1598/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1598/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η παράλειψη όμως επουσιωδών στοιχείων δεν καθιστά αόριστη την αγωγή (ΑΠ 926/2004, 1190/2003), ώστε λόγω ποσοτικής αοριστίας του δικογράφου της να θεμελιώνεται ο από το άρθρο 559 αρ. 14 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για μη κήρυξη παρά το νόμο ακυρότητας. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 914 του ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1598 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1598/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Δεκεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Α. Ρ. του Ν., κατοίκου ... και 2. Ι. Γ. του Ν., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Τουσιάκη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Σ. Χ. Τ. (S. H. Z.), κατοίκου ..., 2. Λ. Γ. Τ. (L. J. Z.J.), που εκπροσωπείται νόμιμα από την μητέρα της Σ. Χ. Τ. (S. H. Z.), η οποία ασκεί την γονική μέριμνα σ' αυτή, 3. Κ. Σ. Τ. (K. S. Z.), που εκπροσωπείται νόμιμα από την μητέρα τoυ Σ. Χ. Τ. (S. H. Z.), η οποία ασκεί την γονική μέριμνα σ' αυτόν, 4. Χ. Κ. Φ. Λ. (H. K. F. L.), κατοίκου ..., 5. Ο. Έ. Έ. Φ. Κ. (U. E. F. K.), κατοίκου ..., 6. Φ. Λ. (F. L.), κατοίκου ... και 7. Σ. Λ. (S. L.), κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Σαμαρά. Στο σημείο αυτό ο πληρεξούσιος δικηγόρος δήλωσε α. την βίαια διακοπή της δίκης λόγω θανάτου, όπως προκύπτει με το με αριθμό …/2008 πιστοποιητικό θανάτου του Ληξίαρχου του Βιζμπάντεν - Μπίμπριχ, της πρώτης των ήδη αναιρεσιβλήτων Σ. Χ. Τ. (S. H. Z.), την δίκη της οποίας συνεχίζουν οι, Λ. Γ. Τ. (L. J. Z.J.) και Κ. Σ. Τ. (K. S. Z.), ως νόμιμοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτής και β. την βίαια διακοπή της δίκης λόγω θανάτου, όπως προκύπτει με το με αριθμό Σ …/2010 πιστοποιητικό θανάτου του Ληξίαρχου του Βιζμπάντεν, της πέμπτης των ήδη αναιρεσιβλήτων Ο. Έ. Έ. Φ. Κ. (U. E. F. K.), την δίκη της οποίας συνεχίζει ο Χ. Κ. Φ. Λ. (H. K. F. L.), ως νόμιμος εκ διαθήκης κληρονόμος της ανωτέρω.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2 Αυγούστου 2002 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 269/2005 προδικαστική, 33/2008 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 531/2009 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 27 Μαΐου 2010 αίτησή τους και τους από 26 Μαρτίου 2013 πρόσθετους λόγους αναίρεσης.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Χαμηλοθώρης, ανέγνωσε την από 2 Μαΐου 2013 έκθεση του κωλυομένου να συμμετέχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Ιωάννη Σίδερη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως, ως και των προσθέτων αυτής λόγων.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή των, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η νομική αοριστία της αγωγής, η συνδεόμενη δηλαδή με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία, από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του δικαιώματος, ή αρκέσθηκε σε λιγότερα, ενώ αντίθετα η ποσοτική (ή ποιοτική) αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για την θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρ. 559 αριθ. 8 ή 14 του ΚΠολΔ.
Η παράλειψη όμως επουσιωδών στοιχείων δεν καθιστά αόριστη την αγωγή (ΑΠ 926/2004, 1190/2003), ώστε λόγω ποσοτικής αοριστίας του δικογράφου της να θεμελιώνεται ο από το άρθρο 559 αρ. 14 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για μη κήρυξη παρά το νόμο ακυρότητας. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 914 του ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει.
Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298, και 330 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της υποχρέωσης προς αποζημίωση, είναι: 1) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράληψη), 2) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, 3)υπαιτιότητα, 4) ζημία και 5) πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος, μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς (νόμιμου λόγου ευθύνης) και αποτελέσματος (ζημίας).
Στην έννοια της υπαιτιότητας περιλαμβάνεται ο δόλος και η αμέλεια (υπό διάφορες μορφές της). Η αμέλεια, ο ορισμός της οποίας δίδεται στο άρθρο 330 εδ. 2 του ΑΚ (μη καταβολή της επιμέλειας που απαιτείται στις συναλλαγές), είναι παρά ταύτα αόριστη νομική έννοια, της οποίας απαιτείται εκάστοτε εξειδίκευση, με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας.
Όταν η ζημιογόνος συμπεριφορά συνίσταται σε υπαίτια παράλειψη, αμέλεια και εντεύθεν υποχρέωση αποζημίωσης υφίσταται, μόνο όταν υπήρχε υποχρέωση του υπαιτίου, προς ενέργεια της πράξης που παραλείφθηκε, από το νόμο ή δικαιοπραξία ή την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη και ιδίως η προηγούμενη συμπεριφορά του (υπαιτίου), από την οποία δημιουργήθηκε κατάσταση, η οποία επέβαλε τη λήψη μέτρων προς αποτροπή του απειλούμενου κινδύνου.
Περαιτέρω κατά το άρθρο 922 ΑΚ ο κύριος ή ο προστήσας άλλον σε μια υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία του. Πρόστηση είναι η ανάθεση από κάποιον (προστήσαντα) σε ένα τρίτο (προστηθέντα) ορισμένης υπηρεσίας που αποβλέπει στη διεκπεραίωση υποθέσεων και γενικότερα στην εξυπηρέτηση των συμφερόντων (επαγγελματικών, οικονομικών ή άλλων) του πρώτου, ενώ προϋπόθεση αυτής είναι να υπάρχει ανάμεσα στον προστήσαντα και στον προστηθέντα σχέση εξάρτησης, έστω και χαλαρή ώστε να μπορεί ο πρώτος να μπορεί να δίνει στο δεύτερο εντολές ή οδηγίες και να τον ελέγχει ή επιβλέπει ως προς την εκτέλεση της υπηρεσίας.
