίπτωση οι ως άνω αιτιάσεις είναι απαράδεκτες, διότι, με αυτές, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς τους στο άρθρο 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.), καθόσον ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στην σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, σχετικά με το πιο πάνω ουσιώδες ζήτημα.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Σύμφωνα με το άρθρο 932 του ΑΚ "...σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το Δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του.

Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης". Σκοπός της διάταξης αυτής είναι να επιτυγχάνεται μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το αλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημιώσεως για ηθική βλάβη, που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα.

Με βάση τον σκοπό αυτόν αντλούνται, στη συνέχεια, ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννοιας του "ευλόγου" εκείνα τα στοιχεία που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του εν λόγω σκοπού της διάταξης. Τέτοια στοιχεία είναι κυρίως: το είδος και η βαρύτητα της ηθικής προσβολής, η περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη (στο βαθμό που επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης), η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του θύματος, οι άλλες ειδικότερες συνθήκες πρόκλησης της ηθικής βλάβης (ΑΠ 609/2020).

Τα στοιχεία αυτά πρέπει να οδηγούν τον δικαστή να σχηματίσει την κατά το άρθρο 932 ΑΚ εύλογη κρίση του (όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις, αλλά) κατ' εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης στην ατομική περίπτωση.

Συνάγεται δε το αντικειμενικό αυτό μέτρο από τον ανωτέρω σκοπό του άρθρου 932 ΑΚ και, μέσω αυτού, από την όλη κλίμακα των υπερκείμενων σκοπών του συστήματος αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας του ΑΚ (ΑΠ 609/2020, ΝΟΜΟΣ). Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του Δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από .την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης.

Επιβάλλεται όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, (άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος), υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του Δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα, που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμός 1 και 19 ΚΠολΔ Ολ.ΑΠ 10/2017, ΟΛ.ΑΠ 9/2015, ΑΠ 12/2020, ΑΠ 43/2020).

Και τούτο, διότι μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον δικαιούχο - παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και στη δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων (ΑΠ 609/2020, ΑΠ 43/2020, ΑΠ 1863/2017, ΑΠ 747/2017).

Στο σημείο αυτό σημειώνεται ότι η έννοια της αναλογικότητας είναι έννοια αυστηρότερη του "ευλόγου" και συνακόλουθα το "εύλογο" εμπεριέχεται αναγκαίως στο "ανάλογο". Άλλωστε την αρχή αυτή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μία ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του, όπως από την ιδιοκτησία του.

Ενόψει όλων αυτών η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσης χρηματικής ικανοποίησης, πρέπει να ελέγχεται αναιρετικά, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρο 559 ΚΠολΔ αναλόγως από τους αριθμούς 1 ή 19), η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παράγραφος 1 και 25 του Συντάγματος) υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας (ΟΛ/ΑΠ 9/2015, ΑΠ 511/ 2022, ΑΠ 677/2022, ΑΠ 609/2020).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 931 του ΑΚ "η αναπηρία ή η παραμόρφωση, που προξενήθηκε στον παθόντα, λαμβάνεται υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης, αν επιδρά στο μέλλον του". Ως αναπηρία θεωρείται κάποια έλλειψη της σωματικής, νοητικής ή ψυχικής ακεραιότητας του προσώπου, ενώ ως παραμόρφωση, νοείται κάθε ουσιώδης αλλοίωση της εξωτερικής εμφανίσεως του προσώπου, η οποία καθορίζεται όχι αναγκαίως κατά τις απόψεις της ιατρικής, αλλά κατά τις αντιλήψεις της ζωής.

Ως μέλλον νοείται η επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου. Δεν απαιτείται βεβαιότητα δυσμενούς επιρροής της αναπηρίας ή της παραμορφώσεως στο μέλλον του προσώπου. Αρκεί και απλή δυνατότητα κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων. Στον επαγγελματικό-οικονομικό τομέα η αναπηρία ή παραμόρφωση του ανθρώπου, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, αποτελεί αρνητικό στοιχείο στα πλαίσια του ανταγωνισμού και της οικονομικής εξελίξεως και προαγωγής του.

Οι δυσμενείς συνέπειες είναι περισσότερο έντονες σε περιόδους οικονομικών δυσχερειών και στενότητας στην αγορά εργασίας. Οι βαρυνόμενοι με αναπηρία ή παραμόρφωση μειονεκτούν και κινδυνεύουν να βρεθούν εκτός εργασίας έναντι των υγιών συναδέλφων τους (ΑΠ 12/2020). Η ανωτέρω διάταξη προβλέπει επιδίκαση από το δικαστήριο χρηματικής παροχής στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση, εφόσον συνεπεία αυτών επηρεάζεται το μέλλον του.

