Supreme Court dismisses appeal against lease contract dispute ruling regarding unjust enrichment under Greek Civil Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the International University of Greece's appeal against the First Instance Court's decision in a lease contract dispute. The appellant argued that the respondent's acceptance of machinery constituted unjust enrichment due to the contract's invalidity, but the court found the First Instance Court correctly applied the Civil Code. The court ruled that the respondent's knowledge of the contract's formal defects did not negate the lack of legal cause for the enrichment, leading to the dismissal of the appeal.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 905 of the Civil Code: Unjust enrichment requires a lack of legal cause, which persists even if the underlying contract is void for lack of form, as the recipient's knowledge of the defect does not validate the enrichment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1598 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1598/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σωκράτη Πλαστήρα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Μυρσίνης Παπαχίου και της αρχαιοτέρας της συνθέσεως Αρεοπαγίτου Ασπασίας Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη), Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη, Ερασμία Λιούλη και Ζωή Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Μαρτίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Διεθνές Πανεπιστήμιο της Ελλάδος" (ΔΙΠΑΕ), που εδρεύει στη Θέρμη Θεσσαλονίκης και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Κωνσταντόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της αναιρεσίβλητης: Εταιρείας με την επωνυμία "XEROX HELLAS ΑΕΕ ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΣΥΣΤΗΜΑΤΩΝ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΕΓΓΡΑΦΩΝ ΚΑΙ ΟΡΓΑΝΩΣΗΣ", που εδρεύει στην Καλλιθέα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Φαρμακίδη - Μάρκου, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 20-2-2024 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-3-2017 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 163/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 234/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 24-5-2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ερασμία Λιούλη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 24.5.2021 (αριθμ. εκθ. καταθ. 3647/502/24.5.2021), αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμ. 234/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών (άρθρα 614 αρ. 1 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015). Η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 του ΚΠολΔ), ήτοι εντός της προθεσμίας των δύο ετών, σύμφωνα με το άρθρο 564 § 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει από 1.1.2016 μετά την τροποποίησή του με τον Ν. 4335/2015, δεδομένου ότι η προσβαλλομένη απόφαση δημοσιεύθηκε στις 13.1.2021, από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει επίδοση αυτής και η αίτηση αναιρέσεως κατατέθηκε την 24.5.2021. Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το παραδεκτά επισκοπούμενο, κατ' άρθρο 561 παρ.2 του ΚΠολΔ, δικόγραφο της από 6.3.2015 αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "XEROX HELLAS Α.Ε.Ε. ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΣΥΣΤΗΜΑΤΩΝ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΕΓΓΡΑΦΩΝ ΚΑΙ ΟΡΓΑΝΩΣΗΣ" ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ.
με την επωνυμία "ΔΙΕΘΝΕΣ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ" (ΔΙ.ΠΑ.Ε.) η ενάγουσα - αναιρεσίβλητη ζήτησε να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του εναγομένου - αναιρεσείοντος να της καταβάλει συνολικά 442.288,63 ευρώ, σύμφωνα με τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, επικαλούμενο ακυρότητα των μεταξύ τους καταρτισθεισών από τον Οκτώβριο του έτους 2003 μέχρι τον Δεκέμβριο του 2011 συμβάσεων χρηματοδοτικής μίσθωσης φωτοτυπικών μηχανημάτων, λόγω μη τήρησης της διαδικασίας των δημοσίων συμβάσεων προμηθείας.
Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την από 163/2019 απόφασή του έκανε δεκτή την αγωγή. Ακολούθως, το εναγόμενο άσκησε την από 1.4.2019 και με αρ. εκθ. κατ. 2267/2019 έφεσή του, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 234/2021 προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.
Ι. Κατά το άρθρο 904 παρ. 1 ΑΚ, όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη. Επίσης, κατά το άρθρο 908 εδ.
α' ΑΚ, ο λήπτης οφείλει να αποδώσει το πράγμα που έλαβε ή το αντάλλαγμα που τυχόν έλαβε από αυτό. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι, προϋποθέσεις για τη θεμελίωση της σχετικής αξίωσης είναι η ύπαρξη του πλουτισμού του λήπτη χωρίς νόμιμη αιτία και η επέλευση του πλουτισμού από την περιουσία ή με ζημία άλλου, δηλαδή η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ πλουτισμού και επιβάρυνσης, έτσι ώστε το ένα να αποτελεί την αιτία του άλλου.