Περαιτέρω, για την ύπαρξη σχέσης πρόστησης είναι αδιάφορη η νομική σχέση που συνδέει τον προστήσαντα με τον προστηθέντα, μπορεί δε αυτή να στηρίζεται σε σχέση καθαρώς πραγματική καθώς και η δυνατότητα διαρκούς επίβλεψης του πρώτου επί του τελευταίου, στην έννοια δε της "υπηρεσίας" περιλαμβάνονται και όσες πράξεις εκτελούνται επ' ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας.
Ο προστήσας ευθύνεται αντικειμενικά προς αποζημίωση του τρίτου, ο οποίος ζημιώθηκε από αδικοπραξία, τελεσθείσα από τον προστηθέντα και ευρισκόμενη σε εσωτερική αιτιώδη σχέση με την εκτέλεση της υπό διεκπεραίωση υπόθεσης του προστήσαντος (ΑΠ 687/2011, 1134/2007. Στην προκείμενη περίπτωση, με την αγωγή τους, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου αυτής, εκθέτουν, εκτός των άλλων, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, με λεπτομέρεια, τα περιστατικά, που ανάγονται στην παράνομη και αμελή συμπεριφορά των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων, τα οποία αληθή υποτιθέμενα ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανά να επιφέρουν το θάνατο του συγγενικού προσώπου αυτών (εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων), και έτσι δικαιολογείται το αίτημα της καταβολής αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ψυχικής οδύνης, ως και στη σχέση πρόστησης.
Επομένως το Εφετείο, με το να κρίνει ορισμένη και νόμιμη την αγωγή δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει ακυρότητα και οι περί του αντιθέτου τρίτος, τέταρτος και πέμπτος, ως και ο πρόσθετος, κατά το οικείο μέρος του, λόγοι αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1,8 και 14 του ΚΠολΔ είναι αβάσιμοι. Οι ίδιοι λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αιτίαση της μη κήρυξης απαράδεκτης της έφεσης των αναιρεσιβλήτων, που είχε ασκηθεί κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ως αόριστης, λόγω της μη παράθεσης στο δικόγραφο αυτής των ίδιων ως άνω περιστατικών, είναι επίσης απορριπτέοι, ως αβάσιμοι, ενόψει του ότι στο δικόγραφο της έφεσης διαλαμβάνονται με σαφήνεια τα προαναφερόμενα περιστατικά, που συγκροτούν τον περί εσφαλμένης εκτίμησης των αποδείξεων λόγο της έφεσης.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο, 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης κατά της απόφασης και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όπως γεγονότα μη περιεχόμενα στην αγωγή για τη θεμελίωσή της.
Δεν συνιστά όμως το λόγο η λήψη υπόψη διευκρινιστικών της αγωγής περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στην ιστορική της βάση (Α.Π. 1321/2007, Α.Π. 941/1992). Πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Πράγμα συνεπώς, υπό την έννοια αυτή, αποτελεί και ο λόγος της έφεσης που περιέχει παράπονο κατά της κρίσης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε ισχυρισμός του εκκαλούντος ή έγινε δεκτός ισχυρισμός του εφεσιβλήτου. Δεν στοιχειοθετείται όμως ο λόγο αυτός αν ο ισχυρισμός που δεν λήφθηκε υπόψη είναι μη νόμιμος και συνεπώς δεν θεωρείται ουσιώδης, αφού δεν ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 2/1989).
Επίσης δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 11/1996, 12/1991). Στην προκειμένη περίπτωση από την εκτίμηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: "Η πρώτη εφεσίβλητη Α.
Ρ., το μήνα Ιούλιο 1997, στον οικισμό … της Κοινότητας Λαύκου Μαγνησίας, έθεσε σε λειτουργία, χωρίς άδεια της αρμόδιας αρχής, κατάστημα υγειονομικού ενδιαφέροντος, που λειτουργούσε μέσα σε λυόμενη κατασκευή, στο οποίο πωλούσε είδη καντίνας. Η εν λόγω κατασκευή διαστάσεων 5,05 Χ 3,03 μ. περίπου βρισκόταν στην παραλία και σε απόσταση πέντε περίπου μέτρων από τη θάλασσα και αποτελείτο από ένα δωμάτιο και σκεπή από ελενίτ, ενώ εξωτερικά ήταν σοβατισμένη με αμμοκονίαμα, ήταν τοποθετημένη δε πάνω σε σιδερένιο πλαίσιο, με σιδερένια πόδια, ύψους περίπου 0,60 μ.
στις γωνίες του και κάτω από το πλαίσιο αυτό υπήρχε τρέϊλερ. Στην εμπρόσθια πλευρά -προς το νότο- δηλαδή αυτή που έβλεπε προς τη θάλασσα, υπήρχε σιδερένια εξέδρα με κάγκελα και μικρή σκάλα, η οποία (εξέδρα) εφαπτόταν στην πλευρά αυτή της κατασκευής, στη δυτική δε πλευρά αυτής και σε πολύ μικρή απόσταση υπήρχε ψυγείο αναψυκτικών και ποτών με γυάλινη πόρτα.
Η ηλεκτροδότηση της ως άνω κατασκευής γινόταν από ηλεκτρογεννήτρια με βενζινοκινητήρα, τύπου SINCRO KS 8.0 ισχύος 8 KVA, που ήταν τοποθετημένη σε απόσταση 40 μέτρων περίπου, την οποία είχε εγκαταστήσει ο δεύτερος εφεσίβλητος Ι. Γ., σύζυγος, τότε, της πρώτης εφεσίβλητης. Η ηλεκτροδότηση του ψυγείου και των άλλων συσκευών που υπήρχαν στη δυτική πλευρά της κατασκευής (μοτέρ άντλησης νερού, ηλεκτρικός φανός που ήταν ανηρτημένος σε κλαδί ελιάς) γινόταν από τρία καλώδια τα οποία εξήρχοντο από οπή κάτω από το δάπεδο της κατασκευής στη δυτική πλευρά πίσω από το ψυγείο, τα οποία εφαπτόμενα του εδάφους κατέληγαν στις ως άνω συσκευές, ενώ ένα τέταρτο καλώδιο που εξήρχετο από το ίδιο σημείο, κατέληγε πάνω στην παρακείμενη ελιά.
