1599/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1599/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): To κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης του νομικού συλλογισμού προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως, έστω και με συνοπτικές αιτιολογίες από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1599 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1599/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 17 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1.Κ. συζ. Η. Π., το γένος Ν. Κ., κατοίκου ..., 2.Α. συζ. Α. Δ., το γένος Ν. Κ., κατοίκου ..., 3.Σ. Κ. του Ε., κατοίκου ... και 4. Κ. συζ. Χ. Π., το γένος Ε. Κ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αναστάσιο Δημητρούκα.
Της αναιρεσίβλητης: Λ. συζ. Α. Χ., το γένος Ν. Δ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παντελή Μήτση, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12 Μαΐου 2006 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 89/2009 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 254/2010 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την 8 Νοεμβρίου 2010 αίτησή τους.
Εκδόθηκε η 910/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση. Η υπόθεση έρχεται σήμερα για νέα συζήτηση, με την από 18 Ιουλίου 2013 κλήση της ήδη αναιρεσίβλητης.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Χαμηλοθώρης, ανέγνωσε την από 27 Δεκεμβρίου 2011 έκθεσή του κωλυομένου να συμμετέχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Δημητρίου Τίγγα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 131 παρ. 1 ΑΚ " η δήλωση της βούλησης είναι άκυρη, αν κατά το χρόνο που έγινε, το πρόσωπο δεν είχε συνείδηση των πράξεών του ή βρισκόταν σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής του". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι καθιερώνεται η απόλυτη ακυρότητα οποιασδήποτε δικαιοπραξίας, που έγινε χωρίς ο δικαιοπρακτών να έχει την ικανότητα να προσδιορίσει με λογικούς υπολογισμούς την ουσία και το περιεχόμενο της βούλησής του, από έλλειψη συνείδησης των πράξεων του (λόγω σωματικής νόσου, πυρετού, μέθης κ.λ.π) ή λόγω ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής, που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής του και θα δικαιολογούσε την υποβολή του υπό δικαστική συμπαράσταση κατά τον κρίσιμο χρόνο κατάρτισης της συγκεκριμένης δικαιοπραξίας, χωρίς να είναι απαραίτητη η επίκληση και απόδειξη κάποιας νόσου, που μπορεί να είναι και αδιάγνωστη, ούτε η υποβολή του δικαιοπρακτούντος υπό δικαστική συμπαράσταση (ΑΠ 48/2009, 12/2005), Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 150 και 151 του ΑΚ συνάγεται ότι για την ακύρωση της δικαιοπραξίας που έχει συναφθεί υπό το κράτος απειλής απαιτείται: 1) Η απειλή να αναφέρεται σε κακό που βρίσκεται στην εξουσία του απειλούντος και έγκειται σε επικείμενο κίνδυνο της ζωής, σωματικής ακεραιότητας, ελευθερίας, τιμής, περιουσίας εκείνου που απειλείται ή των προσώπων που συνδέονται μαζί του στενότατα. 2) Ο κίνδυνος να είναι πραγματικός, άμεσος (επικείμενος), σπουδαίος και ικανός να προκαλέσει φόβο σε έμφρονα άνθρωπο, 3) Η απειλή να είναι παράνομη και αντίθετη προς τα χρηστά ήθη.
Απειλή εναντίον των χρηστών ηθών υπάρχει, όταν η απειλούμενη πράξη επιτρέπεται από το νόμο, ελλείπει όμως κάθε σύνδεσμος ή συνάφεια μεταξύ του κακού το οποίο απειλείται και της δηλώσεως βουλήσεως που επιζητείται με την απειλή, όπως και όταν χρησιμοποιείται (η απειλή) προς εξαναγκασμό του απειλούμενου σε δήλωση βουλήσεως, για την οποία δεν είχε υποχρέωση από το νόμο ή από τη σύμβαση. 4) Η απειλή να έγινε προς το σκοπό να οδηγηθεί ο απειλούμενος, δια της ψυχολογικής πιέσεως που του ασκείται, σε δήλωση βουλήσεως ορισμένου περιεχομένου (ΑΠ 1912/2008).
Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση σ' αυτόν έννοιας μη αληθινής (μη αρμόζουσας), είτε με εσφαλμένη (μη ορθή) εφαρμογή, που υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου εφαρμόζεται ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή δεν εφαρμόζεται ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και όταν εφαρμόζεται εσφαλμένα (Ολ ΑΠ 7/2006, 4/2005).
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 1/1999, 28/1997).
To κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης του νομικού συλλογισμού προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως, έστω και με συνοπτικές αιτιολογίες από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες οι ελλείψεις που ανάγονται στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αξιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση των αναιρεσειόντων κατά της 89/2009 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, που είχε απορρίψει την αγωγή των αναιρεσειόντων για αναγνώριση ακυρότητας των αναφερόμενων δωρεών ψιλής κυριότητας ακινήτων της εξ αδιαθέτου κληρονομούμενης από τους αναιρεσείοντες Ε.
Τ. προς την αναιρεσίβλητη, λόγω ψυχοδιανοητικής διαταραχής που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής της, αλλά και εξαναγκασμού της με απειλή εναντίον των χρηστών ηθών στις δωρεές, το Εφετείο, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων δέχθηκε τα ακόλουθα:
" Η Σ. χήρα Ι. Τ., το γένος Σ. Κ., απεβίωσε στις 27.2.2006 σε ηλικία 91 ετών. Στις 21.4.2003 με το … συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Θωμά Λέκκου, που μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασε, λόγω δωρεάς εν ζωή, την ψιλή κυριότητα δύο ακινήτων της κειμένης στην οδό … αρ.35-37 πολυώροφης οικοδομής, των οποίων είχε την κυριότητα, στην εναγομένη.
Ειδικότερα, μεταβίβασε σ' αυτήν α) το με αριθμό Β3 διαμέρισμα του δεύτερου υπέρ το ημιυπόγειο ορόφου, επιφάνειας 80 τετρ. μέτρων και β) το με αριθμό Γ4 του τρίτου υπέρ το ημιυπόγειο ορόφου διαμέρισμα, επιφάνειας 60 τετρ. μέτρων. Ο σύζυγος της ανωτέρω, Ι. Τ., είχε αποβιώσει το έτος 1999. Τέκνα δεν είχε αποκτήσει και πλησιέστεροι συγγεvείς της και εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της κατά το χρόνο του θανάτου της ήταν οι ενάγοντες, τέκνα των προαποβιωσάντων αδελφών της Ν.
Κ. και Ε. Κ.. Οι ενάγοντες ως κληρονόμοι αυτής, με την ένδικη αγωγή τους προσβάλλουν την ως άνω γενόμενη προς την εναγομένη χαριστική δικαιοπραξία, ισχυριζόμενοι ότι κατά το χρόνο που προέβη στη δωρεά λόγω διανοητικής διαταραχής, οφειλόμενης σε γεροντική άνοια και στη νόσο Αλτσχάιμερ από την οποία έπασχε, περιοριζόταν αποφασιστικά η λειτουργία της βούλησης τής.
Όμως, ο ισχυρισμός τους είναι αβάσιμος. Η Σ. χήρα Ι. Τ., είχε στην κυριότητά της τρία διαμερίσματα στην οικοδομή της οδού … αρ. 35-37 στα Ιωάννινα, που είχαν περιέλθει σ' αυτή ύστερα από την κατασκευή σε οικόπεδό της πολυώροφης οικοδομής με αντιπαροχή, περί το έτος 1983. Στην ίδια οικοδομή η εναγομένη είχε αγοράσει το έτος 1984 ισόγειο κατάστημα, στο οποίο λειτουργούσε Μίνι-Μάρκετ.
