Legislator Case Law & Legislation
1598/2018 AI generated

1598/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1598/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές:, Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Πέτρο Σαλίχο-εισηγητή, Ιωάννη Φιοράκη, Παρασκευή Καλαϊτζή και Γεώργιο Παπανδρέου Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1598/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Συνεπώς, από 15 Απριλίου1957, ακίνητο που απαλλοτριώθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.δ. της 4/9 Ιουνίου 1923, του οποίου έγινε πραγματική κατάληψη από το Δημόσιο και για το οποίο καταβλήθηκε αποζημίωση, ανήκει σ' αυτό, εφόσον το είχε με εμφανείς υλικές πράξεις καταλάβει και ασκούσε δια των οργάνων του φυσική εξουσία σε αυτό.

Keywords

AI generated
rural land rights property ownership proof of ownership action for recovery of property access to property right of habitation
AI generated
732/2010
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
782/2020
Η κρινόμενη από 6/2/2018 (με αριθμό κατάθεσης 108/2018) αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθμό 1437/2015 οριστικής απόφασης του Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία έχει ασκηθεί νομότυπα με την κατάθεση του δικογράφου αυτής στη γραμματεία του ως άνω δικαστηρίου (άρθρο 495 παρ. ΙΚΠολΔ) και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της τριετούς προθεσμίας από τη δημοσίευση της (σύμφωνα με το άρθρο 564 παρ.3 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του νόμου 4335/2015 και εφαρμόζεται στις μη επιδοθείσες αποφάσεις, που δημοσιεύτηκαν πριν την 1.1. 2016, σύμφωνα με την 10/2018 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου), εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση αυτής, απορριπτομένου του ισχυρισμού του αναιρεσιβλήτου περί εκπρόθεσμης άσκησης αυτής. Ωσαύτως, έχει κατατεθεί από τον από την αναιρεσείουσα το παράβολο ποσού τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ, που προβλέπεται από την παράγραφο 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με τα άρθρα 35 παράγραφος 2 και 45 του νόμου 4446/2016.
94/2013
Νομιζόμενος τίτλος υπάρχει και όταν ο κληρονόμος ακινήτου, κατά την εφαρμογή του τίτλου του, από συγνωστή πλάνη, καταλαμβάνει έκταση μεγαλύτερη από αυτήν του κληρονομιαίου ακινήτου. Αόριστη αιτίαση από τον αριθμό 1 εδ. β΄του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, για παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, όταν δεν εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα επί μέρους διδάγματα της κοινής πείρας που φέρονται ότι παραβιάστηκαν.
1703/2022
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 του ν.δ.
1987/2008
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1598 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1598/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές:, Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Πέτρο Σαλίχο-εισηγητή, Ιωάννη Φιοράκη, Παρασκευή Καλαϊτζή και Γεώργιο Παπανδρέου Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 19η Σεπτεμβρίου 2018 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας :Φ. συζ. Α. Γ., το γένος Ι. Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Αλεξάνδρα Δερβίση.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Κωνσταντίνο Ζαμπάρα, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ, 2.ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Δήμος Ν. Σ.", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο, Γεωργία Σκλιβάγκου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 2-12-2009 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, και την από 10-1-2010 πρόσθετη παρέμβαση του 2ου αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5064/2011 του ιδίου Δικαστηρίου και 4253/2014 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 26-6-2017 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπ' αριθμ. 3473 της 14-2/5-3-1923 απόφαση της Επαναστάσεως του 1922 ορίστηκε, κατά τροποποίηση από το άρθρο 17 του Συντάγματος του 1911, ότι επί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων ακινήτων για γεωργική αποκατάσταση ακτημόνων καλλιεργητών ή για εγκατάσταση γενικά προσφύγων, ομογενών ή μη, επιτρέπεται η κατάληψη των ακινήτων και πριν από την καταβολή της αποζημίωσης.

Όμοια παρέκκλιση από το άρθρο 17 του Συντάγματος του 1911 εισήγαγε και το, στηριζόμενο στην απόφαση αυτή, ν. δ. της από 4/9 Ιουνίου 1923 "περί παραχωρήσεως δημοσίων κτημάτων και αναγκαστικής απαλλοτριώσεως ιδιωτικών τοιούτων προς αστικήν αποκατάστασιν προσφύγων", με τα άρθρα 3 και 4 του οποίου επιτράπηκε η αναγκαστική απαλλοτρίωση, με σκοπό την αστική αποκατάσταση προσφύγων, κάθε είδους οικοπέδων και αγροτικών κτημάτων, εκτός φυτειών, που ανήκουν σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα δημόσιου ή ιδιωτικού δικαίου, η οποία ενεργείται με απόφαση των Υπουργών Γεωργίας και Υγιεινής, Πρόνοιας και Αντιλήψεως.

