1599/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Τίγγα και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1599/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Για την πληρότητα της ιστορικής βάσης της αγωγής αυτής αρκεί το γεγονός ότι ο δοσίλογος διαχειρίστηκε υπόθεση ολικά ή μερικά του δεξίλογου με βάση οποιαδήποτε μεταξύ τους έννομη σχέση, όπως είναι κατ' άρθρα 718 και 734 ΑΚ, και η εντολή και η διοίκηση ξένης υποθέσεως, όπου προβλέπεται υποχρέωση προς λογοδοσία του εντολοδόχου ή του διοικητή αλλότριων.
Full text
Απόφαση 1599 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1599/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Τίγγα και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 10 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Π. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Βλιτσάκη, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1.Κ. Π. του Χ., 2. Α. συζ. Κ. Α. και 3. Χ. Α. του Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Καραμανέ, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ,
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4 Ιουλίου 1997 αγωγή λογοδοσίας των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 740/1998, 102/2001 και 527/2002 προδικαστικές αποφάσεις και 274/2008 οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 11 Νοεμβρίου 2008 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης, ανέγνωσε την από 8 Φεβρουαρίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 303 ΑΚ, όποιος έχει τη διαχείριση μιας ολικά ή μερικά ξένης υπόθεσης, εφόσον η διαχείριση συνεπάγεται εισπράξεις και δαπάνες, έχει υποχρέωση να λογοδοτήσει, προς τούτο δε οφείλει να ανακοινώσει στο δεξίλογο λογαριασμό που να περιέχει αντιπαράθεση των εσόδων και των εξόδων, καθώς και ότι προκύπτει από την αντιπαράθεση αυτή και να επισυνάψει τα δικαιολογητικά, εφόσον συνηθίζονται.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, με την οποία καθιερώνεται η γενική υποχρέωση για εξώδικη ή δικαστική λογοδοσία εκείνου στο πρόσωπο του οποίου συγκεντρώνονται οι προϋποθέσεις του νόμου και ρυθμίζεται ο τρόπος κατά τον οποίο θα εκπληρωθεί στην πράξη η υποχρέωση λογοδοσίας, ο δοσίλογος οφείλει να ανακοινώσει στο δεξίλογο έγγραφο λογαριασμό για τις διαχειριστικές πράξεις και για το χρόνο, για τον οποίο ζητείται η λογοδοσία, όπου πρέπει να αναγράφονται λεπτομερώς τα έσοδα και έξοδα που έχουν πραγματοποιηθεί κατά το χρόνο της διαχείρισης, καθώς και το κατάλοιπο που προκύπτει από τη διαφορά των δύο σκελών του λογαριασμού, προσέτι δε να επισυνάψει και τα δικαιολογητικά έγγραφα εφόσον η έκθεση τους συνταυτίζεται.
Εάν ο δοσίλογος δεν προβαίνει εξωδίκως σε ανακοίνωση προς το δεξίλογο λογαριασμού ή εάν ο λογαριασμός, που ανακοίνωσε ο δοσίλογος, δεν είναι κανονικός κατά τους όρους και τον τύπο που αναφέρθηκαν, δεν εκπληρώνεται η ως άνω υποχρέωση του δοσίλογου, ο δε δεξίλογος δικαιούται να επιδιώξει την εκπλήρωση της υποχρεώσεως του δοσιλόγου περί ανακοινώσεως του λογαριασμού με αγωγή, στην οποία εφαρμόζονται οι ειδικές διατάξεις των άρθρων 473 - 477 ΚΠολΔ.
Για την πληρότητα της ιστορικής βάσης της αγωγής αυτής αρκεί το γεγονός ότι ο δοσίλογος διαχειρίστηκε υπόθεση ολικά ή μερικά του δεξίλογου με βάση οποιαδήποτε μεταξύ τους έννομη σχέση, όπως είναι κατ' άρθρα 718 και 734 ΑΚ, και η εντολή και η διοίκηση ξένης υποθέσεως, όπου προβλέπεται υποχρέωση προς λογοδοσία του εντολοδόχου ή του διοικητή αλλότριων.
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 473 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι στην αγωγή λογοδοσίας μπορεί να περιληφθεί αίτημα για την καταβολή καταλοίπου του λογαριασμού, για την περίπτωση που δεν κατατεθεί ο λογαριασμός ή ο κατάλογος με τα δικαιολογητικά, χωρίς όμως να απαιτείται και ο προσδιορισμός του αξιουμένου χρηματικού ποσού του καταλοίπου, κατ' απόκλιση από τον κανόνα του άρθρου 216 παρ. 1 εδ.
