Supreme Court allows appeal against land ownership judgment due to erroneous document interpretation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal against the First Instance Court's decision regarding land ownership. The appellants argued the lower court misinterpreted property declaration documents, while the respondent contended the court correctly assessed the evidence. The court ruled that the lower court's finding was based on an erroneous evaluation of the documents rather than a diagnostic error, necessitating a remand for further examination.
Legislator headnote
AI generatedArticles 286, 287, 290 of the Code of Civil Procedure; Article 1846 of the Civil Code: If a party dies before the oral hearing, the trial suspends until the heir repeats the trial, provided their status is proven or tacitly accepted by the opponent.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1597 / 2025 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1597/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Ευαγγελία Στεργίου, Ευγενία Μπιτσακάκη-Εισηγήτρια, Αναστασία Καραμανίδου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 21 Μαΐου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1) Α. συζύγου Γ. Γ. θυγατέρας Π. και Α. Τ., 2) Γ. συζύγου Γ. Τ. θυγατέρας Π. και Α. Τ., κατοίκων ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Λ. Θ., με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις, 3) Α. χήρας Π. Τ. θυγατέρας Σ. και Σ. Π., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Της αναιρεσίβλητης: Α. Τ. του Σ. και της Μ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Πολυχρονόπουλο, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Ο δικηγόρος Λάμπρος Θεοτοκάτος, με τις από 19-5-2025 κατατεθειμένες προτάσεις, δήλωσε τη βίαιη διακοπή της δίκης, λόγω θανάτου της υπό στοιχείο 3 αναιρεσείουσας, σύμφωνα με την κατατεθείσα υπ' αριθμό .../2024 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του Δήμου Πατρέων Αχαΐας, και ότι την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικές εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτής, ήδη υπό στοιχεία 1 και 2 αναιρεσείουσες, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο τους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-1-2014 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 22/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 417/2022 του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 2-3-2023 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι) Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ.α, 287 παρ.1, 290 Κ.Πολ.Δ., οι οποίες εφαρμόζονται και στη δίκη για την αναίρεση, σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ.1 ιδίου κώδικα, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 1846 ΑΚ, προκύπτει, ότι αν εωσότου τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση, πεθάνει κάποιος διάδικος, η δίκη διακόπτεται, εφόσον λάβει χώρα γνωστοποίηση του λόγου διακοπής, σύμφωνα με το προαναφερόμενο άρθρο 287 παρ.1, από τα πρόσωπα που δικαιούνται να επαναλάβουν την δίκη, όπως είναι και ο κληρονόμος του αποβιώσαντος, ο οποίος μπορεί να επαναλάβει εκουσίως τη δίκη με δήλωσή του που γίνεται ταυτοχρόνως με τη δήλωση διακοπής, οπότε επέρχεται άμεση επανάληψη της δίκης, με την προϋπόθεση, ότι αποδεικνύεται ή συνομολογείται από τον αντίδικο, έστω και σιωπηρώς, λόγω μη αμφισβήτησης, η ιδιότητα του επαναλαμβάνοντας τη δίκη ως κληρονόμου, η οποία, αν αμφισβητείται από τον αντίδικο, εξετάζεται από το δικαστήριο παρεμπιπτόντως (Α.Π. Ολ22/2000, Α.Π.1390/2022, Α.Π. 122/2022).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά του δικαστηρίου τούτου, κατά τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης, που έγινε με εκφώνησή της από τη σειρά του πινακίου, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο του δικαστηρίου τούτου (21-5-2025), δεν εμφανίστηκε η τρίτη των αναιρεσειουσών Α.
χήρα Π. Τ., θυγατέρα Σ. Π. Ωστόσο ο δικηγόρος Λάμπρος Θεοτοκάτος με τις από 19-5-2025 κατατεθειμένες προτάσεις, δήλωσε τη βίαιη διακοπή της δίκης λόγω θανάτου της ανωτέρω, την ...-2024 μετά, δηλαδή, την άσκηση της αναίρεσης και ότι συνεχίζουν οι νομίμως εκπροσωπούμενες απ' αυτόν μοναδικές εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτής, ήδη υπό στοιχεία 1 και 2 αναιρεσείουσες, την βιαίως διακοπείσα δίκη.
Η κατά τα ως άνω βιαίως διακοπείσα δίκη νομίμως συνεχίζεται από τους ανωτέρω μοναδικούς (εξ αδιαθέτου) κληρονόμους της τρίτης αναιρεσείουσας (σχετ. η υπ' αριθμ. .../2024 ληξιαρχική πράξη θανάτου της ληξιάρχου του Δήμου Πατρέων Αχαΐας και το υπ' αριθμ. ...-2025 πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του Δήμου Κεφαλληνίας), ενώ, η παραστάσα δια του πληρεξουσίου της δικηγόρου Α.
Τ., με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. αναιρεσίβλητη δεν αμφισβήτησε κατά τη διάρκεια της προθεσμίας της προσθήκης εγγράφως με την κατάθεση σημειώματος, την ιδιότητα των άνω παρασταθέντων, που συνεχίζουν τη δίκη, ως κληρονόμοι της αποβιωσάσης τρίτης αναιρεσείουσας Η κρινόμενη από 2-3-2023 αίτηση αναίρεσης με την οποία προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 417/2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 495, 552, 553, 556, 558,560,564 παρ.1, 566παρ. 1 Κ.Πολ.Δ) Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577παρ.1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
ΙΙ) Με την από 30-1-2014 αγωγή που οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσείουσες, Α. Γ. και Γ. Τ., καθώς και η ήδη αποβιώσασα την ...-2024 Α. χήρα Π. Τ., στη θέση της οποίας υπεισήλθαν ως μοναδικές εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της οι ως άνω αναιρεσείουσες, άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας, κατά του εναγομένου και ήδη αποβιώσαντος την ...-2018 Η.
Τ., στη θέση του οποίου υπεισήλθε ως εκ διαθήκης κληρονόμος του η ήδη αναιρεσίβλητη Α. Τ., ισχυριζόμενες ότι είναι συγκύριες, του αναφερομένου και λεπτομερώς περιγραφομένου κατά θέση, έκταση και όρια ακινήτου, κατά το αναφερόμενο εξ αδιαιρέτου ποσοστό εκάστη, τόσο με παράγωγο τρόπο, λόγω κληρονομικής εξ αδιαθέτου διαδοχής του αποβιώσαντος την ...-1993 Π.
Τ., κληρονομιά που αποδέχθηκαν και μετέγραψαν νόμιμα, όσο και με πρωτότυπο τρόπο, ως νεμόμενες τούτο κατά το άνω ποσοστό της εξ αδιαιρέτου εκάστη με τα προσόντα της τακτικής και έκτακτης χρησικτησίας από το έτος 1993 με προσμέτρηση στο χρόνο νομής τους του χρόνου νομής του δικαιοπαρόχου τους από το έτος 1950 και ότι ο αρχικός εναγόμενος ιδιοκτήτης όμορης ιδιοκτησίας προέβη κατά το χρονικό διάστημα από Φεβρουάριο 2012 έως τον Αύγουστο 2013 με τις αναφερόμενες ενέργειες σε διατάραξη της κυριότητάς τους επί των αναφερομένων και περιγραφομένων τμημάτων της μείζονος ιδιοκτησίας τους, συνολικού εμβαδού 15.680,17 τ.μ.
αμφισβητώντας την επ' αυτών συγκυριότητά τους και στην παράνομη αποβολή τους αρχές Φεβρουαρίου 2012, από το επίσης αναφερόμενο τμήμα του μείζονος ακινήτου τους, εμβαδού 849,74 τ.μ. το οποίο εκχέρσωσε ενοποιώντας το με την υπόλοιπη όμορη ιδιοκτησία του και έκτοτε παρακρατεί παράνομα, ζήτησαν να αναγνωριστεί η συγκυριότητά τους επί του επιδίκου τμήματος των 15.680,17 τ.μ.
και αναγνωριζομένης της συγκυριότητάς τους επί του επιδίκου τμήματος των 849,74 τ.μ. να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να τους το αποδώσει. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία η υπ' αριθμ. 22/2018 οριστική απόφαση του άνω πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, το οποίο έκρινε ορισμένη και νόμιμη τόσο την αναγνωριστική κυριότητος αγωγή, όσο και την σωρευόμενη στο ίδιο δικόγραφο διεκδικητική (αφορώσα άλλο επίδικο τμήμα) αγωγή, αναγνώρισε τις ενάγουσες συγκυρίες των επιδίκων εδαφικών τμημάτων εμβαδού 15.680,17 τ.μ.
και 849,74 τ.μ. αντίστοιχα και υποχρέωσε τον εναγόμενο να αποδώσει το δεύτερο των άνω τμημάτων εκ 849,74 τ.μ. στις ενάγουσες κατά το ποσοστό συγκυριότητας εκάστης. Ασκηθείσης εφέσεως εκ μέρους του αρχικού εναγομένου, εκδόθηκε από το Μονομελές Εφετείο Πατρών αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία η προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 417/2022 απόφαση με την οποία απορρίφθηκε η μεν σωρευόμενη στο ίδιο δικόγραφο διεκδικητική αγωγή ως μη νόμιμη, η δε αναγνωριστική κυριότητας αγωγή ως κατ' ουσία αβάσιμη.