Μεταξύ της Σ. χήρας Ι. Τ., του συζύγου της και της εναγόμενης αναπτύχθηκαν φιλικές σχέσεις και η εναγομένη τους εξυπηρετούσε σε οποιαδήποτε ανάγκη τους. Όταν ο Ι. Τ. ασθένησε και δεν είχαν τη δυνατότητα να εξυπηρετήσουν τις ανάγκες τους η εναγόμενη συνέδραμε αυτούς. Ιδιαίτερα όμως μετά το θάνατο του Ιωάννη Τζουβάρα που η σύζυγός του Σοφία έμεινε μόνη και ενόψει του ότι δεν υπήρχαν ούτε συγγενικά πρόσωπα κοντά της, η εναγόμενη, αφενός μεν της συμπαραστάθηκε στην κατάσταση της και τον πόνο της και τη μοναξιά της, της κρατούσε παρέα, της μετέφερε τα ψώνια στο σπίτι, τα φάρμακά της, περιποιόταν την καθαριότητα της οικίας της και των ενδυμάτων της, την περιέθαλπε στις αρρώστιες της, όπως όταν δύο φορές τραυματίστηκε λόγω πτώσεως.
Αυτά γίνονταν σε καθημερινή βάση, χωρίς να συμφωνηθεί αντάλλαγμα για την παροχή αυτών των υπηρεσιών. Η Σ. χήρα Ι. Τ. σε ένδειξη ευγνωμοσύνης προς την εναγομένη για τις υπηρεσίες, τη φροντίδα και συμπαράσταση της, αποφάσισε να της δωρίσει τα δύο ακίνητα της, διαμερίσματα στην ανωτέρω οικοδομή, εκτός από εκείνο για το οποίο είχε συντάξει διαθήκη και το άφηνε στην ανεψιά της Κ.
Π., τέταρτη ενάγουσα. Η δωρεά αποφασίστηκε από τη δωρήτρια όχι ως αντάλλαγμα για την παροχή των υπηρεσιών της εναγομένης, τέτοια συμφωνία δεν είχε γίνει ούτε μεταξύ τους ούτε με τους ενάγοντες, αλλά αποκλειστικά από δική της πρωτοβουλία και αισθανόμενη ηθική υποχρέωση έναντι αυτής για τη συνόλη προσφορά της, την οποία μόνη αυτή επέδειξε, ενώ δεν της είχαν προσφέρει ούτε τα συγγενικά της πρόσωπα.
Πραγματικά η Σ. χήρα Ι. Τ. με τη δημόσια διαθήκη που συνέταξε ενώπιον του Συμβολαιογράφου Ιωάννη Παππά, για την οποία συντάχθηκε η …/11.11.2000 πράξη του, άφησε το Γ3 διαμέρισμα του τρίτου πάνω από το ημιυπόγειο ορόφου της ανωτέρω οικοδομής, στο οποίο κατοικούσε, στην ανεψιά της τέταρτη ενάγουσα, ώστε να περιέλθει σ' αυτήν μετά το θάνατό της.
Με την ίδια διαθήκη δηλώνει ότι στα τέκνα του αδελφού του συζύγου της Χ. Π. και της αδελφής του Κ. Ρ., είχε δώσει δεκαέξι εκατομμύρια δραχμές, ήτοι δύο εκατομμύρια σε κάθε ανηψιό. Επίσης στην τέταρτη ενάγουσα άφησε και την αποθήκη που βρίσκεται στο υπόγειο της οικοδομής και ήταν της κυριότητας της. Κατά τον ανωτέρω κρίσιμο χρόνο συντάξεως του συμβολαίου δωρεάς, η δωρήτρια βρισκόταν σε ψυχική και διανοητική κατάσταση που της επέτρεπε να έχει επαφή και επικοινωνία με το περιβάλλον, είχε συνείδηση των πράξεων της, γνωρίζοντας την ουσία και το περιεχόμενο της δικαιοπραξίας που κατάρτιζε, δηλαδή ότι με το συντασσόμενο συμβόλαιο προβαίνει σε διάθεση της περιουσίας της λόγω δωρεάς, καθώς επίσης δεν περιοριζόταν η λειτουργία της βούλησης της, ώστε να βρίσκεται σε αδυναμία λογικής στάθμισης και ελεύθερου προσδιορισμού της βούλησης.