Στερείται νόμιμης αιτίας και επομένως είναι αδικαιολόγητος ο πλουτισμός που δεν καλύπτεται από έγκυρη βούληση του ζημιωθέντος ή κατ' εξαίρεση από τη θέληση του νομοθέτη. Ειδικότερα, από τις εν λόγω διατάξεις προκύπτει ότι, αναγκαία προϋπόθεση για την έγερση αγωγής προς απόδοση της από αδικαιολόγητο πλουτισμό ωφέλειας του εναγομένου σε βάρος της περιουσίας του ενάγοντος ή επί ζημία του, είναι και το ότι ο πλουτισμός αυτός αποκτήθηκε από αιτία μη νόμιμη, υπό μια από τις ενδεικτικώς αναφερόμενες, στην ανωτέρω διάταξη, μορφές έλλειψης της νομιμότητάς της.
Συγκεκριμένα, στην περίπτωση μη νομίμου αιτίας, εκείνος που έκανε την παροχή για την αιτία αυτή, δικαιούται να αναζητήσει την ωφέλεια από τον λήπτη, με βάση την ανωτέρω διάταξη, εφ' όσον ισχυρισθεί και αποδείξει τα αναγκαία, κατά νόμο, στοιχεία, ήτοι: α) την περιουσιακή μετακίνηση από τη μία περιουσία στην άλλη, β) τη συγκεκριμένη αιτία της μετακίνησης αυτής και γ) την ανυπαρξία ή το ελάττωμα αυτής, που καθιστά τη διατήρηση του πλουτισμού αδικαιολόγητη (ΑΠ 1254/2017, ΑΠ 338/2016, ΑΠ 342/2015).
Έτσι, σε περίπτωση που εκτελείται και παραδίδεται έργο ή παρέχονται εργασίες ή υπηρεσίες με άκυρη σύμβαση, "ο αντισυμβαλλόμενος" του παρέχοντος, που δέχεται το έργο ή τις υπηρεσίες στο πλαίσιο της άκυρης σύμβασης, η οποία συνιστά απλά τη βασική προϋπόθεση της έλλειψης νόμιμης αιτίας, υποχρεούται να αποδώσει την ωφέλεια, που απέκτησε χωρίς νόμιμη αιτία και που συνίσταται, σε περίπτωση αδυναμίας αυτούσιας απόδοσης της παροχής που έλαβε χώρα χωρίς νόμιμη αιτία, στη χρηματική αποτίμηση του παρασχεθέντος έργου ή της παρασχεθείσας εργασίας ή υπηρεσίας και στη δαπάνη που εξοικονόμησε, στην οποία θα υποβαλλόταν, εάν την εκτέλεση του ίδιου έργου ή της εργασίας ανέθετε, με έγκυρη σύμβαση, σε άλλο πρόσωπο, το οποίο θα διέθετε τα ίδια επαγγελματικά προσόντα και ικανότητες.
Ο ως άνω γενικός κανόνας του άρθρου 904 ΑΚ, που απορρέει από τις κοινωνικές αντιλήψεις περί ισότητας και επιείκειας, έχει εφαρμογή και επί του Δημοσίου και των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, αφού υπέρ αυτών δεν καθιερώνεται εξαίρεση με τη διάταξη αυτή ή με άλλη (Ολ ΑΠ 218/1977, ΑΠ 160/2018, ΑΠ 1254/2017, ΑΠ 1537/2014).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 1 του ν. 2286/1995 "περί προμηθειών του δημόσιου τομέα", που ίσχυε κατά το χρόνο κατάρτισης των ενδίκων συμβάσεων (2003 έως 2011), οι συμβάσεις από επαχθή αιτία για την προμήθεια αγαθών, που ενεργούνται από φορείς του δημόσιου τομέα, στον οποίο περιλαμβάνονται και τα ΝΠΔΔ, οφείλουν να καταρτίζονται εγγράφως.
Επιπλέον, από τις διατάξεις των άρθρων 80 και 85 του ν. 2362/1995 "περί Δημοσίου Λογιστικού", που ίσχυε κατά τον ως άνω χρόνο κατάρτισης της ένδικης σύμβασης, για τις συμβάσεις που συνάπτει το Δημόσιο, με αντικείμενο αξίας μεγαλύτερης των 2.500 ευρώ, απαιτείται με ποινή ακυρότητας έγγραφος τύπος (ιδιωτικό έγγραφο).