ΙΙΙ) Aπό το συνδυασμό των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 1000, 1001, 1008 Α.Κ. και 70 Κ.Πολ.Δ., σαφώς συνάγεται, αφενός ότι εκείνος που έχει την κυριότητα επί ακινήτου, μπορεί, εφόσον δεν προσκρούει στο νόμο ή σε δικαιώματα τρίτων, να το διαθέτει κατ' αρέσκεια και να αποκλείει κάθε ενέργεια άλλου πάνω σ' αυτό και, αφετέρου ότι ο κύριος, αν η κυριότητα προσβάλλεται με άλλο τρόπο εκτός από αφαίρεση ή κατακράτηση του πράγματος (οπότε προστατεύεται με την άσκηση διεκδικητικής αγωγής, με αίτημα την απόδοση του αφαιρεθέντος ή καταληφθέντος πράγματος, κατ' άρθρο 1094 Α.Κ.), δικαιούται να ασκήσει την εκ του άρθρου 1108 Α.Κ.
αρνητική αγωγή, σωρεύοντας ως αιτήματα τόσο να αναγνωρισθεί η κυριότητά του επί του επιδίκου, όσο και να υποχρεωθεί εκείνος που την προσβάλλει, να άρει την προσβολή και να την παραλείπει στο μέλλον. Ειδικότερα από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η αρνητική αγωγή ασκείται στην περίπτωση μερικής και όχι ολικής προσβολής της κυριότητας, δηλαδή όταν ο κύριος διαταράσσεται στη νομή που ασκεί επί του πράγματος και όχι όταν προσβάλλεται με άλλο τρόπο, όπως με την αφαίρεση ή κατακράτηση του πράγματος, οπότε προστατεύεται με τη διεκδικητική αγωγή κατ' αυτού που κατέχει το πράγμα (άρθρο 1094 Α.Κ.).
Κάθε πράξη που αποτελεί διατάραξη της νομής είναι συγχρόνως και διατάραξη της κυριότητας, δηλαδή αποτελεί επέμβαση στην κυριότητα, η οποία δικαιολογεί την έγερση της αρνητικής αγωγής, με αίτημα την άρση της προσβολής (εκτελούμενη κατά τον τρόπο που ορίζουν οι διατάξεις των άρθρων 945-946 K.Πολ.Δ.) ή με την παράλειψη της προσβολής (διατάραξης) στο μέλλον (εκτελούμενη κατά τον τρόπο που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 947 Κ.Πολ.Δ.) ή και τα δύο μαζί.
Βάση της αρνητικής αγωγής είναι η κυριότητα ή συγκυριότητα του ενάγοντος επί του πράγματος και η προσβολή αυτής με πράξεις διατάραξης. Διατάραξη δε της κυριότητας (ή συγκυριότητας) αποτελεί κάθε έμπρακτη εναντίωση στο θετικό ή αποθετικό περιεχόμενο της κυριότητας, δηλαδή όταν ο εναγόμενος ενεργεί στο πράγμα πράξεις, τις οποίες μόνο ο κύριος δικαιούται να ενεργήσει ή όταν εμποδίζει τον κύριο να ενεργήσει στο δικό του πράγμα, η δε διατάραξη αυτή έχει ως συνέπεια την μη ελεύθερη και ανενόχλητη χρησιμοποίηση, εκμετάλλευση και απόλαυση ορισμένων μόνο εξουσιών εκ της κυριότητας επί του πράγματος (Ολ.Α.Π. 4/2016, Α.Π. 563/2020, Α.Π. 1202/2019, Α.Π. 1544/2018 Α.Π. 955/2017 Α.Π. 761/2017).
Συγκεκριμένα, θετικά εκδηλώνεται η διατάραξη είτε με πράξη του προσβολέα στο πράγμα, είτε με παρεμπόδιση πράξης του νομέα, ενώ αρνητικά, με παράλειψη, όταν ο προσβολέας δεν προβαίνει στην επιβαλλόμενη ενέργεια προς αποτροπή ή παύση της διατάραξης, όπως συμβαίνει ειδικότερα και όταν αυτός παραλείπει να άρει διαταρακτικό κατασκεύασμα ή αντικείμενο που συνεπάγεται διαρκή και εξακολουθητική παρενόχληση του νομέα στην άσκηση της νομής του.
Ειδικότερα, η ως άνω παρεμπόδιση μπορεί να γίνει με ενέργεια ή παράλειψη και δεν αρκεί μόνη η εκ μέρους του εναγομένου καύχηση, με οιοδήποτε τρόπο, ανυπαρξίας δικαιώματος κυριότητας του ενάγοντος στο πράγμα, η οποία αποτελεί αντικείμενο της αναγνωριστικής, κατά το άρθρο 70 Κ.Πολ.Δ., αγωγής. Έτσι, στην περίπτωση που ο εναγόμενος καυχάται ότι ο ενάγων δεν έχει δικαίωμα κυριότητας στο επίδικο ακίνητο, δικαιούται ο ενάγων, ως έχων έννομο συμφέρον, να ζητήσει την αναγνώριση της κυριότητάς του, όχι όμως και την παύση τέτοιας καύχησης του εναγομένου στο μέλλον (ΑΠ 916/2012).
Εναγόμενος στην αρνητική αγωγή είναι καθένας που με πράξη ή παράλειψη του επηρεάζει την άσκηση της κυριότητας του ενάγοντος. Είναι αδιάφορο αν είναι κύριος, νομέας ή κάτοχος του ακινήτου, από το οποίο προήλθε η διατάραξη, αν αντιποιείται οποιοδήποτε εμπράγματο ή ενοχικό δικαίωμα. Ο ενάγων κύριος του ακινήτου, εκτός από την άρση της διατάραξης και την παράλειψη της διατάραξης στο μέλλον, με απειλή χρηματικής ποινής και προσωπικής κράτησης κατά του εναγομένου που διαταράσσει την κυριότητά του, μπορεί να απαιτήσει και την αναγνώριση της κυριότητάς του, αν αμφισβητείται από τον εναγόμενο, οπότε η αγωγή του έχει χαρακτήρα αρνητικής αγωγής κυριότητας του άρθρου 1108 Α.Κ., στην οποία έχει σωρευτεί και αναγνωριστική αγωγή του δικαιώματος της κυριότητας (ΑΠ 985/2019, ΑΠ 1544/2018, ΑΠ 228/2017).
Εξάλλου, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1094, 1108 του Α.Κ. και 70 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αναγκαία στοιχεία της αναγνωριστικής και της αρνητικής περί κυριότητας ακινήτου αγωγής είναι, εκτός των άλλων, η κυριότητα του ενάγοντος επί του επιδίκου ακινήτου και, συνεπώς, πρέπει να αναφέρεται σ' αυτήν κάποιος προβλεπόμενος από το νόμο τρόπος, με τον οποίο ο ενάγων απέκτησε την κυριότητα του ακινήτου. Επί πλέον, από τις διατάξεις των πιο πάνω άρθρων 1094 και 1108 του Α.Κ. και του άρθρου 218 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι δεν είναι επιτρεπτή η αντικειμενική σώρευση της διεκδικητικής και της αρνητικής αγωγής λόγω αντίφασης μεταξύ τους, αφού η πρώτη προϋποθέτει καθολική προσβολή της κυριότητας με στέρηση της νομής ή κατοχής, ενώ η δεύτερη προϋποθέτει μερική προσβολή, που δεν φθάνει μέχρι την ολική απώλεια της νομής. Συνακόλουθα προς τα ανωτέρω, αν με το αγωγικό δικόγραφο γίνεται επίκληση ολικής παράνομης κατακρατήσεως του ακινήτου εκ μέρους του εναγόμενου και σωρεύεται η διεκδικητική της κυριότητας αγωγή με την αρνητική τοιαύτη, που αφορά το ίδιο ακίνητο, η τελευταία τυγχάνει μη νόμιμη. Κατ' εξαίρεση είναι δυνατή η σώρευση των δύο αγωγών, αν η καθεμία από αυτές αφορά συγκεκριμένο και διαφορετικό τμήμα του ίδιου ακινήτου (ΟλΑΠ 4/2016, ΑΠ 718/2014, ΑΠ 1347/2010).
Εξάλλου για την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 1094 Α.Κ. πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις : 1) δικαίωμα κυριότητας του ασκούντος την διεκδικητική επί του επιδίκου ακινήτου το οποίο απέκτησε με κάποιο προβλεπόμενο από το νόμο (παράγωγο ή πρωτότυπο) τρόπο και 2) η εκ μέρους του εναγομένου νομή ή κατοχή του επιδίκου παράνομα και χωρίς δικαίωμα.
Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α του Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται, μόνον, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.Α.Π 1/2016, 2/2013).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Έτσι ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο α) την αιτίαση ότι η αγωγή, επί της οποίας έκρινε σε πρώτο ή σε δεύτερο βαθμό το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ενώ συνέβαινε το αντίθετο σύμφωνα με το συγκεκριμένο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, αλλά και β) την αιτίαση ότι παραβιάστηκε ορισμένος κανόνας του ουσιαστικού δικαίου με αποτέλεσμα η ένδικη αγωγή να γίνει δεκτή και ως κατ' ουσίαν βάσιμη ή να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν (Α.Π. 1706/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση με την σωρευόμενη στο ίδιο δικόγραφο δικεδικητική αγωγή οι ενάγουσες ισχυριζόμενες ότι ο εναγόμενος κατέλαβε το περιγραφόμενο τμήμα του μείζονος ακινήτου συγκυριότητάς τους, εκτάσεως 849,74 ευρώ, που απέκτησαν με τον αναφερόμενο παράγωγο και πρωτότυπο τρόπο αποβάλλοντας αυτές χωρίς νόμιμο δικαίωμα από τη νομή του, ενοποιώντας το με την όμορη ιδιοκτησία του, και κατέχοντας έκτοτε αυτό παράνομα αρνούμενος να τους το αποδώσει, παρά τις επανειλημμένες διαμαρτυρίες τους, ζήτησαν να αναγνωριστεί η συγκυριότητά τους κατά το αναφερόμενο ποσοστό εκάστης επ' αυτού και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος, να τους το αποδώσει.