Είναι αληθές, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο αντίγραφο του ατομικού βιβλιαρίου υγείας της δωρήτριας, ότι αυτή τουλάχιστον από 15.4.2002 λάμβανε το φαρμακευτικό σκεύασμα Νootrop και από τις 3.10.2002 και τα φαρμακευτικά σκευάσματα Aricept και Risperdal. Αυτά χορηγούνται, σύμφωνα με το Εθνικό Συνταγολόγιο, το δεύτερο σε περιπτώσεις ελαφράς έως μέτριου βαθμού άνοιας της νόσου Alzheimer και το τρίτο σε περιπτώσεις ψυχωσικών καταστάσεων, ιδιαίτερα όταν συνοδεύονται από αρνητικά συμπτώματα.
Τη χορήγηση των δεύτερου και τρίτου των ανωτέρω σκευασμάτων στην περίπτωση της νόσου Alzheimer βεβαιώνει η νευρολόγος Ε. Ο.-Σ. στην από 22.3.2007 ιατρική βεβαίωση, ενώ η ψυχίατρος-ψυχοθεραπεύτρια Ι. Α. στην από 21.3.2007 ιατρική βεβαίωση βεβαιώνει ότι όλα τα ανωτέρω σκευάσματα σε συνδυασμένη θεραπεία χορηγούνται σε ασθενείς που πάσχουν από προχωρημένη νόσο Alzheimer.
To ότι έπασχε από τη συγκεκριμένη νόσο αναγράφεται στις 11.4.2005 στο ατομικό βιβλιάριο υγείας από τη γιατρό Ε. Π.. Όμως, η νόσος αυτή δεν είχε αναπτυχθεί σε τέτοιο βαθμό ώστε να επιδρά στις πνευματικές λειτουργίες της δωρήτριας, τουλάχιστον κατά το χρόνο συντάξεως του συμβολαίου δωρεάς. Τούτο αποδεικνύεται από τη μάρτυρα Ε.
Ν., η οποία γνώριζε τη δωρήτρια από το έτος 1981 και είχε αναπτύξει στενές σχέσεις μαζί της, θεωρώντας αυτή ως μητέρα της, ενόψει του ότι τότε είχε πρωτοδιοριστεί ως εκπαιδευτικός στα Ιωάννινα, δεν γνώριζε άλλον στην πόλη, λόγω του ότι καταγόταν από την Εύβοια όπου είχε ζήσει μέχρι τότε, ήταν μικρής ηλικίας 22 ετών και της φέρθηκε σαν μάνα της, μαθαίνοντάς της πολλά πράγματα και συμβουλεύοντας αυτήν.
Η μάρτυρας είχε μισθώσει και διέμενε σε διπλανό διαμέρισμα από τη δωρήτρια μέχρι το Πάσχα του έτους 2002, οπότε μετακόμισε σε διαμέρισμα σε οικοδομή της οδού …, καθέτου προς την οδό … και σε πολύ κοντινή απόσταση από την οικοδομή της δωρήτριας, ώστε εξακολούθησε να την επισκέπτεται τακτικά. Η μάρτυρας βεβαιώνει για την πολύ καλή πνευματική κατάσταση της δωρήτριας και τη διαύγεια της, τη λογική που τη διέκρινε στις συζητήσεις και τη χαρακτηρίζει σοφή γυναίκα.
Μάλιστα την είχε επισκεφθεί πέντε περίπου ημέρες πριν από τη σύνταξη του επίδικου συμβολαίου και συζήτησαν για διάφορα θέματα, ενώ εκείνη ενδιαφέρθηκε για το γιο της μάρτυρος που σπούδαζε. Η ίδια κρίση ενισχύεται και από τις καταθέσεις των μαρτύρων Α. Σ., γιατρού ορθοπεδικού και Χ. Π., δασκάλου, οι οποίοι παραστάθηκαν ως μάρτυρες κατά τη σύνταξη του συμβολαίου δωρεάς.