Επίσης από την ανατολική πλευρά αυτής κάτω από το δάπεδο εξήρχοντο δύο καλώδια, τα οποία εκτείνονταν και κατέληγαν πάνω σε ελιές. Στο πίσω μέρος της κατασκευής (βόρεια πλευρά) υπήρχε ψυγείο τροφίμων το οποίο ήταν τοποθετημένο πάνω σε ξύλινο πλαίσιο και δίπλα από το ψυγείο αυτό, κάτω από το δάπεδο της καντίνας υπήρχε μοτέρ ηλεκτρικό, στο οποίο κατέληγαν καλώδια που έβγαιναν κάτω από το ψυγείο αλλά και κάτω από το δάπεδο της κατασκευής.
Η μεταφορά του ρεύματος προς αυτήν γινόταν μέσω ενός χοντρού καλωδίου μήκους σαράντα περίπου μέτρων, το οποίο από την ηλεκτρογεννήτρια και εφαπτόμενο του εδάφους κατέληγε κάτω από το ψυγείο τροφίμων, το οποίο στη συνέχεια εισήρχετο στην καντίνα από σημείο του τοίχου πάνω και δεξιά του ψυγείου. Την 7 Αυγούστου 1997 και περί ώρα 19.30 περίπου ο αλλοδαπός, γερμανός υπήκοος, Κ.
Λ., ηλικίας 38 ετών που παραθέριζε στην περιοχή … με τη σύντροφο του και τα δύο τέκνα τους, ήτοι τους τρεις πρώτους των εκκαλούντων, επίσης γερμανικής ιθαγένειας, έχοντας εξέλθει από τη θάλασσα πλησίασε τη σιδερένια εξέδρα της λυόμενης κατασκευής, όπου βρισκόταν η πρώτη εκκαλούσα. Μόλις έφθασε σ' αυτή ακούμπησε με τα χέρια του το μεταλλικό κιγκλίδωμα και με το δεξί του χέρι ακούμπησε το ψυγείο αναψυκτικών και ποτών που βρισκόταν σε πολύ μικρή απόσταση, με αποτέλεσμα να υποστεί ηλεκτροπληξία, από την οποία, ως μόνης ενεργού αιτίας να επέλθει ο θάνατος αυτού.
Την ιατροδικαστική εξέταση για τη διαπίστωση της αιτίας του θανάτου του Κ. Λ. διενήργησε ο ιατροδικαστής Δημήτριος Ψαρούλης, ο οποίος αφού εξέτασε τον θανόντα την 8-8-1997 και παρατήρησε ύποπτη περιοχή ηλεκτρικού σημείου στη δεξιά κατ' αγκώνα άρθρωση και επί της επιφανείας των πνευμόνων ασφυκτικές κηλίδες, κατέληξε χωρίς τη διατύπωση επιφύλαξης, στο συμπέρασμα ότι ο θάνατος του Κ.
Λ. οφείλεται σε δίοδο ηλεκτρικού ρεύματος (ηλεκτροπληξία). Οι εφεσίβλητοι αρνούνται ότι ο θάνατος του ως άνω συντρόφου-μνηστήρα, πατέρα, υιού και αδελφού των εκκαλούντων οφείλεται σε ηλεκτροπληξία, αλλά ισχυρίζονται ότι οφείλεται σε άλλη αιτία και μάλιστα σε καρδιακό επεισόδιο. Τα πιο πάνω υποστηριζόμενα, όμως, από αυτούς δεν είναι βάσιμα.
Ειδικότερα το ότι ο θάνατος αυτού οφείλεται σε ηλεκτροπληξία προκύπτει από τις από 9-8-1997 και 8-8-1997 καταθέσεις που έδωσαν κατά τη διενεργηθείσα προανάκριση τόσο η πρώτη εκκαλούσα, όσο και ο ανήλικος (τότε) Γ. Κ., σύμφωνα με τις οποίες, η μεν πρώτη (και ασχέτως του γεγονότος ότι δεν μπόρεσε να βεβαιώσει αν ο θανών άγγιξε το ψυγείο), μόλις ακούμπησε το σύντροφο της ένοιωσε να δέχεται ηλεκτρισμό στο χέρι της, ο δε ανήλικος, όταν αμέσως μετά το συμβάν ακούμπησε με το χέρι του το ψυγείο αισθάνθηκε ότι τον τραβούσε σαν μαγνήτης και στη συνέχεια τον πέταξε προς τα πίσω περίπου 1,5 μέτρο, με αποτέλεσμα να πέσει στο έδαφος.
Μάλιστα στην από 9-8-1997 κατάθεση της ως μάρτυρας, κατά την ως άνω προανάκριση, η πρώτη εφεσίβλητη κατέθεσε ότι μετά το συμβάν, για προληπτικούς λόγους κατέβασε το γενικό διακόπτη παροχής ρεύματος. Ο θάνατος, όμως, από ηλεκτροπληξία, του Κ. Λ., ο οποίος ήταν υγιής (βλ. το από 10-3-1995 αστιατρικό πιστοποιητικό υγείας της Υγειονομίας του Βισμπάντεν Γερμανίας) προκύπτει αδιαμφισβήτητα και από την προαναφερθείσα από 8-8-1997 ιατροδικαστική έκθεση του ιατροδικαστή Δ.
Ψ., ο οποίος, όπως προαναφέρθηκε, χωρίς να διατυπώσει καμμία επιφύλαξη, αποφάνθηκε ότι ο θάνατος αυτού οφείλεται σε ηλεκτροπληξία. Τα όσα δε στη συνέχεια και μετά πάροδο επτά ετών ισχυρίστηκε ο εν λόγω ιατροδικαστής στο από 18-3-2004 έγγραφο του προς την πρώτη εφεσίβλητη, ότι δηλαδή με βάση τα δεδομένα που του απέστειλε εκ των υστέρων αυτή (χωρίς να εξηγεί ποία) και την πραγματογνωμοσύνη των υπεύθυνων ηλεκτρολόγων (για την οποία περισσότερα θα αναφερθούν στη συνέχεια), αναθεωρεί την άποψη του περί της αιτίας του θανάτου του ως άνω, ότι δηλαδή αυτή δεν είναι ηλεκτροπληξία, και τα όσα επίσης υποστήριξε ως μάρτυρας ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, κατά τη συνεδρίαση αυτού την 12-4-2005 ότι δηλαδή αναθεώρησε την άποψη του περί της αιτίας θανάτου του Κ.
