Legislator Case Law & Legislation
1599/2017 AI generated

1599/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1599/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1599/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Keywords

AI generated
consignment note export refunds freight carrier liability extraditable offence freight forwarding contract transit charge
AI generated
1029/2010
Ενεχύραση φορτωτικής μεταφερόμενων δια θαλάσσης εμπορευμάτων, μη ενεργοποίηση των από τις φορτωτικές αξιώσεων της ενεχυρούχου και παράδοση των εμπορευμάτων από το μεταφορέα χωρίς τις φορτωτικές προς την αγοράστρια των εμπορευμάτων. Η πάροδος της ενιαύσιας προθεσμίας παραγραφής των κατά του μεταφορέα αξιώσεων από τις φορτωτικές (άρθρο 32 παρ. 1 ν. 559/1977 ) δεν δημιουργεί υποχρέωση της ενεχυρούχου δανείστριας προς αποζημίωση της πωλήτριας των εμπορευμέτων, εφόσον από την πώληση και παράδοση των εμπορευμάτων στην αγοράστρια γεννήθηκε υποχρέωση καταβολής του τιμήματος και δεν προβάλλεται αποσβεστικός λόγος αυτής της αξίωσης της αναιρεσείουσας. Η επίκληση μόνον της παραγραφής είναι αλυσιτελής. Ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη η αγωγή από το Εφετείο. Λόγοι αναιρέσεως από τους αρ. 1,8,9 απορρίπτονται.
487/2008
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1968/2022
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Γεώργιο Παπαγεωργίου - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
1537/2013
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Μαΐου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1095/2022
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Αναστασία Παπαδοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1599 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1599/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη - Εισηγητή, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό και Αβροκόμη Θούα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Σ. Β. του Α., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Καρύδη.

Της αναιρεσίβλητης: εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "... ΕΠΕ", η οποία εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Αντωνόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-4-2009 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λαρίσης.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 267/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 307/2015 του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19-5-2016 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ο από το άρθρο 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ, λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται όταν η πλημμέλεια αναφέρεται σε ακυρότητα, απαράδεκτο ή έκπτωση από δικαίωμα, που προέρχεται από παραβίαση δικονομικής διατάξεως. Με το λόγο αυτό αναιρέσεως ελέγχεται και η αοριστία της αγωγής, ποσοτική ή ποιοτική, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής (Ολομ.

ΑΠ 1573/1981, ΑΠ 571/2004). Εξάλλου, κατά το άρθρο 216 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ, η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117, πρέπει να περιέχει: α) σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν αυτή σύμφωνα με το νόμο, και δικαιολογούν την άσκηση της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα.

Έτσι, για τη θεμελίωση και το ορισμένο της αγωγής, με την οποία επιδιώκεται αποζημίωση, είτε για αθέτηση συμβατικής υποχρεώσεως είτε από αδικοπραξία πρέπει στο δικόγραφο αυτής να αναφέρονται, κατ’ άρθρο 216 ΚΠολΔ, όλα εκείνα τα στοιχεία που αποτελούν τις προϋποθέσεις της αποζημίωσης και κυρίως η παράνομη ενέργεια του υπόχρεου, η υπαιτιότητα αυτού, η ζημία και ο ουσιώδης σύνδεσμος μεταξύ αυτής και της παράνομης συμπεριφοράς του, καθώς και τα αναγκαία στοιχεία για τον προσδιορισμό της θετικής και αποθετικής ζημίας του ζημιωθέντος.

Στην προκειμένη περίπτωση με την ένδικη αγωγή της κατ’ επιτρεπτή εκτίμηση του περιεχομένου της (αρθρ.561 παρ.2 ΚΠολΔ) η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη ισχυρίσθηκε ότι, ως παραγγελιοδόχος μεταφοράς, ανέλαβε να εκτελέσει στο όνομα της αλλά για λογαριασμό τρίτου και συγκεκριμένα του ομίλου εταιρειών "....) τη μεταφορά των, ειδικότερα αναφερόμενων στο δικόγραφο αυτής εμπορευμάτων και την παράδοση αυτών σε εμπορικές εταιρείες, μέλη του παραπάνω ομίλου, οι οποίες, λήπτριες εταιρείες, λειτουργούσαν επαγγελματικά στους τέσσερις νομούς της Θεσσαλίας.

Ότι για το σκοπό αυτό συνήψε με την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα, που διατηρεί μεταφορικό γραφείο στη Λάρισα σύμβαση μεταφοράς, βάσει της οποίας η τελευταία (εναγομένη) θα παρελάμβανε στη Λάρισα από ενδιάμεσο μεταφορέα τα επίδικα εμπορεύματα και ακολούθως η ίδια (η εναγομένη) θα τα παρέδιδε στους παραλήπτες αυτών.