Σύμφωνα, όμως, με το άρθρο 2 παρ. 5 του από 29/30-4-1953 β. δ/τος ''περί κωδικοποιήσεως των κειμένων διατάξεων περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων κλπ.", προσφυγικές απαλλοτριώσεις ανακαλούνται αυτοδικαίως από τις 15 Απριλίου 1957, εφόσον μέχρι τη χρονολογία αυτή δεν εχώρησε ούτε κατάληψη ούτε αποζημίωση. Υπό την έννοια του ανωτέρω όρου "κατάληψη" περιλαμβάνεται "πάσα καθ' οιονδήποτε τρόπον εξουσίασις του απαλλοτριωθέντος χώρου υπό του Υπουργείου Κοινωνικής Προνοίας ή των περιφερειακών αυτού υπηρεσιών" (πρβλ.

άρθρα 64 παρ. 5 του β. δ. 330/1960 και 145 του Αγρ. Κώδ.). Υπάγονται, συνεπώς, σ' αυτήν υλικές πράξεις με τις οποίες καθυποτάσσεται το ακίνητο στην εξουσία του Δημοσίου, η δε μεταγενέστερη διάταξη του άρθρου 7 του. ν. δ. 266/1974 "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως της περί αποκαταστάσεως των αστών προσφύγων κειμένης νομοθεσίας", με την οποία προς την κατάληψη εξομοιώνονται και η οριοθεσία της απαλλοτριωθείσας έκτασης ή η κτηματογράφηση ή η ρυμοτόμηση ή η αποτύπωση σε τοπογραφικό διάγραμμα θεωρημένο από την αρμόδια υπηρεσία ή η παραχώρηση τμήματος αυτής για την εξυπηρέτηση γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, ως ψευδοερμηνευτική, δεν έχει αναδρομική ισχύ (Ολ.Α.Π.389/1978, Α.Π.401/2005, Α.Π.1087/1996).

Συνεπώς, από 15 Απριλίου1957, ακίνητο που απαλλοτριώθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.δ. της 4/9 Ιουνίου 1923, του οποίου έγινε πραγματική κατάληψη από το Δημόσιο και για το οποίο καταβλήθηκε αποζημίωση, ανήκει σ' αυτό, εφόσον το είχε με εμφανείς υλικές πράξεις καταλάβει και ασκούσε δια των οργάνων του φυσική εξουσία σε αυτό.

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή εάν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.Α.Π.11/2015, Ολ.Α.Π.7/2006, Ολ.Α.Π.4/2005).

Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις (Ολ.Α.Π. 9/2016).

Ως ζητήματα, δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ.Α.Π. 24/1992).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ.), το Εφετείο, σχετικά με την ένδικη αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας (και του ομοδίκου της, ενάγοντος-εκκαλούντος, Δ. Κ.), μετά από συνεκτίμηση των νομίμως σ' αυτό επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Το επίδικο ακίνητο είναι ένα οικόπεδο εκτάσεως 381,31 μ2, που βρίσκεται στο ...

επί της συμβολής των οδών ... και συνορεύει ανατολικά με την ... επί προσώπου μήκους 18,10 μέτρων, νότια με την ... επί προσώπου μήκους 21 μέτρων, βόρεια επί πλευράς μήκους 21,23 μέτρων με ιδιοκτησία αγνώστων και δυτικά επί πλευράς 18 μέτρων με ιδιοκτησία αγνώστων. Το ακίνητο αυτό περιλαμβάνεται εντός ευρύτερης έκτασης εμβαδού 1.240 στρεμμάτων, η οποία απαλλοτριώθηκε το έτος 1925 για τη δημιουργία προσφυγικού συνοικισμού στη ....