Το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του απέρριψε την σωρευόμενη διεκδικητική αγωγή ως μη νόμιμη με τις ακόλουθες παραδοχές:
"Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προεκτεθέν περιεχόμενο της ένδικης από 30-1-2014 (αριθμ. καταθ. ΜΤ/12/14-2-2014) αγωγής του ήδη εφεσιβλήτου- ενάγοντος, οι αναφερόμενες σε αυτήν προσβολές σε βάρος της συγκυριότητας των εναγουσών επί των επιδίκων τμημάτων (και δη καταστροφή τμήματος ξερολιθιάς, είσοδος στο ακίνητο χωρίς άδεια, κοπή κυπαρισσιών, εκχέρσωση, απόρριψη ταμπέλας, σβήσιμο και αναγραφή αρχικών γραμμάτων του ονόματος και επωνύμου ιδιοκτήτη) συνιστούν διατάραξη, δεδομένου ότι διατάραξη της κυριότητας (ή συγκυριότητας) αποτελεί κάθε έμπρακτη εναντίωση στο θετικό ή αποθετικό περιεχόμενο της κυριότητας, δηλαδή όταν ο εναγόμενος ενεργεί στο πράγμα πράξεις, τις οποίες μόνο ο κύριος δικαιούται να ενεργήσει ή όταν εμποδίζει τον κύριο να ενεργήσει στο δικό του πράγμα, η δε διατάραξη αυτή έχει ως συνέπεια την μη ελεύθερη και ανενόχλητη χρησιμοποίηση, εκμετάλλευση και απόλαυση ορισμένων μόνο εξουσιών εκ της κυριότητας επί του πράγματος.......
και όχι αποβολή των εναγουσών από τη συγκυριότητά του επίδικου τμήματος, εφόσον αυτές [ενάγουσες] δεν στερήθηκαν πλήρως τη φυσική εξουσίαση του επίδικου τμήματος, αφού και αληθείς υποτιθέμενες οι ανωτέρω προβολές δεν οδηγούν σε ολική παράνομη κατακράτηση του επίδικου τμήματος του ακινήτου εκ μέρους του εναγομένου, μη αρκούσης της γενικής αναφοράς στο αγωγικό δικόγραφο προς θεμελίωση της σωρευμένης σε αυτήν διεκδικητικής αγωγής, που αφορά το επίδικο τμήμα εμβαδού 849,74 τ.μ., ότι "την επίμαχη έκταση κατέλαβε ο αντίδικος αποβάλλοντάς μας χωρίς νόμιμο δικαίωμα από τη νομή αυτής και ενοποιώντας την με την όμορη ιδιοκτησία του", αφού ουδεμία αναφορά γίνεται στο αγωγικό δικόγραφο πως έλαβε χώρα αυτή η ενοποίηση για να κριθεί αν συνιστά αποβολή.
Επομένως, η εν λόγω, σωρευμένη στο αγωγικό δικόγραφο, διεκδικητική αγωγή είναι μη νόμιμη και ως εκ τούτου απορριπτέα. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη υπ' αριθμ. 22/2-2- 2018 οριστική απόφασή του έκρινε νόμιμη την εν λόγω σωρευμένη στο αγωγικό δικόγραφο διεκδικητική αγωγή και στη συνέχεια την έκανε δεκτή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη, "υποχρέωσε τον εναγόμενο να αποδώσει στις ενάγουσες, το ανωτέρω υπό στοιχείο (2) ακίνητο, κατά το ποσοστό της συγκυριότητας εκάστης" και κήρυξε την απόφαση προσωρινά εκτελεστή κατά τη διάταξή της αυτή, έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να γίνει δεκτή και κατ' ουσίαν η κρινόμενη έφεση του εκκαλούντος-εναγομένου, με την οποία, όπως ήδη έχει αναφερθεί, ζητείται η απόρριψη της εν λόγω αγωγής και κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα του παρόντος δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη οριστική απόφαση, ως προς το κεφάλαιο αυτό και διατάξεις της, και δικασθεί εκ νέου η άνω από 30-1-2014 (αριθ.
εκθ. καταθ. ΜΤ/12/14-2-2014) αγωγή των ήδη εφεσίβλητων - εναγουσών, κατά το ίδιο μέρος, να απορριφθεί ως μη νόμιμη η σωρευμένη στο αγωγικό δικόγραφο διεκδικητική αγωγή.". Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, απορρίπτοντας ως μη νόμιμη την κατά τα άνω διεκδικητική αγωγή των εναγουσών- αναιρεσειουσών που αφορά το επίδικο τμήμα εμβαδού 849,74 τ.μ., με την αιτιολογία ότι δεν αρκεί για τη νομική βασιμότητά της η γενική αναφορά στο αγωγικό δικόγραφο προς θεμελίωση της, ότι "την επίμαχη έκταση κατέλαβε ο αντίδικος αποβάλλοντάς μας χωρίς νόμιμο δικαίωμα από τη νομή αυτής και ενοποιώντας την με την όμορη ιδιοκτησία του", αφού ουδεμία αναφορά γίνεται στο αγωγικό δικόγραφο πως έλαβε χώρα αυτή η ενοποίηση για να κριθεί αν συνιστά αποβολή, υπέπεσε στην εκ του άρθρου 559 αρ. 1 πλημμέλεια της ευθείας παραβάσεως της ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 1094 Α.Κ.
την οποία εσφαλμένα ερμήνευσε απορρίπτοντας ως μη νόμιμη την ερειδόμενη στη διάταξη αυτή δικεδικητική αγωγή καθώς σύμφωνα με όσα στη μείζονα σκέψη της παρούσας απόφασης αναφέρονται, προϋποθέσεις για την εφαρμογή της ως άνω διάταξης είναι μόνο το δικαίωμα κυριότητας του ασκούντος την διεκδικητική επί του επιδίκου ακινήτου αγωγή, το οποίο απέκτησε με κάποιο προβλεπόμενο από το νόμο (παράγωγο ή πρωτότυπο) τρόπο και η εκ μέρους του εναγομένου χωρίς δικαίωμα νομή ή κατοχή του επιδίκου, προϋποθέσεις που συνέτρεχαν κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης, μη αναφερομένης ωστόσο (κατά τις άνω παραδοχές) της προϋπόθεσης "του τρόπου ενοποίησης του επιδίκου στην όμορη ιδιοκτησία του εναγομένου", για να κριθεί αν συνιστά αποβολή.
Συνεπώς ο πρώτος λόγος με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, όπως αυτός εκτιμάται, η εκ του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια της ευθείας παραβάσεως της ρηθείσας ουσιαστικής διάταξης είναι βάσιμος. Ενόψει των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη 417/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών κατά παραδοχή του προαναφερόμενου λόγου της, κατά το μέρος που δίκασε επί της σωρευόμενης διεκδικητικής αγωγής, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναίρεσης που αφορούν στο μέρος αυτό της προσβαλλομένης απόφασης, καθόσον η αναιρετική εμβέλεια του ως άνω λόγου που έγινε δεκτός στο σύνολο τη προσβαλλομένης με την αναίρεση αποφάσεως καθ' ο μέρος έκρινε επί της σωρευόμενης διεκδικητικής αγωγής, καθιστά αλυσιτελή την εξέτασή τους (Α.Π. 1509/2022, 1682/2022, 309/2019).
IV) Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της.
Ως ζητήματα των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο δε αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις, αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δικ., να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (Α.Π. 1798/2022, Α.Π.408/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση οι παραδοχές στις οποίες το δευτεροβάθμιο δικαστήριο στήριξε την εκφερθείσα κρίση του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, της προσβαλλομένης υπ' αριθμ. 417/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πατρών είναι οι ακόλουθες: "Ο Π.
Τ. του Σ. και της Κ., που γεννήθηκε στα ... το έτος 1923, κάτοικος εν ζωή ομοίως, απεβίωσε αδιάθετος (όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα υπ' αριθ. πρωτ. 39/23-10-2013, 571/21-10-2013, 60981/25-10-2013 αντιστοίχως του Ειρηνοδικείου Σαμαίων Κεφαλληνίας, του Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας και του Τμήματος Διαθηκών του Πρωτοδικείου Αθηνών, πιστοποιητικά περί μη δημοσίευσης διαθήκης του ανωτέρω αποβιώσαντος), στα ...
στις ...-1993 (όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο υπ' αριθ. πρωτ. ...-2013 φωτοτυπικό αντίγραφο της υπ' αριθ. .../1993 ληξιαρχικής πράξης θανάτου αυτού που εκδόθηκε από τον Ληξίαρχο Δήμου Κεφαλονιάς) και κατά το χρόνο του θανάτου του κατέλειπε μόνους εν ζωή ευρισκόμενους πλησιέστερους συγγενείς τα δύο τέκνα του, ήτοι 1] τη γεννηθείσα στις ...-1953, πρώτη ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη θυγατέρα του, Α.
συζ. Γ. Γ. το γένος Π. και Α. Τ., 2] τη γεννηθείσα στις ...-1951, δεύτερη ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη, Γ. συζ. Γ. Τ., το γένος Π. και Α. Τ., καθώς και 3] τη γεννηθείσα στις ...-1927 τρίτη ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη, σύζυγό του, Α. χήρα Π. Τ., το γένος Σ. και Σ. Π. (όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο υπ' αριθ. πρωτ. ...-2013 πιστοποιητικό πλησιέστερων συγγενών που εξέδωσε ο Δήμαρχος του Δήμου Κεφαλληνίας), οι οποίες τον κληρονόμησαν κατά τα ποσοστά της εξ αδιαθέτου διαδοχής, ήτοι κατά ποσοστό 3/8 εξ αδιαιρέτου εκάστη των δύο πρώτων εναγουσών και ήδη εφεσίβλητων - θυγατέρων του (κατ' άρθρο 1813 εδ.