Ο ίδιος άλλωστε έγγραφος τύπος απαιτείται, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 41 του Ν.Δ/τος 496/1974 "περί Λογιστικού των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου", και για το κύρος των συμβάσεων που συνάπτουν τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, με αντικείμενο άνω των 10.000 δραχμών (και μεταγενέστερα κατά την υπ' αριθ. 2054839/452/0026/3/9-7-1992 απόφαση του Υπουργού των Οικονομικών (ΦΕΚ Β'447/1992) 150.000 δραχμών (ή 440,20 €), ήδη δε κατά την υπ' αριθ. 2/59649/0026/2001 απόφαση του αυτού Υπουργού (ΦΕΚ Β Ί427/2001), που ισχύει από 1-1-2002, 2.500 ευρώ {ποσό που ακολούθως αυξήθηκε με την Α.Υ.Ο. 2/45564/0026/2001 (Β` 1066) σε 15.000 ευρώ}, ή δημιουργεί υποχρεώσεις διαρκείας, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά, υποβάλλεται στον τύπο του ιδιωτικού εγγράφου, η πρόταση όμως για την κατάρτιση της σύμβασης και η αποδοχή της μπορούν να γίνουν και με χωριστά έγγραφα, αίρεται δε η ακυρότητα που προκαλείται από την έλλειψη έγγραφης αποδοχής, αν εκπληρωθεί η σύμβαση.
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι ο τύπος του ιδιωτικού εγγράφου, που απαιτείται για τις καταρτιζόμενες για λογαριασμό του Δημοσίου ή αναλόγως ΝΠΔΔ ως άνω συμβάσεις, είναι συστατικός και όχι αποδεικτικός, γι' αυτό και η έλλειψή του καθιστά κατά τα άρθρ. 158 και 159 παρ. 1 του ΑΚ άκυρη τη σύμβαση, με συνέπεια να θεωρείται αυτή κατά το άρθρ. 180 του ίδιου Κώδικα ως μη γενόμενη, αίρεται δε η ακυρότητα σε περίπτωση εκτέλεσης της σύμβασης μόνον όταν για τη σύμβαση προηγήθηκε χωριστή έγγραφη πρόταση, χωρίς να επακολουθήσει και έγγραφη αποδοχή, όχι όμως και όταν δεν τηρήθηκε καθόλου ο έγγραφος τύπος για την πρόταση και την αποδοχή (Ολ ΑΠ 862/1984, ΑΠ 766/2014, ΑΠ 1057/2011, ΑΠ 1135/2010).
Στην περίπτωση αυτή της άκυρης σύμβασης η παροχή, που τυχόν έγινε σε εκτέλεση της σύμβασης παρά την ακυρότητά της, είναι παροχή χωρίς νόμιμη αιτία και μπορεί συνεπώς, κατά τις διατάξεις των άρθρ. 904 επ. του ΑΚ, για τον αδικαιολόγητο πλουτισμός να αναζητηθεί αυτούσια η παροχή ή αναλόγως η αντίστοιχη ωφέλεια που επήλθε στο άλλο μέρος, την οποία απέκτησε χωρίς νόμιμη αιτία και που συνίσταται στη χρηματική αποτίμηση του παρασχεθέντος έργου ή της παρασχεθείσας εργασίας ή υπηρεσίας και στη δαπάνη που εξοικονόμησε, στην οποία θα υποβαλλόταν, αν την εκτέλεση του ίδιου έργου ή της εργασίας ανέθετε, με έγκυρη σύμβαση, σε άλλο πρόσωπο, το οποίο θα διέθετε τα ίδια επαγγελματικά προσόντα και ικανότητες (ΑΠ 909/2018, 1358/2015, ΑΠ 1442/2014, ΑΠ 766/2014, ΑΠ 1372/2012).
Περαιτέρω, στις διατάξεις του Π.Δ. 394/1996 περί "Κανονισμού Προμηθειών του Δημοσίου", που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5 του ν. 2286/1995, υπάγονται, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 1 αυτού, οι κατά το άρθρο 1 του Ν. 2286/1995 προμήθειες αγαθών που εκτελούνται από το Δημόσιο και τα Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) και επομένως αναφορικά με τη σύναψη συμβάσεων προμήθειας, απαιτείται προκήρυξη σχετικού διαγωνισμού, προσφορές, αξιολόγηση αυτών ή απευθείας ανάθεση και υπογραφή και από τα δύο συμβαλλόμενα μέρη έγγραφης σύμβασης, διαφορετικά σε περίπτωση παράλειψης των ανωτέρω η σύμβαση είναι άκυρη, οπότε ανακύπτει ζήτημα αδικαιολόγητου πλουτισμού.