Η χρηματική αυτή παροχή δεν αποτελεί αποζημίωση, εφόσον η τελευταία εννοιολογικούς συνδέεται με την επίκληση και απόδειξη ζημίας περιουσιακής, δηλαδή διαφοράς μεταξύ της περιουσιακής καταστάσεως μετά το ζημιογόνο γεγονός και εκείνης που θα υπήρχε χωρίς αυτό (ΑΠ 12/2020, ΑΠ 1793/2017). Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι επιδικάζεται σε εκείνον που έχει υποστεί την αναπηρία ή την παραμόρφωση ένα εύλογο χρηματικό ποσό χωρίς σύνδεση με περιουσιακή ζημία, το ύψος του οποίου καθορίζεται με βάση ορισμένους προσδιοριστικούς παράγοντες, δηλαδή το είδος και τις συνέπειες της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης, την ηλικία, το φύλλο και τις κλίσεις του παθόντος, καθώς και με τη συνεκτίμηση του ποσοστού συνυπαιτιότητας του τελευταίου στην πρόκληση της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση της κατά τη διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ αξίωσης για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης (ΑΠ 548/2020, ΑΠ 398/2020, ΑΠ 677/2019, ΑΠ 1428/2018, ΑΠ 1423/2018, ΑΠ 215/2017, ΑΠ 405/2015, ΑΠ 150/2015).

Και στην περίπτωση αυτή (της ΑΚ 931) επιβάλλεται να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, η παραβίαση της οποίας ελέγχεται, όπως και στο άρθρο 932 ΑΚ, ως πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ (ΑΠ 398/2020, ΑΠ 548/2020). Άλλωστε την αρχή της αναλογικότητας, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζουν και οι υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μια ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμα του.

Τέλος, κρίσιμος χρόνος για τον υπολογισμό της εύλογης αυτών χρηματικής ικανοποίησης είναι ο χρόνος της συζήτησης της υποθέσεως ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, οπότε και λαμβάνεται υπόψη η τότε κατάσταση της υγείας του παθόντος (ΑΠ 1547/ 2021, ΑΠ 398/2020, ΑΠ 548/2020, ΑΠ 142/2019, ΑΠ 989/2018, ΑΠ 213/2017). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο, σχετικά με τα αφορώντα την παρούσα αναιρετική δίκη κεφάλαια της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης του ενάγοντος - αναιρεσείοντος και της κατ' άρθρο 931 ΑΚ ιδιαίτερης αποζημίωσης δέχθηκε τα εξής: "Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ενάγων κατά το χρόνο του ατυχήματος ήταν 33 ετών, είχε πολύ καλή υγεία και επεδίωκε την επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξή του.

Έτσι, κατόπιν συνεχούς επαγγελματικής εκπαίδευσης, κατείχε το υπ' αριθ. ... πιστοποιητικό του Υπουργείου Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, το οποίο πιστοποιεί ότι έχει τα απαιτούμενα προσόντα σύμφωνα με τους κανονισμούς

ΙΙ/4 της διεθνούς σύμβασης S.T.C.W 1978, ότι είναι ικανός να ασκήσει καθήκοντα ναυσιπλοΐας, χειρισμού φορτίου, στοιβασίας, ελέγχου λειτουργίας του πλοίου, φροντίδας των επιβαινόντων, συντήρησης και επισκευών, σε επίπεδο υποστήριξης και ότι μπορεί να ναυτολογηθεί στην ειδικότητα του κατώτατου ναυτικού φυλακής γέφυρας.

Βάσει αυτού του πιστοποιητικού μπορούσε να εργάζεται σε δεξαμενόπλοια, πετρελαιοφόρα, χημικά και υγραεριοφόρα και σε επιβατικά- οχηματαγωγά. Η ολική σπληνεκτομή που υπέστη συνεπάγεται ατέλεια και έλλειψη της σωματικής ακεραιότητάς του, σε σχέση με την προηγούμενη κατάστασή του, αφού περιάγει τον οργανισμό του σε κατάσταση μειωμένης άμυνας και ανοσοκαταστολής και συνιστά μόνιμη μερική αναπηρία, ή οποία θα επιδράσει δυσμενώς στο μέλλον του.

Ειδικότερα, αυτός θα είναι ευάλωτος εφ' όρου ζωής σε ιογενείς και μικροβιακές λοιμώξεις (λ.χ. πνευμονία, μηνιγγίτιδα, αιμόφιλο της ινφλουέντσας, πνευμονιόκοκκο, γρίππη, σηψαιμία κ.α.), νεοπλασίες και θρομβώσεις, θα πρέπει να υποβάλλεται τακτικά σε εμβολιασμούς και προφυλακτικές φαρμακευτικές αγωγές, θα πρέπει να αποφεύγει τους μη επαρκώς αεριζόμενους χώρους και τις συγκεντρώσεις προσώπων και θα δυσκολεύεται να εκτελεί βαριές εργασίες.

