Supreme Court dismisses appeal on res judicata grounds, rejecting lawyer association's claim regarding unjust enrichment distribution.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the lawyer association's appeal against the Patras Court of Appeal's decision. The association argued that the court failed to consider how distributing funds from the Lawyers' Fund reduced the plaintiffs' compensation, violating constitutional principles. The court held that the distribution of funds was an internal matter of the legal entity and did not constitute a loss of unjust enrichment, thus upholding the lower court's ruling on res judicata.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559, Art. 321, Art. 332, Art. 578, Art. 909 of the Code of Civil Procedure; The court ruled that internal distribution of funds by a legal entity does not negate the existence of unjust enrichment, and the lower court's rejection of the claim based on res judicata was not a violation of law.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1598 / 2009 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1598/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Γρηγόριο Κουτσόπουλο (επειδή κωλύονται οι Αρεοπαγίτες Αθανάσιος Θεμέλης και Ειρήνη Αθανασίου), Παναγιώτη Κομνηνάκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Μαΐου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΜΕΣΟΛΟΓΓΙΟΥ", που εδρεύει στο Μεσολόγγι και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Ράπτη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ψ1, 2) Ψ2 και 3) Ψ3, κατοίκων ... . Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Διαμάντη Μπιλιάνη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-1-2001 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 72/2003 του ίδιου Δικαστηρίου, 21/2004 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου και 203/2007 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 5-11-2007 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 7-10-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Σύμφωνα με το αρ. 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβεν υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ο λόγος, όμως, αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασεν έλαβεν υπόψη τον προταθέντα ουσιώδη ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό.
Περαιτέρω κατά το αρ. 321 Κ.Πολ.Δ δεδικασμένο, το οποίο κατ' αρ. 332 Κ.Πολ.Δ λαμβάνεται υπόψη και αυτεπάγγελτα σε κάθε στάση της δίκης, εμποδίζει δε το δικαστήριο να ερευνήσει την ίδια υπόθεση και πάλι, δημιουργούν οι οριστικές αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση, δηλ.
οι τελεσίδικες. Κατά το αρ. 559 αριθ. 16 Κ.Πολ.Δ λόγος αναίρεσης ιδρύεται και εάν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκεν ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο. Προς διαπίστωση του λόγου αυτού ο Άρειος Πάγος ελέγχει μόνο την ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή των περί δεδικασμένου διατάξεων σε σχέση με όσα γίνονται ανελέγκτως δεκτά, δηλ.
αν τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας συνιστούν ή όχι την έννοια του δεδικασμένου και για το αν αυτό έχει την έκταση και τα αποτελέσματα που του προσέδωσεν η προσβαλλόμενη απόφαση, εφόσον η κρίση αυτή περί δεδικασμένου στηρίζεται μόνο σε διαδικαστικά έγγραφα, όπως είναι η αγωγή και οι δικαστικές αποφάσεις (και δη εκείνη από την οποία απορρέει το δεδικασμένο), το περιεχόμενο των οποίων ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατ' αρ. 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Τέλος, σύμφωνα με την διάταξη του αρ. 17 παρ. 4 εδ. 2 ν.δ. 797/1971, όπως αντικαταστάθηκε με το αρ. 1 ν.δ. 446/1974) "Η καθορίζουσα προσωρινήν τιμήν μονάδος απόφασις του Μονομελούς Πρωτοδικείου συνιστά τίτλον εις βάρος του υποχρέου προς καταβολήν της αποζημιώσεως διά την επιδικαζόμενην δικαστικήν δαπάνην, εις περίπτωσιν καθ' ην αμφότεροι οι διάδικοι απεδέξαντο ταύτην, άλλως, εφόσον εις των διαδίκων ητήσατο εμπροθέσμως τον καθορισμόν οριστικής τιμής παρά του αρμοδίου Εφετείου ή απόφασις, κατά το μη αποδεκτόν παρ' αμφότερων των διαδίκων τμήμα, δεν συνιστά τίτλον ως προς την δικαστικήν δαπάνην, εφ' ης αποφαίνεται το Εφετείο διά της οριστικής αποφάσεώς του".