Έτι περαιτέρω, η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναιρέσεως για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέσθηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο αγωγή. Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά δηλαδή περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 8 και 14 του ΚΠολΔ.
Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωση και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σ` αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας τα εκτιθέμενα για τη θεμελίωση και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σ` αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Η έκθεση δε στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξιώσεως, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξιώσεως που θεμελιώνεται επ` αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση.
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα απ' αυτό δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον κανόνα δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αν εφαρμόσει αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου.
Η παραβίαση δηλαδή από τη διάταξη αυτή πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού (Ολ ΑΠ 4/2018, Ολ ΑΠ 6/2017, ΑΠ 114/2019, ΑΠ 326/2018). Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, επαναφέροντας τον ισχυρισμό που είχε προτείνει πρωτοδίκως και με λόγο εφέσεως ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, ότι η αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης είναι αόριστη, επικαλούμενος ότι: "από τα σχετικά έγγραφα που είχε προσκομίσει το μέσο κόστος που προέκυψε δια των απευθείας αναθέσεων παρίσταται τριπλάσιο του μέσου κόστους που επετεύχθη διά των πρόχειρων μειοδοτικών διαγωνισμών και ότι η αναιρεσίβλητος δεν προσδιορίζει με την ένδικη αγωγή της την αξία στην οποία θα είχε προσδιορισθεί το συμβατικό αντάλλαγμα βάσει τακτικού ή έστω πρόχειρου διαγωνισμού, αλλά προσδιορίζει την ωφέλεια και πλουτισμό, με βάση την τιμολόγηση από πλευράς της με απευθείας ανάθεση, αλλά και ούτε επικαλείται κατά τρόπο συγκεκριμένο ότι η αξία που θα μπορούσε να επιτευχθεί σε διαγωνιστική διαδικασία θα ήταν η ίδια με αυτήν που επιτεύχθηκε με την απευθείας ανάθεση, ούτε προσδιορίζει εάν η τιμολογημένη αξίωση των ακύρωση συμβάσεων ανταποκρίνεται έστω στην αγοραία αξία των συγκεκριμένων εμπορευμάτων, η οποία θα μπορούσε να επιτευχθεί υπό συνθήκες ανταγωνισμού και ότι ο προσδιορισμός του ακριβούς πλουτισμού αποτελεί στοιχείο εφαρμογής του κανόνα δικαίου, που δεν επιτρέπει την ανταπόδειξη και καθιστά την αγωγή ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης, διότι η τιμολογημένη αξία της σύμβασης δεν έγινε κατ εφαρμογή των διατάξεων για την σύναψη της σύμβασης που εμπεριέχεται στις διατάξεις του ν. 2286/1995 και του ΠΔ 370/95 και ΠΔ 60/07".
Όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που υπόκεινται σε επισκόπηση, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, η ένδικη αγωγή, περιέχει όλα τα προβλεπόμενα από τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΚΠολΔ στοιχεία, που θεμελιώνουν το αίτημά της σύμφωνα με τα άρθρα 904 επ., 908 του ΑΚ, κατά τα προεκτιθέμενα στην ανωτέρω νομική σκέψη.
Ειδικότερα, ο πλουτισμός του εκκαλούντος από τη σύναψη άκυρης μισθωτικής σύμβασης συνίσταται στη βελτίωση της οικονομικής του θέσης από τη μη καταβολή των συμφωνηθέντων μισθωμάτων, τα οποία με βεβαιότητα θα κατέβαλλε, κατά το ίδιο χρονικό διάστημα, για την χρηματοδοτική μίσθωση των αυτών φωτοτυπικών μηχανημάτων σε τρίτον, δυνάμει έγκυρης μισθωτικής σύμβασης, στοιχείο που περιέχεται στην αγωγή, ενώ σαφώς αναφέρεται σε αυτήν (αγωγή) ότι το μίσθωμα που θα μπορούσε να επιτευχθεί κατόπιν διαγωνισμού είναι το ίδιο με αυτό που συμφωνήθηκε κατόπιν της απ' ευθείας ανάθεσης.