Προς τούτο σε πρώτο στάδιο ανέθεσε τη μεταφορά των άνω εμπορευμάτων στον ενδιάμεσο μεταφορέα Ι. Ρ., που ανέλαβε την εκτέλεση της μεταφοράς από τον ... στη Λάρισα με την συμφωνία να τα παραδώσει στην εναγομένη και σε δεύτερο στάδιο η τελευταία θα αναλάμβανε την εκτέλεση της μεταφοράς από το ... προς τις διευθύνσεις των παραληπτών.

Ότι η εναγομένη, μολονότι παρέλαβε από τον πρώτο ενδιάμεσο μεταφορέα τα επίμαχα εμπορεύματα, δεν παρέδωσε αυτά στους παραλήπτες τους, αλλά παράνομα και υπαίτια τα παρακράτησε και τα ιδιοποιήθηκε, λόγω δε της. συμπεριφοράς της αυτής ο κύριος των εμπορευμάτων υπέστη ζημία, ισόποση με την αξία που τα εμπορεύματα αυτά είχαν κατά τον χρόνο φορτώσεως, συνεπεία δε τούτου η ενάγουσα - παραγγελιοδόχος μεταφοράς λόγω της εγγυητικής της ευθύνης υποχρεώθηκε να καταβάλει στις εταιρείες του αποστολέα ομίλου ως αποζημίωση την αξία των εμπορευμάτων και συγκεκριμένα κατέβαλε στην εταιρεία ....

το ποσό των 81.591,89 ευρώ, κατά το χρονικό διάστημα από 23-9-2008 έως 23-11-2008, στην εταιρεία ... S.A. το ποσό των 5.904,03 ευρώ στις 20-8-2008, στην εταιρεία ... S.A. το ποσό των 20.466,91 ευρώ στις 20-8-2008 και στην εταιρεία ... S.A. το ποσό των 24.617,00 ευρώ στις 18-7-2008, ήτοι συνολικά κατέβαλε το ποσό των 132.579,83 ευρώ, για το οποίο και ζήτησε αναγωγικώς να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να της το καταβάλει νομιμοτόκως αφενός λόγω της μεταξύ τους συμβάσεως μεταφοράς, αφετέρου δε λόγω της αδικοπραξίας της.

Η αγωγή, με βάση το προεκτεθέν περιεχόμενο και αίτημα, είναι επαρκώς ορισμένη, περιέχουσα όλα τα προαναφερόμενα στις προπαρατεθείσες διατάξεις στοιχεία για τις συρρέουσες βάσεις της από τη σύμβαση και την αδικοπραξία, εφόσον σ’ αυτήν υπάρχει σαφής έκθεση των γεγονότων που την θεμελιώνουν κατά νόμο και δικαιολογούν την άσκηση της από την ενάγουσα κατά της εναγομένης, με ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, έτσι ώστε να παρέχεται στην μεν εναγομένη η ευχέρεια της άμυνας, στο δε δικαστήριο η δυνατότητα ελέγχου του κατά νόμο βάσιμου αυτής.

Δεν ήταν δε αναγκαίο για το ορισμένο της αγωγής να αναφέρονται σ’ αυτήν σχετικά με τα εμπορεύματα για τα οποία η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι κατέβαλε αποζημίωση λόγω υπαίτιας εκ μέρους της εναγομένης μη παράδοσης των εμπορευμάτων στους παραλήπτες αυτών, το είδος, ποσότητα, η τιμή μονάδας, το επιμέρους σύνολο ανά κατηγορία είδους, το γενικό σύνολο της αξίας των εμπορευμάτων κατά την ημέρα παράδοσης, ο τρόπος υπολογισμού της αξίας αυτών και ειδικότερα, αν η αποζημίωση καταβλήθηκε με βάση το κόστος της παραγωγής, ή την αγοραστική αξία της χώρας προέλευσης των εμπορευμάτων, ή την αγοραστική αξία του τόπου προορισμού αυτών, ή της αξίας της λιανικής πώλησης, διότι τα ως άνω επιμέρους στοιχεία προσδιορισμού της περιουσιακής ζημίας (του ζημιωθέντος) δεν ανάγονται στην ιστορική βάση της αγωγής αποζημίωσης και μπορούν να προκύψουν από τις αποδείξεις.

Επομένως, ο πρώτος λόγος του αναιρετηρίου, από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλει την αιτίαση ότι το Εφετείο έκρινε ορισμένη την αγωγή, απορρίπτοντας τον πρωτοδίκως προβληθέντα και επαναφερθέντα ενώπιον του ισχυρισμό της περί αοριστίας αυτής, διότι δεν περιείχοντο στο δικόγραφο αυτής τα παραπάνω στοιχεία προσδιορισμού της επιδιωκόμενης από την ενάγουσα αποζημίωσης, είναι αβάσιμος.

