1599/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 25 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/3/2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1366/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7442/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 27/12/2007 αίτησή του επί της οποίας εκδόθηκε η 337/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφεραν προς συζήτηση οι αναιρεσίβλητοι με την από 2/6/2011 κλήση τους.
Legislator headnote
AI generated1599/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση και κατά την ανέλεγκτη, σχετικά, κρίση του, ως αποδειχθέντα τα εξής πραγματικά περιστατικά: " Ότι την 15-10-2002 ο εναγόμενος (και ήδη αναιρεσείων) Σ. Π., με την ιδιότητα του εργολάβου ελαιοχρωματισμών και με σύμβαση, που κατήρτισε προφορικά με τον (αρχικά και αυτόν εναγόμενο) Γ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1599 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1599/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Δημήτριο Μουστάκα, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 25 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος - καθ'ου η κλήση: Σ. Π. του Η., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Κωνσταντίνου Λένη και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσίβλητων - καλούντων: 1) Χ. Μ. του Α., κατοίκου ..., 2) Ο. Μ. του Π., κατοίκου ..., 3) Δ. Μ. του Π., κατοίκου ..., ως κληρονόμων του αρχικώς αναιρεσιβλήτου και ήδη αποβιώσαντος Π. Μ. του Γ., οι οποίοι παραστάθηκαν μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Ανδρέα Σουλόπουλου που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/3/2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1366/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7442/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 27/12/2007 αίτησή του επί της οποίας εκδόθηκε η 337/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφεραν προς συζήτηση οι αναιρεσίβλητοι με την από 2/6/2011 κλήση τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μουστάκας ανέγνωσε την από 28/11/2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την αποδοχή της ένδικης αιτήσεως του Σ. Π. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 7442/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τα άρθρα 914, 932 του ΑΚ και 1,16 του Ν. 551/1915 προκύπτει ότι χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη οφείλεται και επί εργατικού ατυχήματος όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας. Οι διατάξεις του άρθρου 16 παρ. 1 του Ν. 551/1915, κατά τις οποίες ο παθών σε εργατικό ατύχημα δικαιούται να εγείρει την αγωγή του κοινού αστικού δικαίου και να ζητήσει πλήρη αποζημίωση μόνο όταν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων του ή όταν επήλθε σε εργασία στην οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων και εξαιτίας της μη τηρήσεως των διατάξεων αυτών, αναφέρονται στην επιδίκαση αποζημιώσεως για περιουσιακή ζημία και όχι στη χρηματική ικανοποίηση για την οποία δεν υπάρχει πρόβλεψη στον ανωτέρω νόμο και εφαρμόζονται γι' αυτό μόνο οι γενικές διατάξεις. Επομένως για να δικαιούται ο παθών σε εργατικό ατύχημα χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, αρκεί να συντέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν, με την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ, δηλαδή αρκεί να συντρέχει οποιαδήποτε αμέλεια αυτών και όχι μόνο η ειδική αμέλεια περί την τήρηση των όρων ασφαλείας του άρθρου 16 παρ. 1 του Ν. 551/1915.
Εξάλλου, από τα άρθρα 681,688-691 και 698 ΑΚ, προκύπτει ότι ο εργολάβος δεν θεωρείται, κατ' αρχήν, ως προστηθείς του εργοδότη. Όταν, όμως, ο εργοδότης επιφύλαξε (ρητά ή σιωπηρά) για τον εαυτό του τη διεύθυνση και την επίβλεψη εκτελέσεως του έργου και μάλιστα (επιφύλαξε) το δικαίωμα παροχής οδηγιών προς τον εργολάβο, ο τελευταίος θεωρείται ότι βρίσκεται σε σχέση προστήσεως με τον εργοδότη, οπότε, στην περίπτωση αυτή, τα σχετικά με την ευθύνη (ενδοσυμβατική ή εξωσυμβατική) αυτών (εργοδότη-εργολάβου) ρυθμίζονται από τις διατάξεις των άρθρων 330, 334, 922 ΑΚ).