Εκτίθενται δηλαδή σε αυτήν όλα τα αναγκαία στοιχεία προς θεμελίωση της υποχρέωσης του εναγομένου από αδικαιολόγητο πλουτισμό και συγκεκριμένα, ο πλουτισμός που απεκόμισε χωρίς νόμιμη αιτία, ο οποίος συνίσταται στην παράδοση προς χρήση των φωτοτυπικών μηχανημάτων, το συμβατικό αντάλλαγμα της οποίας, σύμφωνα με την τιμολόγηση, αποτιμάται στο ποσό των 442.288,63 ευρώ.
Επομένως, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε την ένδικη αγωγή ορισμένη και δεν κήρυξε απαράδεκτη αυτήν, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω διατάξεις, καθόσον δεν αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία για τη νομική θεμελίωσή της, από εκείνα που οι αυτές απαιτούν. Κατά συνέπεια, ο αντίθετος πρώτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 1 είναι αβάσιμος.
ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 περ. β' ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την άνω διάταξη, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 3/1997). Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως, τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως, οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων (ΑΠ 5/2020, ΑΠ 536/2019). Επίσης δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 250/2014) ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ. Α.Π. 11/1996, ΑΠ 297/2022).
Εν προκειμένω, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, το αναιρεσείον, επαναφέροντας τον ισχυρισμό που είχε προτείνει που είχε προτείνει πρωτοδίκως, αλλά και με λόγο εφέσεως ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, αιτιάται παραβίαση του αρ. 8 του 559 ΚΠολΔ, για το λόγο ότι η προσβαλλομένη δεν έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό περί προσδιορισμού του πλουτισμού στο 1/3 της αξίας και ειδικότερα ότι σε συνάρτηση αλλά και σε συνέχεια της επιχειρηματολογίας του για τον προσδιορισμό του πλουτισμού με βάση διαδικασία ανταγωνισμού προέβαλε ότι "δια της απευθείας αναθέσεως μακροχρόνιας χρηματοδοτικής μίσθωσης φωτοτυπικών μηχανημάτων στην τελευταία κατά τα έτη 2004 έως 2010, επιβαρύνθηκε με αντίτιμο, το οποίο παρίσταται κατά πολύ ανώτερο από αυτό που επετεύχθη κατά το επικείμενο διάστημα δια της διενέργειας πρόχειρων διαγωνισμών, ότι η συμβασιοποιημένη δαπάνη για τα έτη 2004 έως 2010 ανέρχεται σε ποσό 0,105 ευρώ χωρίς ΦΠΑ κατά μέσο κόστος ανά φωτοαντίγραφο, και ότι αντιθέτως, για τα επόμενα έτη κατά τα οποία διενεργήθηκαν πρόχειροι μειοδοτικοί διαγωνισμοί, το κόστος ανά σελίδα εκτύπωσης σύμφωνα με τις συμβάσεις παρίσταται τριπλάσιο του μέσου κόστους που επετεύχθη με τους πρόχειρους μειοδοτικούς διαγωνισμούς.
Ο ισχυρισμός αυτός συνιστά επιχείρημα, το οποίο, υπό το πρόσχημα της παραβίασης του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, πλήττει απαραδέκτως την ακυρωτικά ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας και συνεπώς και ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος.
ΙΙΙ. Σύμφωνα με το άρθρο 68 του ΚΠολΔ, δικαστική προστασία έχει δικαίωμα να ζητήσει ο έχων άμεσο έννομο συμφέρον. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ενεργητικώς νομιμοποιείται να ζητήσει έννομη προστασία εκείνος ο οποίος ισχυρίζεται ότι είναι δικαιούχος του επιδίκου δικαιώματος. Για τη νομιμοποίηση, δηλαδή, αρκεί μόνον ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι τα υποκείμενα της επιδίκου εννόμου σχέσεως, χωρίς κατ` αρχήν, να ασκεί επιρροή αν ο ισχυρισμός αυτός είναι αναληθής.
