Supreme Court remands property dispute case for retrial due to insufficient evidence on title acquisition.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the First Instance Court's final decision on property ownership. The appellant argued the lower court relied on insufficient evidence regarding the title's acquisition through donation and abandonment. The Court agreed, noting the first instance judgment failed to explicitly establish the legal basis for the claimants' ownership despite their assertions. Consequently, the decision was annulled and the case remanded for retrial before a different judge.
Legislator headnote
AI generatedArt. 560 para. 1, Art. 176, Art. 183, Art. 495 para. 3 of the Code of Civil Procedure; If a court of second instance fails to explicitly establish the legal basis for a party's claim to ownership despite the claimant's assertions, the appeal is admissible and the case must be remanded for retrial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1598 / 2025 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1598/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Φωτεινή Μηλιώνη, Ευαγγελία Στεργίου, Αναστασία Καραμανίδου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 19 Μαρτίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ν. Γ. του Ι., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Στυλιανή Μπιρμπάκου, και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ν. Γ. του Γ., 2) Μ. Γ. του Γ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Κασιμάτη, και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-2-2013 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Γυθείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 35/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 58/2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γυθείου, που διορθώθηκε δια της 30/2021 αποφάσεως του ιδίου Δικαστηρίου. Την αναίρεση των δύο τελευταίων αποφάσεων ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24-12-2021 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Με την από 19-10-2023 Πράξη του Προέδρου του Τμήματος τούτου του Αρείου Πάγου, νόμιμα φέρεται προς συζήτηση στην προκείμενη δικάσιμο που ορίστηκε αυτεπαγγέλτως, κατά τη διάταξη του άρθρου 260 παρ.4 ΚΠολΔ, η από 24-12-2021 με αριθμ. καταθ. 6/24-12-2021 αίτηση για αναίρεση της με αριθμ. 58/2020 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γυθείου, η οποία είχε εγγραφεί στο πινάκιο της ορισθείσας επ' αυτής δικασίμου της 18ης Οκτωβρίου 2023, αλλά δεν εισήχθη προς συζήτηση για λόγο ανωτέρας βίας, και συγκεκριμένα λόγω αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων, με το με αριθμ.
πρωτ. ...-2023 έγγραφο του Υπουργείου Δικαιοσύνης, ενόψει των αυτοδιοικητικών εκλογών της 8ης Οκτωβρίου 2023 και των επαναληπτικών αυτών εκλογών της 15ης Οκτωβρίου 2023. Με την ανωτέρω υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η με αρ. με αριθμ. 58/2020 τελεσίδικη απόφαση του δικάσαντος ως Εφετείο, Μονομελούς Πρωτοδικείου Γυθείου (όπως αυτή διορθώθηκε με την με αρ 30/2021 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου), το οποίο δίκασε κατά την τακτική διαδικασία και αντιμωλία των διαδίκων την από 26-10-2017 έφεση των εκκαλούντων, η δεύτερη εκ των οποίων είναι η ήδη αναιρεσείουσα, απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (Ειρηνοδικείο Γυθείου), το οποίο δικάζοντας επί της από 10-2-2013 διεκδικητικής κυριότητος ακινήτου αγωγής των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, μετά την διεξαγωγή της διαταχθείσας με την αρ. 47/2014 μη οριστική απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, πραγματογνωμοσύνης, δέχθηκε αυτήν ως κατ' ουσίαν βάσιμη.
Η παραπάνω αίτηση, που παραδεκτά ασκείται μόνο από την μία εκ των ηττηθέντων εκκαλούντων, λόγω της απλής ομοδικίας που δημιουργείται μεταξύ των εξ αδιαιρέτου συγκυρίων ακινήτου (ΑΠ 1168/2024, ΑΠ 1111/2024, ΑΠ 1414/2014), ασκήθηκε στις 24-12-2021 νομότυπα και εμπρόθεσμα εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας από την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης στις 12-11-2020 καθόσον δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση αυτής και, συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566§1, 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (αρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
2.- Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 369, 1033, 1192, και 1198 ΑΚ, προκύπτει ότι, αποκτά κάποιος κυριότητα ακινήτου με παράγωγο τρόπο, ύστερα από συμφωνία με τον κύριο του ακινήτου ότι μετατίθεται σε αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία, εφόσον η σχετική συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβάλλεται σε μεταγραφή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, επίσης, ότι μεταξύ των προϋποθέσεων που απαιτούνται για την απόκτηση της κυριότητας ακινήτου με σύμβαση είναι, ότι ο μεταβιβάσας ήταν αληθής κύριος του ακινήτου που μεταβιβάστηκε.
Περαιτέρω, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα, όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Με τις διατάξεις αυτές, για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του, κατ' άρθρο 1051 ΑΚ.
