Legislator Case Law & Legislation
1599/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on consumer protection grounds, ruling guarantor is a business actor not a consumer.

Case Number 1599/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision rejecting her consumer protection claim. The appellant argued she was a consumer, but the court found she acted as a business entity in her own interest through the guarantee contract. Consequently, the court ruled the appeal inadmissible and ordered the appellant to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Art. 1 para. 4 of Law 2251/1994; Art. 1 para. 5 of Law 3587/2007: A person providing a guarantee in their own interest within a business context does not qualify as a consumer under consumer protection laws.

Keywords

AI generated
consumer protection guarantee contract business actor consumer status unfair terms contract law consumer rights

Cited Legislation

AI generated
Art. 1 para. 4 of Law 2251/1994
Art. 1 para. 5 of Law 3587/2007
Art. 552 of the Code of Civil Procedure
Art. 553 of the Code of Civil Procedure
Art. 556 of the Code of Civil Procedure
Art. 558 of the Code of Civil Procedure
Art. 564 of the Code of Civil Procedure
Art. 566 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 577 no. 3 of the Code of Civil Procedure
Art. 559 of the Code of Civil Procedure
Art. 495 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Art. 106 of the Code of Civil Procedure
Art. 176 of the Code of Civil Procedure
Art. 183 of the Code of Civil Procedure
Art. 191 no. 1 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
OL AP 15/2007
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1599 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1599/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή - Εισηγήτρια και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Μ. Γ. του Β., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Λάρδα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "….Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Ναταλία Λούβρου και Παναγιώτη Τζανετόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/2/2017 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3057/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5744/2019 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27/2/2020 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ'αριθμ. 5744/2019 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης αποφάσεως που είχε απορρίψει κατ'ουσίαν την αγωγή της. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αριθμ.3 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 2 παρ. 6 του ν.2251/1994, που έχει τίτλο "προστασία καταναλωτών" όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το ν. 3587/2007 και έχει εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση, αφού η καταχρηστικότητα ενός Γ.Ο.Σ. κρίνεται σύμφωνα με το δίκαιο που ισχύει κατά το χρόνο που γίνεται η χρήση αυτού (Oλ ΑΠ 15/2007), οι όροι που έχουν διαμορφωθεί εκ των προτέρων για μελλοντικές συμβάσεις (γενικοί όροι των συναλλαγών) απαγορεύονται και είναι άκυροι αν έχουν ως αποτέλεσμα τη σημαντική διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή, ο δε καταχρηστικός χαρακτήρας γενικού όρου ενσωματωμένου σε σύμβαση κρίνεται, αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή υπηρεσιών που αφορά η σύμβαση, ο σκοπός της, το σύνολο των ειδικών συνθηκών κατά τη σύναψή της και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της συμβάσεως ή άλλης συμβάσεως από την οποία αυτή εξαρτάται.

Εκτός από την ανωτέρω γενική ρήτρα για την καταχρηστικότητα των Γ.Ο.Σ., συνεπεία διαταράξεως της συμβατικής ισορροπίας, στην παρ. 7 του ιδίου ως άνω όρθρου 2 παρατίθεται ενδεικτικός κατάλογος ειδικών καταχρηστικών Γ.Ο.Σ., θεωρουμένων κατ' αμάχητο τεκμήριο καταχρηστικών (ΑΠ 1463/2017). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 4 περ.

α' του ιδίου ως άνω ν. 2251/1994, ως καταναλωτής νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή ενώσεις προσώπων χωρίς νομική προσωπικότητα για τα οποία προορίζονται τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες που προσφέρονται στην αγορά και τα οποία κάνουν χρήση των προϊόντων ή των υπηρεσιών αυτών, εφόσον αποτελούν τον τελικό αποδέκτη τους.

Καταναλωτής είναι επίσης και κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που εγγυάται υπέρ καταναλωτή, εφόσον δεν ενεργεί στο πλαίσιο της επαγγελματικής ή επιχειρηματικής δραστηριότητάς του. Ειδικότερα, καταναλωτής, σύμφωνα με την προαναφερομένη διάταξη του ν. 2251/1994, που είναι άξιος της σχετικής προστασίας του, είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που αποκτά το προϊόν ή τις υπηρεσίες για ικανοποίηση όχι μόνο των ατομικών αλλά και των επαγγελματικών του αναγκών, αρκούντος απλώς και μόνον του γεγονότος ότι είναι ο τελικός αποδέκτης τούτων (ΑΠ 368/2019, ΑΠ 999/2019,ΑΠ 828/2018).