Η έλλειψη, εξ άλλου, νομιμοποιήσεως, γεγονός το οποίο εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, έχει, ως συνέπεια, την απόρριψη της αγωγής, ως απαράδεκτης, λόγω ελλείψεως διαδικαστικής προϋποθέσεως της δίκης. Για την παροχή, λοιπόν, εννόμου προστασίας απαιτείται κατά νόμον η συνδρομή δύο διαδικαστικών προϋποθέσεων:
η νομιμοποίηση και το έννομο συμφέρον. Η νομιμοποίηση, δηλαδή η ύπαρξη δικαιώματος υπερασπίσεως της υποθέσεως, όπου δικάζεται κάποιος ως ενάγων ή εναγόμενος ή η εξουσία διεξαγωγής της δίκης για συγκεκριμένο δικαίωμα ή έννομη σχέση, συμπίπτει, εκτός από ορισμένες εξαιρέσεις, (ως επί μη υπόχρεων ή μη δικαιούχων διαδίκων), με την ιδιότητα του υποκειμένου του επιδίκου δικαιώματος ή της εννόμου σχέσεως.
Η νομιμοποίηση αυτή αποτελεί διαδικαστική προϋπόθεση και πρέπει να υπάρχει γενικά κατά την έναρξη της δίκης και καθ` όλη τη διάρκεια αυτής, προκειμένου να είναι δυνατή η έκδοση αποφάσεως από το δικαστήριο, η έλλειψη της οποίας συνεπάγεται την απόρριψη της αγωγής ως απαράδεκτης. (ΑΠ 262/2022). Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, επαναφέρει το αναιρεσείον τον πρωτοδίκως αλλά και ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου προταθέντα ισχυρισμό του με λόγο εφέσεως περί ελλείψεως παθητικής του νομιμοποίησης, επικαλούμενο ότι, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 17 παρ. 1 εδ.
β του Οργανισμού του Ελεγκτικού Συνεδρίου κατά την κατ' αρθρο 19 παρ. 2 αυτού διενέργεια προληπτικού ελέγχου των δαπανών των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, το Ελεγκτικό Συνέδριο ελέγχει την νομιμότητα των δαπανών και μπορεί, ως διοικητικό όργανο να μην εγκρίνει την δαπάνη, η οποία στην περίπτωση αυτή δεν μπορεί να πληρωθεί, χωρίς τούτο να ανάγεται στην βούληση αυτού (αναιρεσείοντος) και ως εκ τούτου ελλείπει ο αιτιώδης σύνδεσμος ανάμεσα στην αξίωση της αναιρεσίβλητης και στην μη εξόφληση αυτής, διότι αυτή ανάγεται σε παράλειψη διοικητικού οργάνου της κρατικής διοίκησης, με αποτέλεσμα να μην νομιμοποιείται παθητικά το αναιρεσείον στην παρούσα δίκη, αλλά το Ελληνικό δημόσιο.
Ο λόγος αυτός είναι μη νόμιμος καθόσον στην αγωγή επακριβώς αναγράφονται τα πραγματικά περιστατικά, που στοιχειοθετούν την ιδιότητα του αναιρεσείοντος ως υποκειμένου της επίδικης έννομης σχέσης, καθώς και την ύπαρξη αμέσου εννόμου συμφέροντος, τα οποία δεν αμφισβητήθηκαν από το αναιρεσείον. Συγκεκριμένα, ο προβαλλόμενος αυτός λόγος αναιρέσεως δεν περιλαμβάνει άρνηση της ιδιότητας του αναιρεσείοντος ως υποκειμένου της επίδικης έννομης σχέσης, δηλαδή των συμβάσεων χρηματοδοτικής μίσθωσης που συνήφθησαν μεταξύ αυτού και της αναιρεσίβλητης, αλλά κατατείνει μη νομίμως σε αντικατάσταση αυτού, που συνδέεται με την επίδικη έννομη σχέση ως υπόχρεο.
Η προσβαλλόμενη, που απέρριψε τον σχετικό λόγο εφέσεως, ορθώς εφάρμοσε την διάταξη, απορριπτομένου ως μη νομίμου του αντιθέτου εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγου αναιρέσεως.
ΙV. Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, που εφαρμόζεται σε όλα τα δικαιώματα του ιδιωτικού δικαίου, που είτε πηγάζουν άμεσα από το νόμο ή από δικαιοπραξία, είτε προέρχονται από κανόνες ενδοτικού δικαίου ή από κανόνες δημόσιας τάξης, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, δεν καθιστούν ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου για το δίκαιο και την ηθική, αφού τείνει στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.
Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηριστεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η κατάσταση που δημιουργήθηκε από αυτόν, η οποία επάγεται επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με τη συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε.
Το ζήτημα αν οι συνέπειες (που δεν είναι απαραίτητο να είναι αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο, αλλά αρκεί η επέλευση και δυσμενών απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεων), που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος, είναι επαχθείς για τον υπόχρεο, πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της άσκησης του δικαιώματός του.