Εξάλλου, από το συνδυασμό των προαναφερόμενων διατάξεων με εκείνες των όρθρων 1094 ΑΚ, 70, 216 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι, για την πληρότητα της αναγνωριστικής ή διεκδικητικής αγωγής κυριότητας ακινήτου, του οποίου η κυριότητα αποκτήθηκε με παράγωγο τρόπο, πρέπει ο ενάγων να αναφέρει, εκτός των άλλων, ότι κατέστη κύριος του επίδικου ακινήτου για ορισμένη αιτία με συμβολαιογραφικό έγγραφο, και μεταγραφή και ότι ο άμεσος δικαιοπάροχος του ήταν αληθής κύριος του πράγματος που μεταβίβασε. Ο τρόπος κτήσης της κυριότητας επί του επιδίκου από το δικαιοπάροχο του ενάγοντος δεν είναι στοιχείο της αγωγής. Μόνον αν ο εναγόμενος ήθελε αμφισβητήσει με τις προτάσεις του της πρώτης πρωτοβάθμιας συζήτησης την κυριότητα του τελευταίου και των προ αυτού κτητόρων του επιδίκου, υποχρεούται ο ενάγων, για το ορισμένο της αγωγής, να αναφέρει είτε με την αγωγή καθ' υποφορά, είτε με τις προτάσεις του της ίδιας συζήτησης της αγωγής ορισμένο νόμιμο τρόπο με τον οποίο ο δικαιοπάροχος του έγινε κύριος του ακινήτου, τέτοιος δε τρόπος μπορεί να είναι εκείνος της κτήσεως της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία. (ΑΠ 1292/203).
Περαιτέρω η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του όρθρου 559 ΚΠολΔ (που ταυτίζεται με τον από τον αρ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο) ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικό ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος (ΟλΑΠ 18/1998).
Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή της περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του ουσιαστικού δικαιώματος στο οποίο στηρίζεται. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής.
Επομένως, νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και αποτελούν προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου προσδιορίζοντας το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης (που ταυτίζεται με από τον αρ. 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο) ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το όρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ (που δεν προβλέπεται ως αναιρετικός λόγος από το άρθρο 560 ΚΠολΔ) λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη.
Ο αναιρετικός αυτός έλεγχος γίνεται με βάση την κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας, υπό την προϋπόθεση ότι η ως άνω εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής ανταποκρίνεται στο πραγματικό περιεχόμενο αυτής (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ). Ανεξάρτητα πάντως από το είδος της αοριστίας για να ιδρυθεί ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, πρέπει ο σχετικός με την αοριστία ισχυρισμός, που δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 1 ΚΠολΔ, να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναίρεσης (ΟλΑΠ 4/2024).
3.- Από την επισκόπηση (561 παρ. 2ΚΠολΔ) των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας, προκύπτει ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, με την από 10-2-2013 (αρ. καταθ. 15/2013) αγωγή τους, εκθέτοντας ότι είναι συγκύριοι κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας τους, με παράγωγο τρόπο, αιτία δωρεάς κατά την ψιλή κυριότητα και με παραίτηση από την επικαρπία, με τα διαλαμβανόμενα στο δικόγραφο της αγωγής συμβόλαια των ετών 1991 και 2010 αντίστοιχα, που μεταγράφηκαν νόμιμα αλλά και με πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία με προσμέτρηση του χρόνου νομή του δικαιοπαρόχου τους), του λεπτομερώς περιγραφομένου στην αγωγή ακινήτου, τμήματα του οποίου αποτελούν τα επίδικα, ότι ο δικαιοπάροχος τους Κ.
Γ. είχε αποκτήσει την κυριότητα του ακινήτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, νεμόμενος τούτο διανοία κυρίου από το 1945 που έλαβε χώρα άτυπη διανομή μεταξύ των συγκληρονόμων του πατέρα του, συνεχώς και αδιαλείπτως επί εικοσαετία και πλέον, ασκώντας πράξεις νομής όπως επίβλεψη και καθαρισμός αυτού, τις οποίες συνέχισαν να πραγματοποιούν και οι ίδιοι οι ενάγοντες από το 1991 έως την παράνομη αποβολή τους από τους εναγόμενους το έτος 2011 και 2012, με την τοποθέτηση σιδερένιων πασσάλων και μεταλλικών πλεγμάτων και με την κατασκευή τοιχίου, περιλαμβάνοντας στην ιδιοκτησία τους τα επίδικα εδαφικά τμήματα κυριότητας των εναγόντων, ζήτησαν να αναγνωρισθούν συγκύριοι κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος, ολοκλήρου του ακινήτου και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να τους αποδώσουν τα καταληφθέντα από αυτούς εδαφικά τμήματα συνολικής έκτασης 582,96 τ.μ..
Με το ανωτέρω περιεχόμενο η αγωγή είναι επαρκώς ορισμένη καθόσον εκτίθεται σ αυτήν ο τρόπος κτήσης της κυριότητας του ακινήτου από τους ενάγοντες, παράγωγος και πρωτότυπος, καθώς και η κτήση κυριότητας από τον δικαιοπάροχο τους με έκτακτη χρησικτησία. Επίσης διαλαμβάνονται στην αγωγή οι πράξεις αποβολής των εναγόντων από τα επίδικα εδαφικά τμήματα, κατά τα ήδη εκτεθέντα.
Επομένως ο πρώτος αναιρετικός λόγος, κατά το πρώτο σκέλος του και ο δεύτερος λόγος, που πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση για την εκ του αρ. 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια, υπό τις αιτιάσεις ότι το δικάσαν ως εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο Γυθείου, έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτήν (κυριότητα του δικαιοπαρόχου των εναγόντων και αποβολή αυτών από τη νομή), είναι αβάσιμοι.