Τέτοιος δε τελικός αποδέκτης, και όχι ενδιάμεσος, είναι εκείνος, που αναλίσκει ή χρησιμοποιεί το πράγμα σύμφωνα με τον προορισμό του, χωρίς να έχει την πρόθεση να το μεταβιβάσει αυτούσιο ή ύστερα από επεξεργασία σε άλλους αγοραστές, καθώς και αυτός που χρησιμοποιεί ο ίδιος την υπηρεσία και δεν τη διοχετεύει σε τρίτους.

Στο πλαίσιο της ελληνικής εννόμου τάξεως, δεν έχουν θεσπισθεί ειδικές νομοθετικές ρυθμίσεις που να αφορούν αμέσως τις προϋποθέσεις και την έκταση του ελέγχου των ΓΟΣ τραπεζών. Δεδομένης όμως της διαρκούς επεκτάσεως των μαζικών συναλλαγών με συνέπεια τη συνηθέστατη προσχώρηση του ασθενέστερου οικονομικά μέρους σε μονομερώς διατυπωμένους όρους πρέπει να γίνει δεκτή η επέκταση της προστασίας του καταναλωτή και στις τραπεζικές συναλλαγές.

Και τούτο διότι από την ευρεία, ως ανωτέρω, διατύπωση της διατάξεως του άρθρου 1 παρ. 4 περ. α' του ν. 2251/1994 δεν συνάγεται πρόθεση του νομοθέτη να αποκλείσει από το πεδίο εφαρμογής του νόμου τις συναλλαγές αυτές. Εξάλλου, οι συνήθεις τραπεζικές υπηρεσίες, μεταξύ των οποίων και η χορήγηση δανείων και πιστώσεων απευθύνονται πάντοτε στον τελικό τους αποδέκτη, διότι αναλώνονται με τη χρήση τους.

Υπό την εκδοχή αυτή, οι ως άνω τραπεζικές υπηρεσίες είναι παροχές προς τελικούς αποδέκτες, ακόμη και όταν αυτοί είναι έμποροι ή επαγγελματίες και χρησιμοποιούν αυτές για την ικανοποίηση επιχειρηματικών ή επαγγελματικών τους αναγκών, αναλισκόμενες αμέσως από τους ίδιους στο πλαίσιο τραπεζικής συναλλαγής και όχι ενδιάμεσης προς περαιτέρω μεταβίβασή τους.

Έτσι, υπάγονται στην προστασία του ν. 2251/1994 όχι μόνο οι τραπεζικές υπηρεσίες, που από τη φύση τους απευθύνονται σε ιδιώτες πελάτες για την εξυπηρέτηση προσωπικών τους αναγκών, αλλά και αυτές που απευθύνονται σε επαγγελματίες, όπως είναι η χορήγηση δανείων και πιστώσεων για την εξυπηρέτηση επαγγελματικών ή επιχειρηματικών αναγκών.

Επιπροσθέτως μέχρι την αντικατάσταση του ν. 2251/1994 με το ν. 3587/2007 δεν υπήρχε στην ελληνική έννομη τάξη ρύθμιση προστασίας ως καταναλωτή του εγγυητή γενικώς και ειδικότερα του εγγυητή επαγγελματικού ή επιχειρηματικού δανείου. Ωστόσο, λόγω του παρεπομένου χαρακτήρα της εγγυητικής συμβάσεως έναντι της κύριας οφειλής, κατ' άρθρο 847 Α.Κ., γινόταν δεκτό ότι, όταν ο πρωτοφειλέτης - δανειολήπτης επαγγελματικού ή επιχειρηματικού δανείου έχει την ιδιότητα του καταναλωτή ως τελικός αποδέκτης τούτου και τυγχάνει προστασίας του άνω νόμου, της ιδίας προστασίας πρέπει να τυγχάνει και ο εγγυητής αυτού, εφόσον η εγγύηση δεν εντάσσεται στο πλαίσιο της επιχειρηματικής ή επαγγελματικής δραστηριότητας του τελευταίου και τούτο διότι δεν δικαιολογείται δυσμενέστερη αντιμετώπιση του εγγυητή από τον πρωτοφειλέτη.