Συγκεκριμένα με το από 25-2-1925 π.διάταγμα, που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 52/Α/4-3-1925, κηρύχθηκε απαλλοτριωτέα έκταση, υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, ο εμφαινόμενος στο διάγραμμα, που είναι συνημμένο στο πιο πάνω διάταγμα ως παράρτημά του, χώρος εκ στρεμμάτων 1.240 περίπου προς επέκταση του παρά την ... ανεγερθησομένου αστικού συνοικισμού, για τον οποίο είχε εκδοθεί το από 22-4-1924 νομοθετικό διάταγμα, προκειμένου να εκληρωθεί πλήρως ο σκοπός του τελευταίου αυτού διατάγματος για την αστική αποκατάσταση των προσφύγων, εφόσον στις ανεγερθησόμενες οικίες θα εγκαθίσταντο πλέον μονίμως αστικές προσφυγικές οικογένειες, που παρέμεναν άστεγες ή πλημμελώς στεγασμένες.

Η διαχείριση της ως άνω εκτάσεως, ως εκ του σκοπού της, ανήκε στο Υπουργείο Υγιεινής, Πρόνοιας και Αντιλήψεως (ήδη Υπουργείο Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης). Για τις ανάγκες της πιο πάνω απαλλοτρίωσης συντάχθηκαν τα υπ' αριθ. 2131/ 1927 και 2219/27-12- 1938 κτηματολογικά διαγράμματα των αρμοδίων τεχνικών υπηρεσιών του εναγομένου καθώς και ο από 18-11-1932 κτηματολογικός πίνακας φερομένων ιδιοκτητών.

Σύμφωνα με τα στοιχεία αυτά το επίδικο οικόπεδο εντάσσεται εξ ολοκλήρου στο με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 390 αγροτεμάχιο, συνολικού εμβαδού 9.045 μ2, το οποίο απαλλοτριώθηκε για τον πιο πάνω σκοπό (για τη δημιουργία του αστικού προσφυγικού συνοικισμού ...ς) με φερόμενο ιδιοκτήτη τον Θ. Τ., στον οποίο ως αναγνωρισθέντα δικαιούχο αυτής, καταβλήθηκε το έτος 1962 πλήρως η αποζημίωση.

Το υπόψη ακίνητο είναι το υπ'αριθ.2 οικόπεδο του Ο.Τ. 197 του πιο πάνω προσφυγικού συνοικισμού ...ς. Αμέσως μετά την κήρυξη της απαλλοτρίωσης, κατά τα ανωτέρω, το Ελληνικό Δημόσιο από το έτος 1925 κατέλαβε πραγματικά με εμφανείς σε τρίτους πράξεις των οργάνων του την απαλλοτριωθείσα έκταση και την έθεσε υπό την άμεση εξουσίασή του κατά τρόπο σταθερό και διαρκή.

Κατ' αρχάς ενέταξε την έκταση στο ρυμοτομικό σχέδιο, και στη συνέχεια οικοπεδοποίησε τα δημιουργηθέντα Οικοδομικά Τετράγωνα, μεταξύ των οποίων και το πιο πάνω Ο.Τ. 197 στο οποίο βρίσκεται το επίδικο οικόπεδο, άφησε κοινόχρηστους χώρους για τη δημιουργία κοινωφελών έργων, από δε τα δημιουργηθέντα οικόπεδα άλλα παραχώρησε αυτούσια σε προσφυγικές οικογένειες, οι οποίες τα ανοικοδόμησαν, άλλα τα οικοδόμησε το ίδιο με τα αρμόδια όργανα των υπηρεσιών του και διένειμε τις έτοιμες κατοικίες σε δικαιούχους πρόσφυγες και άλλα παρέμειναν αδιάθετα.

Έτσι δημιουργήθηκε ο προσφυγικός συνοικισμός Ν. Σ.. Προς τούτο τα όργανα του Δημοσίου, εμβαδομέτρησαν, οριοθέτησαν και αποτύπωσαν την περιοχή σε σχεδιαγράμματα με επιτόπιες μετρήσεις και ακολούθως την χώρισαν σε οικοδομικά τετράγωνα. Για την πραγματοποίηση των εργασιών αυτών τα όργανα του Δημοσίου, μηχανικοί και λοιπό βοηθητικό προσωπικό, μετέβησαν επανειλημμένως στην περιοχή με τα απαραίτητα για τις ανωτέρω εργασίες εργαλεία και όργανα και παρέμειναν εκεί για μεγάλα χρονικά διαστήματα, οι πράξεις τους δε αυτές ήταν άμεσα αντιληπτές από τους κατοίκους της γύρω περιοχής και ήταν σε όλους εμφανής η βούληση του Δημοσίου για εξουσίαση της εκτάσεως με διάνοια κυρίου.