Περαιτέρω με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου της αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για την, εκ του αρ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, ευθεία παραβίαση της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 1033 ΑΚ, αιτιώμενη ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι οι ενάγοντες κατέστησαν κύριοι με παράγωγο τρόπο ολόκληρου του ακινήτου στο οποίο περιλαμβάνονται τα επίδικα εδαφικά τμήματα, χωρίς να διαλαμβάνει παραδοχές για τον τρόπο κτήσης της κυριότητας από τον δικαιοπάροχο αυτών, προϋπόθεση αναγκαία κατά το νόμο (άρθρο 1033 ΑΚ) για την κτήση κυριότητας με παράγωγο τρόπο.
Όπως προκύπτει από την επισκόπηση (561 παρ. 2 ΚΠολΔ) της προσβαλλόμενης απόφασης, το δικάσαν ως εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο Γυθείου, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Οι ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι απέκτησαν κατά κυριότητα από τον παππού τους Κ. Γ., κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, έκαστος, ένα ακίνητο, μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο, κείμενο έκτος του οικείου σχεδίου πόλεως, εκτός οικισμού στη θέση "Καραβοστάσι-Λιβέρι" του τέως Δήμου Οιτύλου και ήδη Ανατολικής Μάνης Λακωνίας με τους κάτωθι τρόπους:
Δυνάμει του υπ' αριθ. ...-1991 συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Αθηνών Β. Ε. Μ., νόμιμα μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Οιτύλου στον τόμο 65, με αριθμό 68, ο πρώτος ενάγων απέκτησε το ποσοστό 2/3 και η δεύτερη εξ αυτών το ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου του ως άνω ακινήτου, κατά ψιλή κυριότητα, από τον παππού τους Κ.
Γ. του Κ. και της Ε., λόγω δωρεάς. Η μητέρα τους, δε, Β. χήρα Γ. Γ. απέκτησε με το προαναφερθέν συμβόλαιο την ισόβια επικαρπία επί του ως άνω ακινήτου. Στον δικαιοπάροχο παππού τους, δε, το ως άνω ακίνητο αρχικά είχε περιέλθει το έτος 1945 λόγω άτυπης διανομής της πατρικής περιουσίας, μεταξύ αυτού και των συγκληρονόμων αδελφών του.
Ακολούθως, το έτος 2010, δυνάμει του υπ' αριθ. .../2010 συμβολαίου του ως άνω Συμβολαιογράφου, νόμιμα μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Οιτύλου, στον τόμο 73, με αριθμό 472 η μητέρα των εναγόντων-εφεσίβλητων παραιτήθηκε του δικαιώματος επικαρπίας επί του ως άνω ακινήτου με αποτέλεσμα ο πρώτος ενάγων να αποκτήσει την πλήρη κυριότητα κατά το ποσοστό 2/3 εξ αδιαιρέτου και η δεύτερη ενάγουσα-εφεσίβλητη την πλήρη κυριότητα σε ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου επ' αυτού.
Εν συνεχεία ο πρώτος ενάγων δώρισε στην δεύτερη ενάγουσα την πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή επί του άνω ακινήτου, κατά το ποσοστό 1/6 εξ αδιαιρέτου, δυνάμει του υπ' αριθ. .../2010 συμβολαίου του ως άνω Συμβολαιογράφου, νόμιμα μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Οιτύλου, στον τόμο 73 με αριθμό 473, επομένως έκαστος των εναγόντων-εφεσιβλήτων κατέστη κύριος του 50 % εξ αδιαιρέτου επί του ως άνω ακινήτου.
Αυτό, στον αρχικό τίτλο του έτους 1991 περιγράφεται ως αγρόκτημα ξηρικό, εκτάσεως τριών και μισού περίπου στρεμμάτων συνορευόμενο Ανατολικά με ακίνητο ιδιοκτησίας Η. Σ., βόρεια με ακίνητο ιδιοκτησίας Π. Σ., Δυτικά με ακίνητο ιδιοκτησίας Η. Σ. και Νότια με ακίνητο ιδιοκτησίας Π. Γ.
Περαιτέρω προκύπτει ότι το ακίνητο των εναγόντων-εφεσίβλητων εμφαίνεται στο από Μάρτιο του 2010, προσαρτημένο στο προαναφερθέν υπ’ αριθ. ...-2010 συμβόλαιο, τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Ι. Σ. και περιγράφεται με τα κεφαλαία αλφαβητικά στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ- Η-Θ-Ι-Κ-Λ-Μ-Ν-Ξ-Ο-Π-Ρ-Σ-Τ-Υ-Φ-Χ-Α ως έχον εμβαδό 3.029,22 τ.μ.
συνορευόμενο ΒΟΡΕΙΑ επί τεθλασμένης πλευράς Η-Π συνολικού μήκους μέτρων εξήντα τριών και 0,46 (63,46), ήτοι πλευρά Η-Θ μήκους μέτρων ενός και 0,55 (1,55) συν πλευρά Ο-Ι μήκους μέτρων πέντε και 0,24 (5,24) συν πλευρά Ι-Κ μήκους μέτρων ενός και 0,05 (1,05) συν πλευρά Κ-Λ μήκους μέτρων οκτώ και 0,70 (8,70) συν πλευρά Λ-Μ μήκους μέτρων οκτώ και 0,74 (8,74) συν πλευρά Μ-Ν μήκους μέτρων έντεκα και 0,66 (11,66) συν πλευρά Ν-Ξ μήκους μέτρων εννέα και 0,79 (9,79) συν πλευρά Ξ-0 μήκους μέτρων εννέα και 0,29 (9,29) συν πλευρά Ο-Π μήκους μέτρων επτά και 0,44 (7,44) εν μέρει με ιδιοκτησία Π.