Ήδη, όμως, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 4 περ. ββ του ιδίου ως άνω νόμου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 5 του ν. 3587/2007, εντάσσεται ρητώς στο προστατευτικό πεδίο αυτού και κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που εγγυάται υπέρ καταναλωτή, εφόσον δεν ενεργεί στο πλαίσιο της επαγγελματικής ή επιχειρηματικής δραστηριότητάς του (ΟλΑΠ13/2015, ΑΠ1138/2020, ΑΠ387/2020, ΑΠ368/2019, ΑΠ 1463/2017).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Με τον λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμου βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ ΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 6/2019, Ολ ΑΠ 7/2006).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της εννόμου συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία).

Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νομίμου βάσεως, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος, διότι στην κρίση αυτή το Δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος.

Με τον λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (Ολ ΑΠ 1/1999, ΑΠ 1137/2019, ΑΠ 118/2019, ΑΠ 224/2018). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος, τα εξής: < Το 2005 δυνάμει συμβάσεως παροχής πιστώσεως με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό χορηγήθηκε από την εναγομένη Τράπεζα στην εταιρεία "………ΑΕ" πίστωση μέχρι του ποσού του 1.200.000 ευρώ, την εμπρόθεσμη δε και ολοσχερή εξόφληση κάθε χρεωστικού υπολοίπου εγγυήθηκαν οι Β.

Γ., πατέρας της ενάγουσας και Ν. Κ.. Ακολούθως, αυξήθηκε το όριο της πιστώσεως σε 3.000.000 ευρώ. Με την 146/7006454/3 σύμβαση αυξήσεως πιστωτικού ορίου η πίστωση ανήλθε σε 11.000.000 ευρώ. Στην εν λόγω σύμβαση συμβλήθηκαν ως εγγυητές ο Ν. Κ., η ενάγουσα και οι Β. Γ. και Α.- Β. Γ. ( πατέρας και αδελφός αυτής).... Μετά την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της πιστούχου εταιρείας τον Νοέμβριο του 2011, η ενάγουσα και ο αδελφός της απέκτησαν 12% έκαστος του μετοχικού κεφαλαίου, ο πατέρας τους το 23% και συνολικά η οικογένεια της ενάγουσας κατείχε το 47% των μετοχών της πιστούχου.

Η ενάγουσα, η οποία έχει πτυχίο MARKETING & COMMUNICATIONS του Πανεπιστημίου της Βοστώνης, από τον Σεπτέμβριο του 2005 ήταν διευθυντικό στέλεχος της πιστούχου. Ειδικότερα ήταν υπεύθυνη του τμήματος MARKETING, στις 21-3-2006 της ανετέθη το τμήμα εταιρικών ανακοινώσεων και τον Ιανουάριο του 2010 το ΔΣ της πιστούχου της ανέθεσε τα καθήκοντα της προϊσταμένης της υπηρεσίας εξυπηρέτησης μετόχων και υπεύθυνης τμήματος.

Το 2010 αποχώρησε ο πατέρας της ενάγουσας από τη θέση του προέδρου του ΔΣ της πιστούχου και εξελέγη η ενάγουσα, ως μη εκτελεστικό μέλος αυτού, ενώ ο αδελφός της εξελέγη αντιπρόεδρος Β. Παράλληλα η ενάγουσα συμμετείχε ως μέλος σε ΔΣ εξωχώριων υποθυγατρικών της πιστούχου εταιρείας.... Η επαγγελματική ενασχόληση της ενάγουσας σε νευραλγικά τμήματα της πιστούχου εταιρείας, η οποία, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή ήταν οικογενειακή επιχείρηση, καταδεικνύει ότι είχε άμεση και ουσιαστική γνώση της επιχειρηματικής δραστηριοποιήσεώς της, η οποία περιελάμβανε σαφέστατα και τα οικονομικά της δεδομένα.

Το γεγονός αυτό αποδεικνύεται από τα ως άνω έγγραφα, σε συνδυασμό με τη συμμετοχή της στο ΔΣ τόσο της πιστούχου όσο και των εξωχώριων θυγατρικών εταιρειών της...Σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, η ενάγουσα ως διευθυντικό στέλεχος συνεργαζόταν στενά με έτερα διευθυντικά στελέχη της πιστούχου, όπως τον πατέρα και τον αδελφό της και είχε τη δυνατότητα να ενημερώνεται για την πορεία της οικονομικής καταστάσεως της πιστούχου και των εταιρειών στο ΔΣ των οποίων συμμετείχε, ακόμη και αν οι σπουδές της δεν ήταν οικονομικού περιεχομένου....

