1598/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1598/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η τελευταία ως άνω απόφαση πλήττεται ήδη με την υπό κρίση αίτηση, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτήν και αφορούν στην έλλειψη νομίμου βάσεως, οφειλομένης στην ανεπάρκεια, ασάφεια και την αντιφατικότητα των αιτιολογιών της.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1598 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1598/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό - Εισηγητή και Αβροκόμη Θούα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α. Κ. του Δ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανδρέα Βροντάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Β. Σ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόφιλο Κώτσιου και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην …και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Παπακωνσταντίνου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-2-2006 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, την από 10-3-2006 ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση του ήδη 1ου αναιρεσιβλήτου και την από 28-6-2006 πρόσθετη παρέμβαση της ήδη 2ης αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λάρισας και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 286/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 554/2009 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 8-3-2010 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 1693/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 554/2009 απόφαση του Εφετείου Λάρισας και παρέπεμψε την εκδίκαση της υπόθεσης στο αυτό δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Στη συνέχεια εκδόθηκε η 324/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-5-2016 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 324/2015 απόφαση του Εφετείου Λάρισας που αποτελεί την κατάληξη της κάτωθι διαδικαστικής διαδρομής, όπως προκύπτει από την επισκόπηση, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., των διαδικαστικών εγγράφων. Η ήδη αναιρεσείουσα με την ένδικη αγωγή της, ισχυρίστηκε ότι το μήνα Μάρτιο 2001, κατά τη διάρκεια γυναικολογικών εξετάσεων, στις οποίες υποβλήθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρισας διαπιστώθηκε η ύπαρξη όγκου στην οπισθοπεριτονική περιοχή της πυέλου, ο οποίος, αφού εστάλη προς εξέταση στο ιδιωτικό ιατρείο του εναγομένου, ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου, παθολογοανατόμου, διαγνώσθηκε ότι πρόκειται για "ιστολογική εικόνα κακοήθους ινώδους ιστιοκυττώματος του οπισθοπεριτοναϊκού χώρου".
Ότι αμέσως μετά την εν λόγω διάγνωση υποβλήθηκε στη Ογκολογική Κλινική του Νοσοκομείου Αθηνών "Ο ΑΓΙΟΣ ΣΑΒΒΑΣ", σε έξι (6) κύκλους χημειοθεραπείας, πλην όμως, στα τέλη Δεκεμβρίου του ιδίου έτους, διαπιστώθηκε μετά από εξέταση από τον Διευθυντή της Χειρουργικής Παθολογίας του Νοσοκομείου BRIGHAM & WOMEN'S HOSPITAL, στη Βοστώνη των ΗΠΑ, ότι δεν είχε καμία ένδειξη πιθανής κακοήθειας, με αποτέλεσμα λόγω της εσφαλμένης διαγνώσεως του εναγόμενου που συνιστά ιατρικό σφάλμα, να υποστεί κλονισμό της ψυχικής και σωματικής της υγείας.
Ζήτησε δε κατόπιν αυτού, με την αγωγή να αναγνωρισθεί ότι ο εναγόμενος έχει υποχρέωση να της καταβάλει ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής της βλάβης το χρηματικό ποσό των 200.000 ευρώ και να υποχρεωθεί να της καταβάλει εκ του ποσού τούτου το πόσο των 100.000 ευρώ. Εξάλλου, ο εναγόμενος, επικαλούμενος τη σύναψη ασφαλιστικής συμβάσεως με τη δεύτερη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, προσεπικάλεσε αυτήν στη δίκη και η τελευταία παρενέβη προσθέτως υπέρ αυτού, αιτούμενη την απόρριψη της αγωγής.
Με την πρωτόδικη απόφαση η αγωγή απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, η ασκηθείσα δε κατ' αυτής από την ενάγουσα έφεση απορρίφθηκε ουσία με την υπ' αριθμ. 554/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Η απόφαση αυτή αναιρέθηκε με την υπ' αριθμ. 1693/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου για έλλειψη αιτιολογίας και η υπόθεση παραπέμφθηκε προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο με την ήδη προσβαλλομένη απόφαση του απέρριψε την κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως έφεση της ενάγουσας.
Η τελευταία ως άνω απόφαση πλήττεται ήδη με την υπό κρίση αίτηση, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτήν και αφορούν στην έλλειψη νομίμου βάσεως, οφειλομένης στην ανεπάρκεια, ασάφεια και την αντιφατικότητα των αιτιολογιών της.
Από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 εδ. β' 914 και 932 ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση ή (και) προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας ή (και) ηθικής βλάβης και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας.
Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται οπωσδήποτε παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί και η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της ένδικης τάξης. Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρεώσεως προνοίας και ασφαλείας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιικής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας υποχρέωσης για τη λήψη ορισμένων μέτρων επιμελείας για την αποφυγή προκλήσεως ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων.
Αμέλεια, ως μορφή υπαιτιότητας, υπάρχει όταν, εξαιτίας της παραλείψεως του δράστη να καταβάλει την επιμέλεια που αν κατέβαλλε, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς εκπροσώπου του κύκλου δραστηριότητας του, θα ήταν δυνατή η αποτροπή του ζημιογόνου αποτελέσματος, αυτός (δράστης) είτε δεν προέβλεψε την, επέλευση του εν λόγω αποτελέσματος, είτε προέβλεψε μεν το ενδεχόμενο επελεύσεως του, ήλπισε όμως ότι θα το αποφύγει.
Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε όντως στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η συνδρομή των ανωτέρω προϋποθέσεων θεμελιώνει και την αδικοπρακτική ευθύνη του ιατρού για ζημία που προκαλείται από αυτόν κατά την παροχή των (ιατρικών) υπηρεσιών του.
Ειδικότερα, κατά το άρθρο 24 του α.ν. 1565/1939 "περί Κωδικός ασκήσεως του ιατρικού επαγγέλματος", που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 47 του ΕισΝΑΚ, "Ο ιατρός οφείλει να παρέχει μετά ζήλου, ευσυνειδησίας και αφοσιώσεως την ιατρικήν αυτού συνδρομήν, συμφώνως προς τας θεμελιώδεις αρχάς της ιατρικής επιστήμης και της κτηθείσης πείρας, τηρώντας τας ισχύουσας διατάξεις περί διαφυλάξεων της υγείας των ασθενών και προστασίας των υγιών".
Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες που προαναφέρθηκαν προκύπτει ότι ο ιατρός ευθύνεται σε αποζημίωση για τη ζημία που έπαθε ο ασθενής πελάτης του από κάθε αμέλεια του, ακόμη και ελαφρά, εάν κατά την εκτέλεση των ιατρικών καθηκόντων του παρέβη την υποχρέωση του επιμέλειας να ενεργήσει σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές της ιατρικής επιστήμης.
Αντιθέτως, δεν φέρει καμιά ευθύνη αν ενήργησε σύμφωνα με τους ως άνω κανόνες (lege artis), και ειδικότερα, όπως θα ενεργούσε υπό τις ίδιες συνθήκες και περιστάσεις και έχοντας στη διάθεση του τα ίδια μέσα ένας μέσος, συνετός και επιμελής ιατρός (Α.Π. 1270/1989, 230/1978). Την ευθύνη αυτή του ιατρού, ως προς ορισμένα (ειδικά) θέματα, καλύπτει και η ρυθμιστική εμβέλεια του άρθρου 8 του ν. 2251/1994 για την "προστασία των καταναλωτών", το οποίο ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι "ο παρέχων υπηρεσίες ευθύνεται για κάθε ζημία που προκάλεσε υπαιτίως κατά την παροχή των υπηρεσιών" (παρ. 1), ότι "ως παρέχων υπηρεσίες θεωρείται όποιος παρέχει κατά τρόπο ανεξάρτητο υπηρεσία στο πλαίσιο της άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας" (παρ. 2 εδ.
β'), ότι "ο ζημιωθείς υποχρεούται να αποδείξει τη ζημία και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της παροχής της υπηρεσίας και της ζημίας" (παρ. 3), ότι "ο παρέχων τις υπηρεσίες φέρει το βάρος της απόδειξης της έλλειψη υπαιτιότητας" (παρ. 4 εδ. α' 1), ότι "για την εκτίμηση της έλλειψης υπαιτιότητας λαμβάνονται υπόψη η ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια και το σύνολο των ειδικών συνθηκών και ιδιαίτερα:
α) η φύση και το αντικείμενο της υπηρεσίας, ιδίως σε σχέση με τον βαθμό επικινδυνότητας της, β) η εξωτερική μορφή της υπηρεσίας, γ) ο χρόνος παροχής της υπηρεσίας, δ) η ελευθερία δράσης που αφήνεται στον ζημιωθέντα στο πλαίσιο της υπηρεσίας, ε) το αν ο ζημιωθείς ανήκει σε κατηγορία μειονεκτούντων ή ευπρόσβλητων προσώπων και στ) το αν η παρεχόμενη υπηρεσία αποτελεί εθελοντική προσφορά του παρέχοντος" (παρ. 4 εδ.
