Supreme Court allows appeal against hospital's refusal of lump sum payment due to employee's voluntary withdrawal from fund.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece annulled the First Instance Court's decision denying a lump sum payment to a nurse who voluntarily withdrew from a mandatory employee fund. The court found the lower court erred by accepting only capital shortage as a valid excuse for non-payment, ignoring the hospital's alleged coercion into the nurse's resignation. Consequently, the case was remanded for retrial with a new panel of judges to address the coercion claim and determine the correct legal outcome.
Legislator headnote
AI generatedArticles 361 and 380 of the Civil Code; The employer cannot be exempted from paying a lump sum benefit solely due to the employee's lack of funds, and a voluntary withdrawal from a mandatory fund must be scrutinized for coercion or undue influence to be valid.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1599 / 2006 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1599/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Μπαλντά, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Κολυβά, Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αναστάσιο - Φιλήτα Περίδη και Ηλία Γιαννακάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Ιανουαρίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ...., η οποία παραστάθηκε με το δικηγόρο της Ηλία Τσεριώνη. Του αναιρεσίβλητου: Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία «Περιφερειακό Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ», το οποίο εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Σταθαρά βάσει δηλώσεως του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ. , ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/6/1998 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1363/2000 του ίδιου Δικαστηρίου και 6903/2001 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7/7/2003 αίτησή της και τους από 4/6/2004 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χλαμπουτάκης, ανέγνωσε την από 1 Οκτωβρίου 2004 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων αναιρέσεως και των προσθέτων λόγων αυτής. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 361 Α.Κ. μπορεί να συμφωνηθεί μεταξύ του εργοδότη και των εργαζομένων σε μία επιχείρηση ή υπηρεσία, η συγκέντρωση περιουσίας σε ειδικό λογαριασμό για ορισμένο σκοπό (παροχή εφάπαξ βοηθήματος κ.λ.π.). Τέτοιους ειδικούς λογαριασμούς δεν τους αποκλείει η νομοθεσία, αλλά αντιθέτως ειδικώς τους προβλέπει στα πλαίσια των ασφαλιστικών οργανισμών και για ασφαλιστικές παροχές το άρθρο 4 παρ. 7 του Α.Ν. 1022/1946.
Κατά την αυτή διάταξη για την κατάργηση της συμφωνηθείσης ενοχής απαιτείται νέα σύμβαση, εκτός αν διαφορετικά ορίζεται στο νόμο. Περαιτέρω κατ΄ άρθρ. 380 Α.Κ. ο οφειλέτης απαλλάσσεται της παροχής του, αν η εκπλήρωση αυτής κατέστη αδύνατη από γεγονός για το οποίο αυτός δεν έχει ευθύνη. Τέτοιο γεγονός δεν είναι καθεαυτό το τοιούτο της ελλείψεως στον οφειλέτη των απαραίτητων για την εκπλήρωση της παροχής του χρημάτων, αλλά απαιτείται και η συνδρομή και άλλων περιστάσεων, εξ αιτίας των οποίων αυτός λόγω ελλείψεως των εν λόγω μέσων αδυνατεί να εκπληρώσει την παροχή του.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε κατά κρίση ανέλεγκτη τα εξής : «Δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ιδιωτικού δικαίου η ενάγουσα (και τώρα αναιρεσείουσα) προσλήφθηκε στις 2/10/1973 ως διπλωματούχος αδελφή Νοσοκόμος από το εναγόμενο (και τώρα αναιρεσίβλητο) νοσοκομείο και προσέφερε σ΄ αυτό τις υπηρεσίες της μέχρι 30/11/1997 όταν απολύθηκε λόγω συνταξιοδότησής της.
Το εναγόμενο νοσοκομείο με την από 13/1/1953 απόφασή του Διοικητικού Συμβουλίου ίδρυσε λογαριασμό με την ονομασία «Λογαριασμός Πρόνοιας Αδελφών του Θεραπευτηρίου ο Ευαγγελισμός» και ενέκρινε με την ίδια απόφαση κανονισμό Λειτουργίας του. Με την επακολουθήσασα δε 62/14-5-1957 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου ενέκρινε τον νέο κανονισμό του ανωτέρω λογαριασμού που συνέταξε η διοικούσα επιτροπή, ύστερα από εκπόνηση αναλογιστικής μελέτης.
Σύμφωνα με τον κανονισμό αυτό σκοπός του λογαριασμού είναι η παροχή εφ' άπαξ βοηθήματος στις αδελφές νοσοκόμες που αποχωρούν μετά τρία τουλάχιστον έτη πραγματικής υπηρεσίας στο Θεραπευτήριο, η δε συμμετοχή στο λογαριασμό είναι προαιρετική και γίνεται μετά από υπεύθυνη δήλωση της ενδιαφερομένης στην οποία πρέπει να αναφέρεται ότι αυτή έλαβε γνώση των διατάξεων του κανονισμού.
Πόροι του λογαριασμού είναι μεταξύ άλλων κράτηση επί του μισθού των μετόχων αδελφών η οποία με την από 1.4.1977 απόφαση του Δ.Σ. του εναγόμενου ορίσθηκε σε 4% επί των μηνιαίων αποδοχών τους, η δε διοίκηση του λογαριασμού ασκείται από πενταμελή επιτροπή (με Πρόεδρο μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του εναγομένου, με μέλη ένα πρώην μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου αυτού, το γενικό του διευθυντή και δύο εν ενεργεία μετόχους του λογαριασμού και γραμματέα ένα μόνιμο υπάλληλο του Θεραπευτηρίου οριζόμενο από τον γενικό διευθυντή, ενώ ο προϋπολογισμός και ο ισολογισμός του καταρτίζονται από τη διοικούσα επιτροπή αλλά εγκρίνονται από το Διοικητικό Συμβούλιο του εναγομένου.