Εξάλλου, ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 περ. 19 του Κ.Πολ.Δικ., ιδρύεται, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν περιγράφονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που είναι αναγκαία, για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του κανόνα που εφαρμόσθηκε ή του οποίου έγινε επίκληση από διάδικο ότι συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του, πλην ο σχετικός ισχυρισμός απορρίφθηκε από το δικαστήριο της ουσίας. Η θεμελίωση του λόγου αυτού προϋποθέτει ελλείψεις σε ζητήματα, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όπως είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που συνθέτουν την ιστορική βάση και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγή ς. ενστάσεως ή αντενστάσεως.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση και κατά την ανέλεγκτη, σχετικά, κρίση του, ως αποδειχθέντα τα εξής πραγματικά περιστατικά: " Ότι την 15-10-2002 ο εναγόμενος (και ήδη αναιρεσείων) Σ. Π., με την ιδιότητα του εργολάβου ελαιοχρωματισμών και με σύμβαση, που κατήρτισε προφορικά με τον (αρχικά και αυτόν εναγόμενο) Γ.
Χ., ο οποίος ενεργούσε ως νόμιμα εκλεγμένος διαχειριστής των συνιδιοκτητών της επί της ... και ... πολυκατοικίας, ανέλαβε τον χρωματισμό των εξωτερικών τοίχων της εν λόγω πολυκατοικίας. Ότι, για τον σκοπό αυτό ο εναγόμενος (και ήδη αναιρεσείων) την 24-6-2002 είχε παραδώσει έγγραφη προσφορά προς τον ως άνω διαχειριστή, με περιγραφή των εργασιών, που επρόκειτο να εκτελεσθούν, στα εξωτερικά στοιχεία, περιμετρικά του κτιρίου, στα στοιχεία της πίσω πλευράς (αυλή),στην ταράτσα και στα κάγκελα, περιμετρικά του κτιρίου, αντί αμοιβής 6.622 ευρώ (2.937.000 δραχ.),στην οποία (αμοιβή) περιλαμβανόταν και η αξία των υλικών.
Επίσης καθοριζόταν ο τρόπος καταβολής της αμοιβής και ο χρόνος αποπεράτωσης του έργου. Μετά την αποδοχή της προσφοράς από τον (αρχικά και αυτόν) εναγόμενο - διαχειριστή και την κατάρτιση μεταξύ αυτών της πιο πάνω σύμβασης έργου, ο εναγόμενος (και ήδη αναιρεσείων), με την ιδιότητα του εργολάβου ελαιοχρωματισμών και σε εκτέλεση συμβάσεως έργου, προσέλαβε τον ενάγοντα (και ήδη αναιρεσίβλητο), με προφορική σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, ως τεχνίτη οικοδόμο-ελαιοχρωματιστή, για να εργασθεί στο συνεργείο, που θα εκτελούσε τον ελαιοχρωματισμό των εξωτερικών τοιχωμάτων της προαναφερόμενης πολυκατοικίας, με αποδοχές τις προβλεπόμενες από τις οικείες ΣΣΕ.
Ότι τον ενάγοντα, ο εναγόμενος-εργολάβος χρησιμοποιούσε κατά διαστήματα, από το 1997, με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, ως τεχνίτη-οικοδόμο, κατά την εκτέλεση των διαφόρων έργων, που ανελάμβανε, ως εργολάβος ελαιοχρωματισμών. Η ιδιότητά του (εναγομένου) ως εργολάβου στο συγκεκριμένο έργο προσεπιβεβαιώνεται και από τις 17-10-2002, 19-10-2002 και 25-10-2002 αποδείξεις είσπραξης χρημάτων εκ μέρους του διαχειριστή - πρώτου εναγομένου ποσού 1.000, 500 και 180 ευρώ αντίστοιχα, ανεξάρτητα από τη νομότυπη ή μη λήψη απόφασης της γενικής συνέλευσης των συνιδιοκτητών για τις καταβολές αυτές και την έκδοση ή μη οικοδομικής άδειας από την αρμόδια πολεοδομία για τις εργασίες ελαιοχρωματισμού.