Έτσι, όμως, θα υποστεί περιορισμούς στο επάγγελμά του, το οποίο συνεπάγεται πολύωρη παραμονή σε κλειστούς χώρους, καθημερινό συγχρωτισμό με πολλά πρόσωπα, επίπονες συνθήκες εργασίας και ταξίδια σε περιοχές με υποβαθμισμένο σύστημα υγείας και επικίνδυνες για τη μετάδοση διαφόρων λοιμώξεων, και με το πέρασμα του χρόνου θα υπολείπεται, έναντι των συναδέρφων του αφού εκείνοι θα προηγούνται επαγγελματικά και θα έχουν περισσότερη εμπειρία, εφόδια και προσόντα.

Επιπλέον, θα υποστεί περιορισμούς και στις κοινωνικές εκδηλώσεις και γενικά στην κοινωνική εξέλιξή του και θα επηρεαστεί και η ψυχοσύνθεσή του αφού διαρκώς στη ζωή του θα υπάρχει ο φόβος προσβολής του από διάφορες ασθένειες και η μέριμνα αποφυγής τους. Κατά συνέπεια ο ενάγων δικαιούται την πρόσθετη παροχή του άρθρου 931 Α.Κ., η οποία πρέπει να καθοριστεί στο ποσό των 30.000 ευρώ, κατόπιν σταθμίσεως του είδους της αναπηρίας που υπέστη, της έκτασης και των συνεπειών αυτής στην επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική του εξέλιξη και στην καθημερινή του ζωή, της ηλικίας του και του βαθμού συνυπαιτιότητας του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου πρώτου εναγομένου και του ίδιου για την πρόκληση του ατυχήματος.

Επίσης, ο πρώτος ενάγων δικαιούται και χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη, η οποία θα πρέπει να καθοριστεί στο ποσό των 35.000 ευρώ, το οποίο κρίνεται εύλογο και δίκαιο κατόπιν σταθμίσεως των συνθηκών υπό τις υπό τις οποίες έλαβε χώρα το ατύχημα, του είδους του τραυματισμού του, της διάρκειας της νοσηλείας του, της διάρκειας της ανικανότητάς του για εργασία, της ψυχικής και σωματικής ταλαιπωρίας του, της μερικής μόνιμης αναπηρίας του, του βαθμού συνυπαιτιότητας του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου πρώτου εναγομένου και του ίδιου της και της οικονομικής (μέτρια, χωρίς ιδιαίτερα εισοδήματα) και κοινωνικής κατάστασης των μερών (εκτός της τρίτης εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρίας, της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική)".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο επιδίκασε, τελικά, στον αναιρεσείοντα, το χρηματικό ποσό των 35.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση του, λόγω ηθικής βλάβης και το χρηματικό ποσό των 30.000 ευρώ ως ιδιαίτερη αποζημίωση κατ' άρθρο 931 ΑΚ, και αναγνώρισε την υποχρέωση των εναγομένων να του καταβάλουν το ποσό των 25.000 ευρώ ως επιπλέον χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης.

Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο, δηλαδή με το να καθορίσει τη χρηματική ικανοποίηση του αναιρεσείοντος, λόγω ηθικής βλάβης, και την ιδιαίτερη αποζημίωση στα πιο πάνω ποσά, δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι τα ποσά αυτά, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, δεν υπολείπονται, και μάλιστα καταφανώς, εκείνων που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποίησης και ιδιαίτερης εκ του άρθρου 931 ΑΚ αποζημίωσης.

Επομένως, είναι αβάσιμοι οι σχετικοί δεύτερος και τρίτος, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγοι της αναίρεσης, με τους οποίους ο αναιρεσείων, κατ' εκτίμηση όσων διαλαμβάνονται σ' αυτούς, με την επίκληση των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 1, 5 παρ. 1 και 25 παρ. 1 (εδάφ. δ') του Συντάγματος και 931 και 932 του ΑΚ, προσάπτει στην πληττόμενη απόφαση τις αιτιάσεις ότι, κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας, αλλά και καθ' υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, το Εφετείο, κατά την εφαρμογή των παραπάνω, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων, του επιδίκασε, ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, από τον τραυματισμό του, και ιδιαίτερης εκ του άρθρου 931 ΑΚ αποζημίωσης τα επίμαχα ποσά, τα οποία, όμως, είναι δυσαναλόγως μικρά σε σχέση με αυτά που ζήτησε με την ένδικη αγωγή του, όπως προκύπτει από τις συνθήκες της αδικοπραξίας (του τροχαίου ατυχήματος) και επιδικάζεται σε ανάλογες περιπτώσεις.

Μετά από αυτά και ενόψει της μη προβολής άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει κατατεθεί κατά την άσκησή της στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ), ο δε αναιρεσείων, που ηττήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα της παριστάμενης τρίτης των αναιρεσιβλήτων που κατέθεσε προτάσεις κατά το σχετικό νόμιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει, την από 10-2-2021 και με αριθμό καταθ 111/2021 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 6310/2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων για την άσκηση της αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της τρίτης των αναιρεσιβλήτων τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Φεβρουαρίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Οκτωβρίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