Supreme Court dismisses appeal on non-appealable costs award and orders appellant to pay respondent's legal fees.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a final judgment awarding legal costs to the respondent. The appellant argued the costs were arbitrary and disproportionate, but the court ruled that such awards are based on factual evaluation and not subject to appeal. Consequently, the appeal was rejected, the appeal bond was forfeited, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal expenses.
Legislator headnote
AI generatedArticles 552, 553, 556, 558, 564, 566, 577 of the Code of Civil Procedure; Appeals against legal costs awards are inadmissible as they concern factual evaluation and do not constitute arbitrary restriction of constitutional rights.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1598 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1598/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗΣ" και με διακριτικό τίτλο "... SYSTEMS & SOFTWARE AE", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Πάσχο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Μ. - Σ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Αντώνιο Τσαβδαρίδη και Γεώργιο Γκουζούλη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/12/2008? αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8197/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 754/2016 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8/9/2016 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσιβλήτου ζήτησαν την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 8-9-2016 αίτηση αναίρεσης (Αριθ. Καταθ. 786/2016, Αριθ. Δικ. 879/2019) προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία, 754/2016 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί των από 31-5-2012 και από 29-11-2012 αντίθετων εφέσεων των διαδίκων κατά της 8197/2009 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και, συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Στο πλαίσιο της διαγραφόμενης από το άρθρο 361 ΑΚ αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων, μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο ρητού όρου (ρήτρα) στη σύμβαση η εκ μέρους του ενός των συμβαλλομένων ανάληψη υποχρέωσης μη ανταγωνισμού του αντισυμβαλλομένου του. Στην ανταγωνιστική δραστηριότητα περιλαμβάνεται τόσο ο άμεσος ανταγωνισμός με την άσκηση επαγγελματικής δραστηριότητας όμοιας με της επιχείρησης, στην οποία απασχολείτο εκείνος που ανέλαβε την υποχρέωση μη ανταγωνισμού, όσο και ο έμμεσος, με την απασχόλησή του σε ανταγωνιστική επιχείρηση.
Η ανωτέρω υποχρέωση παράλειψης ανταγωνισμού παύει να ισχύει με την καθοιονδήποτε τρόπο λήξη της συμβατικής σχέσης, δεν αποκλείεται, όμως, να επεκταθεί χρονικά και μετά την λήξη της με ρητή συμβατική υποχρέωση, η οποία είναι κατ' αρχήν έγκυρη. Όταν, όμως, περιορίζει την μελλοντική επαγγελματική δραστηριότητα εκείνου που αναλαμβάνει τη σχετική υποχρέωση, το κύρος της ρήτρας αυτής εξαρτάται από την διάρκεια της ισχύος της, την έκτασή της κατά τόπο, την επαγγελματική δραστηριότητα που απαγορεύθηκε και την αποζημίωση που δικαιούται η εταιρεία αν παραβλέψει ο υπόχρεος τη συμβατική του υποχρέωση ανταγωνιστικής δραστηριότητας.