Λ. αφού έλαβε γνώση της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης των ηλεκτρολόγων-μηχανολόγων Α. Μ. και Α. Ν. και συνεκτίμησε τα αναφερόμενα σ' αυτήν στοιχεία καθώς επίσης και ότι το γεγονός ότι δεν ενήργησε αυτοψία ο ίδιος στον τόπο του συμβάντος και η πληροφόρηση που είχε από τους αστυνομικούς περί θανάτου του ανωτέρω από ηλεκτροπληξία τον οδήγησαν σε εσφαλμένο συμπέρασμα και τέλος ότι η περιοχή της κατ' αγκώνα άρθρωσης στο στέρεο μικροσκόπιο δεν έδειξε στοιχεία ηλεκτροπληξίας, αλλά οφείλεται σε ξύσιμο ή πέσιμο, ενώ το εύρημα των ασφυκτικών κηλίδων στους πνεύμονες παρατηρείται και στα οξέα εμφράγματα, τα επονομαζόμενα εμφράγματα άνευ εμφράγματος, δεν μπορούν να ανατρέψουν την αρχική διάγνωση της αιτίας θανάτου που έγινε την αμέσως επομένη ημέρα του συμβάντος, χωρίς τη διατύπωση ουδεμίας επιφυλάξεως, όπως θα έπρεπε να είχε γίνει αν ο εν λόγω ιατροδικαστής είχε και την παραμικρή αμφιβολία ως προς την αιτία αυτή, και είναι αβάσιμα όσα μετά πάροδο τόσων ετών ήδη ισχυρίζεται.
Εξάλλου, το γεγονός ότι ο θανών υπέστη ηλεκτροπληξία επιβεβαιώνεται από τις προανακριτικές καταθέσεις των μαρτύρων που προαναφέρθηκαν, οι οποίοι αισθάνθηκαν το ηλεκτρικό ρεύμα, ενώ το γεγονός ότι δεν διαπιστώθηκε αλλά πιθανολογήθηκε η ύπαρξη στη δεξιά κατ' αγκώνα άρθρωση (ύποπτη) περιοχής ηλεκτρικού σημείου (είσοδος ηλεκτρικού ρεύματος), δεν θέτει σε αμφισβήτηση την πρόκληση ηλεκτροπληξίας, αφού υπάρχουν περιπτώσεις όπου δεν μπορεί να εντοπιστεί στο δέρμα ηλεκτρικό σημείο, ενώ το τελευταίο μπορεί να εμφανίζεται και σαν εκδορά ή ρωγμή (βλ.
την από 6-4-1998 ιατροδικαστική γνωμοδότηση του επίκουρου καθηγητή ιατροδικαστικής Δ. Μ.). Εξάλλου, όπως αποδείχθηκε, ο θάνατος του συντρόφου, πατέρα, υιού και αδελφού των εκκαλούντων οφείλεται σε υπαιτιότητα (αμέλεια) και των δύο εφεσιβλήτων. Ειδικότερα, όπως προαναφέρθηκε, η πρώτη εφεσίβλητη στην ως άνω θέση "..." της Κοινότητας Λαύκου Μαγνησίας, εγκατέστησε λυόμενη κατασκευή στην οποία λειτούργησε κατάστημα υγειονομικού ενδιαφέροντος.
Η εν λόγω κατασκευή η οποία, όπως ισχυρίζεται η πρώτη εφεσίβλητη, αποτελούσε κινητή καντίνα, δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως τέτοια, αφού όπως προκύπτει από το αριθμ…./4-9-1997 έγγραφο της ΝΑ Μαγνησίας (Δ/νση Συγκοινωνιών) κατόπιν αυτοψίας που διενεργήθηκε τότε από υπάλληλο της πιο πάνω υπηρεσίας, διαπιστώθηκε ότι δεν επρόκειτο για κινητό κατάστημα (καντίνα), αλλά για προκατασκευασμένο κατάστημα (βλ.
σχετικό έγγραφο). Αλλά ούτε και νόμιμη άδεια λειτουργίας του καταστήματος κατά το χρόνο θανάτου του Κ. Λ. είχε εκδοθεί στο όνομα της πρώτης εφεσίβλητης, αφού αυτή κατά το μήνα Ιούλιο 1997 είχε καταθέσει σχετικά δικαιολογητικά στην Κοινότητα Λαύκου Μαγνησίας για την έκδοση άδειας τροχήλατης καντίνας (βλ.
την αριθμ. (…/7-7-1997 βεβαίωση της πιο πάνω Κοινότητας), πλην όμως, καμμία άδεια δεν προκύπτει ότι είχε εκδοθεί κατά την 7-8- 1997, δεδομένου ότι η βεβαίωση της Δ/νσης Δημόσιας Υγείας της ΝΑ Μαγνησίας περί καταλληλότητας της λειτουργίας του καταστήματος με αριθμό … εκδόθηκε την 14-8-1997, κατόπιν επιθεωρήσεως υπαλλήλων της υπηρεσίας αυτής που έγινε την 11-8-1997 (βλ.
σχετική βεβαίωση). Η πιο πάνω λυόμενη κατασκευή, όπως προαναφέρθηκε, ηλεκτροδοτήθηκε από ηλεκτρογεννήτρια με βενζινοκινητήρα, την δε ηλεκτρική εγκατάσταση και σύνδεση της κατασκευής ενήργησε ο δεύτερος εφεσίβλητος, ο οποίος είχε προστηθεί προς τούτο από την πρώτη εφεσίβλητη, τότε σύζυγο του, ο οποίος, όμως, δεν ήταν ηλεκτρολόγος εγκαταστάσεων αλλά ηλεκτρονικός.