β') και ότι "μόνη η ύπαρξη ή δυνατότητα τελειότερης υπηρεσίας κατά τον χρόνο παροχής της υπηρεσίας ή μεταγενέστερα δεν συνιστά υπαιτιότητα" (παρ. 5). Από τις διατάξεις του άρθρου αυτού προκύπτει ότι στο πεδίο εφαρμογής του εμπίπτουν και οι ιατρικές υπηρεσίες, διότι ο παρέχων αυτές ιατρός ενεργεί κατά τρόπο ανεξάρτητο, δεν υπόκειται δηλαδή σε συγκεκριμένες υποδείξεις ή οδηγίες του αποδέκτη τoυς αλλά έχει την πρωτοβουλία και την ευχέρεια να προσδιορίζει τον τρόπο παροχής των υπηρεσιών του.
Για τη θεμελίωση της (αδικοπρακτικής) ιατρικής ευθύνης απαιτείται παράνομη και υπαίτια πρόκληση ζημίας. Αμφότερες οι προϋποθέσεις αυτές (παρανομία και υπαιτιότητα) συντρέχουν ταυτοχρόνως, με βάση τη θεώρηση της αμέλειας ως μορφής πταίσματος και ως μορφής παρανομίας (διπλή λειτουργία της αμέλειας). Έτσι, αν, στο πλαίσιο μιας ιατρικής πράξεως, παραβιασθούν οι κανόνες και αρχές της ιατρικής επιστήμης και εμπειρίας ή (και) οι εκ του γενικού καθήκοντος πρόνοιας και ασφάλειας απορρέουσες υποχρεώσεις επιμέλειας του μέσου συνετού ιατρού της ειδικότητας του ζημιώσαντος, τότε η συμπεριφορά αυτή είναι παράνομη και, συγχρόνως, υπαίτια.
Ενόψει δε της καθιερούμενης, συναφώς, νόθου αντικειμενικής ευθύνης, με την έννοια της αντιστροφής του βάρους αποδείξεως τόσο ως προς την υπαιτιότητα όσο και ως προς την παρανομία, ο ζημιωθείς φέρει το βάρος να αποδείξει την παροχή των υπηρεσιών, τη ζημία του και τον αιτιώδη σύνδεσμο της ζημίας με την εν γένει παροχή των υπηρεσιών, όχι όμως και τη συγκεκριμένη πράξη ή παράλειψη που επέφερε το ζημιογόνο αποτέλεσμα, ενώ ο παρέχων τις υπηρεσίες ιατρός, προκειμένου να απαλλαγεί από την ευθύνη, πρέπει να αποδείξει είτε την, ανυπαρξία παράνομης και υπαιτίου πράξης του, είτε την έλλειψη αιτιώδους συνδέσμου της ζημίας με την παράνομη και υπαίτια πράξη του, είτε τη συνδρομή κάποιου λόγου επαγόμενου την άρση ή τη μείωση της ευθύνης του (Α.Π. 1227/2007).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., "Αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.Α.Π. 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε στο πλαίσιο της ερευνωμένης διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων(Α.Π. 1577/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση του, δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος, τα εξής: "Το μήνα Μάρτιο του 2001, η ενάγουσα ηλικίας 45 ετών, προσήλθε στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρισας, για να υποβληθεί σε γυναικολογικές εξετάσεις, όπου διαπιστώθηκε η ύπαρξη ενός όγκου διαμέτρου 5,5cm στην οπισθοπεριτοναϊκή περιοχή της πυέλου.
Υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση και αφαιρέθηκε ο όγκος. Ο όγκος αυτός προσκομίσθηκε από συγγενείς ή φίλους της εκκαλούσας και πάντως όχι κατά παραπομπή από το Νοσοκομείο, στο ιδιωτικό ιατρείο του εναγόμενου, ο οποίος είχε αποκτήσει την ειδικότητα του παθολογοανατόμου και από δεκαετίας περίπου εξειδικεύεται στις ιστολογικές εξετάσεις.
Ο εναγόμενος, αφού εξέτασε ιστολογικώς το εύρημα, συνέταξε ιστολογική έκθεση, στην οποία αναφέρει ότι: "η ιστολογική εξέταση έδειξε ότι πρόκειται για μεσεγχυματική εξεργεσία με αυξημένη κυτταροβρίθεια που αποτελείται από ατρακτοειδή κύτταρα διατασσόμενα ενίοτε σε στροβιλλώδεις σχηματισμούς (storiform pattern).