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Πατρών με την προσβαλλόμενη με αριθ. 203/2007 απόφασή του κρίνοντας σε δεύτερο βαθμό, ύστερ' από έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Δικηγορικού Συλλόγου Μεσολογγίου, αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων για την καταβολή των αναφερόμενων εκεί ποσών που παρακρατήθηκαν εκ μέρους του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων (μη διαδίκου στην αναιρετική δίκη) από την καθορισθείσα με την 54/1998 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου προσωρινή τιμή μονάδας αποζημίωσης για απαλλοτρίωση και αποδόθηκαν στο αναιρεσείον νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, κατά τα οποία αυτό έγινε πλουσιότερο χωρίς νόμιμη αιτία με αντίστοιχη ζημία τους, δέχθηκεν ότι:
Για την αναγκαστική απαλλοτρίωση ακινήτων των εναγόντων που κηρύχθηκε με την 1038854/2506/1997 κοινή απόφαση των υπουργών Οικονομικών και ΠΕΧΩΔΕ καθορίσθηκε με την 54/1998 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου προσωρινή τιμή μονάδας αποζημίωσης, διατάχθηκε δε η άμεση καταβολή του 60% αυτής στους ενάγοντες και προσδιορίσθηκεν η αμοιβή των πληρεξουσίων δικηγόρων των εναγόντων σε ποσοστό 10% επί της επιδικασθησόμενης στον κάθε έναν αποζημίωσης.
Η ως άνω καθορισθείσα προσωρινή τιμή κατέστη οριστική με την 309/2003 απόφαση του Εφετείου Πατρών, ενώ περαιτέρω με την 718/2004 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου απορρίφθηκεν ως απαράδεκτη η από 20-5-1998 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου περί καθορισμού οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης των απαλλοτριωθέντων με την ως άνω υπουργική απόφαση και προσδιορίσθηκεν η αμοιβή των πληρεξουσίων δικηγόρων των καθών η αίτηση σε ποσοστό 2% επί της αξίας των απαλλοτριούμενων ακινήτων, όπως αυτή καθορίσθηκε με την 54/1998 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου και επιπλέον για την παράστασή τους ενώπιον του πρωτοβάθμιου και δευτεροβάθμιου δικαστηρίου σε 280 ευρώ.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο κατ' επικύρωση της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο δέχθηκεν ότι η ως άνω 54/1998 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου περί καθορισμού προσωρινής τιμής μονάδας αποζημίωσης δεν αποτελούσε τίτλο εκτελεστό για την δικαστική δαπάνη και την αμοιβή των παραστάντων δικηγόρων και απέρριψε την περί δεδικασμένου ως προς το ζήτημα αυτό ένσταση του ήδη αναιρεσείοντος, απέρριψε του σχετικούς περί του αντιθέτου με αριθ. 1,2 και 8 λόγους έφεσης αυτού.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο μη δεχθέν ότι υφίσταται δεδικασμένο από την ως άνω 54/1998 απόφαση ως προς την αμοιβή των πληρεξουσίων δικηγόρων των αναιρεσιβλήτων δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του αρ. 559 αριθ. 16 Κ.Πολ.Δ, αφού δέχθηκεν επίσης ότι η καθορισθείσα με την απόφαση αυτή προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης κατέστη οριστική με την 309/2003 απόφαση του Εφετείου Πατρών και ότι με την 718/2004 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου απορρίφθηκεν ως απαράδεκτη αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου περί καθορισμού οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης, δέχθηκεν δηλ.