Σ. και εν μέρει με ιδιοκτησία Χ. Κ., ΝΟΤΙΑ επί πλευράς Υ-Τ μήκους μέτρων σαράντα εννέα (49) και επί πλευράς Σ-Ρ μήκους μέτρων δώδεκα και 0,71 (12,71) με ιδιοκτησία Π. και Ν. Γ., ΑΝΑΤΟΛΙΚΑ επι πλευράς Π-Ρ μήκους μέτρων σαράντα έξι και 0,17 (46,17) και επί πλευράς Τ-Σ μήκους μέτρων τεσσάρων (4) με ιδιοκτησίες Π. και Ν. Γ. και ΔΥΤΙΚΑ επί τεθλασμένης πλευράς Η-Υ συνολικού μήκους μέτρων σαράντα εννέα και 0,09 (49,09) ήτοι πλευρά Η-Ζ μήκους μέτρων τεσσάρων και 0,70 (4,70) συν πλευρά Ζ-Ε μήκους μέτρων πέντε και 0,58 (5,58) συν πλευρά Ε-Δ μήκους μέτρων επτά και σαράντα επτά (7,47) συν πλευρά Δ-Γ μήκους μέτρων δέκα τεσσάρων και 0,40 (14,10) συν πλευρά Γ-Β μήκους μέτρων οκτώ (8) συν μέτρων δύο και 0,03 (2,03) συν πλευρά Χ-Φ μήκους μέτρων ενός και 0,69 (1,69) συν πλευρά Φ-Υ μήκους μέτρων ενός και 0,43 (1,43) εν μέρει με ιδιοκτησία Η.
Σ. και εν μέρει με ιδιοκτησία Χ. Κ. Το ως άνω ακίνητο των εναγόντων-εφεσιβλήτων οριοθετείτο πάντοτε από τη δυτική, βόρεια και ανατολική πλευρά του με τις όμορες ιδιοκτησίες με ξηρολιθιά. Οι εναγόμενοι-εκκαλούντες απέκτησαν την όμορη προς Ανατολάς και Νότο της ιδιοκτησίας των εναγόντων ιδιοκτησία ως εξής:
Αρχικά ο τρίτος εναγόμενος-ήδη εκκαλών το απέκτησε λόγω γονικής παροχής από τον πατέρα του Π. Γ. του Κ., δυνάμει του υπ' αριθ. ...-1984 συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Γυθείου Ε. Π. Γ., νόμιμα μεταγεγγαμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Οιτύλου στον τόμο 53, με αριθμό 3722. Σύμφωνα με το συνημμένο σε αυτό από Αύγουστο του 1984 τοπογραφικό διάγραμμα της αρχιτέκτονας μηχανικού Κ.
Σ. το ως άνω παραχωρηθέν ακίνητο είχε έκταση 2.424,46 τ.μ., περιγραφόταν, δε, με τα στοιχεία Α-Β-Γ-Δ- Ε-Ζ-Ζ'-Η-Ο-Α- ως συνορευόμενο ΝΟΤΙΩΣ επί πλευρά ΑΒ, ΒΓ, ΓΔ, ΔΕ προσώπου μέτρων αθροιστικώς 96,80 μέτρων, ΑΝΑΤΟΛΙΚΩΣ επί πλευράς ΕΖ προσώπου 37 μέτρων με ιδιοκτησία Π., ΒΟΡΕΙΩΣ επί πλευράς ΖΖ', ΖΉ, ΗΘ προσώπου αθροιστικώς 89 μέτρων με ιδιοκτησία εν μέρει Η.
Σ. και εν μέρει Κ. Γ. και ΔΥΤΙΚΩΣ επί πλευράς ΘΑ προσώπου 17 μέτρων με ιδιοκτησία Η. Σ. Στον δικαιοπάροχο του το ως άνω ακίνητο όπως λεπτομερώς περιγράφεται, κατά θέση, όρια έκταση και πλευρικές διαστάσεις περιήλθε με άτυπη αγορά από τον Ι. Δ. το έτος 1939 έκτοτε, δε, και έως την παραχώρησή του στο τρίτο εναγόμενο αυτός το νεμόταν συνεχώς, αδιαλείπτως και αδιαταράκτως καλοπίστως και διανοία κυρίου.
Περαιτέρω, προκύπτει ότι το έτος 1998, αφού πρώτα ο Π. Γ. του Κ. και ο τρίτος εναγόμενος-ήδη εκκαλών, δυνάμει της υπ' αριθ. .../1998 διορθωτικής πράξης της Συμβολαιογράφου Οιτύλου Λακωνίας Π. Κ. Μ. προέβησαν στην διόρθωση του προαναφερθέντος υπ' αριθ. ...-1984 συμβολαίου, μεταξύ άλλων, αναφορικά με το εμβαδόν του μεταβιβασθέντος ακινήτου από 2.424,46 τ.μ.
σε 2.960,97 τ.μ., ο τελευταίος παραχώρησε λόγω γονικής παροχής την ψιλή κυριότητα επί του ως άνω ακινήτου, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου σε έκαστο των τέκνων του, ήτοι τον πρώτο και δεύτερη των εναγομένων-εκκαλούντων, παρακρατώντας ισοβίως την επικαρπία επ' αυτού δυνάμει της υπ' αριθ. .../1998 πράξης της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο 67, με αριθμό 165 στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αρεοπόλεως.