Οι κυτταρικοί χαρακτήρες είναι σε αρκετές θέσεις καλοήθεις μορφολογικά, συχνά όμως παρατηρούνται έντονες κυτταρικές ατυπίες με παρουσία ευμεγεθών ή ιδιαίτερα ευμεγεθών (bizarre) πυρήνων. Σημειουται ακόμη η παρουσία εκτεταμένων αθροίσεων αφρωδών ιστοκυττάρων, λεμφοκυτταρικών διηθήσεων και διατεταμένων αγγείων στο στρώμα", καταλήγοντας μετά την μικροσκοπική αυτή περιγραφή στο συμπέρασμα ότι πρόκειται για "ιστολογική εικόνα κακοήθους ινώδους ιστίοκυττώματος (malignant fibrous histiocytoma) του οπισθοπεριτοναϊκού χώρου." Η ενάγουσα εξήλθε από το ως άνω νοσοκομείο στις 16-3-2001 και της συνεστήθη περαιτέρω έλεγχος και παρακολούθηση σε ογκολογική κλινική για χημειοθεραπεία και προς τούτο νοσηλεύτηκε κατά το χρονικό διάστημα από 3-4-2001 έως 11-4-2001 στο Περιφερειακό Νοσοκομείο Αθηνών "Ο ΑΓΙΟΣ ΣΑΒΒΑΣ".
Στο νοσοκομείο αυτό, χωρίς να επανεξετασθεί το υλικό της βιοψίας, υποβλήθηκε μετά τον αναγκαίο κλινικοεργαστηριακό έλεγχο στον πρώτο κύκλο συμπληρωματικής χημειοθεραπείας με το πενθήμερο σχήμα ΜΑΙD και σε διαδοχικές εισαγωγές υποβλήθηκε συνολικά σε έξι (6) κύκλους θεραπείας, ο τελευταίος των οποίων έγινε από 26-7-2001 έως 6-8-2001 και ο έλεγχος που έγινε έδειξε ότι η νόσος δεν είχε δώσει υποτροπή.
Ακολούθησε μια ακόμα νοσηλεία από 9-8-2001 έως 14-8-2001 λόγω έντονης μυελοκαταστολής, η οποία αντιμετωπίστηκε με αντιβίωση, αυξητικούς παράγοντες και μεταγγίσεις, συνεστήθη δε σ' αυτήν μετά την έξοδο της, να υποβάλλεται περιοδικώς σε εργαστηριακό-απεικονιστικό έλεγχο. Στις 16-11-2001, ήτοι μετά παρέλευση τριμήνου περίπου από την ολοκλήρωση των κύκλων χημειοθεραπείας, επισκέφθηκε το παθολογοανατομικό τμήμα του Περιφερειακού Νοσοκομείου Πειραιά "ΤΖΑΝΕΙΟ", ζητώντας τη ανασκόπηση του υλικού βιοψίας, (πλακίδια και κύβους παραφίνης) που έλαβε από τον εναγόμενο, προκειμένου να έχει μια δεύτερη ιατρική άποψη.
Το υλικό εξετάσθηκε από το Διευθυντή του τμήματος Παθολογοανατομίας του ανωτέρω νοσοκομείου..., ο οποίος συνέταξε σχετική ιστολογική έκθεση, στην οποία αναφέρει ότι "συμφωνούμε με την περιγραφή των μικροσκοπικών χαρακτηρισμών της νεοπλασματικής επεξεργασίας από την αξιολόγηση των οποίων εγείρεται διαφοροδιαγνωστικό πρόβλημα μεταξύ όγκου από έλυτρα περιφερικών νεύρων, όγκου της ομάδας των ινωδών ιστιοκυττωμάτων και όγκου εκ λείων μυϊκών ινών.
Τα ιστοχημικά και ανοσοϊστοχημικά ωστόσο ευρήματα (αρνητική ΡΑS, θετική βιμεντίνη, αρνητική ακτίνη, αρνητική δεσμίνη, αρνητική CD34), είναι συνηγορητικά όγκου από έλυτρα των περιφερικών νεύρων. Ειδικότερα σημειώνεται η παρουσία θέσεων με εμφάνιση σβανώματος με εκφυλιστικές αλλοιώσεις (ancient schwannoma) και η ύπαρξη περιοχών κυτταροβριθούς σβανώματος.