Επίσης αβάσιμα ισχυρίζεται ο δεύτερος εναγόμενος ότι με τον ενάγοντα δεν τον συνδέει σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και ότι τόσο αυτός όσο και ο ενάγων και οι υπόλοιποι εργαζόμενοι Η. Α., Δ. Σ. είχαν προσληφθεί από τον πρώτο εναγόμενο για την εκτέλεση των παραπάνω εργασιών. Τα παραπάνω ως προς την ιδιότητα του β' εναγομένου ως εργολάβου και εργοδότη του ενάγοντος κατά την εκτέλεση των προαναφερομένων εργασιών ελαιοχρωματισμοί) δεν αναιρούνται 1) από το γεγονός ότι αυτός (β' εναγόμενος) κατά χρονικά διαστήματα προγενέστερα της 21-10-2002 απασχολείτο περιστασιακά με σχέση εξαρτημένης εργασίας σε τρίτους όπως από 1-1-1996 μέχρι το Μάιο του 2000 στην εταιρεία "Χ.
Τ. και ΣΙΑ Ο.Ε.", από 10-12-2000 μέχρι 30-12-2000 στην εταιρεία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΤΕΧΝΙΚΗ Α.Ε.", από 6-2-2002 μέχρι 6-5-2002 στην εταιρεία "EATON Α.Ε." και από 6-1-2001 μέχρι 5-9-2001 με την 10519/2001 εγκριτική απόφαση του ΟΑΕΔ ελάμβανε επίδομα ανεργίας. Τούτο γιατί στα ενδιάμεσα χρονικά διαστήματα απησχολείτο ως ελεύθερος επαγγελματίας - εργολάβος ελαιοχρωματισμών, όπως προκύπτει και από τα εκκαθαριστικά σημειώματα της εφορίας των ετών 2000, 2001, 2002 και 2004, όπου αυτός δηλώνει εισοδήματα τόσο από μισθωτές υπηρεσίες όσο και από εμπορικές επιχειρήσεις ως ανεξάρτητος επαγγελματίας και 2) από το ότι στον πρώτο εναγόμενο - κύριο του έργου καταλογίσθηκαν ως "πλασματικό εργοδότη" κατά τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 5 του ν. 1846/1951 οι ασφαλιστικές εισφορές του ιδίου (β' εναγομένου)και του ενάγοντος εφόσον σύμφωνα με τον νόμο ο κύριος του έργου θεωρείται ως εργοδότης για την καταβολή των ασφαλιστικών εισφορών καθώς και ότι στις από 30-10-2002 και 31-10-2002 δηλώσεις ατυχήματος, που δεν έχουν υπογραφεί από τον ενάγοντα και τον πρώτο εναγόμενο, αλλά μόνο από τον δεύτερο εναγόμενο με την ιδιότητα του μάρτυρα, ο πρώτος ενάγων - κύριος του έργου αναγράφεται ως εργοδότης του παθόντος ενάγοντος". "Περαιτέρω", δέχεται το εφετείο, "αποδείχθηκε ότι ο ενάγων απασχολήθηκε στις συγκεκριμένες εργασίες βαφής από 18-10-2002 μέχρι 21-10-2002, οπότε τραυματίσθηκε σοβαρά.
Ειδικότερα την 21-10-2002 και περί ώρα 11:00 ο ενάγων εργαζόταν στον ακάλυπτο χώρο της ανωτέρω οικοδομής εκτελώντας εργασίες ελαιοχρωματισμού στο δάπεδο εργασίας του ικριώματος - σκαλωσιάς μεταξύ του τρίτου και τέταρτου ορόφου της πολυκατοικίας, που είχε στηθεί με ευθύνη του δεύτερου εναγομένου εργολάβου Σ.
Π., οπότε έσπασε το μοναδικό ξύλινο μαδέρι το οποίο αποτελούσε το δάπεδο της σκαλωσιάς, το μήκος του οποίου ήταν μεγαλύτερο από 3,50 μέτρα, επειδή η απόσταση μεταξύ των ορθοστατών ήταν μεγαλύτερη από 3.50 μέτρα, με αποτέλεσμα την πτώση του στο κενό από ύψος δέκα (10) περίπου μέτρων και τον σοβαρότατο τραυματισμό του.