Σύμφωνα με το από 8 Απριλίου 1998 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονας μηχανικού Η. Π., συνημμένο στο ως άνω συμβόλαιο, το ακίνητο των εκκαλούντων εμφαίνεται με τα κεφαλαία αλφαβητικά στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η- Θ-Ι-Α, και συνορεύει ΝΟΤΙΑ με πλευρά Α-Β μήκους 32,50 μέτρων συν Β-Γ μήκους 21,60 μέτρων συν Γ-Δ μήκους 9,20 μέτρων συν Δ-Ε μήκους 33,30 μέτρων με αγροτική οδό πλάτους (4) μέτρων και πέραν αυτής με βραχώδη παραλία αιγιαλό και θάλασσα, ΔΥΤΙΚΑ με πλευρά Ε-Ζ μήκους 21,10 μέτρων με ιδιοκτησία Κ.
Σ. και με πλευρά Η-Θ μήκους 10,80 μέτρων με ιδιοκτησία Γ. Γ., ΒΟΡΕΙΑ με πλευρά Ζ-Η μήκους 47,60 μέτρων με ιδιοκτησία Γ. Γ. και με πλευρά Θ-Ι μήκους 39,40 μέτρων με ιδιοκτησία κληρονόμων Η. Σ. και ΑΝΑΤΟΛΙΚΑ με πλευρά Ι-Α μήκους 39 μέτρων με ιδιοκτησία Α. Λ. (πρώην Π.). Επομένως, η δυτική πλευρά του ακινήτου των εκκαλούντων- εναγομένων στο τμήμα που συνορεύει με την ιδιοκτησία Κ.
Σ. αντί 17 μέτρων, όπως εμφαινόταν στον αρχικό τίτλο και στο τοπογραφικό της Κ. Σ., με το ως άνω τοπογραφικό εμφαίνεται να έχει μήκος 21,10 μέτρα και στο τμήμα που συνορεύει με το ακίνητο των εφεσίβλητων- εναγόντων αντί 4 μέτρων, όπως αποτυπωνόταν στον αρχικό τίτλο του 1984, στο νέο τοπογραφικό εμφαίνεται να έχει μήκος 10,80 μέτρων.
Μέχρι το έτος 1999 με 2000 οι σχέσεις των αντιδίκων ήταν αγαθές, όμως η κατάσταση άλλαξε όταν οι εφεσίβλητοι-ενάγοντες αντελήφθησαν ότι οι εκκαλούντες-εναγόμενοι προέβαιναν σε αλλοίωση των ορίων μεταξύ των ιδιοκτησιών τους που οριοθετούνταν ανέκαθεν από ξερολιθιές, καθώς τα αγροτεμάχια στην περιοχή είχαν την μορφή λωρίδων, όπως καταθέτει η μάρτυρας των εναγόντων.
Ποτέ δεν υπήρχε παλαιά περίφραξη με συρματόπλεγμα που να οριοθετεί τις ιδιοκτησίες στην συγκεκριμένη τοποθεσία, ούτε μεταξύ των ιδιοκτησιών των αντιδίκων. Από την ληφθείσα το έτος 1986 αεροφωτογραφία στην περιοχή επιβεβαιώνεται ότι μεταξύ αυτών (των ιδιοκτησιών των αντιδίκων) υπήρχαν λιθοσειρές, οι οποίες με τον χρόνο αλλά και την παρέμβαση των εναγομένων αλλοιώθηκαν πλήρως, ενώ μόλις το έτος 2012 εμφανίζεται ως όριο αυτών τοίχος.
Συγκεκριμένα, προκύπτει ότι οι εκκαλούντες-εναγόμενοι συστηματικά μετά το έτος 1998, οπότε προέβησαν στην διόρθωση του εμβαδού του ακινήτου που απέκτησε ο τρίτος εναγόμενος-εκκαλών από τον πατέρα του κατά το έτος 1984 άρχισαν τις προσπάθειες να επεκτείνουν την ιδιοκτησία τους εις βάρος αυτής των εναγόντων.
Ταυτόχρονα, ο τρίτος εναγόμενος ήδη εκκαλών, εκμεταλλευόμενος το γεγονός ότι ο πατέρας και ο παππούς των εναγόντων είχαν αποβιώσει και ότι αυτοί ήταν ανήλικοι και απούσιαζαν από την περιοχή για αρκετά χρόνια, προκειμένου να αλλοιώσει το κοινό μεταξύ των ιδιοκτησιών των αντιδίκων όριο, μετέφερε τουλάχιστον κατά τα έτη 2006 και 2007, όπως προκύπτει από προσκομιζόμενες μετ' επικλήσεως φωτογραφίες και εναπόθεσε, νταμαρίσιες πέτρες, οι οποίες όμως δεν αποτελούν το όριο μεταξύ των όμορων ιδιοκτησιών, ούτε περίφραξη.
Οι ενάγοντες-εφεσίβλητοι, προκειμένου να εξεύρουν λύση στην επεκτατική προσπάθεια των εναγομένων προσπάθησαν, αρχικά να έλθουν σε συνεννόηση με τους εναγόμενους- εκκαλούντες για την διευθέτηση του προβλήματος των ορίων των ιδιοκτησιών τους, όμως οι τελευταίοι αθετούσαν τις υποσχέσεις τους και προσπαθούσαν να εκμεταλλευτούν την έλλειψη γραμματικών γνώσεων ειδικά της δεύτερης ενάγουσας- εφεσίβλητης, για να επιτύχουν το σκοπό τους, ήτοι την διεύρυνση της έκτασης της ιδιοκτησίας τους.