Στα σχεδιαγράμματα που συνέταξαν έχουν αποτυπωθεί όλες οι εργασίες των οργάνων του Δημοσίου επί της απαλλοτριωθείσας έκτασης, όπως η εμβαδομέτρηση και η οριοθέτησή της, καθώς και ο χωρισμός της σε οικοδομικά τετράγωνα και οικόπεδα με ανάλογη εμφανή οριοθέτηση αυτών. Οι πράξεις αυτές, δηλαδή εμβαδομετρήσεις, καταμετρήσεις, σύνταξη ρυμοτομικών και κτηματογραφικών διαγραμμάτων, ασκήθηκαν με εμφανείς εργασίες και ενέργειες στο επίδικο ακίνητο, που ενέχουν καθυπόταξή του στην εξουσία του Δημοσίου, το οποίο τις ενήργησε δια των οργάνων του, και συνιστούν καθ εαυτές κατάληψη του επιδίκου ακινήτου κατά τρόπο σταθερό και διαρκή και άσκηση δι'αυτών νομής από το έτος 1925 και εντεύθεν συνεχώς και αδιαλλείπτως μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής.

Στο ως άνω 197 Ο.Τ. εντάχθηκαν τέσσερα οικόπεδα τα υπ' αριθ.1, 2, 3 και 4 όπως αποτυπώνονται στο σχετικό διάγραμμα. Από αυτά η αρμόδια υπηρεσία του Ελληνικού Δημοσίου παραχώρησε σε πρόσφυγες για την αστική αποκατάστασή τους και εκπλήρωση του πιο πάνω σκοπού τα τρία, ήτοι τα 1, 3 και 4, ενώ παρέμεινε αδιάθετο το υπ'αριθ.2 οικόπεδο.

Συγκεκριμένα με το υπ' αριθ. 1650/1931 παραχωρητήριο μεταβίβασε το υπ' αριθ.1 οικόπεδο εμβαδού 285 μ2 στον Κ. Μ.Α. πρόσφυγα Α. Δ.Γ., με το υπ' αριθ.7134/ 67109/1940 παραχωρητήριο μεταβίβασε το υπ'αριθ.4 οικόπεδο εμβαδού 197 μ2 στον πρόσφυγα εκ Α. Μ. Α. Γ. συζ. Κ. Κ. το γένος Θ. Κ. και με το υπ'αριθ. 1208/93327/ 52/30-7-1953 παραχωρητήριο του Υπουργείου Κοινωνικής Πρόνοιας και Αντίληψης μεταβίβασε το υπ'αριθ.3 οικόπεδο στην πρόσφυγα εξ Ι.

Μ. Α. Ά. θυγατέρα Ν. Ν., μητέρα και φερόμενη δικαιοπάροχο της πρώτης ενάγουσας. Η προαναφερόμενη μητέρα της ενάγουσας ως άπορη πρόσφυγας από το ... ήρθε το έτος 1924 στην Αθήνα και αποκαταστάθηκε στεγαστικώς με την παραχώρηση σ' αυτήν του πιο πάνω υπ'αριθ.3 οικοπέδου του ως άνω Ο.Τ., στο οποίο είχε εγκατασταθεί, αργότερα δε κατά το έτος 1976 ανήγειρε επ' αυτού, με το σύστημα της αντιπαροχής, πολυώροφη οικοδομή.

Στο επίδικο όμως υπ'αριθ.2 οικόπεδο ουδέποτε εμφανίστηκε η προαναφερομένη και ουδέποτε άσκησε οποιαδήποτε εμφανή πράξη νομής, αντίθετα εμφανείς πράξεις νομής σ' αυτό διενεργούσε πάντοτε το Δημόσιο δια των οργάνων του. Μετά την κατάληψή του ως ανωτέρω, το Δημόσιο δια των οργάνων του το επέβλεπε, προέβαινε ανά τακτά χρονικά διαστήματα στον καθαρισμό του και κατασκεύασε σ' αυτό καταφύγιο, με επόπτη τον υπάλληλο-διευθυντή του Υπουργείου Γεωργίας Β.

Ε. δασολόγο, το οποίο, μεταγενέστερα κατά το έτη 1939 έως 1940 με εντολή και άδεια της κυβέρνησης, χρησιμοποιήθηκε για τις ανάγκες του πολέμου, σε τακτά δε χρονικά διαστήματα προέβαινε δια των οργάνων του σε καθαρισμό και συντήρηση του εν λόγω καταφυγίου, διατηρώντας το κατάλληλο για χρήση, οποτεδήποτε χρειαζόταν.