Κατόπιν αυτοψίας που διενήργησαν την ημέρα του θανάτου του Κ. Λ. (7-8-1997) και ώρα 23.00 ο Αστυνόμος Β' Β. Κ. και ο Ανθ/μος Χ. Σ. του Α.Τ. Μηλεών, στον τόπο του συμβάντος, διαπιστώθηκαν όλα τα προαναφερθέντα σε σχέση με τον τρόπο ηλεκτροδότησης της κατασκευής, την ύπαρξη των καλωδίων που εφάπτονταν του εδάφους κλπ., ενώ επίσης διαπιστώθηκε ότι στο άκρο του μεγάλου καλωδίου μήκους σαράντα περίπου μέτρων με το οποίο γινόταν η μεταφορά ρεύματος προς την λυόμενη κατασκευή, δεν υπήρχε κανονικό φις, αλλά κυψέλη πολλαπλών συνδέσεων, η οποία ήταν στερεωμένη με το άκρο του καλωδίου με μονωτική ταινία, ένα τμήμα της οποίας, μήκους περίπου τριών εκατοστών, εξείχε του καλωδίου, δίδοντας την εντύπωση ότι το καλώδιο είχε αποσπασθεί βίαια από τη γεννήτρια.
Κατά τη νέα, όμως, αυτοψία που διενήργησαν οι προαναφερθέντες αστυνομικοί την επομένη ημέρα, ήτοι την 8-8-1997 και ώρα 09.00, διαπιστώθηκε ότι δεν υπήρχαν πλέον τα καλώδια που εφάπτοντο του εδάφους στη δυτική πλευρά της λυόμενης κατασκευής, αλλά μόνο αυτό που κατέληγε στο φανό, ενώ το μεγάλο καλώδιο μεταφοράς ρεύματος, σε απόσταση οκτώ μέτρων από την καντίνα είχε υπερυψωθεί και είχε στερεωθεί σε κλαδιά από ελιές, και σε απόσταση δύο περίπου μέτρων από το λυόμενο και πάνω στο κλαδί που ήταν στερεωμένο το καλώδιο αυτό, υπήρχε πρόσφατα κατασκευασμένη νέα σύνδεση.
Επίσης διαπιστώθηκε ότι υπήρχαν πρόσφατα κατασκευασμένες νέες συνδέσεις στα καλώδια από και προς το μοτέρ που βρισκόταν κάτω από την καντίνα στη βόρεια πλευρά, η κυψέλη πολλαπλών συνδέσεων που ήταν συνδεδεμένη στο άκρο του καλωδίου που κατέληγε δίπλα από τη γεννήτρια, είχε αντικατασταθεί με κανονικό μαύρου χρώματος, φις, το οποίο ήταν εφαρμοσμένο πάνω στην αντίστοιχη υποδοχή της γεννήτριας, ενώ τέλος είχε γίνει προσπάθεια να καλυφθεί με χώμα, πέτρες και χόρτα το ίχνος που είχε αφήσει το καλώδιο από την γεννήτρια μέχρι την καντίνα, στο χώμα (βλ.
σχετική από 8-8-1997 έκθεση αυτοψίας). Κατόπιν σχετικού εγγράφου του Α.Τ. Μηλεών, διορίσθηκαν ως πραγματογνώμονες οι μηχανολόγοι-ηλεκτρολόγοι Α. Μ. και Α. Ν., οι οποίοι αφού μετέβησαν στον τόπο του συμβάντος την 8-8-1997 συνέταξαν την με την ίδια ημερομηνία έκθεση, πραγματογνωμοσύνης, συμφώνα με την οποία η ηλεκτρική εγκατάσταση του λυομένου ήταν χωνευτή και στους ρευματοδότες της συνδεόταν το ψυγείο, μία αντλία πιεστικό νερού και διάφορες άλλες συσκευές, ενώ η ηλεκτρογεννήτρια από την οποία γινόταν η ηλεκτροδότηση ήταν γειωμένη και η σύνδεση της με τον γενικό πίνακα της ηλεκτρικής εγκατάστασης του λυομένου γινόταν με τριπολικό καλώδιο διατομής 3X10 τ.χ.
Όπως αναφέρεται, από οπτικό έλεγχο και τις διάφορες ωμομετρήσεις που έγιναν δεν διαπιστώθηκε καμμία λανθασμένη σύνδεση ή φθορά καλωδιώσεων ούτε διαρροή στην όλη εγκατάσταση ούτε στοιχεία που να καθιστούν την εν λόγω ηλεκτρική εγκατάσταση επικίνδυνη. 'Ομως, όπως επισημαίνεται παράλειψη αποτελούσε η μη ύπαρξη ηλεκτρονόμου διαρροής (προστασία ηλεκτροπληξίας) που θεωρείτο στην προκειμένη περίπτωση απαραίτητος, λόγω των πολλών και διαφόρων συσκευών που συνδέονταν με την εγκατάσταση.
Τέλος, στην εν λόγω έκθεση σημειώνεται ότι βρέθηκαν ενδείξεις που πιθανολογούσαν επεμβάσεις στην εγκατάσταση μετά το ατύχημα και πριν τη διενέργεια της αυτοψίας των πραγματογνωμόνων, όπως η εναέρια τοποθέτηση του καλωδίου από την ηλεκτρογεννήτρια στη λυόμενη κατασκευή, πολύ πρόσφατες συνδέσεις κλπ., με συνέπεια την εξαφάνιση των όποιων ατελειών της εγκατάστασης (βλ.
σχετ. έκθεση πραγματογνωμοσύνης). Με βάση όλα τα παραπάνω η αμέλεια των εφεσίβλητων συνίσταται στο ότι η μεν πρώτη τούτων εγκατέστησε την εν λόγω λυόμενη κατασκευή και τη λειτούργησε πωλώντας είδη καντίνας, χωρίς άδεια της αρμόδιας αρχής (για τη λειτουργία της), ηλεκτροδοτώντας αυτήν από ηλεκτρική εγκατάσταση, την οποία πραγματοποίησε ο δεύτερος εφεσίβλητος, έχοντας προστηθεί προς τούτο από την πρώτη, τέως σύζυγο του, χωρίς να τηρηθούν οι προβλεπόμενοι όροι ασφαλείας, όπως ακριβώς διαπιστώθηκε, κατά τα προαναφερθέντα, από την αυτοψία που πραγματοποίησαν την 7-8-1997 οι αστυνομικοί του Α.Τ.
