Legislator Case Law & Legislation
1599/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding appealable judgment review in civil property dispute.

Case Number 1599/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by two defendants against a lower court's decision to reject their request for retrial. The appellants argued that the appellate court improperly relied on a criminal judgment to evaluate property ownership, but the court found this argument inadmissible. The court ruled that challenging the factual assessment of the property dispute violated the principle of non-appealable fact-finding, leading to the rejection of the appeal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 495, 551, 552, 553, 556, 558, 564, 566 para. 1 of the Code of Civil Procedure; The appeal is inadmissible when it challenges the court's evaluation of factual circumstances regarding property ownership, as such assessments are non-appealable.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal property ownership dispute factual assessment review non-appealable facts civil procedure code retrial request rejection judicial cost allocation

Cited Legislation

AI generated
Articles 495, 551, 552, 553, 556, 558, 564, 566 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 495 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Article 559 para. 19 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1599 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1599/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Πέτρο Σαλίχο, Ιωάννη Φιοράκη, Παρασκευή Καλαϊτζή, Λάμπρο Καρέλο, εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Σεπτεμβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. Ν. Κ., κατοίκου ... και 2) Δ. Ν. Κ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Μαρκάτο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Ι. Κ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, 2) Β. συζ. Σ. Μ., το γένος Σ. Κ., κατοίκου ..., 3) Μ. συζ. Π. Λ., το γένος Σ. Κ., κατοίκου ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Φλώρα Τριανταφύλλου και 4) Π., χας Σ. Κ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε. Στο σημείο αυτό η ανωτέρω δικηγόρος Φλώρα Τριανταφύλλου δήλωσε ότι η 4η αναιρεσίβλητη Π. χα Σ. Κ. πέθανε στις 13-6-1999 και κληρονομήθηκε από τις 2η και 3η αναιρεσίβλητες Β. συζ. Σ. Μ., το γένος Σ. Κ. και Μ. συζ. Π. Λ., το γένος Σ. Κ., οι οποίες συνεχίζουν τη δίκη που διακόπηκε βίαια και τις οποίες εκπροσωπεί.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-11-1997 αγωγή των αναιρεσιβλήτων στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 57/1999 προδικαστική, 320/2001 οριστική του παραπάνω Δικαστηρίου, 35/2006 του Εφετείου Δωδεκανήσου, 1607/2008 του Αρείου Πάγου και, μετά από αναψηλάφηση των αναιρεσειόντων, η 200/2014 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 14-9-2016 αίτησή τους, η συζήτηση της οποίας ορίστηκε για τις 15-112017, οπότε αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 24-1-2018 και εν συνεχεία για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως αναφέρεται παραπάνω και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους ζήτησαν των μεν αναιρεσειόντων την παραδοχή, των δε αναιρεσιβλήτων την απόρριψη της αίτησης και καθένας την καταδίκη του άλλου στη δικαστική του δαπάνη.

Εισηγητής ορίσθηκε ο Αρεοπαγίτης Λάμπρος Καρέλος.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση αίτηση στρέφεται κατά της 200/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Με την απόφαση αυτή απερρίφθη, ερήμην των πρώτου και τετάρτης αναιρεσιβλήτων και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, αίτηση των αναιρεσειόντων για αναψηλάφηση της 35/2006 απόφασης του ίδιου Δικαστηρίου (Εφετείου Δωδεκανήσου), με την οποία είχε γίνει δεκτή έφεση των αναιρεσιβλήτων κατά της 320/2001 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, εξαφανίστηκε η τελευταία αυτή απόφαση και έγινε δεκτή διεκδικητική αγωγή ακινήτου των αναιρεσιβλήτων κατά των αναιρεσειόντων, η οποία είχε απορριφθεί με την παραπάνω 320/2001 απόφαση. Η αίτηση, ως προς τις δεύτερη και τρίτη αναιρεσίβλητες, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 551, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, ως προς αυτές, να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ), αφού, για τους κατωτέρω λόγους, χωρισθεί η υπόθεση ως προς τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους, κατ' άρθρο 576 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά το άρθρο 62 νόμου 4139/2013, λόγω της απλής μεταξύ των αναιρεσιβλήτων ομοδικίας (άρθρο 74 ΚΠολΔ), ενόψει του ανωτέρω αντικειμένου της διαφοράς (ΑΠ 1225/17).

Ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο Κ. Ι. Κ., κάτοικο ..., ο οποίος δεν εμφανίστηκε κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, πρέπει, επειδή αυτός δεν κλητεύτηκε στην παραπάνω συζήτηση από τους αναιρεσείοντες, οι οποίοι, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης, επισπεύδουν τη συζήτησή της, να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της υπό κρίση αίτησης, κατά το άρθρο 576 παρ. 2α ΚΠολΔ, σύμφωνα με το οποίο, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση.

Ειδικότερα:

Κατά το άρθρο 134 παρ. 1α ΚΠολΔ, αν το πρόσωπο στο οποίο γίνεται η επίδοση διαμένει ή έχει την έδρα του στο εξωτερικό, η επίδοση γίνεται στον εισαγγελέα του δικαστηρίου, στο οποίο εκκρεμεί ή πρόκειται να εισαχθεί η δίκη ή σ' αυτό που εξέδωσε την επιδιδόμενη απόφαση και, για δίκες στο ειρηνοδικείο, στον εισαγγελέα του πρωτοδικείου, στην περιφέρεια του οποίου υπάγεται το ειρηνοδικείο.

Συνεπώς, για δίκες στον Άρειο Πάγο, η παραπάνω επίδοση πρέπει να γίνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Επίσης, κατά την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου, ο εισαγγελέας, όταν παραλάβει το έγγραφο, οφείλει να το αποστείλει, χωρίς υπαίτια καθυστέρηση, στον Υπουργό των Εξωτερικών, ο οποίος έχει την υποχρέωση να το διαβιβάσει σε εκείνον προς τον οποίο γίνεται η επίδοση.

Εξάλλου, η επίδοση και κοινοποίηση δικαστικών και εξωδίκων πράξεων μεταξύ Ελλάδας και Αυστραλίας ρυθμίζονται από την από 27-2-1936 μεταξύ Ελλάδας και Μεγάλης Βρετανίας Σύμβαση δικαστικής αρωγής σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, η οποία κυρώθηκε με τον ΑΝ 730/1937 (ΦΕΚ 227/Α/15.6.1937) και άρχισε να ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 14 αυτής, από την ανταλλαγή των επικυρώσεών της από τα συμβαλλόμενα μέρη στις 16-11-1937 και στην οποία Σύμβαση προσχώρησε νόμιμα, σύμφωνα με όσα ορίζονται στα άρθρα 15 και 16 αυτής, η Αυστραλία στις 14-12-1938, με ισχύ αυθημερόν (ΦΕΚ 445/Α/1938).