Το μεικτό ύψος των αποδοχών που λάμβανε η ενάγουσα από την πιστούχο και ο αριθμός των 1.150 μετοχών που κατείχε δεν συνιστά κριτήριο ότι η ενάγουσα διατηρούσε μια απλή εργασιακή σχέση με την πιστούχο, διότι σε σύντομο χρονικό διάστημα μετά τη σύναψη της σύμβασης εγγύησης η πιστούχος προέβη σε αύξηση του μετοχικού της κεφαλαίου κατά 1.479.000 ευρώ, στην οποία η ενάγουσα συμμετείχε κατά ποσοστό 50% περίπου με την καταβολή ποσού 700.000 ευρώ.

Η καταβολή εκ μέρους της ενάγουσας του εν λόγω ποσού ελάχιστους μήνες μετά την αποχώρηση από την εργασία της καταδεικνύει υψηλά εισοδήματα και αυξημένη οικονομική δυνατότητα, η οποία σαφέστατα δεν προήλθε από τις αποδοχές που εισέπραττε από την πιστούχο και πρόθεση για ενεργή συμμετοχή στην πιστούχο....

Η αύξηση του πιστωτικού ορίου της πιστούχου σε 11.000.000 ευρώ και η σύμβαση εγγυήσεως έγιναν στις 17-6-2011, ενώ η αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της αποφασίσθηκε, με εισήγηση του ΔΣ στο οποίο συμμετείχε και η ενάγουσα, στις 18-7-2011, γεγονός που καταδεικνύει ότι κατά το χρόνο κατάρτισης της ένδικης σύμβασης εγγύησης η ενάγουσα είχε άμεσο προσωπικό συμφέρον να παράσχει εγγύηση, προκειμένου να χρηματοδοτηθεί η πιστούχος, καθόσον σκόπευε να αυξήσει τη μετοχική συμμετοχή της σ' αυτή, όπως έπραξε στη συνέχεια....Η συμμετοχή της ενάγουσας ως μη εκτελεστικό μέλος στο ΔΣ της πιστούχου δεν ήταν η μόνη δυνατότητα ενημέρωσής της για τις εταιρικές υποθέσεις, δεδομένου ότι είχε κάθε δυνατότητα να ενημερώνεται από τον πατέρα και τον αδελφό της, από έτερα διευθυντικά στελέχη, με τα οποία συνεργαζόταν καθημερινά καθώς και από το λογιστήριο της εταιρείας.....

Επομένως, η ενάγουσα-εγγυήτρια δεν μπορεί να θεωρηθεί ως καταναλωτής και να υπαχθεί στην προστασία του σχετικού νόμου, διότι σύναψε την επίμαχη σύμβαση εντός του πλαισίου των επαγγελματικών της σχέσεων με άμεσο στόχο να χρηματοδοτηθεί η πιστούχος εταιρεία που ήταν οικογενειακή επιχείρηση...., κατά το χρόνο κατάρτισης της ένδικης σύμβασης η ενάγουσα ήταν φορέας της πιστούχου, το συμφέρον της οποίας ταυτιζόταν με τα ίδια ατομικά επιχειρηματικά συμφέροντα της ενάγουσας, στα πλαίσια και για την εξυπηρέτηση των οποίων συμβλήθηκε, όπως έπραξαν ο πατέρας και ο αδελφός της με την εναγομένη, τελώντας σε πλήρη γνώση του περιεχομένου των συμβατικών όρων της εγγυήσεως, καθώς και των δεσμεύσεων που αυτή συνεπαγόταν....Η δανειοδότηση αφορούσε την επιχειρηματική επέκταση της πιστούχου και η ενάγουσα, η οποία δραστηριοποιείτο επιχειρηματικά μέσω της πιστούχου εταιρείας, συνεβλήθη με την εναγομένη προς ίδιον όφελος, καθόσον ταυτιζόταν με την επιχειρηματική δραστηριότητα του νομικού προσώπου της εταιρείας, αφού η πορεία των εταιρικών υποθέσεων και τα αποτελέσματά της είχαν άμεση επίδραση στην οικονομική της κατάσταση.