Μηλεών (ύπαρξη πολλαπλών καλωδίων εφαπτόμενων του εδάφους, ύπαρξη στο άκρο του μεγάλου καλωδίου κυψέλη πολλαπλών συνδέσεων και όχι φις, πολλαπλές λειτουργούσες συγχρόνως συσκευές κλπ) και κυρίως χωρίς να έχει τοποθετηθεί ηλεκτρονόμος διαρροής που στην προκειμένη περίπτωση εθεωρείτο απαραίτητος λόγω των πολλών και διαφόρων συσκευών που συνδέονταν με την εγκατάσταση για την προστασία από την ηλεκτροπληξία, με αποτέλεσμα να σημειωθεί διαρροή ηλεκτρικού ρεύματος στη συσκευή του ψυγείου αναψυκτικών και ποτών και να υποστεί ηλεκτροπληξία ο ως άνω παθών όταν το άγγιξε, λαμβανομένου υπόψη ότι συγχρόνως ακουμπούσε και το μεταλλικό κιγκλίδωμα του λυομένου, από την οποία, ως μόνη ενεργό αιτία, επήλθε ο θάνατος αυτού.
Ο ισχυρισμός των εφεσίβλητων ότι δεν είχαν υποχρέωση από τη νομοθεσία που αφορά τις κινητές καντίνες να τοποθετήσουν ηλεκτρονόμο διαρροής, δεν είναι βάσιμος, αφού η πρώτη εφεσίβλητη δεν είχε εγκαταστήσει καντίνα, αλλά λυόμενη κατασκευή, σε κάθε περίπτωση, όμως, αυτός που προκαλεί επικίνδυνες καταστάσεις, όπως εν προκειμένω οι εφεσίβλητοι, οι οποίοι είχαν συνδέσει την ηλεκτρική εγκατάσταση με πολλαπλές συσκευές, οφείλει κατά την καλή πίστη, να λάβει όλα τα κατά τις περιστάσεις προστατευτικά μέτρα που είναι αναγκαία, σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης, της τέχνης και της κοινής πείρας για την αποτροπή ζημιών τρίτων, έστω και αν η υποχρέωση δεν προβλέπεται από ειδική διάταξη νόμου, διότι αν προβλέπεται, η παράβαση της διάταξης αυτής συνιστά ήδη το παράνομο.
Αλλά ούτε και η διαπίστωση των πραγματογνωμόνων ότι δεν βρέθηκαν στοιχεία που να καθιστούν την ηλεκτρική εγκατάσταση επικίνδυνη, μπορεί να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι δεν υπάρχει αμέλεια των εφεσίβλητων για το θάνατο του Κ. Λ., διότι όπως διαπίστωσαν τόσο οι πραγματογνώμονες αυτοί, όσο και οι αστυνομικοί του AT.
Μηλεών, μέχρι την 8-8-1997 που διενεργήθηκε η πραγματογνωμοσύνη από τους Ά. Μ. και Α. Ν., είχαν γίνει από τους εφεσίβλητους πλείστες επεμβάσεις στην ηλεκτρική εγκατάσταση του λυομένου, με αποτέλεσμα να εξαφανιστούν τα όποια στοιχεία ατελειών που υπήρχαν, το ίδιο δε ισχύει και για τη διαπίστωση που έκαναν ο Πρόεδρος και ο Γενικός Γραμματέας του συνδέσμου εργοδηγών-εργοληπτών ηλεκτρολόγων Ν.
Μαγνησίας Ν. Τ. και Θ. Α., ότι δηλαδή η ηλεκτρική εγκατάσταση βρέθηκε να είναι ακίνδυνη και σύμφωνα με τους κανονισμούς των εσωτερικών ηλεκτρικών εγκαταστάσεων, αφού και οι ίδιοι ενήργησαν έλεγχο της ηλεκτρικής εγκατάστασης του λυομένου, κατόπιν αιτήσεως της πρώτης εφεσίβλητης, την 8-8-1997. Ακόμη, το γεγονός ότι, όπως ισχυρίζονται οι εφεσίβλητοι, ο δεύτερος τούτων, ο οποίος, όπως προαναφέρθηκε, δεν ήταν ηλεκτρολόγος εγκαταστάσεων αλλά ηλεκτρονικός, προέβη στην ηλεκτρική εγκατάσταση με την επίβλεψη αδειούχου εγκαταστάτη ηλεκτρολόγου, ήτοι του Ι.
Π., η δήλωση του οποίου επισυνάφθηκε στη σχετική αίτηση για τη χορήγηση της άδειας λειτουργίας του καταστήματος, πέραν του ότι δεν αποδεικνύεται, αφού δεν προσκομίζεται αντίγραφο της δηλώσεως αυτής, δεν αναιρεί την ευθύνη του δευτέρου εφεσίβλητου, ο oπoίoς πραγματοποίησε την εγκατάσταση κατά τον αμελή αυτό τρόπο και ανεξάρτητα από τις οδηγίες τρίτου προσώπου.
Ας σημειωθεί, τέλος, ότι οι εφεσίβλητοι με τη με αριθμό 3235/2002 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου, η οποία ήδη έχει καταστεί αμετάκλητη, καταδικάστηκαν σε ποινή φυλάκισης είκοσι μηνών έκαστος για την αξιόποινη πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια του Κ. Λ., η δε από 16-10-2007 αίτηση αυτών επανάληψης της διαδικασίας απορρίφθηκε με το αριθμό. 19/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας.
Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση του έκρινε ότι η πρόκληση του θανάτου του Κ. Λ. δεν οφείλεται σε αμέλεια των εφεσίβλητων και απέρριψε την αγωγή των εκκαλούντων ως ουσιαστικά αβάσιμη, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και είναι βάσιμοι στην ουσία τους οι σχετικοί λόγοι εφέσεως αυτών.