Με την έννοια αυτή μπορεί να συμφωνηθεί ότι απαγορεύεται η ανταγωνιστική δραστηριότητα του υποχρέου είτε με την μορφή ασκήσεως από τον ίδιο όμοιας δραστηριότητας προς την εταιρεία είτε με τη μορφή της παροχής των υπηρεσιών του σε άλλη ανταγωνιστική εταιρεία. Πάντως, η ρήτρα απαγόρευσης ανταγωνισμού είναι έγκυρη και δεσμευτική για τον υπόχρεο, εάν και εφόσον, με βάση τις συνθήκες της συγκεκριμένης κάθε φορά περίπτωσης, αφενός δεν καταλύει το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα της εργασίας και το εξίσου κατοχυρωμένο δικαίωμα της ελεύθερης ανάπτυξης της οικονομικής ή επαγγελματικής δράσης του υποχρέου (άρθρα 5 παρ. 1 και 22 παρ. 1 του Συντάγματος), αφετέρου δεν έρχεται σε αντίθεση με τις διατάξεις των άρθρων 178 και 179 ΑΚ, με την έννοια ότι δεν περιέχει υπέρμετρη δέσμευση της ελευθερίας του υποχρέου και γενικώς δεν αντίκειται στα χρηστά ήθη (ΑΠ 1041/2010, ΑΠ 797/2010, ΑΠ 1591/2002).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι το Εφετείο Αθηνών δέχθηκε, μετ' εκτίμηση των αποδείξεων, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, αναφορικά με τους εδώ ερευνώμενους αναιρετικούς λόγους, τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα - εφεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία έχει συσταθεί με την υπ' αριθ. .../17-4-1995 πράξη της Συμβολαιογράφου Αθηνών Χαρίκλειας Σερβετά - Φίλη, σύμφωνα δε με το άρθρο 3 του καταστατικού της, που εγκρίθηκε αρμοδίως και δημοσιεύθηκε στο υπ' αριθ. 1941/9-5-1995 ΦΕΚ ΤΑΕ & ΕΠΕ, έχει, μεταξύ άλλων, ως σκοπό την κατασκευή, εμπορία, αντιπροσώπευση, εισαγωγή, εξαγωγή και συντήρηση παντός είδους λογισμικού για ηλεκτρονικούς υπολογιστές, την κατασκευή σε βιοτεχνική ή βιομηχανική κλίμακα, εμπορία, αντιπροσώπευση, εισαγωγή, εξαγωγή και συντήρηση ηλεκτρονικών υπολογιστών και συναφών ηλεκτρονικών συσκευών και όλων των περιφερειακών και συναφών εξαρτημάτων, συσκευών πληροφορικής και παντός αναλώσιμου υλικού που έχει σχέση με τα παραπάνω, η εκπόνηση και εγκατάσταση ολοκληρωμένων μηχανογραφικών εργασιών, η ανάπτυξη προγραμμάτων μηχανοργάνωσης και μηχανογράφησης, καθώς και η υποστήριξη των ήδη υφισταμένων προγραμμάτων επιχειρήσεων, οργανισμών και τρίτων, η έρευνα πάνω στην πληροφορική και κάθε μορφής ηλεκτρονικής προηγμένης τεχνολογίας, η μεταφορά στον κυβερνοχώρο, ανάπτυξη και άσκηση εντός αυτού, με την εκμετάλλευση των αναγκαίων προς τούτο επικοινωνιακών δικτύων και μέσων, όλων των εν γένει εμπορικών δραστηριοτήτων που υπάρχουν στο φυσικό κόσμο και η εν γένει επ' αμοιβή παροχή υπηρεσιών μέσω ανεπτυγμένων συστημάτων επικοινωνιών, συμπεριλαμβανομένου και του διαδικτύου, η τεχνική υποστήριξη προγραμμάτων και εξοπλισμού (Hardware και Software), η παροχή υπηρεσιών μετάδοσης δεδομένων μέσω επιλεγόμενου ή άλλου τηλεπικοινωνιακού δικτύου και η αντιπροσώπευση ημεδαπών και αλλοδαπών εταιρειών παροχής υπηρεσιών μετάδοσης δεδομένων, η έρευνα, ανάπτυξη, μελέτη και εκτέλεση πάσης φύσεως λογισμικού και ηλεκτρονικών συστημάτων πολλαπλών χρήσεων του διαδικτύου, Δημοσίου, νομικών προσώπων δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου, οργανισμών κοινής ωφέλειας και γενικά οργανισμών, δημοσίων επιχειρήσεων και ιδιωτών, καθώς και η αγορά, εισαγωγή και πώληση υλικών για την εκτέλεση των παραπάνω έργων.
Στα πλαίσια του ως άνω σκοπού της, η ενάγουσα δραστηριοποιείται κυρίως στον τομέα της παραγωγής και εμπορίας χρηματοοικονομικού λογισμικού και συνεργάζεται προς τούτο με την αλλοδαπή εταιρεία S.... Στις 8-4-2003 καταρτίστηκε εγγράφως μεταξύ των διαδίκων σύμβαση συνεργασίας, δυνάμει της οποίας ο εναγόμενος ανέλαβε την υποχρέωση να παρέχει στην ενάγουσα τις υπηρεσίες του υπό την ιδιότητα του Εμπορικού Διευθυντή (Commercial Manager) αυτής.
Η διάρκεια της σύμβασης ορίστηκε σε οκτώ (8) μήνες, ήτοι από 1-5-2003 έως 31-12-2003, ενώ οι ακαθάριστες αποδοχές του εναγομένου καθ' όλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα συμφωνήθηκαν στο ποσό των 40.000 ευρώ, πλέον επιδόματος παραγωγικότητας, καθοριζομένου από το ετήσιο budget και μη δυναμένου να υπερβεί το ποσό των 8.000 ευρώ.