Το πραγματικό γεγονός, δε, της προσπάθειας των εναγομένων-εκκαλούντων να αλλοιώσουν τα όρια μεταξύ της ιδιοκτησίας τους με αυτής των αντιδίκων, ώστε αυτοί (οι εναγόμενοι) να διευρύνουν την δική τους, επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι η δεύτερη ενάγουσα προσπάθησε το 2011 να τοποθετήσει συρματόπλεγμα στα όρια που είχαν υποδειχθεί από τον παππού των εναγόντων και ταυτίζονταν με την πραγματική έκταση που είχε η ιδιοκτησία τους και αποτυπώθηκε στο τοπογραφικό του Ι.
Σ., συνημμένο στο συμβόλαιο κτήσης τους, του έτους 2010, που εξάλλου, το εμφανίζει με μικρότερο εμβαδό από αυτό των 3,5 περίπου στρεμμάτων που περιγράφεται στο συμβόλαιο του έτους 1991. Αντίθετα, οι εκκαλούντες-εναγόμενοι και ειδικότερα αρχικά ο τρίτος εξ αυτών απέκτησε ένα ακίνητο, τα όρια του οποίου υποδείχθηκαν στην μηχανικό Κ.
Σ. από τον δικαιοπάροχο πατέρα του Π. Γ. του Κ., ο οποίος, εξάλλου, το νεμόταν από το 1939 και γνώριζε την έκταση του, εάν, δηλαδή, ήταν περίπου 3 ή περίπου 2,5 στρέμματα. Επομένως η ως άνω μηχανικός που μέτρησε και περιέγραψε το ακίνητο των εκκαλούντων-εναγομένων στο τοπογραφικό που συνέταξε ακολούθησε τις οδηγίες του Π.
Γ. του Κ. και το αποτύπωσε να έχει εμβαδόν 2.424,46 τ.μ.
Περαιτέρω, ο ίδιος ο δικαιοπάροχος του τρίτου εναγομένου, Π. Γ. του Κ. παραστάθηκε αυτοπροσώπως στην κατάρτιση του υπ' αριθ. ...-1984 συμβολαίου από την Συμβολαιογράφο Γυθείου Ε. Π. Γ. και δεν αντέλεξε σχετικά με την έκταση του ακινήτου που μεταβίβασε, παρά μόνο μετά από 14 έτη προέβη σε διόρθωση αυτού. Η διόρθωση, δε, του ως άνω συμβολαίου δεν αφορά την εσφαλμένη μέτρηση του ακινήτου σε όλες τις πλευρές του παρά μόνο όσον αφορά τα όρια του προς το νότιο και δυτικό όριο αυτού, τα όρια του οποίου ομοίως υποδείχθηκαν από τον δικαιοπάροχο του τρίτου εναγομένου-εκκαλούντος στην μηχανικό για να τα μετρήσει.
Δεν είναι λογικό συμπέρασμα επομένως ότι η εσφαλμένη αποτύπωση του ακινήτου που μεταβιβάστηκε στον τρίτο εναγόμενο προέκυψε από σφάλμα της μηχανικού αλλά από τις υποδείξεις του κυρίου του, ο οποίος για κάποια σκοπιμότητα, επέδειξε άλλα όρια στην νεώτερη καταμέτρηση από αυτά που αρχικά επέδειξε. Σε κάθε περίπτωση αν υπήρχε μια εσφαλμένη μέτρηση της έκτασης του ακινήτου των εναγομένων- εκκαλούντων από την μηχανικό Κ.
Σ. λόγω χρήσης μετροκορδέλας κι όχι ακριβών μέσων μέτρησης, δεν θα αφορούσε μόνο το δυτικό του όριο της ιδιοκτησίας που συνόρευε με το ακίνητο των εναγόντων, αλλά σε όλη του την έκταση. Επίσης και στην από 29 Αυγούστου του 1984 βεβαίωση του Προέδρου της Κοινότητας Οιτύλου Λακωνίας αναφέρεται ότι ο Γ. Π. του Κ. (ο δικαιοπάροχος του τρίτου εναγομένου), έχει υπό την απόλυτον και αδιαφιλονίκητον νομήν, κατοχήν και κυριότητα αγροτεμάχιο στη θέση Λιβέρι του οικισμού Καραβοστάσι -ΟΙΤΥΛΟΥ εκτάσεως περίπου, 2.500 τ.μ.
περίπου και ότι ο Γ. Κ. του Κ. και της Ε., νέμεται, κατέχει, συνεχώς αδιαταράκτως καλοπίστως και διανοία κυρίου, ένα ακίνητο στη θέσι Λιβέρι αγρόκτημα, ξέσκεπο, εκτάσεως περίπου 3,5, στρεμμάτων περίπου, γεγονός που συνηγορεί στο ότι τα ακίνητα των αντιδίκων είχαν σαφή γνωστή έκταση και κατά την νεότερη καταμέτρησή του η ιδιοκτησία των εναγόντων μετρήθηκε στις ορθές της διαστάσεις χωρίς να επιβαρύνουν όμορους ιδιοκτήτες τους στην έκταση των 3.029,22 τ.μ.