Μετά από όλα τα παραπάνω πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη έφεση ως ουσιαστικά βάσιμη, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση και αφού κρατηθεί η αγωγή αυτή από το παρόν δικαστήριο να εξεταστεί κατ' ουσίαν ". Στη συνέχεια το Εφετείο έκανε δεκτή την αγωγή, ως εν μέρει κατ' ουσίαν βάσιμη, και υποχρέωσε τους εναγομένους-αναιρεσείοντες να καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, στους ενάγοντες-αναιρεσιβλήτους, τα αναφερόμενα στην προσβαλλομένη απόφαση ποσά, ως αποζημίωση και ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης.
Τα τελευταία δε αυτά κεφάλαια της απόφασης δεν προσβάλλονται με την αναίρεση. Όπως γίνεται φανερό από τις ως άνω παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δεν έλαβε παρά το νόμο υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στη δίκη. Υπό τα δεδομένα αυτά οι διαλαμβανόμενες στον έκτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αιτιάσεις, από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο βάλλεται η απόφαση του Εφετείου για τη λήψη υπόψη πραγμάτων που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στη δίκη, είναι αβάσιμες, ενόψει του ότι το Εφετείο προέβη, στο ως άνω συμπέρασμα, σχετικά με τον τρόπο επαφής του σώματος του θανόντος επί του κιγκλιδώματος και στη συνέχεια επί του ψυγείου, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Περαιτέρω το Εφετείο με τη κρίση του αυτή δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρο των άρθρων 299, 300, 330, 914, 922, 932 του ΑΚ και 42 και 15 παρ.5β της ΑΙβ/8577/ 8.9.1983 υγειονομικής διάταξης, όσα δε αντιθέτως υποστηρίζονται με τους πρώτο, δεύτερο, όγδοο, κατά το αντίστοιχο μέρος του, λόγους αναίρεσης και το μοναδικό πρόσθετο, κατά το οικείο μέρος του, λόγο από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., για εσφαλμένη εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων και για ελλιπείς αιτιολογίες ως προς την υπαιτιότητα των αναιρεσειόντων στη πρόκληση του ατυχήματος, ως και τη σχέση προστήσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα.
Ειδικότερα η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει σαφείς και επαρκείς παραδοχές σχετικά με την τέλεση των περιγραφομένων στο δικόγραφο της αγωγής πράξεων και παραλείψεων των αναιρεσειόντων, τη φύση του καταστήματος της πρώτης αναιρεσείουσας, το οποίο ήταν κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, λυομένη κατασκευή και όχι κινητή καντίνα, ως και ως προς το κρίσιμο ζήτημα της ύπαρξης ή όχι σχέσης πρόστησης, αφού δέχεται ότι η πρώτη αναιρεσείουσα ανέθεσε στον σύζυγό της (δεύτερο αναιρεσείοντα) την εγκατάσταση της ηλεκτρογεννήτριας, την οποία ο τελευταίος εκτέλεσε πλημμελώς.
Κατά τα λοιπά και υπό την επίκληση πλημμέλειας από τους αριθ. 1 και 19 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες πλήττουν την ανέλεγκτη εκτίμηση πραγματικών περιστατικών από το δικαστήριο της ουσίας (αρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ). Κατά συνέπεια οι πρώτος, δεύτερος, έκτος και όγδοος λόγοι του κυρίως δικογράφου, ως και ο μοναδικός προσθετός λόγος, από τους αριθ. 1, 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέοι, ως αβάσιμοι.
Ο όγδοος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος που με αυτόν αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθ. 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της μη λήψης υπόψη πραγμάτων που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στη δίκη, είναι απορριπτέος, διότι οι επικαλούμενοι από τους αναιρεσείοντες αορίστως αρνητικοί της βάσεως της αγωγής ισχυρισμοί δεν είναι πράγματα, κατά την ανωτέρω έννοια.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ, που ορίζει, ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει, ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς vα έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τους έβδομο, κατά το οικείο μέρος του, και όγδοο λόγους της αιτήσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' εκτίμηση, η από την παραπάνω διάταξη πλημμέλεια γιατί το Εφετείο δέχθηκε την αγωγή της αναιρεσίβλητης χωρίς απόδειξη. Όπως όμως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο στην ανωτέρω παραδοχή του για την αποδοχή της ένδικης αγωγής, μετ' απόρριψη των περί αντιθέτων ισχυρισμών των αναιρεσειόντων, κατέληξε ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνει, των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων, καθώς επίσης και των εγγράφων, τα οποία με επίκληση προσκόμισαν οι διάδικοι.
Έτσι, στην εν λόγω παραδοχή του το Εφετείο δεν κατέληξε χωρίς απόδειξη και γι' αυτό πρέπει οι αμέσως πιο πάνω από το άρθρο 559 αριθ. 10, και όχι 13, ΚΠολΔ λόγοι αναιρέσεως να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Κατά την έννοια της διάταξης για την ίδρυση του λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν πράγματι λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη του, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ. Εξάλλου, δεν θεμελιώνει λόγο αναίρεσης η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να μνημονεύσει στηv απόφαση του ποια αποδεικτικά μέσα χρησιμοποιήθηκαν για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη ή να καθορίσει τη βαρύτητα που αποδόθηκε στο καθένα από αυτά ή τη σχέση και επιρροή του στα αποδεικτέα θέματα. Στην προκείμενη περίπτωση με τους έβδομο και όγδοο, κατά το αντίστοιχο μέρος τους,
λόγους της αίτησης αναίρεσης προβάλλεται η από τον αριθ. 11γ'του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια. Συγκεκριμένα η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα στους λόγους αυτούς έγγραφα που προσκομίσθηκαν με επίκληση για την απόκρουση των διαλαμβανόμενων στην αγωγή των αναιρεσειόντων ισχυρισμών. Οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι διότι από την επισκόπηση του όλου περιερχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης, στην οποία μάλιστα υπάρχει η ρητή διαβεβαίωση, σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο έλαβε υπόψη τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ως και όλα τα έγγραφα που νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συvεκτίμησε τις λοιπές απoδείξεις για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος τα παραπάνω έγγραφα και τις καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεως-ανταποδείξεως που διαλαμβάνονται στους κρινόμενους λόγους της αναίρεσης, δεν είχε δε καμιά υποχρέωση να καθορίσει τη βαρύτητα που αποδόθηκε σ' αυτά ή και την επιρροή τους στα αποδεικτέα θέματα. Κατά τα λοιπά και υπό την επίκληση πλημμέλειας από τον αριθ. 11περ. γ' του αρθρ. 559 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες πλήττουν την ανέλεγκτη εκτίμηση πραγματικών περιστατικών από το δικαστήριο της ουσίας (αρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ).