Με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι ενώ κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή " αυτή (αναιρεσείουσα) κατά τους μήνες Απρίλιο και Μάιο του έτους 2008, εκτέλεσε τις αναφερόμενες στην αγωγή μεταφορές, σύμφωνα με τις εκδοθείσες απ’ αυτήν φορτωτικές, στον κατάλογο των φορτωτικών που αναφέρονται στην αγωγή συμπεριλαμβάνεται και η φερομένη από αυτήν εκδοθείσα, υπ’ αριθ. ...-5-2008 φορτωτική, με την οποία παρέδωσε (δήθεν) στις 30-5-2008 στην εταιρεία "....", με έδρα την Λάρισα, δεκαέξι (16) δέματα υποδημάτων με βάση το υπ’ αριθ. .../29-5-2008 δελτίο αποστολής εκδόσεως της αναιρεσίβλητης, δέκα επτά (17) δέματα με βάση το υπ’ αριθ. .../29-5-2008 δελτίο αποστολής εκδόσεως της αναιρεσίβλητης, καθώς και εβδομήντα οκτώ (78) δέματα ενδυμάτων με βάση το υπ’ αριθ. .../29-5-2008 δελτίο αποστολής εκδόσεως της αναιρεσίβλητης, αναγνωρίζοντας έτσι ότι δικαιούται να εισπράξει τα κόμιστρα τα οποία και της οφείλει από τις εν λόγω μεταφορές τις οποίες και κατά τους ισχυρισμούς της εκτέλεσε, στα οποία συμπεριλαμβάνονται και τα κόμιστρα από την υπ’ αριθ. ...-5-2008 φορτωτική, ταυτόχρονα όμως εντελώς αντιφατικά, η αναιρεσίβλητη (ενάγουσα) ισχυρίζεται στην αγωγή της, ότι τα παραπάνω εμπορεύματα με αποστολέα την "....", αν και τα παρέλαβε, ουδέποτε τα παρέδωσε στην παραλήπτρια εταιρεία".

Ενόψει δε της αντίφασης αυτής του αγωγικού δικογράφου, κατά την οποία "από τη μία η αναιρεσίβλητη ισχυρίζεται ότι αυτή (αναιρεσείουσα) παρέδωσε τα εμπορεύματα στην εταιρεία ... και από την άλλη ζητά αποζημίωση κατά την αξία των εμπορευμάτων αυτών για το λόγο ότι δεν τα παρέδωσε στην παραλήπτρια "...", σε τρόπον ώστε να καθίσταται αόριστη η ένδικη αγωγή σχετικά με την επιδιωκόμενη αποζημίωση για τα μη παραδοθέντα εμπορεύματα στην παραλήπτρια εταιρεία "....", το δε Εφετείο που έκρινε και κατά τούτο ορισμένη την ένδικη αγωγή και δεν την κήρυξε απαράδεκτη λόγω αοριστίας υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ.

Παράλληλα, με τον ίδιο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η αιτίαση ότι ενώ με την επικαλούμενη ομολογία της αναιρεσίβλητης (ενάγουσας) στο αγωγικό δικόγραφο περί του ότι με την επίμαχη υπ’ αριθ. ...-5-2008 φορτωτική (της αναιρεσείουσας) η τελευταία παρέδωσε στην εταιρεία "...." τα αναφερόμενα στην αγωγή εμπορεύματα, ώστε να αποδεικνύεται η μερική έστω ουσιαστική αβασιμότητα της ένδικης αγωγής κατά το μέρος που επιδιώκεται από την αναιρεσίβλητη αποζημίωση και για τα μη παραδοθέντα κατά την αγωγή εμπορεύματα και στην εταιρεία αυτή, το Εφετείο με τον να μη λάβει υπόψη τον αγωγικό αυτό ισχυρισμό της αναιρεσίβλητης περί παραδόσεως των άνω εμπορευμάτων που προκύπτει από την προρρηθείσα ομολογία της, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Ο λόγος αυτός της αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, είναι προεχόντως απορριπτέος ως απαράδεκτος, είναι αβάσιμος.