ενώ οι εναγόμενοι προσπάθησαν να επεκτείνουν την ιδιοκτησία τους εις βάρος των εναγόντων. Το γεγονός, δε, ότι η ιδιοκτησία των εναγόντων έχει έκταση 3.029,22 τ.μ. αποδεικνύεται περαιτέρω και από την φωτοερμηνεία των ακινήτων των αντιδίκων που διενήργησε ο αγρονόμος τοπογράφος μηχανικός Ι. Σ. εφαρμόζοντας την αεροφωτογραφία του έτους 1984 και αναφέρει ότι το ακίνητο των εναγόντων έχει έκταση 3.000 τ.μ.
περίπου, ενώ το ακίνητο των εναγομένων έχει έκταση περίπου 2.400 τ.μ. περίπου. Στην τεχνική του έκθεση ο μηχανικός Χ. Π., δε, ο οποίος μέτρησε το εμβαδόν του ακινήτου των εναγόντων με εμβαδόν 2.442,83 τ.μ. δεν αποτυπώνει την πραγματική έκτασή του, καθώς αυτή συνετάγη το έτος 2011, όταν είχαν λάβει χώρα οι αλλαγές στα όρια του ακινήτου των εναγόντων και των εναγομένων, αφού ο τρίτος εναγόμενος είχε τοποθετήσει γαλβανιζέ πάσσαλους, συρματόπλεγμα και μαντρότοιχο που δεν υπήρχαν όταν οι ενάγοντες απέκτησαν το ακίνητο τους, αλλά και μεταγενέστερα τουλάχιστον μέχρι το έτος 2011 καθ' ότι τότε υλοποιήθηκε η επέκταση των ορίων του ακινήτου των εκκαλούντων - εναγομένων εις βάρος της ιδιοκτησίας των εφεσίβλητων-εναγόντων.
Το γεγονός δε της πρόσφατης αλλοίωσης των ορίων του ακινήτου των εναγόντων με ενέργειες των εναγόμενων εμφαίνεται από τις προσκομιζόμενες αεροφωτογραφίες του έτους 1986 όπου δεν φαίνονται οι ογκόλιθοι που τοποθετήθηκαν από τους εκκαλούντες-εναγόμενους στο ανατολικό όριο της ιδιοκτησίας των εφεσίβλητων-εναγόντων ώστε να αλλοιωθούν τα όρια των ιδιοκτησιών σε σύγκριση με την αεροφωτογραφία του έτους 2011 όπου διακρίνονται δια γυμνού οφθαλμού οι όγκοι της πέτρας και στο έτος 2012 όπου οι εναγόμενοι έχουν εντελώς αλλάξει τα όρια σε σχέση με την αεροφωτογραφία του 1986.
Από όλα τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι εκκαλούντες-εναγόμενοι κατέλαβαν δύο εδαφικά τμήματα που αποτελούν αναπόσπαστα τμήματα της ιδιοκτησίας των εφεσιβλήτων- εναγόντων, ήτοι ένα με εμβαδό 304,46 τ.μ., το οποίο κείται στο νότιο όριο αυτής και έτερο με εμβαδό 278,50 τ.μ., το οποίο κείται στο ανατολικό όριο αυτής.
Οι εκκαλούντες, δε, δεν συμπλήρωσαν είκοσι έτη νομής επί των ως άνω τμημάτων γης μέχρι την ημέρα κατάθεσης της υπό κρίση αγωγής, την 13- 02-2013 καθώς άρχισαν να νέμονται αυτά από το έτος 1998, χωρίς, εξάλλου, να λαμβάνεται υπόψη η αναστολή της ενάρξεως και της συνεχίσεως της χρησικτησίας, λόγω του ότι οι ο πρώτος ενάγων είναι γεννηθείς το έτος 1978 και ενηλικιώθηκε το 1996 και η δεύτερη ενάγουσα είναι γεννηθείσα το 1981 και ενηλικιώθηκε το 1999 και τελούσαν μέχρι την ενηλικίωση τους υπό γονική μέριμνα, (άρθρο 1055 ΑΚ).
Επομένως οι εκκαλούντες δεν κατέστησαν κύριοι των ως άνω τμημάτων γης δυνάμει έκτακτης χρησικτησίας, ούτε, όμως, και με παράγωγο τρόπο, διότι με τον αρχικό τίτλο κτήσης του έτους 1984 δεν μεταβιβάστηκε σε αυτούς η κυριότητα των επιδίκων εδαφικών τμημάτων, ούτε, επίσης, με τακτική χρησικτησία, καθώς δεν απεδείχθη ότι οι εκκαλούντες χρησιδέσποζαν τα προαναφερθέντα τμήματα γης με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, καθότι υπήρχαν προστριβές με τους εφεσίβλητους και την μητέρα τους, ήδη από τα έτη 1999-2000, όταν αυτοί αντιδρούσαν στην επεκτατική τάση των εκκαλούντων-εναγομένων εις βάρος της ιδιοκτησίας των εναγόντων- εφεσιβλήτων.
Περαιτέρω, οι εφεσίβλητοι-ενάγοντες αποτύπωσαν στο από Νοέμβριο του 2012 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Ι. Σ. τα τμήματα γης, στα οποία έχουν επέμβει οι εκκαλούντες-εναγόμενοι μετακινώντας, όπως προαναφέρθη κατά το παρελθόν τις λιθοσειρές και το έτος 2011, τοποθετώντας οριστικά περίφραξη με συρματόπλεγμα καταλαμβάνοντας αυτά.