α' και εδ. δ' ΑΚ) και κατά ποσοστό 1/4 ή 2/8 εξ αδιαιρέτου (κατ' άρθρο 1820 εδ. α' ΑΚ) η τρίτη ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη-σύζυγός του. Δυνάμει της υπ' αριθ. ...-2013 πράξης αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Ληξουρίου Κεφαλληνίας, Α. Κ. συζ. Λ. Θ., που μεταγράφηκε στις 20-1-2014, στον τόμο 187 και με αύξοντα αριθμό 22 στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ερύσσου Κεφαλληνίας, οι ενάγουσες και ήδη εφεσίβλητες, εκπροσωπούμενες από τον ενεργούντα ως πληρεξούσιο, αντιπρόσωπο και αντίκλητό τους, δικηγόρο Κεφαλληνίας, Λ.
Θ., αποδέχθηκαν την ως άνω επαχθείσα σε αυτές κληρονομιά του ως άνω αποβιώσαντος Π. Τ. του Σ., δηλώνοντας ειδικότερα ότι στην κληρονομιά του ανωτέρω αποβιώσαντος, περιλαμβάνονται εκτός από άλλα ακίνητα και το παρακάτω περιγραφόμενο ακίνητο στο οποίο ο κληρονομούμενος όσο ζούσε είχε πλήρη και αποκλειστική κυριότητα, ήτοι:
Λογγώδες αγροτεμάχιο - βοσκότοπος ευρισκόμενος στην θέση "Μπουγιάνο - Λιβαδειάς" κτηματικής περιφέρειας Τοπικής Κοινότητας Κομιτάτων Δημοτικής ενότητας Ερύσσου του Δήμου Κεφαλονιάς, επιφάνειας είκοσι οκτώ χιλιάδων επτακοσίων εξήντα εννέα τετραγωνικών μέτρων (28.769,00), το οποίο εμφαίνεται στο από Ιουλίου 2013 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Π.
Λ., στο οποίο [τυπογραφικό] υπάρχει υπεύθυνη δήλωση του συντάξαντος αυτό πολιτικού μηχανικού, σύμφωνα με την οποία το πιο κάτω γήπεδο, βρίσκεται εκτός σχεδίου πόλεως, εκτός ορίων οικισμού Κομιτάτων και εκτός Γ.Π.Σ. στην θέση "Μπουγιάνο - Λιβαδιάς" της παραλίας Χοργοτά του Δήμου Κεφαλονιάς, είναι άρτιο κατά κανόνα και οικοδομήσιμο εφόσον γίνει ο καθορισμός του αιγιαλού και της παραλίας σύμφωνα με τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις, ότι εντός του ακινήτου αυτού, δεν διέρχεται ρέμα, ούτε γραμμή υψηλής τάσης (ΔΕΗ) και το ως άνω ακίνητο εμφαίνεται στο προαναφερθέν τοπογραφικό με τα περιμετρικά στοιχεία που περικλείουν την περίμετρό του..........
και συνορεύει.... (ακολουθεί περιγραφή των ορίων) Επίδικα δε είναι δύο εδαφικά τμήματα του ως άνω ακινήτου και συγκεκριμένα: 1] Το ΤΜΗΜΑ 1 που εμφαίνεται στο ως άνω από Ιουλίου 2013 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Π. Λ., με τα στοιχεία ........, εμβαδού 849,74 τ.μ. το οποίο .... (ακολουθεί περιγραφή των ορίων) και 2] τμήμα που βρίσκεται στο δυτικό και κεντρικό μέρος του ως άνω μείζονος ακινήτου, εμβαδού 15.680,17 τ.μ., που εμφαίνεται στο ως άνω από Ιουλίου 2013 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Π.
Λ. με τα στοιχεία .........και συνορεύει ....... (ακολουθεί περιγραφή των ορίων). Ο δε εναγόμενος-εφεσίβλητος δυνάμει του υπ' αριθ. ...-1996 συμβολαίου γονικής παροχής της ψιλής κυριότητας αγροτικού ακινήτου της συμβολαιογράφου Ερύσσου Κεφαλληνίας, Ε. Λ., που μεταγράφηκε νόμιμα την 1-7-1996 στο τόμο 88 και με αύξοντα αριθμό 17 των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ερύσσου Κεφαλληνίας, κατέστη, αιτία γονικής παροχής από τον αληθή κύριο με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας πατέρα του, Σ.
Τ. του Η. και Α., ο οποίος παρακράτησε για τον εαυτό του το δικαίωμα επικαρπίας εφ' όρου ζωής, αρχικά ψιλός κύριος ενός ακινήτου και δη ενός αγροτεμαχίου, το οποίο βρίσκεται στη θέση "Γιαλός" επιφάνειας κατά τον ως άνω τίτλο κτήσης του 4.000 τ.μ. περίπου που απέχει από τον οικισμό 3.000 μ. περίπου και από τη θάλασσα 50 μ.
περίπου και τμήμα του αποτελείται από δωμούς και συνορεύει βόρεια με παλαιά κοινοτική οδό, νότια με ιδιοκτησία αγνώστων, ανατολικά σε πρόσωπο 50 μ. περίπου με θάλασσα και δυτικά με ιδιοκτησία Α. Τ. και μετά τον επισυμβάντα στις ...-2002 θάνατο του επικαρπωτή- πατέρα του, αποκλειστικός κύριος του ανωτέρω ακινήτου.
Σημειωτέον ότι οι α] Η. Τ. του Σ. και της Δ., β] Ε. Τ. του Σ. και της Δ., γ] Μ. Τ. του Σ. και της Δ., δ] Α. χήρα Ν. Κ. το γένος Σ. και Δ. Τ., κατά τη δημόσια στο ακροατήριο συνεδρίαση του Ειρηνοδικείου Σαμαίων κατά τη δικάσιμο της 27-11-2003, προ της έναρξης συζήτησης της από 2-3- 2003 (αριθ. εκθ. καταθ. 3/2003) αγωγή τους ενώπιον αυτού δήλωσαν ότι παραιτούνται του δικογράφου και του δικαιώματος της ως άνω αγωγής τους στρεφόμενης μεταξύ άλλων και κατά του εναγομένου-εκκαλούντος, Η.
Τ. του Σ., τον οποίο αναγνωρίζουν αποκλειστικό κύριο, νομέα και κάτοχο του ανωτέρω ακινήτου, συνταχθέντων των προσκομιζόμενων υπ' αριθ. 28/27-11-2003 πρακτικών συνεδρίασης του ανωτέρω Δικαστηρίου.
Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι στην προσκομιζόμενη ως άνω συμβολαιογραφική πράξη αποδοχής, η οποία έλαβε χώρα είκοσι [20] και πλέον έτη μετά το θάνατο του ως άνω κληρονομουμένου πατρός των δύο πρώτων και συζύγου της τρίτης των εναγουσών και ήδη εφεσιβλήτων, οι τελευταίες ισχυρίζονται ότι το ανωτέρω μείζον ακίνητο, όπως αυτό αποτυπώθηκε στο από Ιουλίου 2013 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Π.
Λ., το οποίο σημειωτέον συντάχθηκε κατ' εντολή τους, αφότου είχαν λάβει χώρα οι επικαλούμενες στην αγωγή τους φερόμενες ως πράξεις προσβολής της συγκυριότητάς του από τον εναγόμενο-εκκαλούντα, δηλ. σε χρόνο που είχε αρχίσει εξωδίκως η διαμάχη τους με τον τελευταίο αναφορικά με τη συγκυριότητα των επίδικων τμημάτων- περιήλθε στον ως άνω κληρονομούμενο Π.
Τ. με έκτακτη χρησικτησία, διατεινόμενες ειδικότερα ότι ο τελευταίος ασκούσε σε αυτό για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των σαράντα ετών πριν από τον θάνατό του, με διάνοια κυρίου, όλες τις πράξεις νομής και κατοχής που αρμόζουν στην φύση και τον προορισμό του. Ο ισχυρισμός τους όμως αυτός δεν αποδείχθηκε.
Ειδικότερα ενόψει του ότι η κυριότητα του ως άνω κληρονομουμένου στα επίδικα τμήματα κατά το χρόνο του θανάτου του, καθώς και η νομή επί αυτού πριν από το θάνατο του, αμφισβητήθηκαν ειδικά από τον εναγόμενο -εφεσίβλητο, δεν αποδείχθηκε από τις έχουσες το σχετικό δικονομικό βάρος ενάγουσες και ήδη εφεσίβλητες ότι ο φερόμενος ως άμεσος δικαιοπάροχός τους Π.
Τ. του Σ. και της Κ., νεμόταν το μείζον ακίνητο συνακόλουθα, κατά τους ισχυρισμούς τους, και τα ως άνω επίδικα τμήματα- με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, δημόσια, ειρηνικά και αδιατάρακτα για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της 40ετίας, ήτοι από το έτος 1950 τουλάχιστον μέχρι και του θανάτου του [1993] συνεχώς και αδιαλείπτως, αφού δεν αποδείχθηκε ότι αυτός το επόπτευε, ούτε ότι το οριοθετούσε σε όλη του την έκταση και τα όρια, ούτε ότι εδίωκε τους επίδοξους καταπατητές του, ούτε ότι επέτρεπε σε βοσκούς της περιοχής να βόσκουν εντός αυτού τα ζώα τους, ούτε ότι προέβαινε σε κοπή ξύλων από αυτό, ούτε ότι συνέλλεγε τον καρπό των διάσπαρτων ελαιοδένδρων και αγραπιδιών, καθόσον οι ανωτέρω επικαλούμενες στο αγωγικό δικόγραφο πράξεις νομής δεν επιβεβαιώνονται από κανένα άλλο προσκομιζόμενο αποδεικτικό μέσο, πλην του εξετασθέντος στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου μάρτυρα, Γ.