Κατά το άρθρο 4 παρ. α της εν λόγω Σύμβασης, η επίδοση (όπως προβλέπεται στο άρθρο 3) μπορεί να γίνει και χωρίς οποιαδήποτε αίτηση προς τις αρχές της χώρας εκτέλεσης, όπως και χωρίς μεσολάβηση των αρχών αυτών, με έναν απ' τους τρόπους που αναφέρονται στο άρθρο 4. Από το συνδυασμό των άρθρων 3 παρ. η και 4 παρ. δ της Σύμβασης προκύπτει, ότι με τις διατάξεις αυτές καθιερώνεται η αρχή της πραγματικής περιέλευσης του επιδοτέου εγγράφου στον παραλήπτη, η οποία αποδεικνύεται, αν μεν η επίδοση γίνει σύμφωνα με το άρθρο 3 της Σύμβασης (δηλαδή, μέσω της αρμοδίας αρχής της χώρας εκτέλεσης) με πιστοποιητικό της αρχής εκτέλεσης της αίτησης επίδοσης, που θα αποδεικνύει ότι έγινε η επίδοση και, αν η επίδοση δεν πραγματοποιήθηκε, με πιστοποιητικό που θα επεξηγεί τους λόγους, για τους οποίους δεν έγινε, εκθέτοντας το γεγονός, τον τρόπο και την ημερομηνία της απόπειρας επίδοσης.

Αν η επίδοση γίνει σύμφωνα με το άρθρο 4 της Σύμβασης, θα αποδεικνύεται με πιστοποιητικό επίδοσης, σύμφωνα με τη νομοθεσία της χώρας του συμβαλλόμενου μέρους που επιμελήθηκε την επίδοση, οι δικαστικές αρχές της οποίας θα ελέγξουν το ζήτημα της εγκυρότητας της επίδοσης κατά το οικείο εσωτερικό δίκαιο, ενώ, για τον υπολογισμό της, κατά το άρθρο 568 παρ. 4 ΚΠολΔ, προθεσμίας των ενενήντα ημερών, λαμβάνεται υπόψη ο χρόνος της πραγματικής περιέλευσης του δικογράφου σε εκείνον που αφορά η επίδοση, καθόσον η διάταξη του άρθρου 136 παρ. 1 ΚΠολΔ, κατά την οποία η προθεσμία αυτή αρχίζει από τότε που παραδόθηκε το επιδοτέο έγγραφο στον Εισαγγελέα, έχει καταστεί ανενεργό με την παραπάνω σύμβαση (ΑΠ 19/17).

Εν προκειμένω, από την …0/2.8.2017 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Πειραιά Ν. Κ., που προσκομίζουν οι αναιρεσείοντες για την κλήτευση του απολειπομένου, κατά τα ανωτέρω, πρώτου αναιρεσίβλητου Κ. Ι. Κ., προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με κλήση για συζήτησή της στην αρχική δικάσιμο της 15.11.2017, οπότε αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 24.1.2018 και, εν συνεχεία, για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, επιδόθηκε στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, για να διαβιβασθεί στον πρώτο αναιρεσίβλητο, στην Αυστραλία, στην αναφερόμενη γνωστή διαμονή του.

Η επίδοση, όμως, αυτή είναι άκυρη, αφενός μεν διότι έγινε προς τον ανωτέρω Εισαγγελέα, ο οποίος ήταν αναρμόδιος και όχι, όπως θα έπρεπε, προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ο οποίος ήταν αρμόδιος, αφού πρόκειται για υπόθεση που εκκρεμεί στον Άρειο Πάγο, αφετέρου δε, σε κάθε περίπτωση, διότι, όπως αποδέχονται και οι αναιρεσείοντες με τις προτάσεις τους, δεν προσκομίζεται πιστοποιητικό κάποιας των ανωτέρω αρχών που αναφέρονται στην παραπάνω σύμβαση, από το οποίο πιστοποιητικό να προκύπτει η πραγματική επίδοση της αίτησης αναίρεσης στον ανωτέρω, την οποία, σύμφωνα με τα παραπάνω, αξιώνει ο νόμος ή ο λόγος για τον οποίο αυτή δεν πραγματοποιήθηκε.

Κατόπιν αυτών, σύμφωνα με τη σκέψη που προεκτέθηκε, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 558 ΚΠολΔ, η αναίρεση απευθύνεται εναντίον εκείνων, οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ή των καθολικών διαδόχων τους. Αν υπάρχει αναγκαστική ομοδικία, η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται κατά όλων των ομοδίκων, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη.

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 34, 35 ΑΚ και 62, 63, 313 παρ. 1δ ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 286 επ. ίδιου Κώδικα, οι οποίες, κατ' άρθρο 573 παρ. 1 του Κώδικα αυτού, εφαρμόζονται και στη δίκη της αναίρεσης, προκύπτει ότι, σε περίπτωση θανάτου κάποιου διαδίκου πριν την αμετάκλητη περάτωση της δίκης, εάν ο θάνατος επήλθε μετά την έκδοση της οριστικής απόφασης, οπότε δεν υφίσταται εκκρεμής δικαστικός αγώνας, ούτε στάδιο για διακοπή και επανάληψη της δίκης, το ένδικο μέσο της αναίρεσης που ασκείται κατά της απόφασης αυτής από τον αντίδικο του θανόντος, πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 558 ΚΠολΔ, να απευθύνεται κατά των καθολικών διαδόχων (κληρονόμων) του θανόντος, ενώ, αν απευθύνεται κατά του τελευταίου, είναι άκυρο, με την προϋπόθεση, όμως, ότι ο αναιρεσείων, πριν την άσκηση της αναίρεσης, είχε λάβει γνώση με οποιονδήποτε τρόπο του θανάτου του αντιδίκου του, ώστε να διαπιστώσει τους κληρονόμους του και να απευθύνει την αναίρεση κατ' αυτών.

Η αναίρεση που απευθύνεται κατά του θανόντος, χωρίς ο αναιρεσείων να γνωρίζει το θάνατό του, δεν είναι άκυρη και νόμιμα χωρεί η συζήτησή της με τους κληρονόμους του θανόντος, οι οποίοι εμφανίζονται κατά τη συζήτηση με την ιδιότητα αυτή και προβάλλουν υπεράσπιση για την ουσία της διαφοράς (ΟλΑΠ 31/09. ΑΠ 9/17).