Με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως κατά το οικείο μέρος του κατ’ επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα επικαλείται αοριστία της αγωγής, συνιστάμενη στην αντιφατικότητα των θεμελιωτικών της αγωγής περιστατικών, αναφορικά με το περιεχόμενο της υπ’ αριθμ. ...-5-2008 φορτωτικής, την οποία επικαλείται η αναιρεσίβλητη με την αγωγή της, αφ’ ενός μεν προς συνομολόγηση του ισχυρισμού της ότι τα αναφερόμενα σ’ αυτήν εμπορεύματα μετέφερε και παρέδωσε ή ίδια (αναιρεσείουσα) στους παραλήπτες αυτών, δικαιούμενη τη σχετική αμοιβή, αφ’ ετέρου δε, ότι τα εμπορεύματα αυτά δεν παραδόθηκαν στους παραλήπτες τους, γι’ αυτό και ασκεί αναγωγικά την ένδικη αξίωση αποζημιώσεως. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, προεχόντως διότι η επικαλούμενη αντίφαση δεν θεμελιώνει αοριστία του αγωγικού δικογράφου αλλά συνέχεται με την εκτίμηση των αποδείξεων, σε κάθε περίπτωση δε, διότι ο σχετικός περί αοριστίας ισχυρισμός θεμελιούμενος στην ως άνω αντίφαση δεν προβλήθηκε παραδεκτά πρωτοβαθμίως ούτε επαναφέρθηκε με σχετικό λόγο εφέσεως (άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις των άρθρων 102, 103, 104, 105, του Εμπ.Ν., 330, 681, 685 και 690 του ΑΚ συνάγεται ότι επί χερσαίας οδικής μεταφοράς πραγμάτων, η οποία αποτελεί ειδικά ρυθμισμένη περίπτωση σύμβασης έργου, ως αποβλέπουσα σε ορισμένο αποτέλεσμα, που συνίσταται στην εκτέλεση της μεταφοράς χωρίς βλάβη ή απώλεια, ο μεταφορέας υποχρεούται να μεταφέρει τα παραληφθέντα εμπορεύματα σε ορισμένο τόπο, ευθυνόμενος μέχρις ανωτέρας βίας για κάθε απώλεια ή βλάβη των μεταφερομένων πραγμάτων από την παραλαβή μέχρι την παράδοση τους, είτε αυτός ενήργησε τη μεταφορά τους προσωπικά, είτε με άλλο υποκατάστατο πρόσωπο (ΑΠ 860/1987).

Δηλαδή καθιερώνεται αντικειμενική ευθύνη του χερσαίου οδικού μεταφορέα, ο οποίος απαλλάσσεται μόνον, αν αποδείξει ότι η απώλεια ή η βλάβη των πραγμάτων οφείλεται σε ανώτερη βία, που συνίσταται σε γεγονός τυχαίο κι απρόβλεπτο, μη δυνάμενο να αποτραπεί ακόμα και με μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης (ΑΠ 742/1998).

Επίσης σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 90 επ. του Εμπ.Ν., ο παραγγελιοδόχος μεταφοράς πραγμάτων οδικώς αναλαμβάνει δια συμβάσεως με τον παραγγελέα, δηλαδή συνήθως με τον εντολέα (φορτωτή) ή τον παραλήπτη, να ενεργήσει στο δικό του όνομα, για λογαριασμό όμως του παραγγελέα, τη μεταφορά που ο τελευταίος του αναθέτει, ιδίως δε να μεριμνήσει για την ανεύρεση του μεταφορέα και τη σύναψη με αυτόν σύμβασης για την εκτέλεση της (υλικής) πράξης της μεταφοράς.

Εκείνο που χαρακτηρίζει τη σχέση του παραγγελιοδόχου μεταφοράς με τον παραγγελέα δεν είναι το αν θα εκτελέσει τη μεταφορά με δικά του ή ξένα μεταφορικά μέσα, αλλά η ενέργεια της μεταφοράς στο όνομα του, η οποία έτσι εμφανίζεται προς τα έξω και ειδικότερα προς τον παραγγελέα ως υπόθεση του παραγγελιοδόχου, ο οποίος θα ενεργήσει στο δικό του όνομα ό,τι απαιτείται για την εκτέλεση της μεταφοράς (ΑΠ 304/2007).

Ο αρχικός παραγγελιοδόχος της όλης μεταφοράς είναι υπεύθυνος εγγυητικά μαζί με τον μεταφορέα για την καθυστέρηση, απώλεια ή φθορά που συνέβη σε οποιοδήποτε σημείο της διαδρομής και κατά την παραλαβή είτε οφείλονται σε ενέργειες ή παραλείψεις του ίδιου είτε του μεσολαβούντος μεταφορέα (Ολ. ΑΠ 33/1998). Συνεπεία της εις ολόκληρον ευθύνης του, ο παραγγελιοδόχος μεταφοράς, εφόσον ικανοποίησε τον ζημιωθέντα παραλήπτη των εμπορευμάτων ή τον υποκατασταθέντα στα δικαιώματα ασφαλιστή (άρθρο 210 ΕμπΝ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 33 του Ν. 2496/1997), έχει δικαίωμα αναγωγής κατά του συνοφειλέτη του μεταφορέα (άρθρα 487 και 488 ΑΚ).

Η εσωτερική σχέση μεταξύ των συνοφειλετών αποτελεί ιδιαίτερη ενοχική σχέση, με κύριο περιεχόμενο το δικαίωμα αναγωγής και είναι αυτοτελής και ανεξάρτητη από την εξωτερική σχέση, δηλαδή τη σχέση δανειστή-συνοφειλετών, εξακολουθεί δε να υφίσταται και να στηρίζει το δικαίωμα αναγωγής του καταβαλόντος οφειλέτη κατά του συνοφειλέτη του, έστω και αν έχει αποσβεσθεί η αξίωση που απορρέει από την εξωτερική σχέση.