Τ., του οποίου όμως η κατάθεση αφενός δεν κρίνεται πειστική ενόψει της σχέσης του ως συζύγου της δεύτερης ενάγουσας αφετέρου αναιρείται από τις προσκομιζόμενες από τον εναγόμενο-εφεσίβλητο ένορκες βεβαιώσεις των: 1] Α. Μ. του Δ., ο οποίος γεννήθηκε το έτος 1955 στα Κομιτάτα όπου έζησε μέχρι το έτος 1952 κι ο πατέρας του ήταν βοσκός στην περιοχή που βρίσκονται τα επίδικα, ενώ σε κοντινή απόσταση από αυτά [επίδικα] υπάρχει ιδιοκτησία της μητέρας του από προίκα και από ιδία αντίληψη καταθέτει μεταξύ άλλων, ότι όλα τα χρόνια που επισκέπτεται την περιοχή δεν έχει δει ούτε τον Π.
Τ. [φερόμενο ως άμεσο δικαιοπάροχο των εναγουσών] ούτε κάποιον από την οικογένεια του να κάνει οτιδήποτε είτε στο κτήμα που ανήκει στον Η. Τ. [εναγόμενο] είτε στο λογγωμένο ακίνητο που βρίσκεται ανατολικό αυτού και γνωρίζει ότι ο Π. Τ. και σήμερα η οικογένεια του έχουν ένα αγροτεμάχιο στη θέση Λιβαδειά που απέχει περίπου στα διακόσια (200) μέτρα από το επίδικο, 2] Α.
Τ. του Κ., ο οποίος γεννήθηκε το έτος 1958 στα Κομιτάτα Σάμης Κεφαλληνίας και η οικογένεια του έχει από κληρονομιά του πατέρα του Κ. δύο (2) αγροτεμάχια στη τοποθεσία "Γιαλός" Κομιτάτων που συνορεύουν με το ακίνητο του εναγόμενου-εκκαλούντος και ότι ανατολικά του ακινήτου του τελευταίου υπάρχει έκταση είκοσι (20) περίπου στρεμμάτων, η οποία είναι λογγωμένη έχει κυπαρίσσια, αγρίλια, πουρνάρια και ότι στην έκταση αυτή δεν έχει δει κανένα να κάνει οτιδήποτε είτε να βόσκει είτε να καλλιεργεί, αλλά ότι έδινε και δίνει εικόνα εγκατάλειψης και ότι ο μάρτυρας αυτός ούτε από τον πατέρα του ούτε από τον παππού του είχε ακούσει ότι η έκταση αυτή ανήκει σε κάποιον συγκεκριμένο ιδιοκτήτη και ειδικότερα ότι ποτέ δεν άκουσε ότι η ως άνω λογγωμένη έκταση ανήκε στην οικογένεια του Π.
Τ., ο οποίος είχε έναν "παλιαγρό" στη θέση Λειβαδιά που απέχει γύρω στα 150-200 μέτρα από το χωράφι του Η. Τ., 3] Ε. Τ. του Χ., ο οποίος γεννήθηκε το έτος 1934 στα ..., όπου έμενε μέχρι το έτος 1949, οπότε μετοίκησε στην Αθήνα και έπειτα στο εξωτερικό, από όπου επέστρεψε στα Κομιτάτα εδώ και σαράντα οκτώ (48) χρόνια και έχει κτήμα στην περιοχή Πέζουλους που απέχει γύρω στα πεντακόσια (500) μέτρα περίπου από το κτήμα του εναγομένου-εκκαλούντος, που βρίσκεται στη θέση "Γιαλός", δίπλα στο οποίο και συγκεκριμένα στα ανατολικά υπάρχει ένα λόγγος γύρω στα είκοσι (20) στρέμματα, στον οποίο όσα χρόνια θυμάται την περιοχή δηλαδή πάνω από εξήντα (60) χρόνια δεν έχει δει να γίνεται το παραμικρό από κανένα, ούτε έχει ακούσει να έχει ιδιοκτήτη το ακίνητο αυτό και ειδικότερα ούτε είδε ποτέ τον Π.
Τ. [φερόμενο ως άμεσο δικαιοπάροχο των εναγουσών], ή κάποιον από την οικογένεια του να κάνουν κάτι στον λόγγο αυτό, 4] Χ. Β. του Π., ο οποίος γεννήθηκε το έτος 1924 στα ... και η αδελφή του Γ. είχε παντρευτεί τον θείο του [εναγομένου-εφεσίβλητου] Η. Τ. και γνωρίζει το ακίνητο του τελευταίου [εναγόμενου] που βρίσκεται στο Γιαλό στα Κομιτάτα, στα ανατολικά του οποίου υπάρχει μια μεγάλη λογγωμένη έκταση περίπου στα 20 στρέμματα, στην οποία όσα χρόνια θυμάται την περιοχή, δηλαδή πάνω από 70 χρόνια, δεν έχει δει ποτέ κανένα να κάνει το παραμικρό ούτε έχει δει σημάδια ότι κάτι γίνεται σε αυτήν και δίνει εικόνα εγκαταλελειμμένου και όλα αυτά τα χρόνια ποτέ δεν άκουσε ποιος είναι ο ιδιοκτήτης της ή αν υπάρχει ιδιοκτήτης και ότι τώρα έμαθε ότι την έκταση αυτή διεκδικούν οι κληρονόμοι του Π.
Τ., όμως ποτέ αυτός δεν τους έχει δει, ούτε τον Π. Τ. όσο ζούσε να κάνουν κάτι μέσα σε αυτήν και 5] Κ. Β. του Ν., ο οποίος γεννήθηκε το έτος 1939 στα Κομιτάτα Ερύσσου Κεφαλληνίας και έχει ιδία αντίληψη της περιοχής των επίδικων τμημάτων διότι από μικρό παιδί (από το έτος 1950 περίπου) πήγαινε στην περιοχή γιατί βοσκούσε πρόβατα βοηθώντας τον πατέρα του και αργότερα και μόνος του και ακόμη και μέχρι σήμερα πηγαίνει και έχει μιλήσει και με τον Π.
Τ., ο οποίος είχε χωράφι στη θέση "Λειβαδιά" και δεν του είπε ότι έχει ιδιοκτησία στη θέση Γιαλός ή παραλία Χοργοτά αλλά ψηλά στη θέση "Λειβαδιά", αλλά ότι ούτε ο ίδιος ο μάρτυρας είχε δει ποτέ τον Π. Τ. ή όποιον άλλο από την οικογένειά του να βρίσκεται μέσα σε κάποιο από τα επίδικα. Άλλωστε και από το προσκομιζόμενο από Ιουνίου 2010 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Ν.
Κ. που συντάχθηκε στα πλαίσια Μελέτης Χάραξης Αιγιαλού Παραλίας της περιοχής Γοργοτά Τ. Δ. Κομιτάτων Ερύσσου Κεφαλληνίας, με επισπεύδοντα για τη χάραξη του Αιγιαλού τον Δήμο Αργοστολιού και χρονολογία αποτύπωσης Σεπτέμβριο του έτους 2009, στον πίνακα ιδιοκτησίας ενώ αποτυπώνεται το όνομα του εναγομένου-εφεσίβλητου στην έκταση υπό τον αριθμό 5, δεν αποτυπώνεται καθόλου το όνομα του φερόμενου ως άμεσου δικαιοπαρόχου των εναγουσών και ήδη εφεσίβλητων, Π.
Τ. του Σ. και της Κ. Από τα ανωτέρω αποδεικνύεται ότι ο φερόμενος ως άμεσος δικαιοπάροχος των εναγουσών και ήδη εφεσίβλητων, Π. Τ. του Σ. και της Κ. δεν έχει καταστεί κύριος των επίδικων τμημάτων με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας και συνεπώς, αυτά δεν αποτελούσαν στοιχεία της κληρονομιαίας περιουσίας αυτού κατά τον επισυμβάντα στις ...-1993 θάνατό του και συνακόλουθα η συννομή των επίδικων τμημάτων δεν μεταβιβάσθηκε μόλις έγινε η επαγωγή της κληρονομιάς στις εξ αδιάθετου κληρονόμους του ως άνω αποβιώσαντος -ενάγουσες και ήδη εφεσίβλητες (κατ' άρθρο 983 ΑΚ), ως αβασίμως διατείνονται στην από 30-1-2014 (αριθ.
εκθ. καταθ. ΜΤ/12/14-2-2014) αγωγή τους, διότι στην προκειμένη περίπτωση δεν αποδείχθηκε κτητική νομή του κληρονομουμένου Π. Τ. του Σ. και της Κ. προσπορίσασα σε αυτόν κυριότητα με έκτακτη χρησικτησία. Η δε προαναφερόμενη υπ' αριθ. ...-2013 πράξης αποδοχής κληρονομιάς από τις ενάγουσες και ήδη εφεσίβλητες και η μεταγραφή αυτής, δεν προσπόρισε σε αυτές συγκυριότητα επί των επίδικων τμημάτων κατά τρόπο παράγωγο, διότι ο ως άνω κληρονομούμενος- φερόμενος ως άμεσος δικαιοπάροχός τους δεν ήταν κύριος των επίδικων αυτών τμημάτων.
Συνεπώς, ο αγωγικός ισχυρισμός τους ότι αυτές κατέστησαν συγκύριες των επίδικων τμημάτων κατά τρόπο παράγωγο πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος. Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι απέκτησαν τη συγκυριότητα των επίδικων τμημάτων ούτε κατά τρόπο πρωτότυπο, δεδομένου ότι η συννομή των επίδικων τμημάτων δεν μεταβιβάσθηκε [πλασματικά] στις ενάγουσες και ήδη εφεσίβλητες, ως εξ αδιάθετου κληρονόμους του Π.