Εν προκειμένω, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει, ότι η τέταρτη αναιρεσίβλητη Π. χα Σ. Κ. πέθανε στις 13-6-1999. Οι αναιρεσείοντες έλαβαν γνώση του θανάτου της πριν την άσκηση της υπό κρίση αίτησής τους και συγκεκριμένα, στις 7.5.2008, κατά τη συζήτηση στον Άρειο Πάγο αίτησής τους για αναίρεση της 35/2006 απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου, που αναφέρθηκε ανωτέρω, καθόσον τότε η πληρεξούσια δικηγόρος των λοιπών αναιρεσιβλήτων Φλώρα Τριανταφύλλου, όπως βεβαιώνεται στην 1607/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου, που εκδόθηκε για την παραπάνω αίτηση των αναιρεσειόντων, με δήλωσή της που καταχωρήθηκε στα οικεία πρακτικά, γνωστοποίησε στους παρισταμένους αναιρεσείοντες το θάνατο της Π. Κ. και, ως πληρεξούσια δικηγόρος των καθολικών διαδόχων - κληρονόμων της Β. Μ. και Μ. Λ., 2ης και 3ης αναιρεσιβλήτων, δήλωσε ότι οι ανωτέρω συνεχίζουν την τότε δίκη και με την ιδιότητά τους αυτή.

Συνεπώς, το γεγονός του θανάτου της ανωτέρω διαδίκου και της ύπαρξης των ανωτέρω κληρονόμων της είχε περιέλθει σε γνώση των αναιρεσειόντων πριν την άσκηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσής τους, αφού τούτο βεβαιώνεται στην παραπάνω απόφαση του Αρείου Πάγου.

Ενόψει τούτων, η υπό κρίση αίτηση, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της θανούσης Π. χας Σ. Κ., καίτοι αυτή είχε πεθάνει πριν την άσκησή της, γεγονός που γνώριζαν οι αναιρεσείοντες, όπως και τους καθολικούς διαδόχους της, είναι άκυρη, αφού η ανωτέρω δεν ήταν υπαρκτό πρόσωπο κατά το χρόνο άσκησής της, ήτοι για έλλειψη αναγκαίας διαδικαστικής προϋπόθεσης και γι' αυτό πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, ενώ η δήλωση στο ακροατήριο των ανωτέρω Β. Μ. και Μ. Λ., ήτοι της δεύτερης και της τρίτης των αναιρεσιβλήτων, για συνέχιση της δίκης, στο όνομά τους, ως κληρονόμων της ανωτέρω θανούσης, στερείται εννόμων συνεπειών, καθόσον η αίτηση έπρεπε να ασκηθεί από την αρχή στο όνομα των ίδιων και μόνο (ΑΠ 42/14).

Κατόπιν τούτων, πρέπει να απορριφθεί, πρωτίστως, ως άνευ αντικειμένου, ο δεύτερος λόγος της υπό κρίση αίτησης, καθόσον μ' αυτόν, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 9 ΚΠολΔ, ψέγεται η προσβαλλόμενη απόφαση αποκλειστικά και μόνο ως προς την παραπάνω τέταρτη αναιρεσίβλητη, αποδίδεται δε με το λόγο αυτό στο Εφετείο, ότι, παρά τη σχετική δήλωση των αντιδίκων των αναιρεσειόντων στο ακροατήριό του για το θάνατο αυτής, απορρίπτοντας το Εφετείο την αίτηση αναψηλάφησης και ως προς την ανωτέρω θανούσα, "επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε και παραπάνω από όσα ζητήθηκαν".

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 544 αρ. 8 ΚΠολΔ, αναψηλάφηση επιτρέπεται, αν η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίζεται σε απόφαση πολιτικού, ποινικού ή διοικητικού δικαστηρίου, η οποία ανατράπηκε αμετάκλητα ύστερα από την τελευταία συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση που προσβάλλεται. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για τη θεμελίωση του παραπάνω λόγου αναψηλάφησης, πρέπει να προκύπτει από την προσβαλλόμενη με την αναψηλάφηση απόφαση, ότι η απόφαση που ανατράπηκε αμετάκλητα είχε αποφασιστική επίδραση στο σχηματισμό της κρίσης του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη με την αναψηλάφηση απόφαση, δηλαδή το διατακτικό της απόφασης αυτής να στηρίχθηκε αποκλειστικά στην απόφαση που ανατράπηκε.

Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 538, 539, 545 και 547 ΚΠολΔ, σε αναψηλάφηση υπόκεινται οι οριστικές αποφάσεις των δικαστηρίων, που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση. Η αναψηλάφηση ασκείται μέσα σε ορισμένη προθεσμία, με δικόγραφο που περιέχει τους λόγους αναψηλάφησης, οι οποίοι πρέπει να είναι από εκείνους που καθορίζονται από το νόμο περιοριστικά.

Κατά δε το άρθρο 549 ΚΠολΔ, αν η αναψηλάφηση κριθεί παραδεκτή και έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα, το δικαστήριο προβαίνει στην εξέταση των λόγων της και, αν θεωρήσει οποιονδήποτε απ' αυτούς παραδεκτό και βάσιμο, δέχεται την αίτηση, εξαφανίζει την προσβαλλόμενη απόφαση και εξετάζει πλέον την ουσία της υπόθεσης μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναψηλάφηση, τότε δε κρίνεται και το παραδεκτό των ισχυρισμών, της επαναφοράς τους, των αποδεικτικών μέσων κλπ (ΑΠ 568/17).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση χωρεί, αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει, όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, αναφορικά με το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά. Αντιφατικότητα δε αιτιολογιών υπάρχει, όταν, εξ αιτίας της, δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό της απόφασής του, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί, αν σωστά εφάρμοσε το νόμο. Η αντιφατικότητα ή η ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε με την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (ΟλΑΠ 9/16. 9/13).

Εν προκειμένω, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης 200/2014 απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει, ότι το Εφετείο που την εξέδωσε, δέχτηκε, ότι: "στην υπό κρίση από 11.1.2010 ... αίτηση αναψηλαφήσεως κατά της ... 35/2006 αποφάσεως αυτού του Δικαστηρίου, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, οι αιτούντες εκθέτουν ότι επί της από 12.11.1997 ...