Ο προβλεπόμενος από τον αριθ. 12 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ. αναιρετικός λόγος ιδρύεται μόνον αν το δικαστήριο προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο αυξημένη αποδεικτική δύναμη που δεν την είχε κατά τον νόμο και όχι αν έκρινε περισσότερο ή λιγότερο αξιόπιστο ένα από τα πολλά ισοδύναμα κατά νόμο αποδεικτικά μέσα.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον όγδοο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, για το λόγο ότι το δικαστήριο παραβίασε την αποδεικτική δύναμη της …/14.8.1997 βεβαίωσης καταλληλότητας κινητής καντίνας της Ν.Α Μαγνησίας, αποδίδοντας αυξημένη δύναμη στο …/4.9.1997 έγγραφο της Ν.Α Μαγνησίας (Διεύθυνσης Συγκοινωνιών), σχετικά με τη φύση του καταστήματος της πρώτης αναιρεσείουσας, ως προκατασκευασμένου καταστήματος.
Ο λόγος αυτός της αιτήσεως, ανεξάρτητα από το ουσιώδες ή μη του αποδεικνυομένου με αυτά ισχυρισμού, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού τα ως άνω έγγραφα είναι ισοδύναμα κατά νόμο αποδεικτικά μέσα. Απορριπτέος επίσης είναι και ο έβδομος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, για το λόγο ότι το δικαστήριο παραβίασε την αποδεικτική δύναμη των από 9.8.1997 και 8.8.1997 προανακριτικών καταθέσεων της πρώτης αναιρεσίβλητης, ως και του Γ.
Κ., αντιστοίχως, αποδίδοντας σ'αυτές αυξημένη αποδεικτική δύναμη, διότι το Δικαστήριο της ουσίας δεν προσέδωσε στις καταθέσεις αυτές ηυξημένη αποδεικτική δύναμη, αλλά τις συνεκτίμησε με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα, ως δικαστικά τεκμήρια.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 559 αριθ. 20 και 561 παρ.1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ο θεσπιζόμενος με την πρώτη από αυτές λόγος αναίρεσης, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε διαγνωστικό λάθος, όταν δηλαδή, σε αποδεικτικό έγγραφο, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ.
ΚΠολΔ αποδίδει περιεχόμενο διαφορετικό από εκείνο που πράγματι, έχει, είτε γιατί ανέγνωσε αυτό λανθασμένα, είτε γιατί παρέλειψε να αναγνώσει χρήσιμα τμήματα του κειμένου αυτού, και στη συνέχεια καταλήγει, στηριζόμενο αποκλειστικά ή κυρίως σ' αυτό, σε περίπτωση συνεκτίμησης του με άλλα αποδεικτικά μέσα, σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα σχετικά με πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι δε και όταν έχει απλώς συνεκτιμήσει το έγγραφο μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να το εξαίρει κατά το σχηματισμό του πορίσματος του ως προς την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον όγδοο λόγο αναίρεσης αποδίδεσαι στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθ.20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ειδικότερα ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της …/30.6.1997 βεβαιώσεως της Κοινότητας Τρικερίου, της …/7.7.1997 της Κοινότητας Λαύκου και της …/14.8.1997 βεβαιώσεως καταλληλότητας κινητής καντίνας της Δ/νσης Δημόσιας Υγείας Μαγνησίας, περί μη αυθαιρέτου κατασκευής και εγκαταστάσεως κινητής καντίνας.
Από τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει, ωστόσο, ότι στο αποδεικτικό αυτό πόρισμα κατέληξε το Εφετείο, όχι μόνο από την εκτίμηση όλων των εγγράφων που νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και τα ως άνω έγγραφα, που φέρεται ότι παραμορφώθηκαν αλλά και από τις καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως, ώστε το Εφετείο δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κυρίως στα εν λόγω έγγραφα για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, αλλά τα συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις.
Επομένως, ο κρινόμενος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
Επειδή κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 20 του KΠολΔ, ως έγγραφα, η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων από το δικαστήριο ιδρύει τον από την άνω διάταξη λόγο αναίρεσης, νοούνται τα αποδεικτικά, κατά τα άρθρα 339 και 432 επ. ΚΠολΔ, έγγραφα. Τέτοια όμως έγγραφα δεν είναι οι γνωμοδοτήσεις πραγματογνωμόνων ή προσώπων με ειδικές γνώσεις, αφού αυτά συνιστούν αυτοτελή αποδεικτικά μέσα. Επομένως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος ο όγδοος λόγος της αίτησης, κατά το μέρος κατά το οποίο οι αναιρεσείοντες αιτιώνται την προσβαλλόμενη οριστική απόφαση του Εφετείου ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης-γνωμοδοτήσεως του ηλεκτρολόγου - μηχανολόγου Ν. Κ., ως προς την υποχρεωτική ή μη τοποθέτηση ρελέ ηλεκτροπληξίας σε κινητά καταστήματα (καντίνες). 'Υστερα από αυτά που προεκτέθηκαν πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27.5.2010 αίτηση και τους από 26.3.2013 πρόσθετους λόγους των 1) Α. Ρ. και 2) Ι. Γ. για αναίρεση της απόφασης 531/2009 του Εφετείου Λάρισας.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Ιουνίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Ιουλίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