ότι η απόφαση καθορισμού προσωρινής τιμής δεν έγινεν αποδεκτή από όλους τους διαδίκους αλλ' ασκήθηκαν αιτήσεις για τον καθορισμό από το εφετείο οριστικής τιμής, τούτο, όμως, σημαίνει, κατά τα προεκτεθέντα ότι η περί προσωρινής τιμής απόφαση δεν συνιστά τίτλο ως προς την δικαστική δαπάνη και την δικηγορική αμοιβή και δεν παράγει δεδικασμένο ως προς το ζήτημα αυτό.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης και κατά το σχετικό β' σκέλος καθώς και ο δεύτερος κατά το β' σκέλος περί αντιφατικών αιτιολογικών της προσβαλλόμενης απόφασης πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι. Ο αυτός πρώτος λόγος πρέπει ν' απορριφθεί επίσης ως αβάσιμος και κατά το σκέλος του από τον αριθμό 8 του ίδιου άρθρου, με τον οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν έλαβεν υπόψη πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και προτάθηκαν πρωτοδίκως αλλά και με την έφεση του αναιρεσείοντος, όπως αναφέρεται στην κρινόμενη αίτηση, και δη ότι με την 54/1998 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου κρίθηκαν ανέκκλητα οι δύο αιτήσεις του Ελλ.
Δημοσίου (για τον καθορισμό της προσωρινής τιμής μονάδας και την αναγνώριση των δικαιούχων της αποζημίωσης), οι ανταιτήσεις και παρεμβάσεις των δικαιούχων της αποζημίωσης και η αίτηση του αναιρεσείοντος για τον καθορισμό της δικηγορικής αμοιβής, αφού το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκεν ότι από την προαναφερθείσα απόφαση δεν παρήχθη δεδικασμένο για το ζήτημα της δικηγορικής αμοιβής, απορρίπτοντας έτσι τους ως άνω ισχυρισμούς, οι οποίοι άλλωστε δεν συνιστούν "πράγματα" κατά την έννοια του αριθμού 8 του αρ. 559 Κ.Πολ.Δ, δεν συγκροτούν δηλ.
την ιστορική βάση αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης.
ΙΙ. Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης από το αρ. 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ κατά τα με στοιχ. α' και γ' σκέλη του και κατ' εκτίμηση αυτού προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβεν αντιφατικές αιτιολογίες σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκη, παρά τους προβληθέντες αντίθετους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, δεχθείσα (1) από το ένα μέρος ότι ο δικηγόρος για την παράστασή του στις δίκες που αφορούν τις αναγκαστικές απαλλοτριώσεις δικαιούται τις ελάχιστες αμοιβές του Κώδικα περί Δικηγόρων και από το άλλο ότι τα ποσά που αναφέρονται στην αγωγή των αναιρεσιβλήτων και παρακρατήθηκαν από το αναιρεσείον αποτελούν παράνομη περιουσιακή μετακίνηση (2) από το ένα μέρος ότι ο πληρεξούσιος δικηγόρος των αναιρεσιβλήτων και μέλος του αναιρεσείοντος δικαιούται τις αμοιβές που ορίζει ο Κώδικας περί Δικηγόρων για όλες τις παραστάσεις που πραγματοποίησε για λογαριασμό τους και από το άλλο μέρος αποφεύγει να ορίσει το ύψος της αμοιβής του αυτής και τα έξοδά του σε φόρους και άλλες δαπάνες, εάν έλαβε τις απαιτήσεις του αυτές και ποιόν βαρύνουν, αφού με άλλη παραδοχή της εντάσσει τη δικηγορική αμοιβή στη διάταξη του αρ. 17 παρ. 4 εδ.
του Συντάγματος που ορίζει ότι "η αποζημίωση δεν υπόκειται ως αποζημίωση σε κανένα φόρο, κράτηση ή τέλος". Ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί ως αλυσιτελής και ερειδόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού η οποιαδήποτε αξίωση του παραστάντος δικηγόρου των αναιρεσιβλήτων για αμοιβή, δαπάνες κ.λ.π. αφορά στις μεταξύ τους σχέσεις και όχι στις σχέσεις των αναιρεσιβλήτων με το αναιρεσείον ν.π.δ.δ., που αποτελούν το αντικείμενο της δίκης αυτής.
ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 17 παρ. 2 του Συντάγματος, κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια και αφού προηγηθεί αποζημίωση που να ανταποκρίνεται στην αξία που είχε το απαλλοτριούμενο κατά τον χρόνο της σχετικής συζήτησης στο δικαστήριο, ενώ κατά την παράγραφο 4 εδάφ. Τελευταίο του ιδίου άρθρου, η αποζημίωση δεν υπόκειται, ως τοιαύτη, σε κανένα φόρο, κράτηση ή τέλος.