διεκδικητικής ακινήτου αγωγής, που άσκησαν εναντίον τους οι καθ' ων η αίτηση, εκδόθηκε η ... 320/2001 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, η οποία απέρριψε την αγωγή. Ότι κατά της αποφάσεως αυτής άσκησαν οι καθ' ων η αίτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου έφεση, η οποία με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε τυπικά και ουσιαστικά δεκτή, με συνέπεια να εξαφανιστεί η πρωτόδικη απόφαση και να γίνει δεκτή η εις βάρος τους ασκηθείσα αγωγή.

Ότι το παρόν Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, για να δεχθεί κατ' ουσίαν την ανωτέρω έφεση, στηρίχθηκε στην ... 204/2004 καταδικαστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Δωδεκανήσου, η οποία μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης ανατράπηκε αμετάκλητα με την ... 1566/2010 απόφαση του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου σε Συμβούλιο, της οποίας έλαβαν γνώση την 12.11.2010.

Με βάση το ιστορικό αυτό, οι αιτούντες ζητούν, με το μοναδικό λόγο που περιέχεται στο δικόγραφο της αιτήσεως αναψηλαφήσεως, την εξαφάνιση της προσβαλλόμενης απόφασης και την εκ νέου έρευνα της ουσίας της υποθέσεως, με σκοπό να απορριφθεί η προαναφερόμενη έφεση των καθ' ων η αίτηση. Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η υπό κρίση αίτηση αρμόδια εισάγεται για να συζητηθεί ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά την τακτική διαδικασία, κατά την οποία εκδικάστηκε και η προσβαλλόμενη απόφαση και είναι παραδεκτή, καθόσον:

α) ασκείται κατά οριστικής αποφάσεως που δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας ή έφεση, β) ασκείται από τους εφεσιβλήτους, κατά των οποίων έγινε δεκτή η έφεση των αντιδίκων τους, έχουν δε έννομο συμφέρον στην άσκηση της αιτήσεως, διότι με αυτήν επιδιώκουν την κατ' ουσίαν απόρριψη της εφέσεως με την οποία εξαφανίστηκε η πρωτόδικη απόφαση, που είχε απορρίψει την εις βάρος τους ασκηθείσα αγωγή των αντιδίκων τους, γ) ασκείται για λόγο από τους περιοριστικά αναφερομένους στο άρθρο 544 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα διότι η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίχθηκε σε απόφαση ποινικού δικαστηρίου, η οποία ανατράπηκε αμετάκλητα ύστερα από την τελευταία συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση που προσβάλλεται και δ) ασκείται την 11.1.2011, ήτοι εντός εξήντα (60) ημερών από τότε που οι αιτούντες έλαβαν γνώση της αμετάκλητης ανατροπής της ως άνω ποινικής απόφασης (12.11.2010).

Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό, νόμιμο και βάσιμο αυτής, ερήμην των πρώτου και τετάρτης των καθ' ων η αίτηση, κατοίκων Αυστραλίας, οι οποίοι κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στο ακροατήριο από το οικείο πινάκιο κατά την παρούσα δικάσιμο, δεν εμφανίστηκαν ούτε κατέθεσαν δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν και κλητεύθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως για να παραστούν στο παρόν Δικαστήριο, κατ' άρθρ. 4 παρ.

α' της αναφερομένης στη μείζονα σκέψη Σύμβασης. Ειδικότερα, ... Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων που εξετάσθηκαν νομότυπα στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου, οι οποίες περιέχονται στα πρακτικά συνεδριάσεως αυτού, καθώς και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, τα οποία οι διάδικοι νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα:

Οι καθ' ων η αίτηση άσκησαν κατά των αιτούντων, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, την από 12.11.1997 ... διεκδικητική αγωγή, με την οποία ζήτησαν να αναγνωριστούν συγκύριοι εξ αδιαιρέτου, κατά τα αναφερόμενα ποσοστά, ενός ακινήτου, εκτάσεως 90,30 τμ., μετά της εντός αυτού διώροφης οικίας, εμβαδού 51,80 τμ.

του ισογείου και 51,80 τμ. του πρώτου ορόφου, που βρίσκεται στην περιφέρεια "…." της νήσου …. και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, ο(ι) οποίοι κατέλαβαν το ακίνητο το έτος 1997, να τους το αποδώσουν. Επί της αγωγής αυτής, εκδόθηκε η ... 57/1999 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, η οποία διέταξε εμμάρτυρες αποδείξεις για τα αμφισβητούμενα από τους διαδίκους ζητήματα, στη συνέχεια δε εκδόθηκε η ... 320/2001 οριστική απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, το οποίο αφού δέχθηκε ως βάσιμη και κατ' ουσίαν την ένσταση ιδίας κυριότητας που προέβαλαν οι εναγόμενοι, απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησαν οι ηττηθέντες ενάγοντες την ... 311/9.12.2003 έφεση και τους ... 9/8.11.2004 πρόσθετους λόγους της, ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, επί των οποίων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη ... 35/2006 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, που έχει καταστεί αμετάκλητη, αφού η αίτηση αναίρεσης που ασκήθηκε κατ' αυτής από τους εφεσιβλήτους - εναγομένους απορρίφθηκε με την ... 1607/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου.

Ειδικότερα, το Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα ακόλουθα: Με το ... ...5/22-1-1910 προικοσύμφωνο, που συντάχθηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου ... και καταχωρήθηκε στο 4ο βιβλίο "Μνηστειών και Γάμων" του Δήμου …., η …. ή Ε. Π. Κ., ενόψει του γάμου της αδελφής της Α. ή Μ. με τον Ι. Κ., υποσχέθηκε να παραχωρήσει σ' αυτήν μια οικία διώροφη ημιτελή, σε οικόπεδο εκτάσεως 90,30 τμ., που βρίσκεται στην περιφέρεια "…." στη συνοικία ...

στο νησί …., αποτελούμενη από ισόγειο, εκτάσεως 51,80 τ.μ και πρώτο όροφο 51,80 τ.μ. Επειδή η οικία αυτή ήταν ημιτελής, η προικοδότιδα υπεγγυήθηκε για τις ελλείψεις αυτές μια άλλη οικία, που βρίσκεται στους πρόποδες του …., πλησίον της οικίας Χ. Μ.. Στις 1-5-1933, κάτω από το ως άνω προικοσύμφωνο, καταχωρήθηκε Πράξις Δευτέρα, όπου αναγράφεται "Η εν τω παρόντι προικοσυμφώνω περιγραφομένη υπέγγυος οικία παραχωρείται εκ μέρους της προικοδότιδος ως καθαρά προιξ προς την αδελφή της απέναντι των ελλείψεων της μεταξύ των οικιών Ε.