Επειδή η βιολογική συμπεριφορά του τελευταίου, παρά τον διαπιστωθέντα χαμηλό μιτωτικό δείκτη, είναι δύσκολο να καθοριστεί, θεωρούμε χρήσιμη την εξέταση του υλικού από εξειδικευμένο κέντρο". Κατόπιν της άποψης αυτής για εξέταση του υλικού από εξειδικευμένο κέντρο, εστάλησαν οι πρωτότυπες διαφάνειες των χρώσεων αυτού (υλικού) στην Ιατρική Σχολή HARVARD στο ΒRIGHAM WOMEN'S ΗΟSPITAL, που βρίσκεται στη Βοστώνη της Πολιτείας Μασσαχουσέτης στις ΗΠΑ, όπου εξετάσθηκαν από το Διευθυντή της Χειρουργικής Παθολογίας του ανωτέρω νοσοκομείου C.
D.M. F., ο οποίος θεωρείται αυθεντία στα νεοπλασματικά των μαλακών μορίων. Ο τελευταίος με την από 14 Δεκεμβρίου επιστολή του, απευθυνόμενος προς τον ιατρό Ι. Ε., αναφέρει ότι: "Συμφωνώ απόλυτα μαζί σας ότι πρόκειται για καλοήθες νεόπλασμα του περινευρίου και ότι κατά φαινόμενα, είναι ένα τυπικό κυτταρικό νευρίνωμα (σβάνωμα).
Κακώσεις αυτού του είδους εμφανίζονται συνήθως στον οπισθοπεριτοναϊκό χώρο ή στο μεσοθωράκιο και παρουσιάζουν συχνά εκφυλιστική πυρηνική ατυπία παρόμοια με αυτή παλαιού νευρινώματος. Η συγκεκριμένη κάκωση όμως είναι κατά το πλείστον πολύ πιο κυτταρική με δεσμιδωτή εμφάνιση συμβατή με νεόπλασμα λείου μυός.
Όπως ήταν αναμενόμενο, οι ανοσοχρώσεις σας δείχνουν έντονα και διάχυτα θετική πρωτεΐνη 3-100 στην πλειοψηφία των κυττάρων του όγκου -πολύ περισσότερο από ότι θα περίμενε κανείς στην περίπτωση κακοήθους περιφερικού όγκου του περινευρίου. Στην προκειμένη περίπτωση δεν έχουν καμία ένδειξη πιθανής κακοήθειας.
Ο κίνδυνος τυπικής υποτροπής είναι μικρός". Από τα προαναφερθέντα αποδεικνύεται ότι για τη νόσο της καλούσας υπήρξαν τρεις γνωματεύσεις-διαγνώσεις, εκ των οποίων η δεύτερη μάλιστα δεν είναι οριστική αλλά τελεί υπό επιφύλαξη, γι αυτό και το δείγμα της βιοψίας στέλλεται στην Ιατρική Σχολή HARVARD στο BRIGHAM & WOMEN'S HOSPITAL, που βρίσκεται στη Βοστώνη της Πολιτείας Μασσαχουσέτης, στις ΗΠΑ.
Ενώ μάλιστα ο καθηγητής C. D.M. F. έχει εκδόσει την ως άνω γνωμάτευση του η εκκαλούσα προσήλθε στις 30-1-2002,στην Υγειονομική επιτροπή του ΙΚΑ η οποία, προκειμένου να ανεύρει εργασία στον ΟΑΕΔ, την έκρινε ανάπηρη σε ποσοστό 80% για τον αφαιρεθέντα όγκο και την χημειοθεραπεία στην οποία είχε υποβληθεί. Ανεξαρτήτως τούτων και ανεξαρτήτως του ποια γνωμάτευση είναι εγκυρότερη και ποια διάγνωση πλησιάζει προς την αλήθεια (από πουθενά δεν προκύπτει ότι η δεύτερη διάγνωση είναι ορθότερη της πρώτης) το ζήτημα είναι αν ο καθ ού η κλήση-εφεσιβλητος κατά τη διενέργεια της αυτοψίας και την εξαγωγή του πορίσματος-συμπεράσματός του τήρησε του κανόνες επιμέλειας του επαγγέλματος του (lege artis).
Ο καθ ού η κλήση εφεσίβλητος εναγόμενος απέδειξε ότι τήρησε όλους τους κανόνες επιμέλειας για τη διενέργεια της εξέτασης. Ειδικότερα δεν αποδείχτηκε κακή και πλημμελής λειτουργία των μηχανημάτων που διαθέτει στο βιοχημικό εργαστήριο του, ούτε η ανωτέρω διάγνωση του οφείλεται σε σύγχυση των εξετάσεων της ενάγουσας με τις εξετάσεις άλλης ασθενούς.