Αμέσως μετά την πτώση του μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Αττικής "ΚΑΤ", όπου διαπιστώθηκε βαρεία κρανιοεγκεφαλική κάκωση και νοσηλεύθηκε στη Νευροχειρουργική Κλινική με αιμορραγικές θλάσεις και υπαραχνοειδή αιμορραγία αριστερά μετωπιαία, κάταγμα λιθοειδούς δεξιά, κάταγμα εμπίεσμα δεξιά βρεγματοϊνιακά και αφού τοποθετήθηκε Monitor ICP και ιστικής οξυγόνωσης οδηγήθηκε στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας.
Στις 24-10-2002 ύστερα από επανέλεγχο διαπιστώθηκε συρροή θλάσεως αριστερά μετωπιαία και κροταφικά και υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση δηλαδή μετωποκροταφική αποσυμπιεστική κρανιοτομία και αφαίρεση αιματώματος. Μετά τη χειρουργική επέμβαση παρέμεινε στη ΜΕΘ μέχρι 12-11-2002 και στη συνέχεια μεταφέρθηκε στην Νευροχειρουργική Κλινική, όπου νοσηλεύθηκε μέχρι 22-11-2002 (βλ.
το από 22-11-2002 εξιτήριο - ιατρική γνωμάτευση ΚΑΤ). Κατά την έξοδό ταυ από το Νοσοκομείο ΚΑΤ του συνεστήθη επανεξέταση μετά από Ρ/ζ μήνα με αξονική τομογραφία εγκεφάλου, 30 συνεδρίες φυσικοθεραπείας κατ' οίκον, κρανιοεγκεφαλική επέμβαση σε έξι (6) μήνες και αναρρωτική άδεια τριών (3) μηνών (βλ. 29280/2002 ιατρική γνωμάτευση ιατρού Σ.
Σ. ειδικού χιερούργου και Κ. Β. επιμελητή Β' ΕΣΥ του Νευροχειρουργικού τμήματος). Στις 4-3-2003 επανεισήχθη στην Νευροχειρουργική Κλινική του Νοσοκομείου ΚΑΤ, όπου μετά από κλινικό και εργαστηριακό έλεγχο διαπιστώθηκε οστικό έλλειμμα στο κρανίο του και υποβλήθηκε σε δεύτερη χειρουργική επέμβαση κρανιοπλαστική.
Εξήλθε στις 18-3-2003 με οδηγίες για επανεξέταση κάθε μήνα (βλ. 205010/18-3-2003 εξιτήριο - γνωμάτευση του ιατρού Δ. Μ. της Νευροχειρουργικής Κλινικής του Νοσοκομείου "ΚΑΤ"). Έκτοτε επισκέπτεται κάθε μήνα τα εξωτερικά ιατρεία και κάθε εξάμηνο υποβάλλεται σε αξονική τομογραφία. Κατά την εξέταση του στις 4-3-2004 και 28-5-2003 διαπιστώθηκε από τον ιατρό Κ.
Β. ότι παρουσιάζει διαταραχή ανωτέρω ψυχοδιανοητικών λειτουργιών - διαταραχή μνήμης και συγκέντρωσης, είναι ανίκανος προς εργασία και του χορηγήθηκε αναρρωτική άδεια για τρεις (3) μήνες. Με την 2118/12-10-2005 Δευτεροβάθμια Επιτροπή του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ κρίθηκε με ποσοστό αναπηρίας 67% ανίκανος για εργασία μέχρι 30-9-2007 και παρατάθηκε μέχρι την ημερομηνία αυτή (30-9-2007) η χορήγηση της συντάξεως συνήθους αναπηρίας από εργατικό ατύχημα, οπότε και πρέπει να επανεξετασθεί.
Το παραπάνω ατύχημα οφείλεται σε αμέλεια του εναγομένου ο οποίος παρέλειψε να λάβει ως όφειλε και υποχρεούτο, κατ' άρθρο 5 παρ. 1 και 4 ν. 1396/1983 τα μέτρα ασφαλείας του Π.Δ. 778/1980 "περί των μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεση οικοδομικών εργασιών" καθώς και του Π.Δ. 1073/1981 "περί μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεση εργασιών εις εργοτάξια οικοδομών και πάσης φύσεως έργων αρμοδιότητας Πολιτικού Μηχανικού".