Χ. και Κ. Κ. προικισθείσης οικίας". Στο τέλος της σελίδας αναγράφεται ότι για τα παραπάνω ακίνητα εκδόθηκαν κτηματολόγια, με αριθμούς …6 και ….7. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι στην Α. Κ. μεταβιβάστηκαν τελικά και οι δύο οικίες και όχι μόνο η δεύτερη, όπως ισχυρίζονται οι εναγόμενοι, ότι δηλαδή η δεύτερη οικία παραχωρήθηκε αντί της πρώτης, αφού από τις παραπάνω καταχωρήσεις προκύπτει το αντίθετο.

Η παραπάνω Α. Κ., μητέρα του πρώτου ενάγοντος, γιαγιά των δεύτερης και τρίτης των εναγουσών και πεθερά της τέταρτης ενάγουσας, διέμενε στην οικία αυτή μέχρι το θάνατό της, το έτος 1935. Άφησε δε μοναδικούς κληρονόμους της τον Κ. (α' ενάγοντα) και το Σ., πατέρα των δεύτερης και τρίτης και σύζυγο της τετάρτης των εναγουσών.

Το έτος 1945, μετά το τέλος του πολέμου, οι κληρονόμοι της Α. Κ. παραχώρησαν τη χρήση του επίδικου ακινήτου στην άπορο κάτοικο του, Μ. Π., με τη συμφωνία να διαμένει σ' αυτό και να το συντηρεί και να τους το αποδώσει όταν το ζητήσουν. Το έτος 1955 οι ανωτέρω κληρονόμοι μετανάστευσαν στην Αυστραλία, όπου το έτος 1959 απεβίωσε ο Σ.

και κληρονομήθηκε από τη σύζυγό του (δ' ενάγουσα) και τα τέκνα του Β. και Μ.. Το έτος 1965 απεβίωσε η παραπάνω Μ. Π.. Όταν οι ενάγοντες πληροφορήθηκαν το θάνατό της, μετά από συμφωνία με τη γείτονα Ε. Κ., γιαγιά των εναγομένων, η οικία της οποίας απέχει από την επίδικη περίπου είκοσι μέτρα, της παραχώρησαν τη χρήση της επίδικης οικίας, για να τη χρησιμοποιεί ο γιος της Ν., ως εργαστήριο ηλεκτρολογικό και υδραυλικό.

Τον Αύγουστο 1980 o Ι. Κ., γιος του πρώτου ενάγοντος, επισκέφθηκε το …, πήρε από την Ε. Κ. το κλειδί της οικίας και διέμεινε σ' αυτή μέχρι τέλη Οκτωβρίου του ίδιου έτους. Όταν αναχώρησε, παρέδωσε το κλειδί στην Ε. Κ., αφήνοντας εντός της οικίας ένα αντίσκοι(η)νο και ρούχα. Στις 6-7-1983 ο πρώτος ενάγων, συνοδευόμενος από το γιο του Ι.(μάρτυρα των εναγόντων), ήλθαν στο Κ…., επισκέφτηκαν την Ε.

Κ., πήραν το κλειδί της οικίας, η οποία δεν είχε παροχή ρεύματος και νερού, την καθάρισαν και διέμεναν σ' αυτή, αφού ο πρώτος παρέλαβε από το Δήμο ένα κρεβάτι για να κοιμάται. Μάλιστα ο δεύτερος βρήκε τα πράγματα που είχε αφήσει κατά την επίσκεψή του το έτος 1980. Ο Κ. προέβη στην εκσκαφή πρόχειρης τουαλέτας, ενώ προμηθευόταν νερό για τις ανάγκες τους από το παλαιό νοσοκομείο, επισκέφθηκε δε το Δήμαρχο και του δήλωσε ότι το σπίτι ανήκει στην οικογένειά του.

Τον Αύγουστο του ιδίου έτους επισκέφθηκε τους παραπάνω ο ανιψιός του πρώτου Ν. Λ. (μάρτυρας των εναγόντων), τον οποίον φιλοξένησαν στην οικία μέχρι και το Σεπτέμβριο. Μετά την αναχώρηση των Ι. και Ν., ο Κ. παρέμεινε στην οικία μέχρι και την 12.12.1983, οπότε αναχώρησε για την Αυστραλία και παρέδωσε το κλειδί στην Ε.

Κ., με τη συμφωνία να έχει τη χρήση αυτής και να τη συντηρεί. Το έτος 1990 επισκέφθηκαν το νησί οι δεύτερη και τρίτη των εναγουσών, μαζί µε τη θυγατέρα της δεύτερης, Πατρίτσια. Ζήτησαν και πήραν το κλειδί από το Ν. Κ., γιο της Ε., η οποία είχε αποβιώσει το έτος 1985, ο οποίος συνέχιζε να κάνει χρήση της οικίας, στα πλαίσια της συμφωνίας της μητέρας του µε τους ενάγοντες.

Μάλιστα έκαναν παρέα κατά την παραμονή τους στο νησί, ενώ και από τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες -που ελήφθησαν σε ανύποπτο χρόνο και πριν την άσκηση της αγωγής- αποδεικνύεται η παρουσία των εναγόντων και µελών της οικογενείας τους στην επίδικη οικία κατά τα παραπάνω έτη και η κοινή παρουσία του Ν. Κ.

µε τις ενάγουσες σε διάφορα μέρη, γεγονότα που αποδυναμώνουν τον ισχυρισμό των εναγομένων ότι μπορεί να επισκέφθηκαν οι ενάγοντες και µέλη των οικογενειών τους το νησί, αλλά όχι και την επίδικη οικία. Όλα τα παραπάνω χρονικά διαστήματα ουδέποτε η Ε. Κ. και στη συνέχεια ο γιος της Νικόλαος αμφισβήτησαν τη συγκυριότητα των εναγόντων, µε τους οποίους διατηρούσαν καλές σχέσεις.

Στα πλαίσια των καλών σχέσεων και της επικοινωνίας που είχαν οι ενάγοντες µε την Ε. Κ., η τελευταία απέστειλε την από 12-1-1983 επιστολή της προς την τέταρτη ενάγουσα, όπου την ευχαριστεί για το ποσό των είκοσι δολαρίων που της είχε αποστείλει, ζητεί συγνώμη για την καθυστέρηση της επιστολής λόγω ασθενείας του συζύγου της Γεωργίου και της γράφει ότι είδε το γιο του πρώτου, που είχε επισκεφθεί το νησί, όπου παρέμεινε για αρκετές ημέρες, όπως γράφει και "είδε το σπίτι σας".