Επίσης στον καθαρισμό του οικοπέδου, κυρίως από τα αγριόχορτα, προέβαινε για λογαριασμό του Δημοσίου και Δ. Ν. Σ.-προσθέτως παρεμβάς-εφεσίβλητος δια των υπηρεσιών του, ο οποίος μάλιστα, μετά από συνεννόηση με τις αρμόδιες υπηρεσίες του Δημοσίου, προέβη σε περίφραξή του με πλεκτό σύρμα. Ρητά και κατηγορηματικά βεβαιώνουν για τα παραπάνω στις προαναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις τους ο Σ.

Α. και Κ. Δ., ο μεν πρώτος τόσο από άμεση γνώση ως κάτοικος γειτονικού ακινήτου, όσο και από διηγήσεις της συζύγου του, που κατοικεί από το έτος 1939 συνεχώς επί ομόρου με το επίδικο οικοπέδου επί της Κ. 6 και Α., και του πεθερού του Β. Ε., ο οποίος ως αρμόδιος υπάληλος του Υπουργείου Γεωργίας επόπτευσε την κατασκευή του καταφυγίου στο επίδικο και τον καθαρισμό και την φροντίδα του ως όργανο του Δημοσίου, ο δε δεύτερος από άμεση γνώση το μεν λόγω της ιδιότητάς του ως προϊσταμένου πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης στον τομέα ευθύνης για το δήμο ...ς, το δε ως διαμένων από το έτος 1982 σε διαμέρισμα της πολυκατοικίας που έχει ανεγείρει με το σύστημα της αντιπαροχής η προαναφερόμενη Ά.

Ν. στο παραχωρηθέν σ' αυτήν από το Δημόσιο ως άνω υπ'αριθ.3 οικόπεδο, αλλά και από διηγήσεις περιοίκων που διέμεναν στην περιοχή από τη δημιουργία του συνοικισμού. Οι εναργείς και πειστικές αυτές βεβαιώσεις των ανωτέρω, οι οποίοι είναι τρίτοι σε σχέση με την υπόθεση, δεν αναιρούνται από την στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ένορκη κατάθεση του μάρτυρα των εναγόντων Α.

Γ., συζύγου της ενάγουσας, που κατέθεσε ότι η μητέρα της τελευταίας-πεθερά του πρόσφυγας από τη Μ. Α., η οποία διέμενε κοντά στο επίδικο, άρχισε από το 1927 να επιβλέπει, να επισκέπτεται και να καθαρίζει από χόρτα και πέτρες το επίδικο, το περιέφραξε με πασσάλους και αγκαθωτό σύρμα και συνέχισε να το περιποιείται μέχρι το 1967, θεωρώντας το δικό της, τις επισκέψεις και την επίβλεψη συνέχισε μέχρι το 1972, που ασθένησε, έκτοτε δε συνέχισαν τις επισκέψεις και την επίβλεψη ο ίδιος με τη σύζυγο του, μετά δε το θάνατο της πεθεράς του τοποθέτησε πινακίδα με την ένδειξη ιδιοκτησία Φ.

Γ., έβαλε λουκέτο με αλυσίδα και συνέχισε να το νέμεται η σύζυγος του χωρίς ενόχληση μέχρι το 2006 που πήγε ο εργολάβος για την εκσκαφή του για ανέγερση από τη σύζυγο του πολυώροφης οικοδομής. Και τούτο διότι ελέγχεται ως μη πειστική η κατάθεσή του σχετικά με την διάθεση χρημάτων το έτος 1927 από την άπορη πρόσφυγα πεθερά του, λίγο μετά την έλευσή της στην Αθήνα από την Μ.

Ασία, για τοποθέτηση περίφραξης σε ακάλυπτο οικόπεδο, όμορο εκείνου που της είχε παραχωρηθεί για αποκατάσταση και μάλιστα πολύ μεταγενέστερα, το έτος 1953 και στο οποίο είχε πράγματι εγκατασταθεί, όπως προαναφέρθηκε. Η άνω κρίση του Δικαστηρίου όχι μόνο δεν αναιρείται, αλλά αντίθετα ενισχύεται από την προαναφερόμενη ένορκη βεβαίωση της Χ.