Αμφότεροι γνώριζαν πολύ καλά τη δωρήτρια και το σύζυγο της από πολλών ετών. Ο πρώτος παρακολουθούσε την υγεία αυτών και ο δεύτερος ήταν γείτονας και με λόγο γνώσης καταθέτουν ότι πριν από τη σύνταξη του συμβολαίου, το οποίο υπογράφηκε στην οικία της δωρήτριας, συζήτησαν μαζί της, ρωτούσε η ίδια για τη δουλειά τους και απαντούσε στις δικές τους ερωτήσεις, είχε πλήρη έλεγχο της βούλησης της, συγκροτημένη σκέψη, πλήρη επαφή και επικοινωνία, αντίληψη και λογική.
Για την ασθένεια της παρακολουθούνταν η κατάσταση της από το γιατρό νευρολόγο Γ. Ν., ο οποίος στις από 16.4.2003 και 21.4.2003 ιατρικές βεβαιώσεις του, αναφέρει ότι εξέτασε την ανωτέρω ασθενή, την οποία παρακολουθεί από εξαμήνου λόγω του ότι πάσχει από ήπια γεροντική άνοια και διαπιστώνει ικανοποιητική επικοινωνία, προσανατολισμό και λόγο (προφορικό και γραπτό) ικανοποιητικά, την υπέβαλε σε δοκιμασία ρολογιού (clock test) με αποτέλεσμα 3/4 και ότι αυτοεξυπηρετείται στις ατομικές της ανάγκες.
Και στις δύο βεβαιώσεις διαπιστώνει σταθερή κατάσταση σε σχέση με την αρχική. Εκτός από τις σωματικές παθήσεις από τις οποίες η δωρήτρια έπασχε από πολλών ετών, οι οποίες δεν επιδρούσαν στην ψυχική και διανοητική της κατάσταση, δεν αποδεικνύεται ότι κατά το χρόνο συντάξεως του δωρητηρίου συμβολαίου, είτε λόγω του γήρατος, καθόσον διάνυε το 88ο έτος της ηλικίας της, είτε από παθολογική αιτία δεν είχε συνείδηση των πραττομένων, είτε ότι έπασχε από πνευματική ασθένεια που προκαλούσε διαταραχή των νοητικών της λειτουργιών.
Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν η Σ. Τ. κατά το χρόνο που συντάχθηκε το ένδικο δωρητήριο συμβόλαιο είχε συνείδηση των πράξεων της καθώς και τη λειτουργία της βούλησης της, ώστε ελεύθερα προσδιόριζε τη βούληση της με λογικούς υπολογισμούς και συνεπώς η δωρεά δεν είναι άκυρη. Η πάθηση της, δεν ήταν σε τέτοιο βαθμό ώστε να αδυνατεί να διαγνώσει την ουσία και το περιεχόμενο της δικαιοπραξίας που συνέτασσε, δηλαδή ότι προβαίνει σε διάθεση της περιουσίας της με δωρεά, καθώς και στις συνέπειες που θα προκύψουν από αυτή.
Δεν είχε περιοριστεί σημαντικά η λειτουργία της βούλησής της, ώστε να υφίσταται κατά τη σύνταξη του δωρητηρίου συμβολαίου, εξαιτίας της νόσου της, αδυναμία λογικής στάθμισης και ελεύθερου προσδιορισμού της βούλησης. Η ανωτέρω κρίση δεν αναιρείται από όσα καταθέτει η μάρτυρας Α. Μ.. Η μάρτυρας αυτή στην προσπάθεια εναρμονισμού της με τους ισχυρισμούς των εναγόντων περιπίπτει σε αντιφάσεις σχετικά με το χρόνο που η δωρήτρια άρχισε να έχει διανοητική διαταραχή που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούληση της, αναφερόμενη άλλοτε στο τέλος του έτους 2002, άλλοτε ότι τούτο επέρχονταν σιγά-σιγά στις αρχές του έτους 2003, και σε αντιθέσεις με τις ανωτέρω ασφαλείς αποδείξεις, καθόσον αναφέρεται σε πρόσληψη της εναγομένης από τους ενάγοντες το έτος 2003, όμως σαφώς προέκυψε ότι και τα προηγούμενα χρόνια η εναγομένη φρόντιζε τη δωρήτρια, αναφέρεται σε συμφωνία για