Γίνεται, δηλαδή, σε τελική ανάλυση στάθμιση των αντίθετων συμφερόντων των μερών και προκρίνονται εκείνα τα συμφέροντα που παρουσιάζουν τη μεγαλύτερη σπουδαιότητα για την κοινωνική τάξη και ευρυθμία (Ολ.ΑΠ 8/2018, ΑΠ 387/2022, ΑΠ 1399/2019, ΑΠ 1370/2019, ΑΠ 1951/2017, ΑΠ 841/2017).
Στην ερευνώμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, ο αναιρεσείων, επαναφέροντας τον ισχυρισμό, που είχε προτείνει πρωτοδίκως και με λόγο εφέσεως ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, αιτιάται την προσβαλλομένη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, που συνίσταται στο ότι το Εφετείο εσφαλμένα απέρριψε την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του υπόψη δικαιώματος των αντιδίκων του, κατ` άρθρο 281 του ΑΚ, διότι δεν έλαβε υπόψη τα πραγματικά περιστατικά, ότι οι συμβατικές αξίες που είχε "πετύχει" ήταν καταχρηστικές και βλαπτικές για το Ίδρυμα, καθόσον οι συμβάσεις ήσαν άκυρες και ενώ είχε υποχρέωση να αναλάβει τα μηχανήματα από τότε που προσκλήθηκε ενέμεινε στην ανύπαρκτη σύμβαση για να δημιουργήσει τετελεσμένες καταστάσεις εκμεταλλευόμενη την δύσκολη κατάσταση στην οποία βρέθηκε το Ίδρυμα (αναιρεσείον) από την άρνηση του Ελεγκτικού Συνεδρίου να καταβάλλει τα ποσά, και ότι κρίνεται οικονομικά ασύμφορη και ιδιαίτερη επιβαρυντική για τον προϋπολογισμό του, η ετήσια δαπάνη μίσθωσης των μηχανημάτων, η οποία έχει προκύψει από τις απ' ευθείας αναθέσεις και υπογραφές συμβάσεων, κατά την χρονική περίοδο 2004-2008 και ανέρχεται ετησίως στο ποσό των 218.793,73 ευρώ τουλάχιστον και από τα ανωτέρω προκύπτει ότι το αντίδικο (αναιρεσίβλητη) σύναψε υπό ομιχλώδεις συνθήκες τις συμβάσεις αυτές, με την τότε διοίκηση του αναιρεσείοντος και η αξίωση του δεν εδράζεται ούτε στον υγιή ανταγωνισμό, ούτε στη συναλλακτική καλοπιστία και, ως εκ τούτου η εμμονή του για είσπραξη καταδήλως υπέρογκων ποσών σε σχέση με το τι προσέφερε, είναι καταχρηστική".
Ο παρών λόγος προβάλλεται απαραδέκτως, διότι, όπως προκύπτει από τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλομένης, το Εφετείο έλαβε υπόψη την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος, με όλα τα ως άνω πραγματικά περιστατικά και απέρριψε το λόγο αυτό εφέσεως ως μη νόμιμο, ρητώς, με την αιτιολογία, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων, ότι "τα ανωτέρω πραγματικά γεγονότα, αληθή υποτιθέμενα, δεν αντιστρατεύονται τα κριτήρια της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, στην αντίθετη δε περίπτωση, εάν γίνει δεκτός ο ισχυρισμός αυτός, θα πρέπει να απορριφθεί η αγωγή στην ουσία της και να παραμείνει σε όφελος του εκκαλούντος (αναιρεσείοντος) το κέρδος του από την επί τετραετία χρήση των μηχανημάτων χωρίς οποιοσδήποτε κόστος, γεγονός που έρχεται σε αντίθεση με το σκοπό της διάταξης του άρθρου 904 του ΑΚ.
Τα ανωτέρω πραγματικά γεγονότα, που επικαλείται το εκκαλούν για τη θεμελίωση του λόγου έφεσης, προέρχονται κυρίως από τη συμπεριφορά τη δική του πριν και κατά την σύναψη των συμβάσεων μίσθωσης και δεν αποδίδονται στην εφεσίβλητο, ώστε να ελεγχθεί αν είναι καταχρηστική η αξίωσή της". Έτσι που έκρινε το Εφετείο με ορθή εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ κατέληξε στην κρίση της και ο αντίθετος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμος.