Συμφωνήθηκε, επίσης, ότι καθ' όλη τη διάρκεια της σύμβασης η ενάγουσα θα παρέχει στον εναγόμενο, α) ιδιωτική ασφάλιση μέσω του ομαδικού ασφαλιστηρίου των στελεχών της στην εταιρεία I..., β) αυτοκίνητο της εταιρείας και γ) μηνιαία έξοδα κίνησης. Ακολούθως, με το από 19-5-2003 ιδιωτικό συμφωνητικό, που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων, τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε η ανωτέρω σύμβαση συνεργασίας, ειδικότερα δε, περιελήφθησαν σ' αυτήν οι ρήτρες, α) μη ανταγωνισμού και β) εχεμύθειας.
Η ρήτρα μη ανταγωνισμού που προβλέπεται από το άρθρο 3 παρ. 7 του εν λόγω συμφωνητικού, έχει ως εξής: "Ο Συνεργάτης κατά τη διάρκεια ισχύος του παρόντος συμφωνητικού, καθώς και για χρονικό διάστημα δύο ετών από την καθ' οιονδήποτε τρόπο παύση της συνεργασίας του με την Εταιρεία (απαγορευτική περίοδος), δεν θα αποκτήσει συμφέροντα ούτε θα αναλάβει υποχρεώσεις ούτε θα απασχοληθεί υπό οιαδήποτε σχέση, είτε άμεσα είτε έμμεσα για ίδιο αυτού λογαριασμό είτε για λογαριασμό άλλου φυσικού ή νομικού προσώπου και είτε επ' αμοιβή είτε όχι, σε οποιαδήποτε επιχειρηματική δραστηριότητα ή επιχείρηση ταυτόσημη ή/και ευθέως ανταγωνιστική με εκείνη που ασκείται από την Εταιρεία ή τις συγγενείς της Εταιρείας, χωρίς την προηγούμενη έγγραφη άδεια της Εταιρείας ή των συγγενών της Εταιρειών ανάλογα με την περίπτωση.
Η Εταιρεία μπορεί να παραιτείται από τον παραπάνω περιορισμό σε οποιοδήποτε χρόνο... Όσον αφορά την αμοιβή του εναγομένου, αυτή δεν μεταβλήθηκε με την ως άνω τροποποιητική σύμβαση, συμφωνήθηκε όμως ότι το επίδομα παραγωγικότητας καθορίζεται από το ετήσιο badget πωλήσεων και κλιμακώνεται, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο άρθρο 2 του εν λόγω συμφωνητικού, δυνάμενο να υπερβεί το ποσό των 8.000 ευρώ σε περίπτωση επίτευξης στόχου μεγαλύτερου του 100%, ενώ στις πρόσθετες παροχές συμπεριλήφθηκε η χρήση κινητού τηλεφώνου μέχρι του ποσού των 100 ευρώ μηνιαίως και συμφωνήθηκε ότι τα μηνιαία έξοδα κίνησης δεν δύνανται να υπερβούν το ποσό των 200 ευρώ.
Ακολούθως, στις 2-1-2004, οι διάδικοι συμφώνησαν εγγράφως να παραταθεί η διάρκεια της σύμβασης έως 31-12-2006, ωστόσο η συνεργασία τους συνεχίστηκε με τους ίδιους όρους και μετά την 31-12-2006, ενώ στις 8-3-2007, καταρτίστηκε εγγράφως μεταξύ τους σύμβαση συνεργασίας ταυτόσημη κατά το περιεχόμενο με την από 19-5-2003 σύμβαση, εκτός από τα άρθρα 2 και 4, τα οποία αφορούσαν την αμοιβή του εναγομένου κατά τη διάρκεια αυτής, αντίστοιχα.
Ειδικότερα, με το άρθρο 4 η διάρκεια της σύμβασης ορίστηκε σε δέκα (10) μήνες, ήτοι από 1-3-2007 έως 31-12-2007, ενώ με το άρθρο 2, η μικτή αμοιβή του εναγομένου καθ' όλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα συμφωνήθηκε στο ποσό των 70.000 ευρώ, πλέον επιδόματος παραγωγικότητας που θα καθορίζεται από το ετήσιο budget πωλήσεων και λοιπών παροχών, όπως χρήση ΙΧΕ αυτοκινήτου, μηνιαία έξοδα κίνησης μη δυνάμενα να υπερβούν το ποσό των 200 ευρώ, ασφαλιστική κάλυψη κατά κινδύνων ζωής, ασθενείας κλπ μέσω του ομαδικού ασφαλιστηρίου των στελεχών της στην εταιρεία I...