Εξάλλου, από το άρθρο 914 Α.Κ. συνάγεται ότι η υπαίτια και ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται μια σύμβαση, μπορεί, εκτός από την αγωγή εκ της συμβάσεως, να επιστηρίξει και αγωγή από αδικοπραξία, όταν είναι παράνομη ανεξάρτητα απ" τη συμβατική σχέση, γιατί αντίκειται στο γενικό καθήκον να μη ζημιώνει κανείς τον άλλον υπαιτίως.

Από την παραπάνω διάταξη, κατά την οποία, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, συνάγεται σαφώς, ότι για να παραχθεί αδικοπραξία κατά την έννοια της διατάξεως αυτής και υποχρέωση του δράστη προς αποζημίωση του παθόντος, απαιτείται, εκτός από την επέλευση της ζημίας α) η ζημία αυτή να προξενήθηκε από το δράστη παρανόμως, συγχρόνως δε και υπαιτίως, ήτοι από δόλο ή αμέλεια (άρθρο 330 ΑΚ), β) η παράνομη συμπεριφορά του υπαίτιου να οφείλεται σε πράξη ή παράλειψη αυτού και γ) να υφίσταται πρόσφορη αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της ζημιογόνου πράξεως ή παραλείψεως και της επελθούσας ζημίας, η οποία συντρέχει όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής, η συμπεριφορά αυτή στο χρόνο και με τις συνθήκες που έλαβε χώρα, ήταν ικανή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα, το οποίο και πράγματι επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση αδικοπραξία, κατά την έννοια αυτή αποτελεί και η παράνομη ιδιοποίηση ξένου κινητού πράγματος που περιήλθε οπωσδήποτε στην κατοχή του δράστη, σύμφωνα με το άρθρο 375 παρ. 1 ΠΚ (ΑΠ 462/2011).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 927 ΑΚ, εκείνος που κατέβαλε ολόκληρη την αποζημίωση έχει δικαίωμα αναγωγής κατά των λοιπών και η ευθύνη τους κατανέμεται ανάλογα με το βαθμό πταίσματος καθενός. Εκτός από το πταίσμα των συνοφειλετών λαμβάνεται υπόψη και η αιτιώδης συμβολή καθενός συνοφειλέτη στην παραγωγή του επιζήμιου αποτελέσματος.

Όταν δεν υφίσταται τέτοια συμβολή, η ζημία θα επιρριφθεί στον υπαίτιο. Η ΑΚ 927 εφαρμόζεται αναλογικά σε κάθε περίπτωση που η κοινή προς το δανειστή ευθύνη των συνοφειλετών συνίσταται σε αποζημίωση, ανεξάρτητα αν η ευθύνη του καθενός στηρίζεται σε διαφορετικό νομικό λόγο. Περαιτέρω, κατά την έννοια του αρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που αναφέρει, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα (ήδη αναιρεσίβλητη) ασκεί την επαγγελματική δραστηριότητα του παραγγελιοδόχου μεταφοράς, αναλαμβάνοντας στο όνομα της αλλά και για λογαριασμό τρίτου, δηλαδή είτε του αποστολέα-παραγγελέα είτε του παραλήπτη-παραγγελέα, τη μεταφορά πραγμάτων.

Αυτή (ενάγουσα) συνεργάστηκε με την εναγομένη (ήδη αναιρεσείουσα) και στα πλαίσια της συνεργασίας τους η πρώτη (ενάγουσα), κατόπιν σχετικής συμφωνίας της ίδιας ως παραγγελιοδόχου μεταφοράς, με τον παραγγελέα-αποστολέα όμιλο των εταιρειών "... A.E." (.... - ... S.A. - ... S.A. - ... S.A.) ανέλαβε στις 29-5-2008 την υποχρέωση της μεταφοράς των κατωτέρω αναφερομένων δεμάτων-εμπορευμάτων με παραλήπτες τα υποκαταστήματα των εταιρειών του ανωτέρω ομίλου στην περιοχή Θεσσαλίας σύμφωνα με τα εκδοθέντα από την ενάγουσα δελτία αποστολής που έχουν ως εξής:

Ακολούθως το Εφετείο αναφέρει αναλυτικά τα στοιχεία των εμπορευμάτων που παρέλαβε η αναιρεσίβλητη υπό την ως άνω ιδιότητά της προς μεταφορά (δελτία, αποστολής, είδος φορτίων, ποσότητα, φορτωτικές, κωδικούς, αξία καθώς και τα στοιχεία του αποθέτη - αποστολέα και παραλήπτη αυτών, και συνεχίζει: Τη μεταφορά όλων των ανωτέρω εμπορευμάτων από τους αποστολείς προς τους παραλήπτες και στους τόπους διευθύνσεως αυτών, που ειδικά αναφέρονται στις φορτωτικές εκδόσεως της ενάγουσας αλλά και στα δελτία αποστολής εκδόσεως της ενάγουσας σε συνδυασμό με διεθνείς φορτωτικές (CMR), καταστάσεις περιγραφής μεταφερομένων εμπορευμάτων και αναλυτικές αναφορές εγγράφων εκδόσεως των αποστολέων ανέλαβε η ενάγουσα ως παραγγελιοδόχος μεταφοράς και προς εκτέλεση του έργου μεταφοράς ανέθεσε στη συνέχεια τη μεταφορά αυτή σε δύο μεταφορείς, οι οποίοι και ανέλαβαν να την εκτελέσουν κατά τα ακόλουθα τμήματα έκαστος τούτων α.