β' και γ' του ίδιου Κώδικα, την οποία (απόκλιση) εισάγει η υπόψη διάταξη. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 εδ, α' ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η αγωγή πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που την θεμελιώνουν κατά το νόμο και δικαιολογούν την άσκηση της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου. Μόνο δε αν υφίσταται τέτοια έλλειψη της εκθέσεως των γεγονότων αυτών, η οποία αφορά στην κατά το άρθρο 111 παρ. 2 του ΚΠολΔ προδικασία, καθίσταται αγωγή απαράδεκτη, ελέγχεται δε αναιρετικώς η έλλειψη αυτή, με το λόγο από το άρθρο 559 αριθμ. 14 του ΚΠολΔ.
Εξάλλου, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του πραγματικά γεγονότα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αλλά δεν εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής, ή αντίθετα δεν έλαβε υπόψη του τέτοια γεγονότα, μολονότι εκτίθενται στην αγωγή, δίδεται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ.
Στην προκειμένη περίπτωση στην ένδικη από 4 Ιουλίου 1997 αγωγή των αναιρεσίβλητων, όπως από το δικόγραφο της προκύπτει, εκτίθενται (συνοπτικά) τα ακόλουθα: Ότι, δυνάμει των υπ' αριθμ. .../1-8-1990 και .../9-9-1991 συμβολαιογραφικών πληρεξουσίων, το πρώτο της Συμβολαιογράφου Λαρίσης Φανής Πέτσα και το δεύτερο του Γενικού Προξένου της Ελλάδος στη Στουτγάρδη της Γερμανίας, έδωσαν αυτοί (ενάγοντες-αναιρεσίβλητοι) στον εναγόμενο (αναιρεσείοντα) την ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα όπως στο όνομα αυτών και για λογαριασμό τους διαχειρίζεται ολόκληρη την ακίνητη και κινητή περιουσία τους, συνομολογώντας και δάνεια με Τράπεζες, προκειμένου να ανταπεξέλθει στα έξοδα της εν λόγω διαχειρίσεως.
Ειδικώς δε, με τα ως άνω πληρεξούσια ανέθεσαν, εκτός των άλλων, στον εναγόμενο να προβεί σε κάθε νόμιμη ενέργεια για την έκδοση στο όνομα τους της οικοδομικής άδειας ανέγερσης διώροφης με υπόγειο οικοδομής, σε οικόπεδο έκτασης 316,11 τετραγωνικών μέτρων, που βρίσκεται στη ..., στην οδό ... αριθ. 5, του οποίου έχουν οι δύο πρώτοι εξ αυτών (εναγόντων) την πλήρη κυριότητα του 1/2 εξ αδιαιρέτου και του υπολοίπου 1/2 εξ αδιαιρέτου την εφόρου ζωής επικαρπία και ο τρίτος εξ αυτών την ψιλή κυριότητα του, περαιτέρω δε να προβεί αυτός (εναγόμενος) για λογαριασμό τους στις πάσης φύσεως νομικές και διαχειριστικές ενέργειες προς ανέγερση της παραπάνω οικοδομής.
Ότι μέχρι την 1-8-1995, χρόνο κατά τον οποίο ανακάλεσαν την δοθείσα προς αυτόν πληρεξουσιότητα, με την υπ' αριθμ. .../1-8-1995 συμβολαιογραφική πράξη της Συμβολαιογράφου Λαρίσης Φανής Πέτσα, η οποία κοινοποιήθηκε στον εναγόμενο νόμιμα, ο τελευταίος προέβη, ως αντιπρόσωπος τους, στις αναφερόμενες λεπτομερώς στην αγωγή πράξεις διαχειρίσεως, αρνούμενος ωστόσο να λογοδοτήσει γι' αυτές και να τους ανακοινώσει αναλυτικά λογαριασμό περί των εσόδων που εισέπραξε και των εξόδων που πραγματοποίησε, καίτοι επανειλημμένως οχλήθηκε απ' αυτούς προς τούτο, χωρίς όμως να ανταποκριθεί στις τοιαύτες προσκλήσεις τους.