Δεν αποδείχτηκε σφάλμα από απροσεξία στην έκθεση του εναγομένου. Περί τούτου είναι σαφείς και κατηγορηματικοί τόσον ο ιατρός Ε. "συμφωνούμε με την περιγραφή των μικροσκοπικών χαρακτηρισμών της νεοπλασματικής επεξεργασίας" όσο και οι μάρτυρες που αναφέρονται στην συνέχεια και δεν τίθεται κανένα ζήτημα αμέλειας.
Ο Γ. Κ.-καθηγητής Παθολογικής ανατομικής του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας και Διευθυντής του Παθολογοανατομικού εργαστηρίου του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου καταθέτει ενόρκως: "Περιγράφει τον όγκο λεπτομερώς, βρίσκει τα στοιχεία τα οποία εμφανίζει ο όγκος και καταλήγει σ ένα συμπέρασμα". Ο μάρτυρας Γ. Κ., τακτικός καθηγητής της Ιατρικής Σχολής Θεσσαλονίκης, Διευθυντής εργαστηρίου Γενικής Παθολογίας και Παθολογικής ανατομικής βεβαιώνει ενόρκως: "ο κ.
Σ. περιγράφει λεπτομερώς όλα τα ιστολογικά χαρακτηριστικά του νεοπλάσματος:... ". Περαιτέρω αποδείχτηκε ότι για την αξιολόγηση του ίδιου υλικού δεν αποκλείεται να διατυπωθούν περισσότερες απόψεις διότι στην αξιολόγηση υπεισέρχεται ο υποκειμενικός παράγοντας και αυτή δεν υπακούει σε μαθηματικά πρότυπα ακρίβειας.
Ο Γ. Κ. καταθέτει "....έχει στοιχεία ατυπίας και γι' αυτό μιμείται-, έχει μεγάλους πυρήνες, κάνει μιτώσεις, μπορεί να κάνει νεκρώσεις μπορεί να μοιάζει παρά πολύ με σάρκωμα και είναι πιθανόν ένας παθολογοανατόμος καλός και όχι αμελής να καταλήξει σε αυτή τη διάγνωση με αυτά τα δεδομένα" και .."αν εγώ ήμουν στη θέση του κ.
Σ. με βάση αυτά τα ευρήματα υπάρχει ένα σημαντικό ενδεχόμενο να είχα καταλήξει σε μια διάγνωση η οποία να γέρνει προς μια κακοήθεια, προς επιθετική συμπεριφορά, διότι αυτό μιμείται". Ο μάρτυρας Π. Χ. βεβαιώνει ενόρκως:" ....προφανώς η παρουσία μικροσκοπικών χαρακτηριστικών που μιμούνταν κακοήθεια οδήγησε τον κ.
Σ. σε διαφορετική αξιολόγηση του περιστατικού από ό,τι οι παθολογανατόμοι που το εξέτασαν στη συνέχεια. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ο κ. Σ. δεν έκανε το καλύτερο που μπορούσε (lege arris). Κατά τη διενέργεια της διαγνωστικής διαδικασίας". Ο ίδιος μάρτυρας καταθέτει "..Υπήρχαν δύο μικροσκοπικά χαρακτηριστικά (κυτταροβρίθεια και πυρηνική ατυπία) τα οποία παρατηρούνται συνηθέστερα σε κακοήθεις παρά σε καλοήθεις όγκους.
Η συνδυασμένη παρουσία τους, η οποία είναι πολύ ασυνήθης σε καλοήθεις όγκους, θα μπορούσε εύκολα να οδηγεί τον μέσο παθολογοανατόμο στην πιθανότητα της κακοήθειας ....Πρόκειται για σπάνια περίπτωση όγκου ο οποίος έχει χαρακτηριστικά που μιμούνται κακοήθεια αλλά συμπεριφέρεται καλοήθως". Ο Γ. Κ. βεβαιώνει ενόρκως: "ο κ.
Σ. περιγράφει λεπτομερώς όλα τα ιστολογικά χαρακτηριστικά του νεοπλάσματος και λαμβάνοντας υπόψη του την κυτταροβρίθεια και τις περιοχές με μεγάλους άτυπους πυρήνες, μορφολογικά χαρακτηριστικά που απαντώνται συχνότερα σε νεοπλάσματα με επιθετικότερη βιολογική συμπεριφορά" και κατατάσσει τον όγκο " στην κατηγορία των κακοηθών ινωδών ιστοκυστωμάτων που είναι και το συχνότερο νεόπλασμα μ' αυτήν τη μορφολογία σε αυτήν την περιοχή".