Α., καθώς αναφέρεται σε διακατοχικές πράξεις της μητέρας της ενάγουσας σε οικόπεδο επί Α. και Κ., χωρίς όμως να διευκρινίζεται αν πρόκειται για το παραχωρηθέν από το Δημόσιο υπ'αριθ.3 οικόπεδο ή το υπ'αριθ.2 επίδικο οικόπεδο, δεδομένου ότι και τα δύο βρίσκονται στο ίδιο Ο.Τ. και είναι όμορα, όπως προελέχθη, μάλιστα δε από το περιεχόμενο της ένορκης βεβαίωσης προκύπτει ότι η ίδια αγνοεί την ύπαρξη δύο όμορων οικοπέδων, και γνωρίζει και βεβαιώνει την ύπαρξη ενός οικοπέδου που είχε η μητέρα της ενάγουσας στην περιοχή, και προφανώς πρόκειται για το παραχωρηθέν σ' αυτήν από το Δημόσιο.

Το επίδικο οικόπεδο παρέμενε πάντα ελεύθερο από οποιαδήποτε επέμβαση τρίτου ιδιώτη, ήταν γνωστό σε όλους ότι ήταν αδιάθετο και ανήκε (παρέμενε) στην κυριότητα του Δημοσίου, για πρώτη δε φορά το Φεβρουάριο του έτους 2006 εμφανίστηκαν οι ενάγοντες σ' αυτό και ξεκίνησαν οικοδομικές εργασίες για την ανέγερση πολυκατοικίας.

Αμέσως υπήρξε κινητοποίηση από τους περιοίκους, αφού μέχρι τότε ουδέποτε είχε εμφανιστεί οποιασδήποτε τρίτος ιδιώτης ως οικοπεδούχος για να ασκήσει κάποιο δικαίωμα νομής ή κατοχής επ' αυτού, όπως προελέχθη, και με ενέργειες του εναγομένου Δημοσίου, ανακλήθηκε η οικοδομική άδεια που είχε εκδοθεί στο όνομα των εναγόντων και διατάχθηκε η διακοπή των εργασιών από την αρμόδιο Πολεοδομία Αργυρούπολης και ακολούθως ο εργολάβος απομάκρυνε τα υλικά από το χώρο του οικοπέδου και το επανέφερε στην προηγούμενη κατάσταση.

Έκτοτε το οικόπεδο συνεχίζει να παραμένει ελεύθερο, διατηρείται καθαρό με φροντίδα των υπηρεσιών του Δημοσίου και του Δήμου Ν. Σ. για λογαριασμό του Δημοσίου. Με βάση τα πιο πάνω ουδόλως αποδείχθηκε ότι η προαναφερομένη μητέρα της ενάγουσας άσκησε εμφανείς πράξεις νομής στο επίδικο οικόπεδο από το 1927 μέχρι το θάνατό της ούτε δε και η ενάγουσα μετά το θάνατο της μητέρας της και αργότερα και ο δεύτερος ενάγων, ενώ αντίθετα αποδείχθηκε ότι από το 1925 εμφανείς πράξεις νομής στο επίδικο ακίνητο που ενέχουν καθυπόταξή του στην εξουσία του ενήργησε μόνο το Δημόσιο δια των οργάνων του, συνιστούν δε καθεαυτές κατάληψη του επιδίκου και άσκηση δι' αυτών νομής από το έτος 1925 και εντεύθεν συνεχώς και αδιαλλείπτως μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής.

Έτσι το Ελληνικό Δημόσιο από τη δημοσίευση στο ΦΕΚ το 1925 του σχετικού διατάγματος κήρυξης της άνω απαλλοτρίωσης, η οποία συντελέσθηκε δια της άμεσης πραγματικής κατάληψης του επιδίκου ακινήτου με τις προεκτεθείσες εμφανείς υλικές πράξεις εξουσίασής του χωρίς να απαιτείται άλλη διατύπωση, απέκτησε την κυριότητά του και την διατήρησε αφού αυτό παρέμεινε αδιάθετο, λόγω δε της ιδιότητάς του αυτής ήταν και παρέμεινε ανεπίδεκτο χρησικτησίας.