Ως προς την επάλληλη σκέψη της προσβαλλομένης περί αοριστίας του εν λόγω ισχυρισμού, διότι δεν επικαλέσθηκε το αναιρεσείον ότι του δημιούργησε την πεποίθηση ότι δεν θα ασκήσει το δικαίωμά της η αναιρεσίβλητη, αλυσιτελώς προσβάλλεται αυτή με την επίκληση ότι αφορά ισχυρισμό που δεν προέβαλε με τις προτάσεις του, αφού ο ισχυρισμός απορρίφθηκε με την άνω επάλληλη αιτιολογία.
V. Με τον πέμπτο λόγο το αναιρεσείον, επαναφέροντας τον ισχυρισμό που είχε προτείνει ενώπιον του πρωτοβαθμίου και του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου με λόγο εφέσεως, προσάπτει στην προσβαλλομένη παραβίαση του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι δέχθηκε ότι δεν συντρέχει εφαρμογή του άρθρου 905 του ΑΚ, μολονότι η αναιρεσίβλητη γνώριζε από την 2.6.2009, ότι οι επίμαχες συμβάσεις ήσαν άκυρες και προσκλήθηκε να αναλάβει τα μηχανήματα και επομένως η οποιαδήποτε παροχή της έγινε γνωρίζοντας την μη ύπαρξη χρέους.
Η προσβαλλομένη απέρριψε τον λόγο εφέσεως ως μη νόμιμο διότι από την διάταξη του άρθρου 905 του Α.Κ. προκύπτει ότι αποκλείεται η αναζήτηση παροχής αχρεώστητης και όχι παροχής από αιτία παράνομη, όπως είναι η παροχή σε εκτέλεση άκυρης σύμβασης λόγω μη τήρησης τύπου όπως εν προκειμένω. Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 904 επ.
του ΑΚ. Ειδικότερα, με την προσβαλλόμενη απόφαση κατ' ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 904 επ. ΑΚ γίνεται δεκτό ότι συντρέχει, εκτός των άλλων, η προϋπόθεση της έλλειψης νόμιμης αιτίας του αναφερόμενου πλουτισμού του αναιρεσείοντος συνεπεία της ακυρότητας της αναφερόμενης σύμβασης λόγω μη τήρησης του απαιτούμενου έγγραφου τύπου.
Οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος περί μη συνδρομής στην προκείμενη περίπτωση της προϋπόθεσης της έλλειψης νόμιμης αιτίας του πλουτισμού λόγω της γνώσης της αναιρεσίβλητης ως προς τη γνώση για την απαίτηση τήρησης έγγραφου τύπου στην ένδικη δημόσια σύμβαση δεν ασκεί έννομη επιρροή για το χαρακτηρισμό ως αδικαιολόγητου ή μη του ένδικου πλουτισμού.
Τούτο δε διότι στην παρούσα περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αυτός (πλουτισμός) καλύπτεται από τη δικαιοπρακτική βούληση της ζημιωθείσας αναιρεσίβλητης, η οποία συντρέχει μόνο όταν αυτή είναι έγκυρη και ισχυρή, πράγμα που δεν συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση λόγω της κατά τα ως άνω ακυρότητας της σύμβασης.
Επομένως, είναι αβάσιμος ο από τον αριθ. 1 (κατ' εκτίμηση) του άρθρου 559 πέμπτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλονται σχετικές αιτιάσεις.
Κατ' ακολουθίαν, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και το αναιρεσείον να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις και υποβάλλει σχετικό αίτημα (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ), όχι όμως μειωμένα, κατά το άρθρο 22 παρ.1 ν.3693/1957, διότι το αναιρεσείον απολαύει μεν των δικαστικών προνομίων και ατελειών του Δημοσίου, η νομική υπεράσπισή του, όμως, στην ένδικη υπόθεση δεν διεξήχθη από αντιπρόσωπο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (ΑΠ 144/2021, ΑΠ 1143/2023, ΑΠ 1203/2019, ΑΠ 1073/2019, ΑΠ 366/2017).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24.5.2021 (αριθμ. εκθ. καταθ. 3647/502/ 24.5.2021), αίτηση του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία ""ΔΙΕΘΝΕΣ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ" (ΔΙ.ΠΑ.Ε.)" για αναίρεση της 234/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων και επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Σεπτεμβρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Οκτωβρίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