Από τα προαναφερθέντα αποδείχτηκε ότι τα ευρήματα αυτά συνηγορούσαν στη διάγνωση κακοήθους όγκου και ότι ο μέσος συνετός ιατρός με πολλές πιθανότητες θα κατέληγε στην ίδια διάγνωση. Η αξιολόγηση συνεπώς των ευρημάτων δεν οφείλεται σε επιστημονική ανεπάρκεια (του)εφεσίβλητου ή αμέλεια του περί την εφαρμογή των κανόνων της επιστήμης του, αλλά αποτελεί την επιστημονική του κρίση και κρίνεται δικαιολογημένη.
Περαιτέρω αποδείχτηκε ότι τα ευρήματα αυτά δεν δημιούργησαν αμφιβολία στον εφεσίβλητο- εναγόμενο, ο οποίος έκρινε ότι δεν υφίσταται ζήτημα διαφορικής διάγνωσης διότι, με τα ευρήματα αυτά στην συγκεκριμένη περιοχή, οι πιθανότητες κακοήθειας είναι ο κανόνας και η ιατρική είναι πιθανολογική και όχι οντολογική ή δεοντολογική επιστήμη.
Η αξιολόγηση τους, από τον καθηγητή Ε. έγινε έξω από τα πλαίσια της υποχρέωσης άμεσης λήψης της διαγνωστικής απόφασης του εφεσίβλητου, αφού η εκκαλούσα είχε υποβληθεί σε χημειοθεραπεία και ενώ είχαν παρέλθει μήνες από την αξιολόγηση του εφεσίβλητου, οπότε είχαν ανακύψει νεότερα δεδομένα, για την ιδιότητα του όγκου ως καλοήθους ή κακοήθους, αφού ο όγκος δεν είχε επεκταθεί ούτε είχε εκδηλωθεί υποτροπή.
Εύλογα λοιπόν ο καθηγητής Ε. έθεσε ζήτημα διαφορικής διάγνωσης. Παρά ταύτα και υπό αυτές τις συνθήκες επιφυλάχτηκε να αποφασίσει για τη φύση του όγκου και απευθύνθηκε στο Αμερικάνικο Πανεπιστήμιο. Τέτοια στοιχεία ο εφεσίβλητος δεν διέθετε αλλά αντίθετα είχε ευρήματα που συνηγορούσαν για κακοήθη όγκο, η επιβράδυνση της αντιμετώπισης του οποίου πιθανόν να απέβαινε μοιραία για την εκκαλούσα.
Εις επίρρωση των προαναφερθέντων πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι στο Νοσοκομείο Άγιος Σάββας δεν διατυπώθηκε καμία επιφύλαξη για τη διάγνωση του εφεσίβλητου. Δηλ. η περιγραφή του όγκου, ως προς την ακρίβεια της οποίας δεν υπάρχει καμία αμφισβήτηση, αξιολογήθηκε ότι σημαίνει κακοήθη όγκο και προχώρησε στην χορήγηση της χημειοθεραπείας.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο αν και, με εν μέρει διαφορετική αιτιολογία, που αντικαθίσταται με την παρούσα (αρθρ. 534 ΚΠολ.Δικ), σε ορθό κατ' αποτέλεσμα διατακτικό κατέληξε και πρέπει να απορριφθούν οι περί εσφαλμένης εκτιμήσεως των αποδείξεων λόγοι της έφεσης καθώς και η έφεση στο σύνολο της ως αβάσιμοι".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφαση του νομίμου βάσεως, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 914, 330 Α.Κ., 24 α.ν. 1565/1939 και 8 ν. 2251/1994, τις οποίες έτσι δεν παρεβίασε εκ πλαγίου.
Τούτο δε διότι παρατίθενται στην απόφαση με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφατικές ή ενδοιαστικές διατυπώσεις τα, κατά την αναιρετικούς ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου, γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, τα οποία θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αρνητικό αποδεικτικό του πόρισμα ως προς την υπαιτιότητα, υπό την μορφή της αμέλειας, του πρώτου αναιρεσιβλήτου και συνακολούθως την αδικοπρακτική ευθύνη αυτού προς χρηματική ικανοποίηση της αναιρεσείουσας, δεν ήταν δε αναγκαία για την πληρότητα της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης η αναφορά και άλλων περιστατικών για τη διατύπωση του πορίσματος αυτού.