και χρήση κινητού τηλεφώνου. Η συνεργασία των διαδίκων εξελισσόταν ομαλά και επωφελώς για αμφοτέρους, για το λόγο αυτό, την 1-3-2007, ανατέθηκαν στον εναγόμενο τα καθήκοντα του Γενικού Διευθυντή Financial Solutions της ενάγουσας εταιρείας..., Μετά την πάροδο του συμφωνηθέντος χρόνου διάρκειας της σύμβασης, συγκεκριμένα δε στις 25-1-2008 και ενώ οι διάδικοι εξακολουθούσαν να συνεργάζονται, ο εναγόμενος απέστειλε στον Πρόεδρο και Διευθύνοντα Σύμβουλο της ενάγουσας μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, με το εξής περιεχόμενο: "Σε συνέχεια των συζητήσεών μας τις προηγούμενες ημέρες, υποβάλλω και εγγράφως την παραίτησή μου.
Ευχαριστώ θερμά εσένα και τους συναδέλφους για την άψογη συνεργασία μας. Είμαι στη διάθεση της εταιρείας να παραδώσω/διεκπεραιώσω τις εκκρεμότητές μου, τις οποίες σου έχω στείλει από προχθές και έχουμε συζητήσει επ' αυτών, ώστε να ορίσουμε την ημ/νία αποχώρησής μου σε εύλογο χρόνο". Κατόπιν αυτού, στις 15-2-2008 ο εναγόμενος αποχώρησε από την ενάγουσα εταιρεία, αφού προηγουμένως υπέγραψε και παρέδωσε σ' αυτήν την με ίδια ημερομηνία υπεύθυνη δήλωση με το ακόλουθο περιεχόμενο: "Με ατομική μου ευθύνη και γνωρίζοντας τις κυρώσεις που προβλέπονται από τις διατάξεις της παρ. 6 του άρθρου 22 του Ν. 1599/1986, δηλώνω σήμερα, την 15-2-2008, την εκ μέρους μου λύση της σύμβασης με την εταιρεία ...
SYSTEMS & SOFTWARE ΑΕ. Δηλώνω επίσης ότι: Α. Έλαβα όλες τις αμοιβές που προκύπτουν από τη μεταξύ μας Σύμβαση και ουδεμία άλλη απαίτηση έχω από την παραπάνω εταιρεία για το χρονικό διάστημα που εργάστηκα σ' αυτήν. Β. Έχω παραδώσει όλα τα στοιχεία, έγγραφα, υπομνήματα, αρχεία, φακέλους και οποιαδήποτε άλλα αντικείμενα ήταν στην κατοχή μου ή υπό τον έλεγχό μου, μαζί με οποιαδήποτε τυχόν αντίγραφα των ανωτέρω και μετά την παράδοσή τους δεν διατηρώ άλλα τέτοια αρχεία, έγγραφα, συμπεριλαμβανομένου και του πηγαίου κώδικα των προγραμμάτων.
Γ. Δεν θ' αποκαλύψω σε οποιονδήποτε τρίτο τις μεθόδους και τα εργαλεία που χρησιμοποιεί ή έχει χρησιμοποιήσει η παραπάνω εταιρεία για τη δημιουργία προγραμμάτων της, του τρόπου λειτουργίας της, τις μεθόδους συλλογής και μετάδοσης στοιχείων από τις ηλεκτρονικές τράπεζες δεδομένων και άλλο στοιχείο ή μέθοδο τεχνική, τεχνογνωσία που αποτελεί πνευματική ιδιοκτησία της ...
SYSTEMS & SOFTWARE ΑΕ., καθώς και τον πηγαίο κώδικα των προγραμμάτων της, γνωρίζοντας ότι η διάδοση των στοιχείων αυτών μπορεί να προκαλέσει σημαντική βλάβη στα συμφέροντα της εταιρείας, η οποία στην περίπτωση αυτή θα επιφυλάσσεται για να απαιτήσει κάθε νόμιμο δικαίωμά της για τυχόν αποζημίωση. Επίσης, δηλώνω ότι δεν έχω στην κατοχή μου κανένα στοιχείο που αφορά την Εταιρεία".
Εξάλλου, η ενάγουσα ζήτησε από τον εναγόμενο να υπογράψει, κατά την αποχώρησή του, και την από 15-2-2008 υπεύθυνη δήλωση με το εξής περιεχόμενο: "Με ατομική μου ευθύνη και γνωρίζοντας τις κυρώσεις που προβλέπονται από τις διατάξεις της παρ. 6 του άρθρου 22 του Ν. 1599/1986, δηλώνω σήμερα 15-2-2008 την εκ μέρους μου λύση της σύμβασης με την εταιρεία ...