ο πρώτος ενδιάμεσος (υποκατάστατος μεταφορέας) μεταφορέας Ι. Ρ. του Δ. (με αριθμό αυτοκινήτου ...) ανέλαβε την 29-5-2008 την εκτέλεση της μεταφοράς από ... (όπου ο τόπος φορτώσεως) στη Λάρισα (όπου ο τόπος προορισμού) με την συμφωνία να παραδώσει τα φορτωθέντα πράγματα την επομένη (30-5-2008) στην εναγομένη Σ. Β. και στη διεύθυνση αυτής στο ... - Θεσσαλονίκης στη Λάρισα, εκδοθείσης από αυτόν της υπ’ αριθ. .../29-5-2008 φορτωτικής, β.

η δεύτερη ενδιάμεσος (υποκατάστατος) μεταφορέας και εναγόμενη Σ. Β. ανέλαβε την 30-5-2008, την εκτέλεση της μεταφοράς από Λάρισα (... Λάρισας - Θεσσαλονίκης), όπου ο τόπος φορτώσεως, προς τους παραλήπτες και στις διευθύνσεις αυτών, όπου ο τόπος προορισμού και παραδόσεως, κατά τα αναγραφόμενα στα ανωτέρω δελτία αποστολής, φορτωτικές, εκδόσεως της ενάγουσας, που συνόδευσαν τα φορτωθέντα προς μεταφορά εμπορεύματα, εκδοθείσης μάλιστα από αυτήν (εναγομένη) της υπ’ αριθ. ...-5-2008 φορτωτικής, με την συμφωνία να παραδοθούν τα εμπορεύματα στους παραλήπτες και τόπους προορισμού - παραδόσεως εντός της ιδίας ημέρας (30-5-2008).

Η εναγόμενη αμφισβητεί την εκ μέρους της παραλαβή των εμπορευμάτων- (δεμάτων), ισχυρισμός όμως, που δεν είναι ουσιαστικά βάσιμος, καθόσον ο πρώτος ενδιάμεσος μεταφορέας (Ι. Ρ.) που παρέλαβε στις 29-5-2008 από την ενάγουσα για να μεταφέρει και παραδώσει στην εναγόμενη τα δέματα που αναφέρονται στην υπ’ αριθ. .../29-5-2008 φορτωτική εκδόσεως του, τα παρέδωσε τελικώς στην εναγομένη.

Άλλωστε η εναγομένη, που αρνείται την παραλαβή των εμπορευμάτων, δεν αποδίδει στον ανωτέρω πρώτο ενδιάμεσο μεταφορέα, δηλαδή τον Ι. Ρ., παράνομη ιδιοποίηση των εμπορευμάτων, ενώ η ίδια (η εναγόμενη) εξέδωσε την υπ’ αριθ. ...-5-2008 φορτωτική, σύμφωνα με την οποία αυτή ανέλαβε να παραδώσει στην εταιρεία "... ΕΛΛΑΣ Α.Ε." το σημαντικότερο μέρος από τα δέματα που αυτή αμφισβητεί ότι παρέλαβε και ειδικότερα δέκα έξι (16) δέματα υποδημάτων με βάση το υπ’ αριθ. .../29-5-2008 δελτίο αποστολής, πέντε (5) δέματα υποδημάτων με βάση το υπ1 αριθ. .../29-5-2008 δελτίο αποστολής και εβδομήντα οκτώ (78) δέματα ενδυμάτων με βάση το υπ’ αριθ. .../29-5-2008 δελτίο αποστολής, εκδόσεως των παραπάνω δελτίων αποστολής της ενάγουσας.