Με βάση τα παραπάνω οι ενάγοντες ζήτησαν, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος σε παροχή λογοδοσίας για τη γενόμενη απ' αυτόν διαχείριση της περιουσίας τους, κατά την ως άνω περίοδο, ήτοι από 1-8-1990 έως 1-8-1995, καθώς και στην καταβολή σ' αυτούς του καταλοίπου του λογαριασμού. Υπό το ως άνω περιεχόμενο της η αγωγή αυτή είναι επαρκώς ορισμένη, αφού εκτίθενται στην τελευταία με σαφήνεια και πληρότητα, η υπόθεση που διαχειρίσθηκε ο εναγόμενος, ως εντολοδόχος των εναγόντων και ότι μετά την λήξη της ιδιότητας του αυτής αρνείται να τους ανακοινώσει λογαριασμό που να περιέχει αντιπαράθεση των εσόδων και εξόδων της διαχείρισης του, καθώς και το προκύπτον από την αντιπαράθεση αυτή κατάλοιπο, αν και επανειλημένως προσκλήθηκε προς τούτο χωρίς να ανταποκριθεί, δεν ήταν δε αναγκαίο για το ορισμένο της αγωγής, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, και η αναφορά των κατ' ιδίαν στοιχείων του λογαριασμού, ούτε ο προσδιορισμός του αξίουμένου χρηματικού ποσού του καταλοίπου.
Συνεπώς, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Λαρίσης, το οποίο με την συμπροσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 740/1998 απόφαση του, δέχθηκε τα ίδια, και ακολούθως έκρινε ορισμένη την ένδικη αγωγή, δεν παρέλειψε να κηρύξει παρά το νόμο απαράδεκτο, ούτε όμως έλαβε υπόψη του παρά το νόμο πράγματα που δεν προτάθηκαν και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατ' ορθή υπαγωγή του, από το άρθρο 559 αρ. 8 και 14 ΚΠολΔ, παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος που προβάλλονται μ' αυτόν αιτιάσεις για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων από την προσβαλλόμενη και συμπροσβαλλόμενες αποφάσεις, ως προς τις διαχειριστικές πράξεις που πραγματοποίησε και ως προς τη λογοδοσία που παρείχε ο αναιρεσείων στους αναιρεσίβλητους μέχρι το έτος 1994 που παραδόθηκε σ' αυτούς η ανεγερθείσα με την επιμέλεια του, για λογαριασμό τους, οικοδομή, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος διότι, υπό την επίκληση πλημμέλειας από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττεται η ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών από το δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δίδεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, η δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1933/2006).
Εξ άλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συνιστούν (Ολ.ΑΠ. 11/1996).
Για το παραδεκτό του εξεταζόμενου λόγου αναιρέσεως, κατά την έννοια του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει ο αναιρεσείων να έχει υποβάλει ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας τα πραγματικά περιστατικά του προβαλλόμενου ισχυρισμού, με βάση τα οποία ο ισχυρισμός αυτός θα κρινόταν ως ουσιώδης για την έκβαση της δίκης, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 269 παρ. 1 εδ.
α' ΚΠολΔ, εφόσον δεν συντρέχουν οι εξαιρέσεις του εδ. β της παραγράφου αυτής και της παρ. 2 του ίδιου άρθρου, μέσα επίθεσης και άμυνας προβάλλονται με τις προτάσεις, διαφορετικά είναι απαράδεκτα. Εξάλλου, όταν η ένσταση του άρθρου 281 ΑΚ, κατά το οποίο "η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος", στηρίζεται σε περισσότερα αυτοτελή πραγματικά περιστατικά, τα οποία, συνολικώς εκτιμώμενα, καθιστούν καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος, καταλύοντας έτσι την αγωγική αξίωση, καθένα από τα περιστατικά αυτά αποτελεί "πράγμα" που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, η μη λήψη δε υπόψη των περιστατικών αυτών, ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, εφόσον αυτά είχαν προταθεί παραδεκτά υπό την προεκτεθείσα έννοια.