Στην παροχή της εγγυήσεως προέβη η ενάγουσα στα πλαίσια της επαγγελματικής της ενασχόλησης, αποβλέποντας αποκλειστικά στην εξυπηρέτηση των προσωπικών της συμφερόντων από την προσδοκία των κερδών που θα απέφερε στην πιστούχο εταιρεία ο μεγάλης οικονομικής αξίας δανεισμός και στη συνακόλουθη προσωπική της ωφέλεια, χωρίς να υφίσταται περιορισμός της ελευθερίας της ή άγνοιά της περί των όρων της εγγυήσεως.

Συνεπώς, η ενάγουσα δεν εμπίπτει στις διατάξεις του Ν 2251/1994 που προστατεύουν τον καταναλωτή, ως ασθενέστερο μέρος της προκείμενης συμβάσεως, καθόσον αυτή απομακρύνεται από το πρότυπο του μέσου αποταμιευτή, επενδυτή ή επαγγελματία, εμφανίζεται ως γνώστης του οικείου συναλλακτικού κύκλου και δεν έχει ανάγκη της παρεχόμενης στους άπειρους και συνήθεις καταναλωτές προστασίας> .

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που είχε απορρίψει την ένδικη αγωγή της ως αβάσιμη κατ'ουσίαν. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 1 παρ.4 του Ν 2251/1994.

Αφού υπό τα ως άνω ανελέγκτως γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους και ειδικότερα, με το να δεχθεί (το Εφετείο) ότι η ενάγουσα - εγγυήτρια δεν μπορεί να θεωρηθεί ως καταναλωτής και να υπαχθεί στην προστασία του Ν 2251/1994, διότι σύναψε την επίμαχη σύμβαση εγγυήσεως στο πλαίσιο της επαγγελματικής της ενασχολήσεως σε νευραλγικά τμήματα της πιστούχου εταιρείας (οικογενειακής επιχειρήσεως), της συμμετοχής της στο ΔΣ της πιστούχου και των εξωχώριων θυγατρικών εταιρειών αυτής, της συμμετοχής της στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της πιστούχου εταιρείας, της επιχειρηματικής δραστηριοποιήσεώς της μέσω της πιστούχου, της ταυτίσεώς της με την επιχειρηματική δραστηριότητα του νομικού προσώπου της πιστούχου εταιρείας, συμβληθείσα με την εναγομένη προς ίδιον όφελος, γιατί η πορεία των εταιρικών υποθέσεων και τα αποτελέσματά της είχαν άμεση επίδραση στην οικονομική της κατάσταση, αποβλέποντας αποκλειστικά στην εξυπηρέτηση των προσωπικών συμφερόντων της από την προσδοκία των κερδών που θα απέφερε στην πιστούχο εταιρεία η δανειοδότησή της από την εναγομένη και στη συνακόλουθη προσωπική της ωφέλεια.

Τα ανωτέρω δεστοιχεία δεν εντάσσουν σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, την ενάγουσα-εγγυήτρια στην έννοια του καταναλωτή υπαγομένου στο προστατευτικό πεδίο του άρθρου 1 παρ.4 του Ν 2251/1994, όπως αντικ. με άρθρο 1 παρ. 5 Ν 3587/2007, καθόσον αυτά εμπίπτουν στο πλαίσιο της προαναφερόμενης επιχειρηματικής δραστηριότητάς της.

Επομένως, ο πρώτος αναιρετικός λόγος από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσεως, αφού από το αιτιολογικό της προκύπτουν σαφώς όλα τα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση περί της μη συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των ανωτέρω διατάξεων που δεν εφαρμόσθηκαν, ενώ έχει τις αναγκαίες αιτιολογίες, οι οποίες είναι σαφείς, πλήρεις και δεν αντιφάσκουν μεταξύ τους, καθιστούν δε εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή μη υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στις προαναφερθείσες διατάξεις.

Επομένως, ο δεύτερος αναιρετικός λόγος από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος. Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι υπό την επίκληση της πλημμέλειας των ασαφών και αντιφατικών αιτιολογιών, πλήττεται η ανέλεγκτη περί την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατέβαλε η αναιρεσείουσα στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρα 106,176, 183, 189 αριθ.1, 191 αριθ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 27-2-2020 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5744/2019 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Ιουλίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Σεπτεμβρίου 2022.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