Ειδικότερα ο δεύτερος εναγόμενος, ο οποίος κατά τα συμφωνηθέντα ήταν υπεύθυνος για το στήσιμο της σκαλωσιάς, χρησιμοποίησε κατά παράβαση του άρθρου 9 παρ. Ια του Π.Δ. 778/1980 σε ύψος δέκα (10) περίπου μέτρων για την κατασκευή του δαπέδου του ικριώματος, ένα μόνο ξύλινο και πεπαλαιωμένο μαδέρι μικρού πλάτους και μήκους άνω των 3,50 μέτρων αντί να χρησιμοποιήσει τρία μαδέρια από υγιές ξύλο απαλλαγμένο ρωγμών και αρμών, με προστατευτικά καλύμματα και χωρίς να έχει εφοδιάσει τον ενάγοντα με κράνος και ζώνη ασφαλείας.
Έτσι επειδή η απόσταση των ορθοστατών της σκαλωσιάς ήταν μεγαλύτερη των 3,5 μέτρων σε συνδυασμό με την έλλειψη σταθερότητας της σκαλωσιάς, την παλαιότητα και έλλειψη ανθεκτικότητας του ξύλινου δαπέδου, αυτό κατά τη διάρκεια της εργασίας του ενάγοντος υπό το βάρος των κινήσεών του, έσπασε και ο ενάγων βρέθηκε στο έδαφος από ύψος 10 περίπου μέτρων".
Με τις παραδοχές του αυτές, με τις οποίες το εφετείο οδηγήθηκε στην κρίση ότι ο εναγόμενος (και ήδη αναιρεσείων) είχε αναλάβει με την ιδιότητα του εργολάβου, την εκτέλεση του ως άνω έργου και ότι, με την ιδιότητά του αυτή, είχε προσλάβει τον ενάγοντα (και ήδη αναιρεσίβλητο) να εργασθεί στο έργο αυτό, δεχόμενο, περαιτέρω, υπαιτιότητά του, σχετικά με το ως άνω ατύχημα και απορρίπτοντας τον περί αποκλειστικής αυτού (ενάγοντος) υπαιτιότητος ισχυρισμό του εναγομένου-αναιρεσιβλήτου, περιέλαβε στην πληττόμενη απόφασή του επαρκείς αιτιολογίες, χωρίς αντιφάσεις και το σχετικό δικανικό συμπέρασμά του διατυπώνεται κατά τρόπο ανενδοίαστο. Επομένως οι περί του αντιθέτου και υπό στοιχ. 1α και 2α λόγοι της κρινόμενης αίτησης, στηριζόμενοι στη διάταξη του άρθρου 559 περ. 19 Κ.Πολ.Δικ., με τους οποίους ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι η πληττόμενη απόφαση δεν περιέχει επαρκείς αιτιολογίες, σχετικά με το ως άνω αποδεικτικό πόρισμά της, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος κατ' ουσίαν.
Περαιτέρω, απορριπτέος, ως αβάσιμος κρίνεται ο με αριθ.3 και στο άρθρο 559 αριθ. 11 εδ. γ' στηριζόμενος αναιρετικός λόγος, σύμφωνα με τον οποίο, το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά στοιχεία, που αυτός επικαλέσθηκε και προσκόμισε και ειδικότερα φωτογραφίες, "από τις οποίες αποδεικνυόταν η ύπαρξη διπλών μαδεριών στο δάπεδο των επιπέδων σκαλωσιάς", καθόσον από την επισκόπηση της πληττόμενης απόφασης, στην οποία αναφέρεται ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του (πλην των άλλων), για να αχθεί στο δικανικό συμπέρασμα, που κατέληξε (και) "τα έγγραφα, που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούντα", σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, προκύπτει ανενδοίαστα το συμπέρασμα ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του, κατά την εξαγωγή του ως άνω δικανικού συμπεράσματος και τα εν λόγω, από τον εναγόμενο- αναιρεσείοντα επικαλούμενα αποδεικτικά στοιχεία.