Η τροποποίηση ή η μεταβολή του κανονισμού γίνεται από το Διοικητικό Συμβούλιο του εναγομένου, το οποίο επίσης αποφασίζει και για τους πόρους του λογαριασμού καθώς και για την αυξομείωσή τους. Ο ανωτέρω λογαριασμός αποτελεί συγκέντρωση περιουσίας για ορισμένο σκοπό και περιλαμβάνεται στις υπηρεσίες του εναγομένου νοσοκομείου το οποίο με τη σύσταση και διατήρησή του προβαίνει σε πρόταση προς κάθε αδελφή νομοσκόμο που παρέχει σ΄ αυτό τις υπηρεσίες της για σύναψη συμβάσεως (πρόσθετης συμφωνίας) που καταρτίζεται με την αποδοχή της προτάσεως από κάθε μία νοσοκόμο η οποία εγγράφεται στο λογαριασμό και αποδέχεται τους όρους του κανονισμού.
Από τη σύμβαση δε αυτή δημιουργείται πρόσθετη υποχρέωση του εναγομένου νοσοκομείου να καταβάλει σε κάθε νοσοκόμα μέτοχο του λογαριασμού το ως άνω εφάπαξ χρηματικό βοήθημα κατά το χρόνο αποχώρησή της από την υπηρεσία. ΄Ομως ο ως άνω λογαριασμός με απόφαση του Δ.Σ. του εναγομένου έπαυσε να λειτουργεί από 31.5.1991 διότι δεν υπήρχε ικανό κεφάλαιο για να καλύψει το εφάπαξ βοήθημα που προβλεπόταν από τον κανονισμό του για τις αποχωρούσες αδελφές.
Ως εκ τούτου σύμφωνα με τα άνω αποδειχθέντα από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι η γενομένη μονομερής εκ μέρους του εναγομένου καταγγελία της άνω συμβάσεως του λογαριασμού είναι παράνομη και καταχρηστική». Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε, με την κύρια αιτιολογία του, την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε απορρίψει την αγωγή της, με αίτημα ν΄ αναγνωρισθεί ότι είναι έγκυρη και ισχυρή η μεταξύ αυτής και του αναιρεσίβλητου νοσοκομείου συναφθείσα σύμβαση συμμετοχής της στον εν λόγω λογαριασμό και να υποχρεωθεί το εναγόμενο νοσοκομείο να της καταβάλει για εφάπαξ βοήθημα, από τη συμμετοχή της στο λογαριασμό αυτό, το αναφερόμενο ποσόν.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 361, 380 Α.Κ., αφού δέχθηκε ότι μόνο το στοιχείο της ελλείψεως κεφαλαίου συνιστά γεγονός απαλλακτικό της ευθύνης του αναιρεσίβλητου νοσοκομείου προς εκπλήρωση της παροχής του. Επομένως είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός ο από τον αριθμ. 1 του άρθρ. 559 Κ.Πολ.Δ.
πρώτος λόγος αναιρέσεως.
Επειδή, «πράγματα» κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 8 Κ.Πολ.Δ. νοούνται οι έχοντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελής πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάργηση ή παρακώλυση ασκουμένου με αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, όπως επίσης και οι λόγοι εφέσεως.
Μετά ταύτα και σε σχέση με την επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως ότι η αναιρεσείουσα – ενάγουσα δεν δικαιούται του αιτουμένου εφάπαξ βοηθήματος, αφού η συμμετοχή της στον ένδικο Λογαριασμό ήταν προαιρετική, η ίδια δε ζήτησε με την από 2/10/1987 αίτησή της να διαγραφεί από μέτοχος του Λογαριασμού, με το αναιρετήριο και τους πρόσθετους λόγους προβάλλονται αιτιάσεις από τον αριθμ. 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
κατά τις οποίες το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη, τους δια λόγων εφέσεως, προταθέντες ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας και συγκεκριμένα α) ότι η γενόμενη παραίτησή της δεν ήταν αποτέλεσμα της ελεύθερης βούλησής της, αλλά προϊόν ενεργειών του αναιρεσίβλητου που αντιβαίνουν στα χρηστά ήθη, δεδομένου ότι το αναιρεσίβλητο νοσοκομείο με τους αρμόδιους εκπροσώπους του εκμεταλλευόμενο την επιτακτική οικονομική της ανάγκη και την απειρία της ως απλής νοσοκόμου και χρησιμοποιώντας ψευδείς διαδόσεις την εξώθησε σε παραίτηση και β) ότι η ίδια η αναιρεσείουσα, μετά την κατά τα παραπάνω λύση της συμβατικής της σχέσης, ζήτησε με νέα αίτηση την επανεγγραφή της στο Λογαριασμό, προκειμένου να αναβιώσει η μεταξύ των διαδίκων αρχική σύμβαση.
Οι ισχυρισμοί αυτοί της αναιρεσείουσας, που αποτελούν νόμιμες αντενστάσεις (άρθρ. 178 και 361 Α.Κ.) και ασκούν έννομη επιρροή στην έκβαση της δίκης, προβλήθηκαν, όπως από το δικόγραφο της εφέσεως προκύπτει, με λόγους εφέσεως στο Εφετείο, το οποίο όμως δεν τους έλαβε υπόψη, όπως από την προσβαλλόμενη απόφασή του προκύπτει.
Επομένως είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί οι σχετικοί, κύριοι και πρόσθετοι, αναιρετικοί λόγοι. Πρέπει, συνεπώς, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση για τους παραπάνω λόγους, παρελκούσης της ερεύνης των λοιπών, και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ΄ αριθ. 6903/2001 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε χίλια τριακόσια (1.300) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Μαρτίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Σεπτεμβρίου 2006. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