Η τελευταία αυτή διάταξη αποσκοπεί στην αποτροπή κάθε επιβάρυνσης του δικαιούχου της αποζημίωσης, ώστε αυτή να μην φαλκιδευθεί και να περιέλθει σ' αυτόν ακέραιη και αλώβητη. Περαιτέρω με το άρθρο 17 παρ. 4 ν.δ. 797/1971 "περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων" (όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθ. 1 ν.δ.446/1974) η δικαστική δαπάνη βαρύνει τον υπόχρεο προς καταβολή της αποζημίωσης και επιδικάζεται πάντοτε από το δικαστήριο με την ίδια απόφαση που καθορίζει την αποζημίωση, όμοια δε ρύθμιση περιέχεται στο άρθ. 9 παρ. 5 ν. 1093/1980.
Με τις νεότερες διατάξεις των παραγράφων 1, 1α και 6 ν. 1093/1980, η δεύτερη των οποίων προστέθηκε με το άρθ. 22 παρ. 10 ν. 1868/1989, ορίσθηκε ότι: (1) Η διάταξη της παρ. 7 του άρθ. 161 του κυρωθέντος με το ν.δ. 3026/1954 Κώδικα περί Δικηγόρων (η οποία προστέθηκε με το άρθ. 25 παρ. 2 ν. 723/1977) εφαρμόζεται και επί των δικηγορικών αμοιβών από αναγκαστικές απαλλοτριώσεις κατά την ειδική διαδικασία προσδιορισμού τιμής μονάδος και αναγνώρισης δικαιούχων.
Ειδικότερα, το άρθ. 161 του ως άνω Κώδικα ορίζει στις παραγράφους 1 έως 5 αυτού το ελάχιστο όριο αμοιβής του δικηγόρου κάθε μέρους για την σύνταξη ιδιωτικών εγγράφων ή σχεδίων δημοσίων εγγράφων για κάθε είδους δικαιοπραξίες, με την παράγραφο 6 ότι κατά τις προηγούμενες παραγράφους αμοιβή του δικηγόρου προκαταβάλλεται στον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο και με την προαναφερθείσα παράγραφο 7 αυτού ότι από την προκαταβαλλομένη ως άνω αμοιβή μπορεί ο οικείος Δικηγορικός Σύλλογος να παρακρατήσει ποσοστό αυτής που ορίζεται με απόφασης του Υπουργού Δικαιοσύνης ύστερ' από απόφαση του ΔΣ του οικείου Δικηγ.
Συλλόγου κ.λ.π. καθώς και ότι με την αυτή ή άλλη υπουργική απόφαση καθορίζονται τα σχετικά με την σύσταση ιδίου Λογαριασμού για την συγκέντρωση των παρακρατουμένων ποσοστών και την διανομή αυτών στα μέλη του Δικηγ. Συλλόγου, ενώ με την παράγραφο 4 του ως άνω άρθρου 9 του ν. 1093/1980 ορίσθηκε ότι οι Δικηγ. Σύλλογοι υποχρεούνται να διανέμουν δύο φορές τουλάχιστον κατ' έτος στα μέλη τους, συμμέτρως, τα ποσά που παρακρατήθηκαν από αυτούς, σύμφωνα με τις ως άνω διατάξεις του Κώδικα περί Δικηγόρων και του άρθ. 9 παρ. 2 ν. 1093/1980.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι τα παρακρατούμενα εκ μέρους κάθε Δικηγορικού Συλλόγου ποσά από τις αμοιβές των δικηγόρων μελών του προς εξυπηρέτηση του διανεμητικού λογαριασμού, μεταξύ των οποίων ειδικότερα και τα ποσά από τις αμοιβές για αναγκαστικές απαλλοτριώσεις, αποτελούν έσοδα αυτού τούτου του συλλόγου (πρβλ.Ολ ΑΠ 27/2008), ο οποίος αποτελεί ΝΠΔΔ με δική του περιουσία, υπόκειται δε στις διατάξεις του κοινού δικαίου ως προς την απόκτηση δικαιωμάτων την ανάληψη υποχρεώσεων και την ενγένει διαχείριση και αξιοποίηση της περιουσίας του (άρθρο 194 Κώδικα περί Δικηγόρων), ανεξάρτητα από την, με βάση το καταστατικό του Συλλόγου ή άλλες διατάξεις, υποχρέωση αυτού προς περαιτέρω διανομή των παρακρατουμένων ως άνω ποσών στα μέλη του, με την μορφή μερισμάτων, η οποία ανάγεται στις εσωτερικές σχέσεις τους. (2) Με την απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, ύστερα από σύμφωνη γνώμη του ΔΣ του οικείου Δικηγ.