Για τον προσδιορισμό του ύψους της "εύλογης" χρηματικής ικανοποιήσεως, το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη, εκτός από τα λοιπά προσδιοριστικά στοιχεία ( συνθήκες ατυχήματος, έκταση της προκληθείσας σωματικής βλάβης και συνέπειες αυτής, οικονομική κατάσταση των μερών κ.λ.π.), και το τυχόν, κατ' άρθρο 300 ΑΚ, συντρέχον πταίσμα του παθόντος, το οποίο συνεκτιμάται με τα ως άνω στοιχεία, γι' αυτό και δεν επιτρέπεται μετά τον τελικό καθορισμό του ποσού της χρηματικής ικανοποιήσεως, να μειωθεί εκ νέου τούτο ανάλογα με το ποσοστό της συνυπαιτιότητας.
Για να υπάρχει συντρέχον πταίσμα, πρέπει η πράξη του ζημιωθέντος να έχει συντελέσει στην πρόκληση της ζημίας και να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος της υπαίτιας πράξης του ζημιωθέντος με την πρόκληση ή την έκταση της ζημίας. Τέτοια αιτιώδης συνάφεια υπάρχει όταν η πιο πάνω πράξη ή η παράλειψη του ζημιωθέντος, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ήταν ικανή και μπορούσε να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε κυριαρχικώς ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη ή μη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, που ανάγεται στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας, των διδαγμάτων της κοινής πείρας, στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συναφείας (Α.Π. 1045/2007, Α.Π. 793/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης και ειδικότερα των προτάσεων και της εφέσεως του εναγομένου-αναιρεσείοντος, προκύπτει ότι αυτός πρότεινε, παραδεκτά, την εκ του άρθρου 300 Α.Κ ένσταση, ισχυριζόμενος (επικουρικά) ότι "..άλλως συντρέχει περίπτωση συνυπαιτιότητας του ενάγοντος,κατά ποσοστό 90% τόσο στην πρόκληση του ατυχήματος όσο και στην επέλευση των βλαβών του, καθόσον αυτός, κατά την ώρα εργασίας του, ότε επήλθε και το ως άνω ατύχημα, "...
και παρά τις εκκλήσεις των αυτοπτών μαρτύρων και του ίδιου -εναγομένου- να δεθεί με σχοινί, που του είχε πετάξει και να φορέσει κράνος, όχι μόνον δεν έπραξε αυτά, αλλά αντιθέτως, κατά τρόπο απερίσκεπτο και παρακινδυνευμένο, πήδηξε από το 5° στο 4° επίπεδο, χωρίς λόγο και αιτία, πιθανόν για να κάνει επίδειξη ή για να ανεβάσει το μαδέρι από το 4° στο 5° επίπεδο και αυτό που θα του έδινε ο βοηθός του να το βάλει στο 4° επίπεδο, στάθηκε στη μέση του μονού μαδεριού, αφού πλέον το άλλο το πήρε και το κρατούσε όρθιο και κάθετα προς το επίπεδο μαδέρι του 4ου επιπέδου, το χτυπάει δυνατά και με την ταλάντωση, που προκλήθηκε από άτομο 120 κιλών, έσπασε το μαδέρι και έγινε το ατύχημα".
Το εφετείο, σχετικά με τον ισχυρισμό αυτόν του εναγομένου (που επανέφερε ως λόγο έφεσης και που, αν αληθεύει, θεμελιώνει την εκ του άρθρου 300 ΑΚ ένσταση), δέχθηκε τα εξής: "Ο δεύτερος εναγόμενος αρνήθηκε την υπαιτιότητά του, άλλως ισχυρίσθηκε ότι συνυπαίτιος είναι ο ενάγων, κατά ποσοστό 90%,επειδή αφενός μεν δεν δέχθηκε να δεθεί με τη ζώνη ασφαλείας και να φορέσει κράνος, κατά το στήσιμο της σκαλωσιάς και αφετέρου αυτός χτύπησε το μαδέρι, που κρατούσε κατά το στήσιμο της σκαλωσιάς πάνω στο μαδέρι, που βρισκόταν και με εντελώς απερίσκεπτο και παρακινδυνευμένο τρόπο πήδηξε από το 5° στο 4° επίπεδο, πιθανόν για να κάνει επίδειξη ή να ανεβάσει το μαδέρι από το 4° επίπεδο στο 5°, αντί να περιμένει να του το δώσει ο βοηθός του.