Οι εναγόμενοι µε τις προτάσεις που κατέθεσαν ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου αμφισβήτησαν την παραπάνω επιστολή, ότι δηλαδή γράφτηκε από την Ε. Κ., διότι δεν είναι ο γραφικός της χαρακτήρας και εκτός τούτου αυτή ήταν σχεδόν τυφλή, αφού κατά το χρονικό διάστημα από 18-6-1968 μέχρι 12-7-1968 νοσηλεύτηκε στο νοσοκομείο Ρόδου, όπου υποβλήθηκε σε επέμβαση καταρράκτη στο δεξιό οφθαλμό, χωρίς επιτυχία.

Οι ενάγοντες προσκομίζουν τις από 12-9-1979 και 21-9-1983 υπεύθυνες δηλώσεις της ίδιας και της Δ. Μ. -στις οποίες έχει υπογράψει και το γνήσιο της υπογραφής της έχει βεβαιωθεί από το Α.Τ. ….σε ανύποπτο χρόνο και όχι για να γίνει χρήση τους στην παρούσα δίκη- ενώ τις υπογραφές της δεν αμφισβητούν οι εναγόμενοι, και οι οποίες είναι πανοµοιότητ(π)ες µε τη γραφή και υπογραφή του κειμένου που βρίσκεται στην παραπάνω επιστολή.

Από τα παραπάνω αποδεικνύεται ότι η επιστολή γράφτηκε και υπογράφτηκε από την Ε. Κ.. Τον Ιούνιο 1997 η Π. Λ., ως εκπρόσωπος των εναγόντων, μετέβη στο ... και ζήτησε το κλειδί από το Ν. Κ.. Τότε αυτός για πρώτη φορά αμφισβήτησε τα δικαιώματα των εναγόντων, λέγοντα(ά)ς της ότι το ακίνητο αυτό ανήκει στη συγκυριότητα των εναγομένων τέκνων του, το οποίο περιήλθε σ' αυτά μετά από γονική παροχή της μητέρας τους Ε.

Κ., συζύγου του. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η ανωτέρω Ε. Κ., δυνάμει του …8/5-1-1995 πληρεξουσίου της συµ/φου Β. Χ., διόρισε το γιο της Γ. Κ. (α' εναγόμενο), πληρεξούσιο και του έδωσε την εντολή να προβεί για τον εαυτό του (με αυτοσύµβαση) και για τον αδελφό του Δ. Κ. (β' εναγόμενο) στη μεταβίβαση του επιδίκου ακινήτου, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα.

Στις 30-5-1997 ο ανωτέρω παρουσιάστηκε ενώπιον της ως άνω συµ/φου και ζήτησε, με βάση το παραπάνω πληρεξούσιο, να συνταχθεί συμβόλαιο γονικής παροχής στον ίδιο και στον αδελφό του. Δήλωσε δε, ότι η εκπροσωπούμενη από αυτόν μητέρα του, Ε. Κ., έχει στην άμεση και αποκλειστική της κυριότητα την επίδικη οικία, όπως αυτή εμφανιζόταν στο από Αυγούστου 1996 τοπογραφικό διάγραµµα του ιδίου, που περιήλθε στην κυριότητά της µε τη συμπλήρωση στο πρόσωπό της του νομίμου χρόνου χρησικτησίας, αφού νέμεται και κατέχει αυτή µε διάνοια κυρίου και καλή πίστη από το έτος 1965 και μετά, μέχρι την παραπάνω ημερομηνία, την οποία και μεταβιβάζει στους εναγομένους, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα.

Κατά των εναγομένων και της μητέρας τους ασκήθηκε ποινική δίωξη για απάτη, πράξη για την οποία ο πρώτος εναγόμενος καταδικάστηκε, µε την ... 204/2004 απόφαση του Τριµελούς Εφετείου [Πλημμελημάτων] Δωδεκανήσου, σε φυλάκιση επτά μηνών. Οι εναγόμενοι ισχυρίστηκαν µε τις προτάσεις τους ότι η δικαιοπάροχος μητέρα τους ήταν κυρία του επιδίκου, αφού περιήλθε στην νοµή της μετά από άτυπη παραχώρηση της νοµής του από τη Μ.

Π. το έτος 1963 και ότι από τότε το νέμονταν µε διάνοια κυρίου, αφού το χρησιμοποιούσε ο σύζυγός της Ν. ως ηλεκτρολογικό και υδραυλικό εργαστήριο και προέβαινε σε επισκευές αυτού. Όπως, όµως, αποδείχθηκε από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα, το επίδικο ακίνητο είχε παραχωρηθεί αρχικά στη Μ. Π. µε σύμβαση χρησιδανείου μέχρι το θάνατό της και στη συνέχεια παραχωρήθηκε µε την ίδια σύμβαση στην Ε.

Κ. μέχρι το θάνατό της το έτος 1985 και στη συνέχεια υπεισήλθε στην ίδια σχέση συµβάσεως χρησιδανείου ο Ν. Κ.. Επομένως, ουδέποτε περιήλθε στη νοµή της δικαιοπαρόχου των εναγομένων η επίδικη οικία και ως εκ τούτου η τελευταία δεν νεµήθηκε αυτή µε τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας και δεν ήταν κυρία αυτής κατά το χρόνο μεταβίβασής της στους εναγομένους.

Κύριοι της επίδικης οικίας, κατά το χρόνο μεταβιβάσεως, ήταν οι ενάγοντες, στους οποίους περιήλθε δυνάµει κληρονομίας, την οποία αποδέχθηκαν με την ... 10764/1997 πράξη αποδοχής της συμβολαιογράφου Β. Χ. και μετέγραψαν νόµιµα, αλλά και µε τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, αφού νέμονταν το επίδικο ακίνητο, µε διάνοια κυρίων, επιβλέποντας αυτό µέσω των χρησαµένων αλλά και επισκεπτόμενοι αυτό, διαµένοντας κατά καιρούς στο επίδικο, από το έτος 1945 μέχρι και την άσκηση της αγωγής.

Μετά ταύτα, το Δικαστήριο, αφού απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένσταση των εναγομένων περί ιδίας κυριότητας, δέχθηκε την αγωγή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν, αναγνώρισε τους ενάγοντες συγκυρίους εξ αδιαιρέτου του επιδίκου ακινήτου, κατά ποσοστό 8/16 τον πρώτο, κατά ποσοστό 3/16 εκάστη από τις δεύτερη και τρίτη και κατά ποσοστό 2/16 την τέταρτη εξ αυτών, υποχρέωσε δε τους εναγομένους να τους το αποδώσουν.