καταβολή αμοιβής 500 ευρώ το μήνα, όμως δεν προσκομίζεται οποιαδήποτε απόδειξη πληρωμής τέτοιας αμοιβής στην εναγομένη για την παροχή των υπηρεσιών της, βεβαιώνει ότι δεν μπορούσε να υπογράψει κατά το χρόνο συντάξεως του συμβολαίου, αλλά απαντά ότι δεν γνωρίζει αν πραγματικά το υπέγραψε, ούτε γνωρίζει την υπογραφή της δωρήτριας, καταθέτει ότι από το τέλος του έτους 2002 ήταν κατάκοιτη και η κατάσταση της κατά το χρόνο συντάξεως του συμβολαίου ήταν όπως φαίνεται στις προσκομιζόμενες φωτογραφίες, όμως οι φωτογραφίες αυτές έχουν ληφθεί στις 28.12.2004, δηλαδή ένα έτος και οκτώ περίπου μήνες μετά τη σύνταξη του συμβολαίου, και είναι φανερή η προσπάθεια να ενισχύσει την απόδειξη των ισχυρισμών των εναγόντων, σύμφωνα και με όσα κατωτέρω αναφέρονται για την περίπτωση της απειλής, ως μέσου επιβολής στην κατάρτιση του συμβολαίου δωρεάς.
Αντίθετα μάλιστα, από την ανωτέρω κατάθεση συνάγεται ότι από τους συγγενείς της δωρήτριας, μόνο η τέταρτη ενάγουσα την επισκέπτονταν δύο φορές το μήνα, όταν μετακινούνταν από την Αθήνα στα Ιωάννινα και μάλιστα δεν διέμενε μαζί με τη θεία της τις ημέρες παραμονής της στα Ιωάννινα, προς παροχή της βοήθειας της, αλλά φιλοξενούνταν από τη μάρτυρα.
Για τους άλλους ενάγοντες δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά και κρίνεται αληθές το κατατιθέμενο από τη μάρτυρα Ε. Ν., ότι κανείς από αυτούς δεν ενδιαφερόταν για την κατάσταση της, ούτε την επισκέπτονταν. Έτσι δικαιολογείται η ειλημμένη απόφαση αυτής να διαθέσει την περιουσία της με χαριστική αιτία στην εναγομένη η οποία είχε καταστεί μέλος της οικογένειας της, της παρείχε την απαιτούμενη φροντίδα, βοήθεια και συντροφιά.
Εξάλλου, και η κατάθεση της μάρτυρος Μ. Ε. Κ.-Κ., δεν είναι πειστική για το σχηματισμό διαφορετικής δικαστικής κρίσης. Η ανωτέρω είναι σύζυγος του τρίτου ενάγοντος και στην προσπάθεια της να στηρίξει τους ισχυρισμούς των εναγόντων, ώστε να αποβεί η δίκη υπέρ αυτών, χωρίς οποιοδήποτε στοιχείο αναφέρεται σε διαπλοκή όλων των υπολοίπων, συμβολαιογράφου, μαρτύρων κατά το συμβόλαιο, μαζί με την εναγομένη, χωρίς μάλιστα να προκύπτει οποιαδήποτε ειδική σχέση μαζί της που να δικαιολογεί τέτοια συμπεριφορά, ώστε να γίνει η μεταβίβαση της περιουσίας της λόγω δωρεάς προς την εναγομένη, αναφέρεται στην ύπαρξη άλλης διαθήκης με την οποία αφήνονταν τα δύο διαμερίσματα της δωρεάς στους ενάγοντες και την εξαφάνιση της διαθήκης αυτής, όμως δεν μπορεί να εξηγηθεί, γιατί θα συνέτασσε μια ιδιόγραφη διαθήκη προς τούτο, όταν το έτος 2000 είχε συντάξει δημόσια διαθήκη και είχε αφήσει το προαναφερόμενο διαμέρισμα στην τέταρτη ενάγουσα, αναφέρεται σε περιστατικά και σε κατάσταση της δωρήτριας, χωρίς να εκθέτει την πηγή της γνώσης της, δεδομένου ότι από τα λοιπά αποδεικτικά μέσα δεν προκύπτει ότι αυτή επισκεπτόταν τη θεία του συζύγου της, ώστε να τα γνωρίζει από προσωπική της γνώση και ενδεχομένως η μοναδική φορά που την επισκέφθηκε ήταν όταν φωτογραφήθηκαν με την ανωτέρω θεία τους.