Συλλόγου, καθορίζεται το ποσοστό αμοιβής των δικηγόρων των διαδίκων που αξιώνουν κυριότητα κ.λ.π. στο απαλλοτριούμενο το ποσοστό δε αυτό δεν μπορεί να είναι κατώτερο από το προβλεπόμενο στη διάταξη του άρθ. 100 και επομ. του ως άνω Κώδικα ελάχιστο όριο (3). Ο υπόχρεος προς αποζημίωση παρακρατεί την αμοιβή του δικηγόρου του καθού η απαλλοτρίωση, που καθορίζεται σύμφωνα με την αμέσως παραπάνω διάταξη του άρθρου 9 παρ. 1α ν. 1093/1980, σε περίπτωση δε που δεν παρακρατηθεί απ' αυτόν και κατατεθεί η αποζημίωση στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων η υποχρέωση για την παρακράτηση αυτή βαρύνει το ως άνω Ταμείο, ενώ σε κάθε περίπτωση, ο υπόχρεος προς αποζημίωση και το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων αποδίδουν την παρακρατηθείσα αμοιβή στον δικηγορικό σύλλογο που ανήκε ο δικαιούχος δικηγόρος.
Από τα παραπάνω προκύπτει ειδικότερα, ότι με βάση τις νέες διατάξεις των παραγράφων 1α και 6 άρθ. 9 ν. 1093/1980 ο υπόχρεος προς αποζημίωση και το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων θα παρακρατήσουν και θ' αποδώσουν στον οικείο δικηγορικό σύλλογο από το ποσό της αποζημίωσης όχι την αμοιβή που συμφωνήθηκε μεταξύ του δικαιούχου αυτής και του δικηγόρου του στα πλαίσια του άρθ. 92 παρ. 3 του Δικηγορικού Κώδικα, αλλά το ποσό που όρισε δεσμευτικά ως αμοιβή η υπουργική απόφαση σε ποσοστό επί της αποζημίωσης, το οποίο για τους περισσότερους Δικηγορικούς Συλλόγους είναι πολύ ανώτερο των ισχυόντων ελάχιστων ορίων των άρθρων 100 επ.
του Δικηγορικού Κώδικα. Ενόψει, όμως, της ως άνω συνταγματικής αρχής η αποζημίωση πρέπει να είναι πλήρης και το ποσό αυτής να περιέχεται στον δικαιούχο ακέραιο και αλώβητο, μέρος δε αυτής αποτελούν και τα δικαστικά έξοδα, αφού ο καθού η απαλλοτρίωση αναγκαίως υποβάλλεται σ' αυτά για να επιτύχει τον καθορισμό της αποζημίωσης που δικαιούται, άρα αυτά, στα οποία περιλαμβάνεται και η αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου του (άρθ. 189 ΚΠολΔ), αποτελούν παρακολούθημα της αποζημίωσης, προσαυξάνουν το ποσό της και βαρύνουν, όπως και εκείνη, τον υπόχρεο για την καταβολή της, πρέπει συνεπώς να επιδικάζονται σε βάρος του υποχρέου και να περιέρχονται στον δικαιούχο της αποζημίωσης.