Η πιο πάνω αναγκαστική απαλλοτρίωση δεν ανακλήθηκε αυτοδικαίως σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ.5 του από 29/30-1-1953 β. διατάγματος, διότι από το έτος 1925, ήτοι πολύ πριν την 15-4-1957, είχε γίνει κατάληψη του επιδίκου ακινήτου από το Ελληνικό Δημόσιο δια των άνω υπηρεσιών του Υπουργείου Κρατικής Αντίληψης- υπό την πιο πάνω έννοια της καθυπόταξης με εμφανείς πράξεις και ενέργειες στο ακίνητο, που δηλώνουν την πραγματική περιέλευσή του κατά τρόπο σταθερό και διαρκή στο Ελληνικό Δημόσιο που τις τέλεσε.

Έτσι λοιπόν η απαλλοτρίωση αυτή για την αποκατάσταση αστών προσφύγων διατηρήθηκε σε ισχύ, αφού πληρώθηκε η προϋπόθεση (κατάληψη της έκτασης) με την οποία διατηρείτο σε ισχύ η αναγκαστική απαλλοτρίωση η οποία εκ νόμου (του προαναφερθέντος) είχε ανακληθεί, χωρίς να ασκεί επιρροή, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, ότι η αποζημίωση καταβλήθηκε στον αναγνωρισθέντα δικαιούχο το έτος 1962, δηλαδή μετά την 15-4-1957, όσα δε αντίθετα ισχυρίσθηκαν οι ενάγοντες στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ως άρνηση στον προβληθέντα στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ισχυρισμό του εναγομένου Δημοσίου περί απαλλοτριώσεως του επιδίκου, και επαναφέρουν με σχετικό λόγο εφέσεως είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.

Επίσης, ουδεμία ασκεί επιρροή ο ισχυρισμός των εκκαλούντων ότι η οριοθεσία, κτηματογράφηση, αποτύπωση σε τοπογραφικό διάγραμμα, ρυμοτόμηση δεν εξομοιώνονται με "κατάληψη", και έτσι δεν δύναται να επιστηριχθεί επ' αυτών η κατάληψη του επιδίκου και η μη άρση της απαλλοτρίωσης, αφού η εξομοίωση των πράξεων αυτών με κατάληψη, που ορίσθηκε με τη διάταξη του άρθρου 7 του ν.δ.266/1974, η οποία ως μη ούσα ερμηνευτική δεν έχει αναδρομική ισχύ, δεν ίσχυε κατά τον πιο πάνω κρίσιμο χρόνο, διότι, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, η οριζόμενη από τη διάταξη αυτή εξομοίωση ενδιαφέρει για την περίπτωση που οι πράξεις αυτές δεν έγιναν με εμφανείς πράξεις στο ακίνητο, ενώ, όπως προεκτέθηκε, στην προκειμένη περίπτωση οι ως άνω πράξεις έγιναν με υλικές εμφανείς εργασίες και ενέργειες που ενέχουν καθυπόταξή του στην εξουσία του Δημοσίου που τις ενήργησε δια των οργάνων του και υπάγονται στην νομική έννοια της καταλήψεως των ισχυουσών, πριν την ισχύ του άρθρου 7 του ν.δ. 266/1974, διατάξεων που προεκτέθηκαν.

Επομένως το Ελληνικό Δημόσιο απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου οικοπέδου δια της ως άνω απαλλοτριώσεως, αφού αμέσως μετά την κήρυξή της έγινε πραγματική κατάληψή του από αυτό με εμφανείς υλικές πράξεις εξουσίασής του, έκτοτε δε το οικόπεδο αυτό παρέμεινε αδιάθετο στην κυριότητά του, βάσει δε των πιο πάνω διατάξεων των ν.δ.

περί αστικής αποκατάστασης προσφύγων και του άρθρου 1054 του Α.Κ., είναι ανεπίδεκτο χρησικτησίας ως εκ της ως άνω ιδιότητάς του, αφού με τις πιο πάνω διατάξεις ειδικών νόμων "περί αποκατάστασης αστών προσφύγων" θεσπίστηκε εξαίρεση για τα πιο πάνω ακίνητα από τη χρησικτησία (βλ. Α.Π.397/2010, Α.Π.977/2007, Α.Π.354/2007), όπως βάσιμα ισχυρίσθηκε το Ελληνικό Δημόσιο.

Ανεξαρτήτως τούτου σε κάθε περίπτωση η δικαιοπάροχος της ενάγουσας και οι ενάγοντες ουδέποτε νεμήθηκαν το επίδικο ακίνητο.