Τ. του Σ. και της Κ., κατά το χρόνο θανάτου του [...-1993], και συνεπώς, δεν μπορούν στην προκειμένη περίπτωση να συνυπολογίσουν στο δικό τους χρόνο νομής, χρόνο νομής του ως άνω φερόμενου δικαιοπαρόχου τους, ενώ δεν αποδεικνύεται ότι έχουν συμπληρώσει δική τους συννομή επί εικοσαετία κατά τους όρους του άρθρου 1045 ΑΚ, επί των επίδικων τμημάτων.
Ειδικότερα δεν αποδείχθηκε ότι από το χρόνο θανάτου του Π. Τ. του Σ. [...-1993] οι ενάγουσες -εφεσίβλητες συννεμήθηκαν τα επίδικα τμήματα. Αντιθέτως αποδείχθηκε ότι το πρώτον οι ενάγουσες και ήδη εφεσίβλητες ενήργησαν εμφανείς υλικές πράξεις επί των επίδικων τμημάτων τον Αύγουστο του έτους 2012, όταν έθεσαν περιμετρικά αυτών τα αρχικά γράμματα "Γ.
Τ." δηλωτικά της ιδιοκτησίας "Γ. Τ.", όταν τοποθέτησαν περίφραξη στη νότια πλευρά του τον Οκτώβριο του έτους 2012. Δεν αποδείχθηκε όμως ότι επιτρέπουν τη χρήση των επίδικων τμημάτων χωρίς αντάλλαγμα σε τσοπάνηδες για βοσκή ζώων, ούτε ότι συλλέγουν τον καρπό των εντός αυτού διάσπαρτων ελαιοδένδρων και αγραπιδιών, ενώ από τις προσκομιζόμενες Βεβαιώσεις Δηλωθείσας Περιουσιακής Κατάστασης των ετών 2010, 2011 και 2012 (η σχετική υποχρέωση δήλωσης στοιχείων ακινήτων [Ε9], είχε επιβληθεί ήδη από 1-1-1995 κατ' εφαρμογή των διατάξεων του Ν. 2238/1994) δηλώνουν ακίνητο στη θέση "Μπουγιανο Λειβαδιας" Ερύσσου Κομιτάτων Κεφαλληνίας έκτασης, 13.769 τ.μ.
ως βοσκότοπο, για το οποίο δεν αποδεικνύεται ότι περιλαμβάνει τα επίδικα τμήματα, ενώ στα προσκομιζόμενα για τα έτη 2014, 2015, 2016, 2017, 2018, 2019 2020 και 2021 πιστοποιητικά ΕΝ.Φ.Ι.Α. [κατ' άρθρο 54 Α χου ν. 4174/2013) δηλώνουν ακίνητο στη θέση "Μπουγιανο Λειβαδιάς" Ερύσσου Κομιτάτων Κεφαλληνίας έκτασης, 11.769 τ.μ. ως βοσκότοπο, για το οποίο δεν αποδεικνύεται ότι περιλαμβάνει τα επίδικα τμήματα.
Από τα ανωτέρω αποδεικνύεται ότι οι ενάγουσες και ήδη εφεσίβλητες δεν έχουν καταστεί συγκυρίες των επιδίκων τμημάτων ούτε με πρωτότυπο τρόπο, τακτική ή έκτακτη χρησικτησία, καθόσον ο χρόνος σύννομης τους [2012], έως το έτος 2014, οπότε άσκησαν τη σωρευόμενη στο από 30-1-2014 (αριθ. έκθ. καταθ. ΜΤ/12/14-2-2014) αγωγικό δικόγραφο αναγνωριστική της [συγ]κυριότητας αγωγή τους για τα επίδικα τμήματα δεν επαρκεί για τη συμπλήρωση 10ετίας, ή 20ετίας, ούτε μπορούν να προσμετρήσουν χρόνο νομής του φερόμενου ως άμεσου δικαιοπαρόχου τους, Π.
Τ. του Σ. και της Κ., αφού αυτός ποτέ δεν χρησιδέσποσε στα επίδικα. Να σημειωθεί δε, επειδή απορρίπτεται η αναγνωριστική της κυριότητας αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, για το λόγο ότι δεν αποδείχθηκε η συγκυριότητα των εναγουσών, καθίσταται περιττή η έρευνα των ενστάσεων του εναγομένου, αφού η απόρριψη της αγωγής που επεδίωξε ο εναγόμενος με την ένστασή του έγινε, γιατί ο ενάγων δεν απέδειξε τα πραγματικά περιστατικά που τη θεμελιώνουν......
Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφαση του έκρινε ότι "οι ενάγουσες απέδειξαν πλήρως τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την αγωγή τους" και έκανε δεκτή την ανωτέρω αναγνωριστική της κυριότητας αγωγή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη και αναγνώρισε τις ενάγουσες συγκυρίες κατά τα αναφερόμενα ποσοστά συγκυριότητας τους, επί των επίδικων εδαφικών τμημάτων, εσφαλμένα τις αποδείξεις εκτίμησε και οι σχετικοί λόγοι της κρινόμενης έφεσης πρέπει να γίνουν δεκτοί ως και κατ' ουσίαν βάσιμοι.".
Ακολούθως, εξαφάνισε και κατά το κεφάλαιό της αυτό την εκκαλουμένη απόφαση και αφού δίκασε επί της αναγνωριστικής αγωγής και έκρινε αυτήν παραδεκτή και νόμιμη, ερειδόμενη στις διατάξεις των άρθρων 974, 976, 983, 999, 1000, 1045, 1113, 1710, 1813 επ, 1193 και 1194 ΑΚ, και 70 Κ.Πολ.Δ ακολούθως την απέρριψε ως αβάσιμη, τόσο κατά την κύρια -την ερειδόμενη σε παράγωγο τρόπο κτήσης κυριότητας βάση της, όσο και κατά την επικουρική την ερειδόμενη σε πρωτότυπο τρόπο κτήση της κυριότητας βάση της.
Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του αναφορικά με την αναγνωριστική κυριότητας αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών για το επίδικο εδαφικό τμήμα εμβαδού 15.680,17 τ.μ. δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις πιο πάνω αναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που αφορούν τη κτήση κυριότητας τόσο με παράγωγο, όσο και με πρωτότυπο τρόπο, ούτε στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον περιέλαβε σ' αυτήν σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων και ειδικότερα με πληρότητα και σαφήνεια εκτίθενται όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του Δικαστηρίου περί της συνδρομής των ως άνω νόμιμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόστηκαν και συγκεκριμένα σχετικά με το ότι το ως άνω επίδικο εδαφικό τμήμα δεν ανήκει στην συγκυριότητα των αναιρεσειουσών την οποία αυτές ουδέποτε απέκτησαν με τους επικαλούμενους εκ μέρους τους παράγωγο και πρωτότυπο τρόπους κτήσεως κυριότητας.
Ειδικότερα, το Εφετείο κατέληξε στο ως άνω συμπέρασμά του διαλαμβάνοντας στις παραδοχές του με πλήρη διεξοδική και σαφή ανάλυση των αιτιολογιών του ότι οι αναιρεσείουσες και η αρχική ήδη αποβιώσασα ενάγουσα μητέρα τους Α. Τ., στη θέση της οποίας υπεισήλθαν ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της, με την νομίμως μεταγεγραμμένη υπ' αριθμ. ...-2013 συμβολαιογραφική πράξη αποδοχής κληρονομιάς αποδέχθηκαν την επαχθείσα σε αυτές κληρονομιά του αποβιώσαντος την ...-1993 Π.
Τ. ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του (τέκνα και σύζυγος αυτού αντίστοιχα) δηλώνοντας ειδικότερα ότι στην κληρονομιά περιλαμβάνεται εκτός των άλλων ακινήτων και το περιγραφόμενο ακίνητο εμβαδού 28.769 τ.μ., τμήμα του οποίου αποτελεί το επίσης περιγραφόμενο επίδικο εμβαδού 15.680,17 τ.μ., στο οποίο ο κληρονομούμενος όσο ζούσε είχε πλήρη και αποκλειστική κυριότητα, ωστόσο οι ήδη αναιρεσείουσες δεν απέκτησαν (συγ)κυριότητα επ' αυτού με παράγωγο τρόπο, δυνάμει της ως άνω πράξης αποδοχής κληρονομιάς, καθώς ο δικαιοπάροχός τους κατά το χρόνο του θανάτου του δεν είχε καταστεί κύριος αυτού με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, και συνεπώς αυτό δεν αποτελούσε στοιχείο της κληρονομιαίας περιουσίας αυτού κατά τον επισυμβάντα στις ...-1993 θάνατό του, αλλά ούτε και με πρωτότυπο τρόπο (τακτική και έκτακτη χρησικτησία) δεδομένου ότι η συννομή των επίδικων τμημάτων δεν μεταβιβάσθηκε (πλασματικά) στις αναιρεσείουσες, ως εξ αδιάθετου κληρονόμους του Π.
Τ., κατά το χρόνο θανάτου του και συνεπώς, δεν μπορούν να συνυπολογίσουν στο δικό τους χρόνο νομής, χρόνο νομής του ως άνω φερόμενου δικαιοπαρόχου τους, ενώ δεν έχουν συμπληρώσει δική τους συννομή επί εικοσαετία κατά τους όρους του άρθρου 1045 ΑΚ, επί του επιδίκου τμήματος, καθώς εμφανείς υλικές πράξεις νομής επί του επίδικου τμήματος ενήργησαν μόλις τον Αύγουστο και τον Οκτώβριο του έτους 2012.