Η εναγομένη αμφισβητεί τη γνησιότητα της υπ’ αριθμ. ...-5-2008 φορτωτικής, επικαλούμενη πλαστογράφηση αυτής, προβάλλοντας το συγκεκριμένο ισχυρισμό εξαιρετικά καθυστερημένα και καινοφανώς με την από 4-6-2014 με αριθμό κατάθεσης .../16-7-2014 αγωγή της εναντίον της ήδη ενάγουσας, περί καταβολής κομίστρων, και αφού προηγουμένως παραιτείται με την αμέσως παραπάνω αγωγή της από 11-5-2010 με αριθμό κατάθεσης ...-5-2010 όμοιας κατά περιεχόμενο αγωγής, προκειμένου προδήλως να απαλείψει με την τελευταία χρονικώς ασκηθείσα αγωγή της την επίκληση της παραπάνω φορτωτικής, επιλογή που είναι μονόδρομος για την εναγόμενη, διότι η μη απάλειψη αυτής, αλλά αντιθέτως η επίκληση αυτής όπως έγινε με την από 11-5-2010 (εκθ.κατάθ.δικογρ. ...-5-2010) αγωγή προς διεκδίκηση κομίστρων, επιβεβαιώνει αναμφισβήτητα την εκ μέρους αυτής (εναγομένης) παραλαβή των εμπορευμάτων, την οποία αυτή επιχειρεί σθεναρώς να αποκρούσει και καταρρίψει, προκειμένου να απαλλαγεί της υποχρέωσης καταβολής αποζημίωσης στην ήδη ενάγουσα.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα, ως εγγυήτρια λόγω της ιδιότητας της ως (παραγγελιοδόχος μεταφοράς) αλλά και ως προστήσασα την εναγόμενη (προστηθείσα) υποχρεώθηκε και καταβάλει 1. μετά την από 2-7-2008 έγγραφη επιστολή της εταιρείας "... -...." το ποσό των 81.591,89 ευρώ (αντί του ποσού των 94.818,70 ευρώ της αξίας των τιμολογίων πωλήσεως, διότι στο τιμολόγιο αποζημιώσεως αντί του Φ.Π.Α.

υπολογίζεται τέλος χαρτοσήμου), 2, μετά την από 2-7-2008 έγγραφη επιστολή της εταιρείας "... - ... S.A." το ποσό των 5.904,03 ευρώ (αντί του ποσού των 6,824,65 ευρώ της αξίας των εμπορευμάτων στα τιμολόγια πωλήσεως, αφού στο τιμολόγιο αποζημιώσεως δεν υπολογίζεται Φ.Π.Α. αλλά μόνο τέλος χαρτοσήμου).....3) μετά την από 2-7-2008 έγγραφη επιστολή της εταιρείας "... - ...

S.A." το ποσό των 20.466,91 ευρώ (αντί του ποσού των 23.784,80 ευρώ, που ήταν η αξία των τιμολογίων των εμπορευμάτων, διότι στο τιμολόγιο αποζημιώσεως αφαιρείται ο Φ.Π.Α. και προστίθεται το τέλος χαρτοσήμου), 4) μετά την από 2-7-2008 έγγραφη επιστολή της εταιρείας ((... -... S.A." το ποσό των 24.617,00 ευρώ (αντί του ποσού των 28.607,65 ευρώ που ήταν η αξία των τιμολογίων των εμπορευμάτων, διότι στο τιμολόγιο αποζημίωσης δεν υπολογίζεται ο Φ.Π.Α., αλλά μόνο τέλος χαρτοσήμου 2,4%), Συνεπώς, η ενάγουσα κατέβαλε ως αποζημίωση για την ανωτέρω αιτία το χρηματικό ποσό των (81.591,89 + 5.904,03 + 20.466,91 + 24.617 =) 132.579,83 ευρώ, και κατά συνέπεια απέκτησε αυτοδικαίως ισόποση αναγωγική αξίωση σε βάρος της εναγόμενης.

Η ενάγουσα συνομολογεί ότι οφείλει στην εναγομένη ως αμοιβή από κόμιστρα για μεταφορές που εκτέλεσε για λογαριασμό αυτής (ενάγουσας) το ποσό των 15.569,20 ευρώ, το οποίο πρέπει να αφαιρεθεί από το αιτούμενο με την ένδικη αγωγή ποσό. Σύμφωνα με τα παραπάνω η ένδικη (αναγωγική) αξίωση (αναγνωριστικού χαρακτήρα) της ενάγουσας από την αδικοπραξία της εναγόμενης διαμορφώνεται κατά ποσό σ’ αυτό των 117.010,63 ευρώ, το οποίο είναι τοκοφόρο από την επόμενη ημέρα επιδόσεως της κρινόμενης αγωγής.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που κατέληξε στο ίδιο συμπέρασμα ορθώς εφάρμοσε το νόμο και σωστά εκτίμησε τις αποδείξεις. Ο αντίθετος ισχυρισμός της εκκαλούσας, προβαλλόμενος με σχετικό λόγο έφεσης, είναι ουσιαστικά αβάσιμος και συνεπώς αυτός πρέπει να απορριφθεί, όπως και η έφεση στο σύνολο της, καθόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος εφέσεως προς διερεύνηση".

Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Εφετείο, αφού δέχθηκε την συρρέουσα από αδικοπραξία βάση της ένδικης αγωγής, απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας, επικυρώνοντας έτσι την πρωτόδικη απόφαση που είχε δεχθεί τα ίδια. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 487, 488, 914, 926, 927 του ΑΚ και 375 παρ.1 ΠΚ και στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, καθόσον με ελλείπεις, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες, δέχεται ότι η εναγομένη τέλεσε την επικαλούμενη στην αγωγή αδικοπραξία, χωρίς να αιτιολογεί το πόρισμα της αυτό, ώστε να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος.