Περαιτέρω, η δικηγορική αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου του δικαιούχου της αποζημίωσης που πρέπει να επιδικασθεί και να περιέλθει σ'αυτόν συνίσταται στο ποσό που προκύπτει κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 100 επ. του Κώδικα Δικηγόρων, διότι αυτό αποτελεί τη νόμιμη αμοιβή, άρα την δαπάνη στην οποία αναγκαίως αυτός υποβάλλεται, για τον λόγο δε αυτόν κατά τον καθορισμό της δικηγορικής αμοιβής δεν λαμβάνεται υπόψη τυχόν ιδιαίτερη με τον δικηγόρο συμφωνία (και το ποσό αυτής δεν υπόκειται σε συμψηφισμό, μείωση ή περιορισμό κ.λ.π.) και δεν επιτρέπεται να ορισθεί ως αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου του δικαιούχου της αποζημίωσης ποσό άλλο και με μάλιστα με βάση ποσοστό που ορίζεται κατά Δικηγορικό Σύλλογο με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, προκειμένου αυτό ν' αφαιρεθεί από την καταβλητέα στο δικαιούχο αποζημίωση και να περιέλθει στον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο για να διανεμηθεί στα μέλη του, διότι έτσι το ποσό της αποζημίωσης φαλκιδεύεται, αφού ο καθού η απαλλοτρίωση επιβαρύνεται με την διαφορά μεταξύ της νόμιμης δικηγορικής αμοιβής που αναγκαίως θα πληρώσει στον δικηγόρο του και εκείνης που προκύπτει με βάση το κανονιστικά προβλεπόμενο ποσοστό, η οποία και παρακρατείται και κατά συνέπεια οι ως άνω διατάξεις των παραγράφων 1α και 6 του άρθ. 9 ν. 1093/1980 αντίκειται στο άρθρο 17 παράγραφοι 2 και 4 του Συντάγματος και είναι ανίσχυρες (βλ.
σε συνδυασμό ΟλΑΠ 17-19/2000, 13/2000). Από τα παραπάνω παρέπεται επίσης ότι η παρακράτηση από τον υπόχρεο ή το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων της αμοιβής του δικηγόρου του δικαιούχου αποζημίωσης από απαλλοτρίωση, η οποία καθορίζεται με τον προαναφερθέντα τρόπο, δηλ. με βάση ποσοστό επί της αποζημίωσης που έχει ορισθεί με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης ανώτερο των οριζομένων από των Δικηγορικό Κώδικα ελαχίστων ορίων αμοιβής, και η απόδοση του ποσού αυτού στον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο συνεπάγεται τον πλουτισμό του τελευταίου χωρίς νόμιμη αιτία, και δη για αιτία παράνομη, από την περιουσία του καθού η απαλλοτρίωση και δικαιούχου της αποζημίωσης σύμφωνα με το άρθρο 904 εδ α' και β' ΑΚ, που ορίζει ότι όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, η υποχρέωση δε αυτή γεννάται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη.
Η υποχρέωση αυτή για απόδοση του πλουτισμού αποσβέννυται, σύμφωνα με το άρθ. 909 ΑΚ, εφόσον ο λήπτης δεν είναι πια πλουσιότερος κατά τον χρόνο της επίδοσης της αγωγής λόγω απώλειας ή μείωσης του πλουτισμού, το γεγονός δε αυτό ( της απώλειας ή της μείωσης του πλουτισμού) συγκροτεί καταχρηστική ένσταση καταλυτική του δικαιώματος προς απόδοση της ωφέλειας.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε, ότι με την 54/1998 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου καθορίσθηκε προσωρινή τιμή μονάδας αποζημίωσης για τ' απαλλοτριωθέντα ακίνητα των εναγόντων, ήδη αναιρεσιβλήτων, διατάχθηκε η άμεση καταβολή του 60% αυτής σ' αυτούς και προσδιορίσθηκε η αμοιβή των πληρεξουσίων δικηγόρων τους σε ποσοστό 10% επί της επιδικασθησομένης στον κάθε έναν αποζημίωσης κατ' εφαρμογή της 84641/1994 απόφασης του Υπουργού Δικαιοσύνης (που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση των διατάξεων του άρθ. 9ν. 1093/1980, όπως ίσχυαν), η οποία (αμοιβή) θα καταβαλλόταν στο εναγόμενο, τώρα αναιρεσείον ΝΠΔΔ (Δικηγορικό Σύλλογο Μεσολογγίου), ότι σε εκτέλεση της ως άνω απόφασης το Ελληνικό Δημόσιο, που βαρυνόταν με την καταβολή της αποζημίωσης, κατέθεσε ποσοστό 60% επί των ορισθέντων ως άνω ποσών αποζημίωσης υπέρ των αναιρεσιβλήτων, το οποίο απέδωσε στον Δικηγορικό Σύλλογο Μεσολογγίου, καταβάλλοντας το υπόλοιπο στους αναιρεσιβλήτους, ότι με τον τρόπο αυτό παρακράτησε και απέδωσε στο αναιρεσείον το ισότιμο σε ευρώ ποσό των 9.333.014 δρχ.