SYSTEMS & SOFTWARE ΑΕ. Βεβαιώνω επίσης ότι για το χρονικό διάστημα των επόμενων δύο ετών δεν θα αποκτήσω συμφέροντα ούτε θα αναλάβω υποχρεώσεις ούτε θα απασχοληθώ υπό οποιαδήποτε σχέση είτε άμεσα είτε έμμεσα για ίδιο λογαριασμό μου είτε για λογαριασμό άλλου φυσικού ή νομικού προσώπου και είτε επ' αμοιβή είτε όχι σε οποιαδήποτε επιχειρηματική δραστηριότητα ή επιχείρηση ταυτόσημη ή/και ευθέως ανταγωνιστική με εκείνη που ασκείται από την Εταιρεία ή τις συγγενείς της Εταιρείας, χωρίς την προηγούμενη έγγραφη άδεια της Εταιρείας ή των συγγενών της Εταιρειών ανάλογα με την περίπτωση".
Την ως άνω δήλωση, η οποία αποτελούσε επανάληψη της αναληφθείσας από τον εναγόμενο, με το άρθρο 3 παρ. 7 της επίδικης σύμβασης, υποχρέωσης μη ανταγωνισμού, παρέλαβε ο τελευταίος προς επεξεργασία, ωστόσο ουδέποτε υπέγραψε, ούτε παρέδωσε αυτή στην ενάγουσα. Αποδεικνύεται, επίσης, ότι ο εναγόμενος ήδη από τις αρχές Ιανουαρίου του έτους 2008, ήτοι προτού αποχωρήσει από την ενάγουσα εταιρεία, είχε έλθει σε διαπραγματεύσεις με στελέχη της εταιρείας U...
ΑΕ, η οποία ανήκει στον όμιλο I..., στην εταιρεία Decision, του οποίου ο εναγόμενος παρείχε τις υπηρεσίες του πριν από την έναρξη της συνεργασίας του με την ενάγουσα, η επιχείρηση δε που ασκείται από την εν λόγω εταιρεία είναι ευθέως ανταγωνιστική προς την ασκούμενη από την ενάγουσα. Οι ως άνω διαπραγματεύσεις κατέληξαν την 1-4-2008 σε σύμβαση συνεργασίας μεταξύ της εταιρείας U...
και του εναγομένου, ειδικότερα δε, ο τελευταίος ανέλαβε τα καθήκοντα του Διευθυντή Επιχειρηματικής Μονάδας Τραπεζικών και Χρηματοοικονομικών Υπηρεσιών αυτής, θέση η οποία εμπίπτει στη ρήτρα μη ανταγωνισμού του άρθρου 3 παρ. 7 της επίδικης σύμβασης. Η εν λόγω ρήτρα απαγορεύει στον εναγόμενο, για χρονικό διάστημα δύο (2) ετών από την καθ' οιονδήποτε τρόπο παύση της συνεργασίας του με την ενάγουσα, οποιασδήποτε μορφής συνεργασία με τις πλέον σημαντικές από τις εταιρείες πληροφορικής που λειτουργούν στην Ελλάδα και ασκούν επιχείρηση ανταγωνιστική προς εκείνη της ενάγουσας, όπως είναι ενδεικτικά οι εταιρείες I..., H..., M..., S..., I... - U..., I..., B..., A..., P..., S..., SA..., R...
και V..., χωρίς να έχει συμφωνηθεί με την επίδικη σύμβαση οποιοδήποτε αντάλλαγμα για την επιβολή του ως άνω περιορισμού και μάλιστα ανερχόμενο σε ποσοστό 50% επί της συμφωνηθείσας μικτής αμοιβής του εναγομένου, όπως αβάσιμα ισχυρίστηκε η ενάγουσα με την αγωγή της, ισχυρισμός ο οποίος κρίθηκε κατ' ουσίαν αβάσιμος και από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και η τελευταία υποβάλλει σχετικό παράπονο στα πλαίσια του τετάρτου λόγου της εφέσεώς της για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων.
Η ως άνω κρίση του Δικαστηρίου ενισχύεται από το γεγονός ότι η αρχική από 8-4-2003 σύμβαση συνεργασίας δεν περιείχε τις ρήτρες μη ανταγωνισμού και εμπιστευτικότητας, οι οποίες για πρώτη φορά περιελήφθησαν στην από 19-5-2003 τροποποιητική σύμβαση, με την οποία, όμως, ουδεμία τροποποίηση επήλθε ως προς το ύψος της αμοιβής του εναγομένου.