Επομένως, αφού και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφαση αυτού δέχθηκε ως αποδειχθέντα τα ίδια πραγματικά περιστατικά και ότι συνεπώς η δωρεά δεν είναι άκυρη, σωστά εκτίμησε τις αποδείξεις, ο δε λόγος της έφεσης με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος. Εξάλλου, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι η δήλωση της βούλησης της δωρήτριας Σ.
χήρας Ι. Τ. στο επίδικο συμβόλαιο δωρεάς, αποτελούσε αποτέλεσμα ελεύθερης και αβίαστης βούλησης αυτής, χωρίς να εξαναγκαστεί στη δήλωση αυτής της βούλησης με απειλές οποιασδήποτε μορφής από την εναγομένη. Για το σχετικό ισχυρισμό των εναγόντων καταθέτει μόνο η μάρτυρας Α. Μ.. Όμως η κατάθεση της δεν κρίνεται αληθής, δεδομένου ότι αναφέρεται σε απειλητικές φράσεις εντελώς διάφορες σε σχέση με όσα αποδίδονται με την αγωγή ότι προκάλεσαν φόβο, αποτέλεσμα του οποίου ήταν η σχετική δήλωση βούλησης, ήτοι στην μεν αγωγή γίνεται λόγος ότι η εναγομένη απειλούσε τη δωρήτρια ότι θα την εγκαταλείψει και θα διακόψει την ιατρική και φαρμακευτική περίθαλψη της, ενώ η μάρτυρας καταθέτει ότι της έλεγε ότι αν φύγει η ίδια τα ανίψια της θα της βάλουν Αλβανίδες και θα τη σκοτώσουν.
Μάλιστα, καταθέτει ότι όλα τα ανωτέρω λέγονταν από το έτος 2002 και ότι η θεία τους είχε αποκαλύψει στους ενάγοντες τις απειλές που δεχόταν και η ίδια βεβαιώνει ότι την εναγόμενη είχαν προσλάβει για τη βοήθεια της θείας τους οι ενάγοντες. Όμως, αν πραγματικά τούτο ήταν αληθές, οπωσδήποτε οι ενάγοντες θα έδιωχναν την εναγόμενη που απειλούσε τη θεία τους και θα φρόντιζαν να αναλάβει τη βοήθεια της άλλο άτομο ή ίδρυμα.
Παρά ταύτα όμως η εναγόμενη συνέχιζε μέχρι το θάνατο της δωρήτριας να τη φροντίζει και να εξυπηρετεί τις ανάγκες της, χωρίς μάλιστα να γίνεται επίκληση και να αποδεικνύεται ότι της έγινε οποιαδήποτε παρατήρηση για τη συμπεριφορά της. Επομένως, αφού και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφαση αυτού δέχθηκε τα ίδια σε σχέση με την επικουρικά προβαλλόμενη βάση της αγωγής και δεν ακύρωσε την ένδικη δωρεά, δεν έσφαλε στην εκτίμηση των αποδείξεων και ο σχετικός δεύτερος λόγος της έφεσης με τον οποίο οι ενάγοντες παραπονούνται για την κρίση αυτή της εκκαλουμένης, είναι αβάσιμος".
Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο και απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της πρωτόδικης απόφασης, η οποία είχε απορρίψει την αγωγή τους για αναγνώριση της ακυρότητας των δύο επίμαχων δωρεών ακινήτων της εξ αδιαθέτου κληρονόμου εκείνων Σ. Τ., λόγω ψυχοδιανοητικής διαταραχής που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησης της και ως προϊόν απειλής, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 131 παρ. 1, 150, 151 και 180 του ΑΚ, τις οποίες εφάρμοσε, διαλαμβάνοντας στο αποδεικτικό του σαφείς, επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες και καθιστώντας εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο.