Τέλος, η αξίωση λογοδοσίας υπόκειται στην ελεύθερη διάθεση των ενδιαφερομένων και δικαιούχων μερών, που μπορούν να παραιτηθούν είτε ρητά είτε σιωπηρά από αυτήν και επομένως, ο εναγόμενος στη δίκη λογοδοσίας, επικαλούμενος παραίτηση εκ μέρους του ενάγοντα του δικαιώματος λογοδοσίας, προβάλλει ένσταση καταλυτική της αγωγής.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, προσάπτει στην προσβαλλόμενη και συμπροσβαλλόμενες αποφάσεις την από το άρθρο 559 αρ. 8 β' ΚΠολΔ πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι το Δικαστήριο που εξέδωσε αυτές δεν έλαβε υπόψη τον προταθέντα με τις προτάσεις του ενώπιον του ισχυρισμό περί καταχρηστικής ασκήσεως του ασκουμένου με την αγωγή δικαιώματος, ισχυριζόμενος προς θεμελίωση αυτού ότι, ενώ οι ενάγοντες τέλη Ιουλίου του 1994 έλαβαν πλήρη συγκεντρωτικό και αναλυτικό λογαριασμό εισπράξεων και δαπανών από 1-8-1990 μέχρι τότε και λίγους μήνες αργότερα εστάλησαν σ' αυτούς στην Γερμανία όλα τα σχετικά δικαιολογητικά έγραφα, χωρίς να φέρουν καμιά αντίρρηση ως προς τις πραγματοποιηθείσες εκ μέρους του διαχειριστικές πράξεις, και μολονότι εξέλιπε ο λόγος για τον οποίο ανακάλεσαν το πληρεξούσιο που του είχαν χορηγήσει, με την απόρριψη της αγωγής εναντίον τους από τον εργολάβο που είχε αναλάβει την ανέγερση της οικοδομής τους, στην οποία ισχυριζόταν ότι τον είχαν αφήσει απλήρωτο, περιστατικά που του δημιούργησαν την πεποίθηση ότι κάθε μεταξύ τους διαφορά αναφορικά με τη διαχείριση που του είχαν αναθέσει είχε λήξει, και καμιά αξίωση δεν είχαν πλέον απ' αυτόν, τρία χρόνια μετά την ανάκληση του πληρεξουσίου που του είχαν χορηγήσει, κατά κατάχρηση του όποιου δικαιώματος τους, κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, άσκησαν την εις βάρος του ένδικη αγωγή λογοδοσίας.
Μέμφεται δε περαιτέρω την προσβαλλομένη και για τον λόγο ότι δεν έλαβε υπόψη, θεμελιούντα τον άνω ισχυρισμό του περιστατικά και συγκεκριμένα, ότι κατανάλωσε τεράστιο χρόνο και δυνάμεις ως πληρεξούσιος των εναγόντων για την ανέγερση της διώροφης οικοδομής τους χωρίς καμιά αμοιβή, καθώς επίσης το γεγονός, ότι εάν ανέθεταν σε μηχανικό-εργολάβο την κατασκευή της οικοδομής τους, θα πλήρωναν τα διπλάσια χρήματα, τα οποία απέφυγαν χάρις στη δική του αδελφική συμπαράσταση.
Όμως, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά της δίκης έγραφα, ο αναιρεσείων, υπέβαλε μεν με τις προτάσεις του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας τον άνω ισχυρισμό με τα περιστατικά που αναφέρονται στο πρώτο μέρος του λόγου αυτού, το εν λόγω όμως Δικαστήριο με την συμπροσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 740/1998 απόφαση του έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό αυτό και τον απέρριψε ως μη νόμιμο, και επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως, κατά το μέρος αυτό, είναι αβάσιμος.
Εξάλλου, τα όσα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων με τον ίδιο λόγο αναιρέσεως κατά το δεύτερο μέρος του, δεν συνιστούν "πράγματα" υπό την προεκτεθείσα έννοια, δηλαδή αυτοτελή πραγματικά περιστατικά τα οποία θα μπορούσαν να στηρίξουν την υποβληθείσα ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος που ασκείται με την ένδικη αγωγή, αλλά πραγματικά επιχειρήματα που προβάλλονται προς ενίσχυση της ένστασης αυτής, και συνεπώς, ο άνω λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος αυτό, είναι απαράδεκτος.
Αλλά και υπό την εκδοχή ότι τα ανωτέρω αποτελούν αυτοτελή πραγματικά περιστατικά ικανά να στηρίξουν την παραπάνω ένσταση, και πάλι ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, καθόσον, όπως προκύπτει από τις προτάσεις του αναιρεσείοντος ενώπιον του άνω Δικαστηρίου, δεν είχε προτείνει τα περιστατικά αυτά προς θεμελίωση του εν λόγω ισχυρισμού του, αλλά το πρώτον απαραδέκτως προβάλλονται με το αναιρετήριο.