Οι αιτούντες, για να στηρίξουν την υπό κρίση αίτηση για αναψηλάφηση της ανωτέρω προσβαλλόμενης απόφασης, ισχυρίζονται ότι αυτή στηρίχθηκε στην ... 204/2004 καταδικαστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Δωδεκανήσου, η οποία μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης ανατράπηκε αμετάκλητα.

Πρέπει να σημειωθεί ότι με την προαναφερθείσα απόφαση, η οποία εκδόθηκε μετά από άσκηση εφέσεως κατά της ... 3537/2003 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρόδου, ο πρώτος εναγόμενος καταδικάσθηκε σε ποινή φυλακίσεως επτά μηνών για την πράξη της απάτης από την οποία δεν προκλήθηκε ιδιαιτέρως μεγάλη ζημία και συγκεκριμένα για το ότι στις 30-5-1997 έπεισε τη συμβολαιογράφο Β.

Χ. να συντάξει το ... 10.304/1997 συμβόλαιο γονικής παροχής, δυνάμει του οποίου περιήρχετο η επίδικη οικία στον ίδιο και στον αδελφό του, παριστώντας ψευδώς ότι η εκπροσωπούμενη απ' αυτόν μητέρα του, Ε. Κ., είναι κυρία της επίδικης οικίας λόγω έκτακτης χρησικτησίας, ενώ το αληθές ήταν ότι η οικία αυτή ανήκε κατά κυριότητα στους εγκαλούντες - ενάγοντες.

Η απόφαση αυτή κατέστη αμετάκλητη, αφού με την ... 411/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου απορρίφθηκε η κατ' αυτής ασκηθείσα από 13.1.2005 αίτηση αναιρέσεως. Στη συνέχεια, ο ως άνω καταδικασθείς προσέφυγε την 14.7.2007 στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο (των) Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, το οποίο με την ... 49.686/16.4.2009 απόφασή του (Καραβέλατζης κατά Ελλάδος) διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 1 και 2 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως "για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών" (Ε.Σ.Δ.Α.).

Ακολούθως, με την ... 1566/2010 απόφαση του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου σε Συμβούλιο, έγινε δεκτή η από 16.4.2009 αίτηση του πρώτου εναγομένου για επανάληψη της διαδικασίας, κατ' άρθρ. 525 παρ. 1 στοιχ. 5 ΚΠΔ, ακυρώθηκε η ... 204/2004 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Δωδεκανήσου και έπαυσε οριστικά η ποινική δίωξη λόγω παραγραφής της πλημμεληματικής πράξης της απάτης.

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Δικαστήριο, για να αχθεί στην παραπάνω κρίση του, συνεκτίμησε τις αναφερόμενες μαρτυρικές καταθέσεις, όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι νομίμως επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, καθώς και τις προσκομισθείσες φωτογραφίες, των οποίων η γνησιότητα δεν αμφισβητήθηκε.

Ειδικότερα, μεταξύ άλλων, έλαβε υπόψη του τις καταθέσεις των μαρτύρων των εναγόντων Ι. Κ. και Π. Λ. που περιέχονται στην ... …0/6/ΑΣ 120 Εισηγητική Έκθεση του Γενικού Προξένου της Ελλάδος στην ….., τις καταθέσεις των μαρτύρων Π. Λ. και Π. Π. που εξετάσθηκαν ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ρόδου, στα πλαίσια της δίκης ασφαλιστικών μέτρων μεταξύ των ίδιων διαδίκων, για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.

Τις ανωτέρω καταθέσεις συνεκτίμησε με τα προσκομισθέντα από τους διαδίκους έγγραφα, μεταξύ των οποίων, το ... ..5/22-1-1910 προικοσύμφωνο, που συντάχθηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου ... και καταχωρήθηκε στο 4ο βιβλίο "Μνηστειών και Γάμων" του Δήμου ..., καθώς και την από 1-5-1933, κάτω από το ως άνω προικοσύμφωνο, καταχωρηθείσα ως Δευτέρα Πράξις, με τους μνημονευόμενους αριθμούς κτηματολογίων (…6 και …7).

Με βάση τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα έκρινε ότι στην Α. Κ., δικαιοπάροχο των εναγόντων, μεταβιβάστηκαν δύο οικίες και όχι μόνο μία, όπως αβάσιμα ισχυρίστηκαν οι εναγόμενοι. Επίσης, το Δικαστήριο συνεκτίμησε την από 12-1-1983 επιστολή της Ε. Κ., που απευθύνεται στην Π. Κ. (δ' ενάγουσα) και εξ αυτής συνήγαγε ότι ο γιος του πρώτου ενάγοντος είχε επισκεφθεί το νησί, όπου παρέµεινε για αρκετές ημέρες, καθώς και την επίδικη οικία.

Ακόμη, από τη συνεκτίμηση των από 12-9-1979 και 21-9-1983 υπευθύνων δηλώσεων της άνω επιστολογράφου και της Δ. Μ. -στις οποίες είχε υπογράψει και το γνήσιο της υπογραφής της είχε βεβαιωθεί από το Α.Τ. ...υ σε ανύποπτο χρόνο και όχι για να γίνει χρήση τους στην παρούσα δίκη- οι οποίες ήταν πανοµοιότητ(π)ες µε τη γραφή και υπογραφή του κειμένου της επιστολής, το Δικαστήριο οδηγήθηκε στο συμπέρασμα ότι η επιστολή αυτή γράφτηκε και υπογράφτηκε από την Ε.

Κ. και συνεπώς ήταν γνήσια. Περαιτέρω, το Δικαστήριο αφού έλαβε υπόψη τις προσκομισθείσες φωτογραφίες, που ελήφθησαν σε ανύποπτο χρόνο και πριν την άσκηση της αγωγής, έκρινε ότι αποδεικνύεται η παρουσία των εναγόντων και µελών της οικογενείας τους στην επίδικη οικία το έτος 1990, καθώς και η κοινή παρουσία του Ν.

Κ. και των εναγουσών σε διάφορα μέρη, γεγονός που, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, αποδυναμώνει τους ισχυρισμούς των εναγομένων για επίσκεψη των εναγόντων και μελών των οικογενειών τους στο νησί, αλλά όχι και στην επίδικη οικία. Πρέπει να σημειωθεί ότι μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα εκτιμήθηκε και η ... 204/2004 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Δωδεκανήσου, με την οποία ο πρώτος εναγόμενος καταδικάσθηκε σε ποινή φυλακίσεως επτά μηνών για την πράξη της απάτης, η οποία, όπως προεκτέθηκε, ανατράπηκε αμετάκλητα.