για κάθε αναιρεσίβλητο και η παρακράτηση αυτή και η απόδοση των ως άνω ποσών στο αναιρεσείον οδηγεί στην μείωση της αποζημίωσης των αναιρεσιβλήτων κατ' αντίθεση προς την συνταγματική επιταγή για την καταβολή πλήρους αποζημίωσης. Στην συνέχεια το Εφετείο ( κατ' επικύρωση της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που είχε δεχθεί την αγωγή των αναιρεσιβλήτων ως νόμιμη και ουσιαστικά βάσιμη κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό) απέρριψε ως μη νόμιμο τον 7ο λόγο έφεσης και τον με αυτόν προβληθέντα ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι τα επίδικα ποσά που περιήλθαν σ' αυτό από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων εισέπραξε για λογαριασμό του μέλους του και δικηγόρου των αναιρεσιβλήτων (στις δίκες για την απαλλοτρίωση) και ότι από τα ποσά αυτά, μετ' αφαίρεση των εξόδων είσπραξης και διανομής, το 25% απέδωσε στο μέλος του και δικηγόρο των αναιρεσιβλήτων και το υπόλοιπο 75% διένειμε στα μέλη του στα πλαίσια υφισταμένου κοινού διανεμητικού λογαριασμού, εκτιμώντας αυτόν ως ισχυρισμό ότι δεν επήλθε πλουτισμός, ενώ κατ' ορθή εκτίμηση αυτού πρόκειται για ισχυρισμό (ένσταση) από το άρθρο 909 ΑΚ ότι δεν σώζεται ο πλουτισμός (βλ.
ήδη και προτάσεις του αναιρεσείοντος ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, στις οποίες αναφέρει ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την ως άνω διάταξη του άρθ. 909 ΑΚ, αν και την επικαλέσθηκε). Εφόσον, όμως, το δικαστήριο ορθώς κατ' αποτέλεσμα έκρινε απορρίπτοντας τον ως άνω ισχυρισμό (άρθ. 578 ΚΠολΔ), αφού, όπως προαναφέρθηκε, τα ως άνω ποσά που εισέπραξε το αναιρεσείον διά του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων, που συνιστούν και τον παράνομο πλουτισμό του καθόσον αποτελούν μέρος της ανηκούσης στους αναιρεσίβλητους αποζημίωσης, περιήλθαν σε αυτό τούτο το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο και την δική του περιουσία επαύξησαν, ανεξάρτητα από την επιγενομένη, ως επικαλείται το αναιρεσείον, διανομή στα μέλη του, η οποία ανάγεται στις εσωτερικές σχέσεις του νομικού αυτού προσώπου με τα μέλη του και έγινε για την εξυπηρέτηση δικής του υποχρέωσης, δεν υφίσταται, άρα, περίπτωση απώλειας του πλουτισμού.
Επομένως, ο σχετικός τρίτος και τελευταίος λόγος αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί κατά μεν το σκέλος του από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως αβάσιμος, κατά δε το σκέλος του από τον αριθμό 19 του αυτού άρθρου ως απαράδεκτος, αφού ο συναφής ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, όπως εκτιμήθηκε από το Εφετείο, απορρίφθηκε ως μη νόμιμος και όχι ως ουσιαστικά αβάσιμος.
Σύμφωνα με όλα τα προαναφερθέντα πρέπει ν' απορριφθεί ή κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικασθεί το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5 Νοεμβρίου 2007 αίτηση του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Δικηγορικός Σύλλογος Μεσολογγίου" για αναίρεση της 203/2007 απόφασης του Εφετείου Πατρών.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Ιουνίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