Κατά συνέπεια, με βάση τα παραπάνω, είναι αβάσιμες οι περιλαμβανόμενες στους τρίτο και τέταρτο κατά το αναιρετήριο, λόγους αναίρεσης, αιτιάσεις, με τις οποίες οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση, την αναιρετική εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια της εκ του πλαγίου παράβασης των εφαρμοστέων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, αιτιώμενες ότι με την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τούτων και με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, κατέληξε στο συμπέρασμα, ότι οι ίδιες δεν έχουν καταστεί συγκυρίες του επιδίκου με παράγωγο και με πρωτότυπο τρόπο, παρεκτός του ότι ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, επειδή, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στην ως άνω διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., πλήττεται αποκλειστικά η αναιρετικά ανέλεγκτη περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων ουσιαστική κρίση του Εφετείου (άρθρ. 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.). v) Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 εδάφ.
α` του Κ.Πολ.Δ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν το δικαστήριο λάβει υπόψη αποδεικτικό μέσο που δεν περιλαμβάνεται στα περιοριστικώς καθοριζόμενα από το άρθρο 339 Κ.Πολ.Δ. αποδεικτικά μέσα ή όταν περιλαμβάνεται σ' αυτά, αλλά δεν επιτρέπεται η χρήση του στη συγκεκριμένη περίπτωση (Oλ.Α.Π.2/2008, Α.Π. 1348/2025, Α.Π.1645/2023, Α.Π.1746/2022).
Για το ορισμένο του ως άνω λόγου πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο: α) ποια είναι τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη το δικαστήριο, τα οποία ο νόμος δεν επιτρέπει, β) ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου έχει ληφθεί υπόψη το αποδεικτικό μέσο, που ο νόμος δεν το επιτρέπει και γ) ο λόγος για τον οποίο ήταν ανεπίτρεπτο από το νόμο το αποδεικτικό μέσο (Α.Π.1645/2023, Α.Π.1047/1992).
Περαιτέρω, οι ένορκες βεβαιώσεις στον ειρηνοδίκη ή στον συμβολαιογράφο, που προβλέπονταν από το άρθρο 270 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., και ήδη από τα άρθρα 421 - 424 Κ.Πολ.Δ., όπως αυτά αντικαταστάθηκαν, αρχικώς με το ν. 4335/2015 και στη συνέχεια με το ν. 4842/2021, αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο, σε σχέση με τους μάρτυρες και τα έγγραφα, το οποίο αναφέρεται ρητά και στην περιοριστική απαρίθμηση των νόμιμων αποδεικτικών μέσων του άρθρου 339 Κ.Πολ.Δ., και επομένως πρέπει να μνημονεύονται ειδικά στην απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη, η έλλειψη δε της μνείας αυτών δεικνύει ότι αυτές δεν λήφθηκαν υπόψη (Α.Π.1645/2023, ΑΠ 1055/2019, ΑΠ 779/2019).
Η επίκληση από το διάδικο της ένορκης βεβαίωσης πρέπει να γίνεται με τις προτάσεις της συζητήσεως, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση και να είναι ειδική, ούτως ώστε να προκύπτει από αυτή, ο αριθμός της, ο εξετασθείς μάρτυρας και ο εξετάσας αυτόν και να καθορίζεται ότι έλαβε χώρα νόμιμη κλήτευση του αντιδίκου ή ότι αυτός παραστάθηκε, οπότε στην τελευταία αυτή περίπτωση, η εκ της μη κλητεύσεως ακυρότητα θεραπεύεται (Α.Π.1645/2023, Α.Π.1055/2019, Α.Π.1461/2013).
Με τις διατάξεις των άρθρων 422 και 424 του Κ.Πολ.Δ, τα οποία (άρθρα) εισήχθησαν με την παράγραφο 3 του άρθρου δεύτερου του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 και, κατά την παράγραφο 4 του άρθρου ένατου του άρθρου 1 του ως άνω νόμου, η ισχύς τους αρχίζει από την 01.01.2016, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά σε επιμέρους διατάξεις, ορίζονται τα ακόλουθα: "1.
Ο διάδικος που επιδιώκει τη λήψη ένορκης βεβαίωσης, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο προηγούμενο άρθρο, επιδίδει δύο (2) τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από την βεβαίωση στον αντίδικο κλήση, η οποία αναφέρει την αγωγή, το ένδικο βοήθημα ή μέσο, που αφορά η βεβαίωση, τόπο, ημέρα και ώρα που θα δοθεί, το ονοματεπώνυμο, το επάγγελμα και τη διεύθυνση της κατοικίας του μάρτυρα. 2.
Κατά τη βεβαίωση παρίστανται, εφόσον το επιθυμούν, οι διάδικοι. 3. Δεν επιτρέπεται η λήψη ένορκων βεβαιώσεων πάνω από πέντε (5) για κάθε διάδικο και τρεις (3) για την αντίκρουση" (άρθρο 422) και "Ένορκη βεβαίωση, που δίδεται κατά παράβαση των προηγούμενων διατάξεων, δεν λαμβάνεται καθόλου υπόψη στο πλαίσιο της δίκης για την οποία δόθηκε, ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων" (άρθρο 424).
Επακολούθησε ο ν. 4842/2021, ο οποίος, άρχισε να ισχύει από 1/1/2022, και τροποποίησε τα ανωτέρω άρθρα. Ειδικότερα με το άρθρο 22 τροποποίησε το άρθρο 422 Κ.Πολ.Δ. και κατά την παράγραφο 3 αυτού και μείωσε τον αριθμό των ενόρκων βεβαιώσεων που μπορούν να προσκομίσουν οι διάδικοι, ορίζοντας ότι "3.Δεν επιτρέπεται η λήψη ενόρκων βεβαιώσεων πάνω από τριών (3) για κάθε διάδικο και δύο (2) για την αντίκρουση, για κάθε βαθμό δικαιοδοσίας".
Με τη διάταξη αυτή εισήχθη στην τακτική διαδικασία, ενώπιον κάθε πρωτοβαθμίου ή δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, η χρήση από τους διαδίκους ενόρκων βεβαιώσεων ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, ως ιδιαίτερου αποδεικτικού μέσου (ενώ πλέον κατά το άρθρο 36 του Ν. 3994/13.7.2011 περιλαμβάνονται στα κατά το άρθρο 339 K.Πολ.Δ.
περιοριστικά αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα), εφόσον βέβαια για το αποδεικτικό θέμα επιτρέπονται μάρτυρες και τηρήθηκε η οριζόμενη από τη διάταξη αυτή προϋπόθεση, για την έγκυρη λήψη τους, δηλαδή η προηγούμενη, πριν από δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες κλήτευση του αντιδίκου του διαδίκου, που τις επικαλείται και τις προσκομίζει, παράλληλα δε τέθηκε όριο, ως προς τον αριθμό των ενόρκων βεβαιώσεων, που κάθε διάδικη πλευρά επιτρέπεται να προσκομίσει και το δικαστήριο να λάβει υπόψη.
Το όριο των πέντε ενόρκων βεβαιώσεων πριν την τροποποίηση του άρθρου 422 Κ.Πολ.Δ με το Ν. 4842/2021 και των τριών ομοίων μετά την τροποποίησή του, ισχύει για το σύνολο των αντικειμένων της δίκης που κάθε διάδικο μέρος αποσκοπεί να υποστηρίξει ή να αντικρούσει με τις ένορκες βεβαιώσεις, όπως συμβαίνει στην περίπτωση της αντικειμενικής σώρευσης αγωγών (αρθρ. 218 K.Πολ.Δ.) ή της ανταγωγής (αρθρ. 268 K.Πολ.Δ.).
Επίσης ο ν. 4842/2021 με το άρθρο 23 τροποποίησε το άρθρο 424 Κ.Πολ.Δ. ως ακολούθως: "Ένορκη βεβαίωση σε δίκη για την οποία δίδεται δεν λαμβάνεται υπόψη, ούτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, όταν: α) δεν έχει γίνει εμπρόθεσμη κλήση του αντιδίκου, β) δίδεται ενώπιον άλλου από τα αναφερόμενα στο άρθρο 421 όργανα ή σε διαφορετικό τόπο, ημέρα και ώρα από αυτήν που αναφέρεται στην κλήση, γ) η κλήση δεν αναφέρει το ονοματεπώνυμο του μάρτυρα, την αγωγή, το ένδικο βοήθημα ή μέσο, που αφορά η βεβαίωση, τον τόπο, την ημέρα και την ώρα που θα δοθεί, και δ) όταν παραβιάζεται το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 421.
Ένορκη βεβαίωση κατά παράβαση των λοιπών διατάξεων λαμβάνεται υπόψη, εκτός αν συντρέχει δικονομική βλάβη του αντιδίκου", ενώ με την διάταξη του άρθρου 116 παρ. 1β'Ν. 4842/2021, όπως αυτή τροποποιήθηκε με το άρθρο 65 παρ. 1 Ν. 4871/10-12-2021, ορίστηκε ότι οι διατάξεις (μεταξύ άλλων και) των άρθρων 422 παρ. 3 και 424 εφαρμόζονται και για τις εκκρεμείς υποθέσεις.
Με την τροποποίηση δηλαδή του άρθρου 424 Κ.Πολ.Δ. περιορίστηκαν οι περιπτώσεις, που η ένορκη βεβαίωση δεν λαμβάνεται υπόψη, στην παραβίαση των περιοριστικά αναφερομένων στην διάταξη ουσιωδών παραβάσεων λήψης τους, ενώ για τις λοιπές παραβάσεις, που κρίνονται ως επουσιώδεις, στις οποίες περιλαμβάνεται και η παράβαση της παρ. 3 του άρθρου 422 Κ.Πολ.Δ.