Η απόφαση αυτή, όμως, συνεκτιμήθηκε μεν με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, πλην όμως δεν είχε αποφασιστική επίδραση στο σχηματισμό της κρίσεως του Δικαστηρίου, η οποία δεν θα ήταν διαφορετική και χωρίς αυτήν. Και τούτο, διότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά στην ως άνω ανατραπείσα απόφαση, η οποία και δεν αποτέλεσε το κρίσιμο αποδεικτικό μέσο στη διάγνωση του επιδίκου δικαιώματος, ούτε επηρέασε, έστω και κατά ένα μέρος, την κρίση του Δικαστηρίου σχετικά με το δικαίωμα κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου.

Όπως δε προαναφέρθηκε, το Δικαστήριο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη του και τα παραπάνω μνημονευόμενα έγγραφα σε συνδυασμό με τις μαρτυρικές καταθέσεις, βάσει των οποίων συνήγαγε ότι ουδέποτε περιήλθε στη νοµή της δικαιοπαρόχου των εναγομένων το επίδικο ακίνητο και συνεπώς αυτή δεν είχε καταστεί κυρία του επιδίκου µε τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας κατά το χρόνο μεταβίβασης του ακινήτου στους εναγομένους, αλλά ότι κύριοι του επιδίκου ήταν οι ενάγοντες, στους οποίους είχε περιέλθει με παράγωγο τρόπο, ήτοι από κληρονοµία, την οποία αποδέχθηκαν με την ...

…4/1997 πράξη αποδοχής της συμβολαιογράφου Ρόδου Β. Χ., που μετέγραψαν νόµιµα, αλλά και µε πρωτότυπο τρόπο, ήτοι με έκτακτη χρησικτησία, αφού από το έτος 1945 μέχρι και την άσκηση της αγωγής νέμονταν το επίδικο ακίνητο µε διάνοια κυρίων. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναψηλάφησης να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη...".

Με βάση δε τις παραδοχές του αυτές, το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, το μοναδικό, από το άρθρο 544 αρ. 8 ΚΠολΔ, λόγο αναψηλάφησης της 35/2006 απόφασής του, που στηριζόταν στην, κατά τα ανωτέρω, ανατροπή της παραπάνω 204/2004 ποινικής απόφασης. Κρίνοντας έτσι, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που, σε συνδυασμό με το παραπάνω σαφές αποδεικτικό πόρισμά του, αναφορικά με την απόρριψη του λόγου αναψηλάφησης, επιτρέπουν τον έλεγχο από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του άρθρου 544 αρ. 8 ΚΠολΔ και της υπαγωγής σ' αυτό των παραπάνω πραγματικών περιστατικών, που ανέλεγκτα δέχθηκε, επί πλέον δε έλαβε υπόψη του και απέρριψε τους ισχυρισμούς των αιτούντων, που διαλαμβάνονται στην αίτηση αναψηλάφησης.

Ειδικότερα, δεν απέρριψε την αίτηση αναψηλάφησης, επειδή έκρινε ότι "το εκδόν την 35/2006 απόφαση εφετείο αναφέρει, ότι έλαβε υπόψη του και άλλα αποδεικτικά μέσα", όπως ψέγεται με την υπό κρίση αίτηση, αλλά, αντίθετα, δέχθηκε, κατά το προαναφερθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασής του: α) ότι η παραπάνω 200/2004 ποινική απόφαση δεν ήταν το μόνο αποδεικτικό μέσο, στο οποίο στηρίχθηκε η προσβαλλόμενη με την αίτηση αναψηλάφησης απόφαση του Εφετείου, β) ότι η ποινική αυτή απόφαση συνεκτιμήθηκε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, που μνημονεύονται στην απόφαση, κατά της οποίας ασκήθηκε η αναψηλάφηση, αλλά και στην προσβαλλόμενη απόφαση και γ) ότι η ποινική αυτή απόφαση, για τους παραπάνω, παρατιθέμενους στην προσβαλλόμενη απόφαση λόγους αξιολόγησής της, εκτίμησής της και σύγκρισής της με καθένα των αναφερομένων λοιπών αποδεικτικών μέσων, όχι μόνο δεν είχε αποφασιστική επίδραση, αλλά ούτε κατά ένα μέρος επέδρασε στο σχηματισμό της κρίσης του Δικαστηρίου και η οποία κρίση και χωρίς την εν λόγω απόφαση, δεν θα ήταν διαφορετική.

Ειδικότερα, το Εφετείο στήριξε την κρίση του ότι διανοία κυρίου νομείς του επιδίκου είναι από το έτος 1945 ο πρώτος αναιρεσίβλητος και ο αδελφός του Σταύρος και, μετά το θάνατο του τελευταίου, οι λοιποί αναιρεσίβλητοι διάδοχοί του και ότι ουδέποτε υπήρξε νομέας του ακινήτου αυτού η μητέρα των αναιρεσειόντων Ε.

Κ., ούτε πριν από αυτή η Ε. Κ., στα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται, μετά τη στάθμιση και αξιολόγηση των οποίων κατέληξε στο παραπάνω πόρισμά του, χωρίς, για τους ανωτέρω αναφερόμενους στην απόφασή του λόγους, να αναιρείται αυτό από την παραπάνω ποινική απόφαση. Επομένως, ο λόγος αναίρεσης, ως προς το σκέλος του, με το οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Ο ίδιος λόγος, ως προς την αιτίαση, ότι θα έπρεπε να γίνουν δεκτά άλλα πραγματικά περιστατικά, που πρότειναν οι αναιρεσείοντες, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι, με την επίφαση της παράβασης του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση από το Δικαστήριο πραγματικών γεγονότων.

Μετά απ' αυτά, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, η αίτηση πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, αφού ηττώνται, στη δικαστική δαπάνη των δεύτερης και τρίτης των αναιρεσιβλήτων, κατά παραδοχή του σχετικού νομίμου αιτήματος αυτών (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει, ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο Κ. Ι. Κ., απαράδεκτη τη συζήτηση της από 14-9-2016 αίτησης των Γ. Ν. Κ. και Δ. Ν. Κ., για αναίρεση της 200/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου.

Απορρίπτει την παραπάνω αίτηση ως προς τους λοιπούς αναιρεσίβλητους.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες στο Δημόσιο Ταμείο. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των δευτέρας και τρίτης των αναιρεσιβλήτων Β. συζ. Σ. Μ. και Μ. συζ. Π. Λ., που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Οκτωβρίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Νοεμβρίου 2018.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Σελίδα 2 της 1599/2018 πολιτικής απόφασης του Αρείου Πάγου Π.Π.