Η ίδια ως άνω κρίση δεν αναιρείται από το γεγονός ότι με την από 8-3-2007 σύμβαση συνεργασίας η μικτή αμοιβή του εναγομένου συμφωνήθηκε στο ποσό των 70.000 ευρώ, δεδομένου ότι αφενός η εν λόγω σύμβαση ήταν διάρκειας δέκα (10) μηνών, ενώ η αρχική οκτώ (8) μηνών και από τη σύναψή της είχαν παρέλθει τέσσερα (4) έτη που καθιστούσαν εύλογη την αύξηση των αποδοχών του τελευταίου, αφετέρου από την 1-3-2007, που συνέπιπτε με την έναρξη ισχύος της από 8-3-2007 σύμβασης, ο εναγόμενος ανέλαβε καθήκοντα Γενικού Διευθυντή Financial Solutions της ενάγουσας εταιρείας, θέση η οποία είναι ιεραρχικά ανώτερη εκείνης του Εμπορικού Διευθυντή (Commercial Manager) που κατείχε έως τότε και δικαιολογεί την αύξηση των αποδοχών του.
Με αυτές τις παραδοχές, η περιεχόμενη στην επίδικη σύμβαση ρήτρα μη ανταγωνισμού είναι αντίθετη προς τις διατάξεις των άρθρων 178 και 179 ΑΚ και συνεπώς άκυρη, καθόσον περιορίζει υπέρμετρα το δικαίωμα του εναγομένου προς εργασία για τα επόμενα δύο έτη από τη λύση της σύμβασης, όπως βασίμως ισχυρίστηκε αυτός με τις πρωτόδικες προτάσεις του, προβάλλοντας παραδεκτά τη σχετική ένσταση, η οποία απορρίφθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ως κατ' ουσίαν αβάσιμη και ο τελευταίος την επαναφέρει με τον δεύτερο λόγο της υπό κρίση εφέσεώς του...".
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε, ευθέως, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 178 και 179 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, διότι, τα ανωτέρω ανελέγκτως γενόμενα πραγματικά περιστατικά, ήτοι: (α) ότι με ρήτρα (άρθρο 3 παρ. 7 της σύμβασης) που περιλήφθηκε στη σύμβαση συνεργασίας, που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων, ο αναιρεσίβλητος ανέλαβε τη δέσμευση ότι κατά τα επόμενα δύο χρόνια από την αποχώρησή του από την εταιρεία θα παραλείψει να αποκτήσει συμφέροντα ή να αναλάβει υποχρεώσεις ή να απασχοληθεί με οποιαδήποτε σχέση, είτε άμεσα είτε έμμεσα για ίδιο λογαριασμό ή για λογαριασμό τρίτου, επ' αμοιβή ή χωρίς αμοιβή, σε οποιαδήποτε επιχειρηματική δραστηριότητα ή επιχείρηση ταυτόσημη ή και ευθέως ανταγωνιστική με την ασκούμενη από την αναιρεσείουσα ή τις συγγενείς της εταιρείες χωρίς την προηγούμενη άδειά τους, (β) ότι η εν λόγω ρήτρα μη ανταγωνισμού του απαγορεύει για το αναφερόμενο χρονικό διάστημα των δύο ετών από την παύση της συνεργασίας του με την αναιρεσείουσα οποιασδήποτε μορφής συνεργασία με τις πλέον σημαντικές εταιρείες πληροφορικής που λειτουργούν στην Ελλάδα και ασκούν επιχείρηση ανταγωνιστική προς την ασκούμενη από την αναιρεσείουσα ή τις συγγενείς της εταιρείες και, (γ) ότι για την επιβολή του άνω περιορισμού δεν συμφωνήθηκε οποιοδήποτε αντάλλαγμα με την επίδικη σύμβαση, δικαιολογούν την, κατ' ορθή εφαρμογή των διατάξεων αυτών (178 και 179 ΑΚ), αξιολόγηση της επίδικης ρήτρας περί μη ανταγωνισμού ως άκυρης, με την έννοια ότι δεσμεύει υπέρμετρα το δικαίωμα του αναιρεσίβλητου προς εργασία για τα επόμενα δύο έτη από τη λύση της σύμβασης, αφού με τον παραπάνω τρόπο ο αναιρεσίβλητος ουσιαστικά εκτοπίζεται επαγγελματικά από τη μείζονα περιοχή της πληροφορικής από όλη την Ελληνική Επικράτεια.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το σκέλος του από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με το οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένη εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 178 και 179 ΑΚ, είναι αβάσιμος. Με το δεύτερο σκέλος του παραπάνω (πρώτου) αναιρετικού λόγου η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλομένη (και) για ευθεία παραβίαση της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 23 του Ν. 2190/1920, την οποία, όπως υποστηρίζει, εσφαλμένα δεν εφάρμοσε.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον, όπως προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) επισκόπηση της ένδικης αγωγής, η αναιρεσείουσα δεν στηρίζει την ένδικη αξίωσή της σε ισχυρισμό για συμμετοχή του αναιρεσίβλητου στη διεύθυνση της αναιρεσείουσας εταιρείας, ώστε να είναι εφαρμοστέα επ' αυτής (ένδικης αξίωσης) η προαναφερόμενη διάταξη, την οποία, συνεπώς, το Εφετείο, ορθά δεν εφάρμοσε, δεδομένου ότι αυτή εφαρμόζεται μόνο για τους συμμετέχοντες στη διεύθυνση ανώνυμης εταιρείας και τέτοια προϋπόθεση δεν υφίσταται στην προκειμένη περίπτωση (ΑΠ 797/2010).