Ειδικότερα, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες παραδοχές του το Εφετείο, ενώ δέχεται ότι τα προαναφερθέντα εμπορεύματα παραδόθηκαν από τον ενδιάμεσο μεταφορέα Ι. Ρ. στην εναγομένη προς περαιτέρω μεταφορά αυτών στους παραλήπτες τους, δεν υπάρχει περαιτέρω παραδοχή σ’ αυτήν, ότι η εναγομένη δεν παρέδωσε αυτά στους παραλήπτες τους, σε εκτέλεση της εκ της συμβάσεως μεταφοράς απορρέουσας υποχρεώσεώς της ούτε ότι τα παρακράτησε και τα ιδιοποιήθηκε παράνομα (υπεξαίρεση), περιστατικό το οποίο επικαλείτο η ενάγουσα στην αναγωγή της προς θεμελίωση της από την αδικοπραξία βάση της.

Ούτε όμως και υπάρχει παραδοχή στην αναιρεσιβαλλομένη που να συνιστά άλλης μορφής αδικοπραξία της εναγομένης (φθορά εμπορευμάτων, παράνομη κατοχή αυτών) και να δικαιολογεί την εις βάρος της αναγωγή της ενάγουσας λόγω αδικοπραξίας, αφού στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης δεν αναφέρεται οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη της εναγομένης που να προσβάλλει δικαίωμα της ενάγουσας, την οποία υπαίτια παρέλειψε να ενεργήσει η εναγομένη, ώστε να γεννάται δικαίωμα αποζημίωσης στην ενάγουσα, λόγω της υποχρέωσης της από την μεταξύ τους συμβατική σχέση, βάσει της οποία(ήταν υπόχρεη προς παράδοση των άνω εμπορευμάτων, αφού καμιά παραδοχή δεν υπάρχει ότι τελικώς τα εμπορεύματα αυτά δεν παραδόθηκαν στους παραλήπτες τους.

Δεν αρκούσε δε για την θεμελίωση της στηριζόμενης στην αγωγή αδικοπραξίας η παραδοχή της αναιρεσιβαλλομένης ότι παραδόθηκαν από τον ως άνω ενδιάμεσο μεταφορέα τα παραπάνω εμπορεύματα και παραλήφθησαν αυτά από την εναγομένη προς περαιτέρω μεταφορά στους παραλήπτες τους, χωρίς την αντίστοιχη παραδοχή ότι τελικώς δεν παραδόθηκαν σ’ αυτούς (παραλήπτες) από την εναγομένη, αλλά παρακρατήθηκαν και ιδιοποιήθηκαν παράνομα απ’ αυτήν, με συνέπεια, η ενάγουσα που κατέβαλλε ως αποζημίωση, υπό την ιδιότητα της ως παραγγελιοδόχος μεταφοράς, στον παραγγελέα αυτών, την τιμολογιακή αξία τους, να της παρέχεται δικαίωμα αναγωγής κατά της εναγομένης, κατά την προεκτεθείσα έννοια του άρθρου 927 του ΑΚ.

Τέλος, ενώ δέχεται η αναιρεσιβαλλομένη ότι η εναγομένη δικαιούται τη συμφωνηθείσα με την ενάγουσα προμήθεια των 15.569,20 ευρώ για την μεταφορά των ανωτέρω εμπορευμάτων και αφαιρείται από την συνολική ζημία της ενάγουσας (παραγγελιοδόχου μεταφοράς), το ποσό αυτό, γεγονός που υποδηλώνει την παράδοση των άνω εμπορευμάτων στους παραλήπτες τους, ακολούθως δέχεται αντιφατικά την από την αδικοπραξία βάση της αγωγής, ενώ στην περίπτωση που δεν είχαν παραδοθεί στους παραλήπτες τους τα εν λόγω εμπορεύματα (θεμελιωτικός αγωγικός ισχυρισμός για την τέλεση της αδικοπραξίας υπό την μορφή της υπεξαίρεσης), καμιά προμήθεια δεν θα οφείλετο στην εναγομένη.

Επομένως, οι δεύτερος και τρίτος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, από τον αριθμό 19 κατ’ ορθή υπαγωγή του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους προβάλλονται αντίστοιχες αιτιάσεις, είναι βάσιμοι.

Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, μετά την παραδοχή των ως άνω λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως, η αναιρετική εμβέλεια των οποίων καταλαμβάνει τους λοιπούς, ώστε να παρέλκει η έρευνα τους, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη υπ’ αριθ. 307/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που την εξέδωσε, συντιθέμενο από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Πρέπει, επίσης, να διαταχθεί η απόδοση στην αναιρεσείουσα του καταβληθέντος παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ’ αριθμ. 307/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο πιο πάνω Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Διατάσσει την απόδοση του κατατεθέντος παραβόλου στην αναιρεσείουσα.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Μαΐου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Σεπτεμβρίου 2017.

O ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