Επομένως, το Πρωτοβάθμιο δικαστήριο ορθώς εκτίμησε τα αποδεικτικά μέσα και απέρριψε τους ισχυρισμούς των εκκαλούντων-εναγόμενων περί κτήσης των επίδικων με έκτακτη χρησικτησία, ενώ δεν προέκυψε κάποια διαφορά μεταξύ των εφεσίβλητων-εναγόντων με άλλους όμορους που να είναι νομικά σημαντική για την παρούσα διαφορά, ούτε αναφορικά με την εν γένει συμπεριφορά των εναγόντων οι οποίοι είχαν μόλις ενηλικιωθεί όταν ξεκίνησαν οι διαφορές με τους εκκαλούντες-εναγόμενους.
Κατόπιν τούτων, με βάση των όσων αποδεικνύονται πλήρως ανωτέρω με τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα του Δικαστήριο τούτο σχημάτισε ασφαλή κρίση ως προς τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά και κρίνει ότι δεν είναι απαραίτητη η διενέργεια νέας πραγματογνωμοσύνης. Επομένως το αίτημα που υπέβαλαν οι εκκαλούντες περί διενεργείας νέας πραγματογνωμοσύνης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο κατ' ουσίαν.
Μετά ταύτα, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη έκανε δεκτή την κρινόμενη αγωγή ως βάσιμη στην ουσία της, σωστά έκρινε και πρέπει, να απορριφθούν οι προβληθέντες από τους εκκαλούντες λόγοι της έφεσης αναγόμενοι σε εσφαλμένη εκτίμηση αποδείξεων.". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.
Κρίνοντας έτσι το Μονομελές Πρωτοδικείο, παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1033 ΑΚ περί μεταβίβασης ακινήτου από κύριο, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, καθόσον τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε δεν αρκούσαν για την εφαρμογή της. Συγκεκριμένα με τις παραδοχές ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι κατέστησαν κύριοι ολόκληρου του ακινήτου, στο οποίο περιλαμβάνονται τα επίδικα εδαφικά τμήματα, με παράγωγο τρόπο, με νόμιμη αιτία την δωρεά και την παραίτηση από την επικαρπία, κατά την ψιλή κυριότητα το έτος 1991 με το με αριθ. ...-1991 συμβόλαιο δωρεάς του Συμβολαιογράφου Αθηνών Β.
Ε. Μ., αποκτώντας και την επικαρπία με το με αριθ. .../2010 συμβόλαιο παραίτησης από αυτήν, του ως άνω Συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκαν νόμιμα και ότι στον δικαιοπάροχο τους Κ. Γ., είχε περιέλθει ολόκληρο το ακίνητο το έτος 1945 λόγω άτυπης διανομής της πατρικής περιουσίας μεταξύ αυτού και των συγκληρονόμων αδελφών του, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι κατέστησαν κύριοι των επιδίκων εδαφικών τμημάτων με παράγωγο τρόπο, αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.
Τούτο διότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ενώ δέχεται ότι οι ενάγοντες κατέστησαν κύριοι ολόκληρου του ακινήτου, στο οποίο περιλαμβάνονται και τα επίδικα εδαφικά τμήματα, με παράγωγο τρόπο, δεν διαλαμβάνει παραδοχές περί της κυριότητος και του τρόπου κτήσης αυτής, του δικαιοπαρόχου των εναγόντων επί του ανωτέρω ακινήτου, αν και υπήρξε και ρητή αμφισβήτηση της κυριότητας αυτών εκ μέρους των εναγομένων, με τις προτάσεις τους ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και ρητή έκθεση ισχυρισμών των εναγόντων στην αγωγή, περί του τρόπου κτήσεως της κυριότητας από τους ίδιους και από τον δικαιοπάροχο τους, ενώ εξάλλου ουδόλως διαλαμβάνει παραδοχές περί κτήση της κυριότητας από τους ενάγοντες με τα προσόντα της χρησικτησίας.
Συνεπώς ο από τον αρ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πρώτος αναιρετικός λόγος κατά το δεύτερο σκέλος του, ότι το δικάσαν ως εφετείο, Μονομελές Πρωτοδικείο Γυθείου αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, ως προς την κτήση κυριότητας των εναγόντων επί του ακινήτου στο οποίο περιλαμβάνονται τα επίδικα εδαφικά τμήματα, είναι βάσιμος.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και κατά παραδοχή του προαναφερόμενου αναιρετικού λόγου, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καθιστά αλυσιτελή την εξέταση του τρίτου και τέταρτου λόγου από τους αρ. 1 και 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Μονομελές Πρωτοδικείο που δικάζει ως Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή. Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας η οποία παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσιβλήτων λόγω της ήττας τους (άρθρα 176,183 ΚΠολΔ) κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής που υποβλήθηκε με τις προτάσεις. Τέλος πρέπει να διαταχθεί η κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που καταβλήθηκε από αυτήν.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την με αρ. 58/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γυθείου.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Πρωτοδικείο, που θα συγκροτηθεί όμως από άλλον δικαστή από αυτόν που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.
Διατάσσει την απόδοση στην αναιρεσείουσα που παραβόλου που καταβλήθηκε από αυτήν για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης.
Καταδικάζει του αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Σεπτεμβρίου 2025 .
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Σεπτεμβρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