Περαιτέρω, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, προσάπτεται επίσης στην προσβαλλόμενη και τις συμπροσβαλλόμενες αποφάσεις του άνω Δικαστηρίου, η από το άρθρο 559 αρ. 8 β' ΚΠολΔ πλημμέλεια και συγκεκριμένα υποστηρίζει ο αναιρεσείων, ότι δεν λήφθηκε υπόψη ο ισχυρισμός του, σύμφωνα με τον οποίο οι ενάγοντες (αναιρεσίβλητοι) παραιτήθηκαν ρητώς και σιωπηρώς του δικαιώματος τους προς λογοδοσία εκ μέρους του, καθόσον, ευθύς εξαρχής ελάμβαναν γνώση του συνόλου των διαχειριστικών πράξεων, παρέλαβαν χωρίς καμιά αντίρρηση την κατασκευασθείσα οικοδομή τους την 1-8-1994, και αποδέχθηκαν πλήρη έκθεση του απολογισμού του κατά την παράδοση της οικοδομής και τα παραστατικά προς τούτο έγραφα που τους απέστειλε στη Γερμανία.
Και ο λόγος αυτός αναιρέσεως, που προτάθηκε παραδεκτά, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, καθόσον το άνω Δικαστήριο έλαβε υπόψη του τον πιο πάνω ισχυρισμό με την υπ' αριθμ. 740/1998 απόφαση του, με την οποία κρίθηκε ότι συνιστά ένσταση καταλυτική της αγωγικής αξιώσεως, ακολούθως δε με την υπ' αριθμ. 102/2001 απόφαση του, απέρριψε κατ' ουσίαν τον ισχυρισμό αυτό.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 226 παρ. 2 και 270 παρ. 2 εδ. β'ΚΠολΔ, όπως αυτές ίσχυαν πριν την αντικατάσταση τους με τα άρθρα 5 και 12 του Ν. 2915/2001, προκύπτει ότι στην τακτική διαδικασία ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, εφόσον εκδίδεται προδικαστική απόφαση και η απόδειξη διεξάγεται σύμφωνα με το άρθρο 341 ΚΠολΔ, δεν είναι παραδεκτές ως αποδεικτικά μέσα ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου.
Στην προκειμένη περίπτωση επί της ένδικης από 4-7-1997 αγωγής λογοδοσίας εκδόθηκε, η υπ' αριθμ. 740/1998 προδικαστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λαρίσης, η οποία έταξε αποδείξεις και όρισε ότι οι μάρτυρες θα εξετασθούν ενώπιον του εισηγητή δικαστή, και εφόσον κατοικούν ή διαμένουν εκτός της έδρας του Πρωτοδικείου η εξέταση τους θα γίνει ενώπιον του Ειρηνοδίκη ή του Έλληνα Προξένου του τόπου κατοικίας ή της διαμονής τους, οι οποίοι διορίζονται προς τούτο ως εντεταλμένοι δικαστές.
Συνεπώς, η εξέταση ενώπιον της Συμβολαιογράφου Λαρίσης Ελένης-Ευγενίας Ρομοσιού-Κλειτσάκη, του μάρτυρα του αναιρεσείοντος Σ. Π., για την οποία συντάχθηκε η υπ' αριθμ. .../28-12-2000 ένορκη βεβαίωση, κατόπιν σχετικής κλητεύσεως των αναιρεσίβλητων, δεν ήταν επιτρεπτή και η προαναφερθείσα ένορκη βεβαίωση δεν ήταν παραδεκτή ως αποδεικτικό μέσο, εφόσον η κρινόμενη αγωγή εκδικάσθηκε με την τακτική διαδικασία και εκδόθηκε προδικαστική απόφαση, με την οποία διατάχθηκε απόδειξη σύμφωνα με το άρθρο 341 ΚΠολΔ, γι' αυτό και η συμπροσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 102/2001 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λαρίσης, που δεν την έλαβε υπόψη προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό του πόρισμα, δεν υπέπεσε στην από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια και επομένως ο τρίτος, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγος αναιρέσεως, που υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11-11-2008 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 274/2008 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λαρίσης, που κατέστη τελεσίδικη και των συμπροσβαλλομένων υπ' αριθ. 740/1998, 102/2001 και 527/2002 παρεμπιπτουσών αποφάσεων του ίδιου Δικαστηρίου.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 24 Οκτωβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Νοεμβρίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