Ο ισχυρισμός, όμως, αυτός και η εκ του άρθρου 300 ΑΚ ένσταση είναι απορριπτέα, ως αβάσιμη ...". Μετά από αυτά, το δικαστήριο και αφού έλαβε υπόψη του τις συνθήκες, την βαρύτητα και τις συνέπειες του τραυματισμού του ενάγοντος, την περιουσιακή κατάσταση των μερών καθώς και "την αποκλειστική υπαιτιότητα του εναγομένου" (και ήδη αναιρεσείοντος), επιδίκασε στον ενάγοντα και σε βάρος του εναγομένου-αναιρεσείοντα, το ποσό των 70.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση, κατ' άρθρο 932 ΑΚ, λόγω της ηθικής βλάβης, που υπέστη, από το ως άνω ατύχημα (έναντι του ποσού των 80.000 ευρώ, που ζήτησε ο ενάγων και των 30.000 ευρώ, που είχε επιδικάσει το πρωτοβάθμιο δικαστήριο).
Έτσι, όμως, που έκρινε το Εφετείο και ειδικότερα ως προς την έλλειψη συντρέχοντος πταίσματος του αναιρεσιβλήτου-ενάγοντος στον τραυματισμό του, παραβίασε εκ πλαγίου τις παραπάνω διατάξεις των άρθρων 914, 932 ΑΚ και 1, 6 του Ν. 551/1915, καθώς και τη διάταξη του άρθρου 300 ΑΚ, αφού ως προς το ζήτημα αυτό του συντρέχοντος πταίσματος, που αποτελεί στοιχείο, το οποίο επηρεάζει τον τελικό καθορισμό του ποσού της χρηματικής ικανοποιήσεως, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες, εξ αιτίας των οποίων καθιστούν αδύνατον τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθότητα του δικανικού συλλογισμού, στον οποίο, τελικά, κατά τα άνω, κατέληξε, ήτοι ότι "η εκ του άρθρου 300 ΑΚ ένσταση είναι απορριπτέα, ως αβάσιμη", αφού δεν διευκρινίζεται στην προσβαλλόμενη, πώς οδηγήθηκε στην κρίση του αυτή το δικαστήριο, ήτοι (δεν διευκρινίζεται) αν θεώρησε ως αποδειχθέντες μεν τους εν λόγω ισχυρισμούς του εναγομένου, πλην έκρινε ότι δεν συνιστούν το πραγματικό του εκ του άρθρου 300 ΑΚ κανόνα ή ότι τα περιστατικά που επικαλείται ο εναγόμενος, δεν αποδείχθηκαν ως βάσιμα κατ' ουσίαν.
Υπάρχουν, συνεπώς, ελλείψεις στην οντολογική κρίση (στη βεβαίωση δηλαδή ότι τα γεγονότα, που θεμελιώνουν την ως άνω ένσταση έχουν συμβεί ή όχι),γεγονός το οποίο καθιστά αδύνατο τον αναιρετικό έλεγχο, για την ορθότητα του δικανικού συμπεράσματος, σχετικά με την εν λόγω ένσταση του εναγομένου, πράγμα το οποίο βρίσκεται σε συνάρτηση και με την τελική του κρίση, ως προς το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, στον ενάγοντα-αναιρεσίβλητο.
Συνεπώς, το Εφετείο, με τον τρόπο αυτό παρεβίασε εκ πλαγίου τις ως άνω διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου και, επομένως, ο συναφής 4ος λόγος αναιρέσεως, στηριζόμενος στο άρθρο 559 περ. 1 και 19, με τον οποίο προβάλλεται έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλομένης απόφασης, ως προς τα παραπάνω ζητήματα, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός κατ' ουσίαν.
Μετά από αυτά, πρέπει να γίνει δεκτή η ένδικη αίτηση και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συντεθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580, παρ. 3 Κ.Πολ.Δικ.).
Τέλος, οι αναιρεσίβλητοι, πρέπει να καταδικασθούν στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντα, κατά το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 7442/2007 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών και
Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, που θα συντεθεί από άλλους δικαστές και
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, εκ δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Οκτωβρίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Νοεμβρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