Περαιτέρω, το Εφετείο, με αυτά που δέχθηκε, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού, όπως προκύπτει από το ως άνω περιεχόμενό της, διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα του χαρακτήρα της επίμαχης ρήτρας μη ανταγωνισμού ως άκυρης, λόγω του ότι με αυτήν περιορίζεται υπέρμετρα το δικαίωμα του αναιρεσίβλητου προς εργασία για τα επόμενα δύο έτη από τη λήξη της συνεργασίας του με την αναιρεσείουσα, οι οποίες (αιτιολογίες) επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 178 και 179 ΑΚ, τις οποίες (η προσβαλλόμενη απόφαση) δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ για την πληρότητα της αιτιολογίας δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων, πλην των όσων διέλαβε, περιστατικών.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στο Εφετείο ότι στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών, είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 183 του ΚΠολΔ, τα έξοδα που προκάλεσε η άσκηση και η εκδίκαση ένδικου μέσου επιβάλλονται, σε περίπτωση που απορριφθεί, σε βάρος του διαδίκου που το άσκησε, ενώ σε περίπτωση που γίνει δεκτό, σε βάρος του διαδίκου που νικήθηκε, οι διατάξεις δε των άρθρων 176 έως 182 εφαρμόζονται και στην περίπτωση αυτή.
Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι ως προς την τελική κατανομή των δικαστικών εξόδων των διαδίκων καθιερώνεται η αρχή της ήττας. Κατά την επιβολή των εξόδων σε βάρος του ηττηθέντος διαδίκου (άρθρο 176 ΚΠολΔ) το δικαστήριο δεν απαιτείται να αιτιολογήσει ειδικά την κρίση του, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (ΑΠ 461/2021, ΑΠ 453/2020, ΑΠ 264/2019, ΑΠ 718/2018), ούτε απαιτείται μνεία των προϋποθέσεων που θα δικαιολογούσαν ή μη το συμψηφισμό τους σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 179 του ΚΠολΔ, ο οποίος είναι δυνητικός και απόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας που δεν ελέγχεται αναιρετικά (ΑΠ 1230/2020, ΑΠ 99/2019, ΑΠ 85/2019).
Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο και το δεύτερο σκέλος του, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη, ειδικότερα, ότι το Εφετείο, κατ` εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 179 ΚΠολΔ και χωρίς αιτιολογία, αν και υποβλήθηκε εκ μέρους της αίτημα καταδίκης του αναιρεσίβλητου στη δικαστική δαπάνη (μείζον αίτημα), στο οποίο περιλαμβάνεται το έλασσον περί συμψηφισμού αυτής, ώστε να μη επιβαρύνεται και με τα δικαστικά έξοδα του αντιδίκου της και παρότι για την επιβολή της υπέρογκης σε βάρος της δικαστικής δαπάνης από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο παραπονέθηκε με τον έβδομο λόγο έφεσης, εντούτοις το Εφετείο επιδίκασε το σύνολο της δικαστικής δαπάνης σε βάρος της, λόγω της ήττας της, χωρίς να αποφανθεί αν η ερμηνεία των διατάξεων που εφαρμόστηκαν (178, 179, 361 ΑΚ και 23 Ν. 2190/1920) ήταν ευχερής ή δυσχερής, ώστε να δικαιολογείται ο συμψηφισμός τους.