Συνεπώς, η δικαιοπάροχος της πρώτης ενάγουσας δεν κατέστη κυρία του επιδίκου οικοπέδου και ούτε οι ενάγοντες απέκτησαν την κυριότητά του με τους επικαλούμενους με την αγωγή τρόπους, ήτοι ούτε παραγώγως ούτε με χρησικτησία ούτε δε με την ιδιότυπη χρησικτησία του άρθρου 4 του ν.3127/2003 και όλοι οι λόγοι εφέσεως είναι ουσιαστικά αβάσιμοι".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η ένδικη αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου αγωγή της αναιρεσείουσας και του ως άνω ομοδίκου της και δέχθηκε την υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου πρόσθετη παρέμβαση του δεύτερου αναιρεσίβλητου Δήμου Ν. Σ., ουδόλως παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 5 του από 29/30-4-1953 β.

δ/τος "περί κωδικοποιήσεως των κειμένων διατάξεων περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων κλπ" και του άρθρου 64 παρ. 5 του β.δ/τος 330/1960 σε συνδυασμό με το άρθρο 7 του ν. δ. 266/1974, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ούτε και τη διάταξη του άρθρου 4 ν. 1807/1988, που αναφέρεται στο αναιρετήριο, την οποία ορθώς δεν εφάρμοσε, ενόψει του ότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις, όπως η έννοιά τους αναλύθηκε στις νομικές σκέψεις που προαναφέρθηκαν και του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού.

Περαιτέρω, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ' αυτήν επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή η μη εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων που εφάρμοσε, εκθέτοντας με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν με τις σαφείς παραδοχές ως προς τα ουσιώδη ζητήματα ότι δεν αποκτήθηκε κυριότητα στο επίδικο από την αναιρεσείουσα - ενάγουσα και τη φερόμενη άμεση δικαιοπάροχο μητέρα της Ά.

θυγ. Ν. Ν. και ότι ναι μεν το επίδικο οικόπεδο αποτέλεσε αντικείμενο διανομής για την αστική αποκατάσταση των προσφύγων, πλην όμως ουδέποτε παραχωρήθηκε στην ως άνω δικαιοπάροχο της αναιρεσείουσας, η οποία δεν άσκησε ποτέ εμφανείς διακατοχικές πράξεις σ' αυτό, αλλά παρέμεινε έκτοτε στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου δια της ως άνω απαλλοτριώσεως και με πραγματική κατάληψή του από το τελευταίο, το οποίο πάντοτε δια των οργάνων του διενεργούσε σ' αυτό εμφανείς υλικές πράξεις εξουσίασής του.

Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Οι περαιτέρω διαλαμβανόμενες στο δεύτερο λόγο αιτιάσεις, υπό την επίκληση της αναιρετικής πλημμέλειας από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου, είναι απαράδεκτες, καθόσον με αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας και επιπλέον αφορούν ελλείψεις αναγόμενες στην ανεπάρκεια αιτιολόγησης του αποδεικτικού πορίσματος σε σχέση με τη μη απόκτηση της κυριότητας του επιδίκου από την αναιρεσείουσα και τον ομόδικό της Δ.

Κ., καθώς και σε απλά επιχειρήματα αυτής (αναιρεσείουσας), που κατατείνουν στην ουσιαστική βασιμότητα του αγωγικού ισχυρισμού περί απόκτησης της κυριότητας του επίδικου οικοπέδου από τη δικαιοπάροχό της και από τους ενάγοντες με τους επικαλούμενους στην αγωγή τρόπους (παραγώγως, διαφορετικά πρωτοτύπως με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία, άλλως με την ειδική χρησικτησία που προβλέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 4 παρ.1β' του ν. 3127/2003) και στη στήριξη των απόψεών της ότι η άμεση δικαιοπάροχός της κατέστη κυρία του επιδίκου, που δεν υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ. 1 ΚπολΔ).

Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ., που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, παραβόλου και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, ως ηττηθείσα διάδικος, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου Δήμου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ.), τα οποία όμως θα είναι μειωμένα, σύμφωνα με το άρθρο 281 του ν. 3463/2006 "Κύρωση του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων" όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

Δικαστικά έξοδα στο πρώτο αναιρεσίβλητο δεν επιδικάζονται λόγω μη υποβολής σχετικού αιτήματος.-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 26-6-2017 αίτηση της Φ. συζ. Α. Γ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4253/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.-

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.-

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου Δήμου, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 10 Οκτωβρίου 2018.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα στις 23 Νοεμβρίου 2018.-

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