Ειδικότερα αναφέρεται: Ότι η αναιρεσίβλητη δωρεοδόχος είχε αναπτύξει φιλικές σχέσεις με τη δωρήτρια και το σύζυγό της προ του θανάτου του τελευταίου (κατά το έτος 1999) και εξυπηρετούσε αυτούς σε όλες τις ανάγκες τους, επειδή ήταν άτεκνοι και δεν είχαν κάποια βοήθεια από τους αναιρεσείοντες (τέκνα των αδελφών της δωρήτριας), με εξαίρεση την τέταρτη από αυτούς, που επισκεπτόταν τη δωρήτρια δύο φορές το μήνα. 2) 'Οτι η αναιρεσίβλητη εξακολούθησε να παρέχει και μετά το έτος 1999 τις υπηρεσίες της στη δωρήτρια, μεριμνώντας για την προμήθεια τροφίμων, την καθαριότητα της οικίας και των ενδυμάτων της, την προμήθεια και παροχή των φαρμάκων της και την περίθαλψη της γενικά, όπως και την παρηγορητική συμπαράσταση της με την καθημερινή συντροφική παρουσία της, μέχρι το θάνατο εκείνης (δωρήτριας) κατά τις 27-2-2006, σε ηλικία 96 ετών. 3) Ότι η από την κληρονομούμενη εκ μέρους των αναιρεσειόντων και δωρήτρια της αναιρεσίβλητης διάθεση της περιουσίας της, ήτοι η εν ζωή παροχή στον καθέναν από τους αναιρεσείοντες ανεψιούς της από 2.000.000 δραχμές και επί πλέον στην τέταρτη από αυτούς, που διακρίθηκε για το ενδιαφέρον της προς εκείνη, ενός διαμερίσματος πολυκατοικίας με την από 11-11-2000 δημόσια διαθήκη της, όπως και με τις προσβαλλόμενες δικαιοπραξίες (δωρεές) προς την αναιρεσίβλητη μεταβίβαση της ψιλής κυριότητας δύο διαμερισμάτων πολυκατοικίας, κατά τις 21-4-2003, που συμπορεύονται με τη συνήθεια των μοναχικώς διαβιούντων υπέργηρων ανθρώπων, να επιδεικνύουν μεγαλύτερη γενναιοδωρία προς εκείνους οι οποίοι τους συμπαραστέκονται, σε σχέση με τους εξ αίματος συγγενείς τους, όταν μάλιστα στερούνται κατιόντων, δεν περιέχουν λογική ανακολουθία. 4) Ότι η δωρήτρια από το έτος 2002 έπασχε μεν από τη νόσο Alzheimer και λάμβανε από 15-4-2002 τα φαρμακευτικά σκευάσματα Aricept και Risperdal, χορηγούμενα κατά το Εθνικό Συνταγολόγιο, το δεύτερο επί ελαφράς έως μετρίου βαθμού άνοιας και το τρίτο επί ψυχωσικών καταστάσεων, ιδίως όταν συνοδεύονται από αρνητικά συμπτώματα (σε ασθενείς με προχωρημένη νόσο Alzheimer), ωστόσο η νόσος αυτή δεν είχε εξελιχθεί, κατά τη σύναψη των επίμαχων δωρεών, σε τέτοιο βαθμό, ώστε να μην μπορεί να προσδιορίσει η δωρήτρια την ουσία και το περιεχόμενο της βούλησης της με λογικούς υπολογισμούς. 5) 'Ότι δεν αποτέλεσε προϊόν απειλής της αναιρεσίβλητης προς τη δωρήτρια η δήλωση βουλήσεως της τελευταίας να δωρήσει την ψιλή κυριότητα των δύο ακινήτων της προς εκείνη.
Επομένως οι αντίθετοι, πρώτος από το άρθρο 559 αρ. 1, δεύτερος και τρίτος από το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι. Ύστερα από αυτά που προεκτέθηκαν πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8.11.2010 ένδικη αίτηση για αναίρεση της απόφασης 254/2010 του Εφετείου Ιωαννίνων.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Ιουνίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Ιουλίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