Ειδικότερα αναφέρεται στην απόφαση ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος, κατά την εξέταση του υλικού βιοψίας στο βιοχημικό του εργαστήριο και την εξαγωγή του πορίσματος του τήρησε όλους τους κανόνες επιμέλειας του επαγγέλματος του (lege artis), αφού ούτε πλημμελής λειτουργία των μηχανημάτων του εργαστηρίου του υπήρξε, ούτε σφάλμα του ιδίου ως προς τις διαπιστώσεις και τα ευρήματα εκ της εξετάσεως του υλικού βιοψίας, τα οποία άλλωστε δεν αμφισβητήθηκαν ούτε από τους ιατρούς που διετύπωσαν ως προς την αξιολόγηση τους διαφορετικές απόψεις.
Περαιτέρω, καθόσον αφορά την γνωμάτευση που διετύπωσε, με βάση τα ευρήματα της βιοψίας, ο πρώτος αναιρεσίβλητος, το Εφετείο αφού παραθέτει σχετικώς στην απόφαση τις απόψεις των μαρτύρων, καθηγητών της παθολογικής ανατομίας, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι τα ευρήματα αυτά, ως εκ της φύσεως τους, συνηγορούσαν στη διάγνωση κακοήθους όγκου την οποία διατύπωσε ο αναιρεσίβλητος.
Στην διάγνωση δε αυτή, με βάση τα συγκεκριμένα ευρήματα, θα κατέληγε, με πολλές πιθανότητες, ο μέσος συνετός ιατρός της αυτής ειδικότητος και κατά συνέπεια η επίμαχη γνωμάτευση του αναιρεσιβλήτου δεν οφείλεται σε επιστημονική ανεπάρκεια ή αμέλεια του, αλλά συνιστά την δικαιολογημένη επιστημονική του κρίση.
Τέλος αναφέρεται στην απόφαση ότι ο αναιρεσίβλητος δικαιολογημένα δεν διετύπωσε αμφιβολίες στην ως άνω γνωμάτευση του , διότι με βάση τα ευρήματα της βιοψίας στη συγκεκριμένη περιοχή οι πιθανότητες κακοηθείας αποτελούν τον κανόνα και η ιατρική είναι πιθανολογική και όχι οντολογική ή δεοντολογική επιστήμη.
Τούτο δε, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, δεν αναιρείται από την επακολουθήσασα γνωμάτευση του ιατρού Ι. Ε., και την προταθείσα απ' αυτόν διαφορική διάγνωση και εξέταση του υλικού από εξειδικευμένο εργαστήριο Αμερικανικού Πανεπιστημίου, διότι η γνωμάτευση αυτή έλαβε χώρα μετά παρέλευση ικανού χρόνου (οκτώ περίπου μηνών) από την αξιολόγηση του αναιρεσιβλήτου και αφού είχαν ανακύψει νέα δεδομένα ως προς την φύση του όγκου ως κακοήθους ή καλοήθους και δη η έλλειψη υποτροπής ή επεκτάσεως τούτου.
Εις επίρρωση δε των ανωτέρω αναφέρεται στην απόφαση ότι και το Νοσοκομείο Άγιος Σάββας δεν διετύπωσε καμία επιφύλαξη για την διάγνωση του πρώτου αναιρεσιβλήτου, αλλά αξιολογώντας ότι τα περιγραφόμενα σ' αυτήν ευρήματα απεικονίζουν κακοήθη όγκο προχώρησε στην χορήγηση χημειοθεραπείας.
Επομένως, οι περί του αντιθέτου λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ. , με τους οποίους προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση αιτιάσεις για ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες επί του ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ως άνω ζητήματος της ελλείψεως αμέλειας του πρώτου αναιρεσιβλήτου, και εκ πλαγίου εντεύθεν παραβίαση των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 914, 330, 932 Α.Κ., 24 α.ν. 1565/1939 και 8 ν. 2251/1994, είναι αβάσιμοι.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί δε η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ.) και να συμψηφισθεί μεταξύ των διαδίκων η δικαστική αυτών δαπάνη, λόγω ιδιαίτερης δυσχέρειας στην ερμηνεία των προαναφερομένων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και δη των αναφερομένων στην άσκηση του ιατρικού επαγγέλματος, και στην νομική υπαγωγή υπό την ρυθμιστική εμβέλεια των διατάξεων τούτων της προκειμένης υποθέσεως, ενόψει της ιδιομορφίας και της εξαιρετικής δυσκολίας της επίμαχης ιατρικής γνωματεύσεως (άρθρα 179, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20 Μαΐου 2016 αίτηση της Α. Κ. του Δ., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 324/2015 αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα μεταξύ των διαδίκων δικαστικά έξοδα.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Ιουνίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Σεπτεμβρίου 2017.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