Ο λόγος αυτός, κατ' αμφότερα τα σκέλη του, είναι απαράδεκτος καθόσον, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε, ο συμψηφισμός των δικαστικών εξόδων ανήκει στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου της ουσίας και, συνεπώς, η σχετική κρίση του δεν είναι δεκτική αναιρετικού ελέγχου. Σε κάθε περίπτωση ο παραπάνω αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος, καθόσον το Εφετείο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, ορθώς, μετά την κατ' ουσίαν απόρριψη της από 31-5-2012 έφεσης της εκκαλούσας (αναιρεσείουσας), επιδίκασε σε βάρος της, λόγω της ήττας της, τα δικαστικά έξοδα του εφεσίβλητου (αναιρεσίβλητου), για τον δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας και μετά την κατ' ουσίαν παραδοχή της από 29-11-2012 έφεσης του τελευταίου, την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης και ακολούθως την απόρριψη της ένδικης αγωγής ως ουσιαστικά αβάσιμης, επέβαλε σε βάρος της (ηττηθείσας ενάγουσας - αναιρεσείουσας) τα δικαστικά έξοδα του εναγομένου - αναιρεσίβλητου, αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας, εφόσον για την επιδίκασή τους υποβλήθηκε σχετικό αίτημα από τον τελευταίο, όπως δεν αμφισβητείται από την αναιρεσείουσα και προκύπτει τούτο, άλλωστε, και από την παραδεκτή επισκόπηση της από 29-11-2012 έφεσης του αναιρεσίβλητου και των από 21-10-2015, κατ` έφεση, προτάσεων αυτού επί της εναντίον του, από 31-5-2012, έφεσης της αναιρεσείουσας.
Περαιτέρω, με το τρίτο σκέλος του τρίτου λόγου αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 άλλως 19 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι κατά παράβαση των άρθρων 20 παρ. 1 του Συντάγματος που ισχύει και άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, επιδίκασε σε βάρος της τη συνολική δαπάνη λόγω της ήττας της χωρίς αιτιολογία για το εάν η ερμηνεία των εφαρμοστέων διατάξεων ήταν ιδιαίτερα δυσχερής.
Ο παραπάνω αναιρετικός λόγος είναι απαράδεκτος, διότι, όπως προεκτέθηκε, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για την καταψήφιση της δικαστικής δαπάνης σε βάρος του ηττηθέντος διαδίκου ως απόρροια της αρχής της ήττας του, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, ενώ, περαιτέρω, δεν συνιστά αυθαίρετο περιορισμό του δικαιώματός του προς παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια, που προβλέπουν οι προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 20 παρ. 1 του Συντάγματος που ισχύει και άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ (ΑΠ 819/2011).
Επίσης, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, κατά το τέταρτο σκέλος του, η αναιρεσείουσα προβάλλει ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως, άλλως εκ πλαγίου, την αρχή της αναλογικότητας, που απορρέει από το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, διότι επιδίκασε σε βάρος της ως δικαστική δαπάνη ποσό "υπερμέτρως ασύνηθες σε σχέση με τα επιδικαζόμενα για παρόμοιες περιπτώσεις ποσά" (το οποίο, σημειωτέον, αβάσιμα αναφέρει ότι ορίστηκε σε 237.391,29 ευρώ, ενώ, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, η δικαστική δαπάνη που επιδικάστηκε σε βάρος της ορίστηκε, για την κατ' ουσίαν απόρριψη της από 31-5-2012 έφεσής της στο ποσό των 20.000 ευρώ και για την, μετά την κατ' ουσίαν αποδοχή της αντίθετης έφεσης του αναιρεσίβλητου και εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, απόρριψη της ένδικης αγωγής της στο ποσό των 30.000 ευρώ) είναι απαράδεκτος, διότι δεν ιδρύεται η παραπάνω αναιρετική πλημμέλεια με την αόριστη επίκληση ότι το επιδικασθέν ποσό δικαστικών εξόδων είναι υπερβολικό (ΑΠ 77/2014, ΑΠ 218/2003).
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και, αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, κατά το σχετικό αίτημά του, που υποβλήθηκε με τις προτάσεις που κατέθεσε (άρθρα 106, 176, 183, 189 παρ. 1, 192 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 8-9-2016 αίτηση (Αριθ. Καταθ. 786/2016, Αριθ. Δικ. 879/2019) για αναίρεση της με αριθμό 754/2016 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Σεπτεμβρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου κωλυομένου η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Σεπτεμβρίου 2022.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