σχετικά με τον αριθμό των ενόρκων βεβαιώσεων που οφείλει να λάβει υπόψη το δικαστήριο, ορίζεται πλέον ότι η ένορκη βεβαίωση λαμβάνεται υπόψη, εκτός αν ο αντίδικος του προσκομίσαντος αυτήν επικαλεσθεί και αποδείξει δικονομική βλάβη του από την παράβαση αυτή (Α.Π. 196/2025 Α.Π. 1348/2024, Α.Π.1503/2024 ). Σημειώνεται ότι οι διατάξεις 422 και 424 Κ.Πολ.Δ.
ως τροποποιήθηκαν με τα άρθρα 22 και 23 του ν. 4842/2021 εφαρμόζονται ως προελέχθη και επί των εκκρεμών υποθέσεων, ήτοι και επί των υποθέσεων στις οποίες έχει ασκηθεί έφεση, η οποία συζητείται μετά την 1-1-2022, κατά τη σαφή αναφορά στη διάταξη του άρθρου 116 παρ. 1β'Ν. 4842/2021, όπως αυτή διορθώθηκε με το άρθρο 65 παρ. 1 Ν. 4871/2021 (ΦΕΚ Α 246/10-12-2021).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στην προσβαλλομένη απόφαση την εκ του άρθρου 559 αρ. 11 περ.α Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψιν και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα τις αναφερόμενες πέντε ένορκες βεβαιώσεις που επικαλέστηκε και προσκόμισε η ήδη αναιρεσίβλητη προς απόδειξη των ισχυρισμών της, ήτοι περισσότερες των τριών πρώτων επικαλουμένων ενόρκων βεβαιώσεων που επιτρέπει ο νόμος, εφόσον η συζήτηση της εφέσεως έλαβε χώρα την 20-1-2022, ήτοι υπό την ισχύ της παρ. 3 του άρθρου 422 Κ.Πολ.Δ.
ως τροποποιήθηκε με τον ν. 4842/2021 με έναρξη ισχύος από 1-1-2022, ήτοι έλαβε υπόψιν του παρά το νόμο απαράδεκτο αποδεικτικό μέσο. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Και τούτο διότι ορθώς το εφετείο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κρίνοντας επί της εφέσεως της ήδη αναιρεσίβητης που συζητήθηκε την 20-1-2022, έλαβε υπόψη, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, μεταξύ των άλλων αποδεικτικών μέσων και τις νομίμως προσκομισθείσες μετ' επικλήσεως από αυτήν (αναιρεσίβλητη) πέντε ένορκες βεβαιώσεις προς απόδειξη των ισχυρισμών της που λήφθηκαν κατόπιν νομότυπης και εμπρόθεσμης κλήτευσης του πληρεξούσιου δικηγόρου των ήδη αναιρεσειουσών, ήτοι τις υπ' αριθ. ...- 2016, ...-2016, ...-2016 και ...-2016 ένορκες βεβαιώσεις των: 1) Α.
Μ. του Δ., 2) Α. Τ. του Κ., 3) Ε. Τ. του Χ., 4) Χ. Β. του Π., αντίστοιχα, ενώπιον της συμβολαιογράφου Αργοστολιού Σ. Τ. και 5)την υπ'αριθ. ...-2022 ένορκη βεβαίωση του Κ. Β. του Ν., ενώπιον της συμβολαιογράφου Σάμης Κεφαλληνίας, Δ. Ζ. η οποία (ένορκη βεβαίωση) ελήφθη μετά τη συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και την έκδοση της εκκαλουμένης, και όχι μόνο τις τρεις πρώτες κατά σειρά επίκλησης, έστω και χωρίς ειδικότερη αιτιολογία, καθώς οι εφεσίβλητοι, ως αντίδικοι της εκκαλούσας που τις προσκόμισε , δεν επικαλέστηκαν (με την προσθήκη αντίκρουση τους) την πρόκληση δικονομικής σε βάρος τους βλάβη από την παραβίαση της άνω διατάξεως της παραγράφου 3 του άρθρου 422 Κ.Πολ.Δ.
σύμφωνα με την οποία δεν επιτρέπεται η λήψη ενόρκων βεβαιώσεων πάνω των τριών (3) από κάθε διάδικο μέρος και δύο (2) για την αντίκρουση, για κάθε βαθμό δικαιοδοσίας, κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 424 Κ.Πολ.Δ. κατά τα προεκτεθέντα, και συνεπώς δεν έλαβε υπόψη του απαράδεκτο μέσο, ήτοι τις από την ήδη αναιρεσίβλητη προσκομισθείσες δύο τελευταίες κατά σειρά επίκλησης ένορκες βεβαιώσεις.
VI) Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11γ' του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338-340 και 346 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, κατά το σχηματισμό της κρίσης του για τους ουσιώδεις πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, οφείλει να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που παραδεκτά προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, διαφορετικά, υποπίπτει στην πλημμέλεια που ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 11γ' του άρθρ. 559 Κ.Πολ.Δ., χωρίς όμως να ελέγχεται η κρίση του ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων και την αξιολόγηση των αποδείξεων γενικά (Ολ.Α.Π. 23/2008).
Ειδικότερα, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (Α.Π. 242/2023, ΑΠ 1208/2019, 779/2019) προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών κατά την ανωτέρω έννοια, δηλαδή, νόμιμων ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.
ΑΠ 42/200), εφόσον βέβαια προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο. Για την ίδρυση του ως άνω λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη του (ΑΠ 242/2023).
Καμιά, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλ' αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη (ΑΠ 779/2019).
Δεν απαιτείται, εξάλλου, να γίνεται παράθεση ως προς το ποία αποδεικτικά μέσα χρησιμοποιήθηκαν για άμεση ή έμμεση απόδειξη ή καθορισμός της βαρύτητας, που αποδόθηκε στο καθένα από αυτά ή της σχέσης και της επιρροής ενός εκάστου αποδεικτικού μέσου στα προς απόδειξη θέματα, ενώ από την αναφορά ορισμένων εξ αυτών, λόγω της ιδιαίτερης σημασίας τους, δεν συνάγεται αναγκαίως ότι τα υπόλοιπα δεν εκτιμήθηκαν. Απαιτείται, όμως, να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της αποφάσεως ότι όλα τα νομίμως προσκομισθέντα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και συνεκτιμήθηκαν για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματος (Ολ.Α.Π. 2/2008, Α.Π. 242/2023). Για την πληρότητα δε του ίδιου λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή του στο δικαστήριο εκείνο προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμου, κατά τα προεκτεθέντα, ισχυρισμού, ο οποίος πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο με παράλληλη αναφορά ότι υπήρξε παραδεκτή επίκλησή του στο δικαστήριο της ουσίας (Α.Π.242/2023).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο κατά το αναιρετήριο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., υποστηρίζουσες οι αναιρεσείουσες ότι το Εφετείο, για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη κρίσιμα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα προσκόμισαν μετ' επικλήσεως στο εκδόν την προσβαλλομένη απόφαση δικαστήριο και δη την ένορκη κατάθεση του εξετασθέντος στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, μάρτυρά τους Γ. Τ., που περιέχεται στα υπ' αριθμ. 22/2018 πρακτικά του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας). Ωστόσο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, όπως βεβαιώνει, και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων Γ. Τ. του Ι. και Α. Τ. του Κ., οι οποίοι εξετάστηκαν πρωτοδίκως ο πρώτος με επιμέλεια των εναγουσών και ο δεύτερος με επιμέλεια του εναγομένου και οι καταθέσεις τους περιέχονται στα, ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας, που προσκομίστηκαν μετ' επικλήσεως.
Συνεπώς από τη ρητή μνεία στην προσβαλλομένη απόφαση ότι έλαβε υπόψη την περιεχόμενη στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας ρηθείσα ως άνω ένορκη κατάθεση του εξετασθέντος με επιμέλεια των αναιρεσειουσών στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου μάρτυρα Γ. Τ. καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι, για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, το Εφετείο έλαβε υπόψη, συναξιολόγησε και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και το ανωτέρω αναφερόμενα ως αγνοηθέν από τις αναιρεσείουσες το οποίο μάλιστα σχολιάζεται ιδιαιτέρως, ενώ, τυγχάνει αναιρετικώς ανέλεγκτη η κρίση του Εφετείου ως προς τη βαρύτητα, που προσέδωσε σε ένα έκαστο εξ αυτών, καθώς ανάγεται στην περί των πραγμάτων κρίση του. Επομένως και ο ερευνώμενος αυτός λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος.
VII) Ο από το άρθρο 559 αριθμός 20 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα, προφανώς διαφορετικά, από εκείνα, που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Παραμόρφωση υπάρχει μόνο όταν το δικαστήριο υποπίπτει ως προς το έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος, δηλαδή σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου ("σφάλμα ανάγνωσης") με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, καθόσον στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 25/2011).
Η παραμόρφωση του εγγράφου μπορεί να γίνει θετικά, με την εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου του εγγράφου ή αρνητικά, με την παράλειψη ανάγνωσης κρισίμων για το αποδεικτέο γεγονός φράσεων αυτού δηλαδή φράσεων που μπορούν να οδηγήσουν σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα. Δεν αρκεί για την ίδρυση του λόγου η εσφαλμένη ανάγνωση του αποδεικτικού, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 Κ.Πολ.Δ.
εγγράφου, αλλά πρέπει επί πλέον το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα (ΟλΑΠ 2/2008, Α.Π. 120/2022, ΑΠ 782/2020, ΑΠ 304/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση με την επίκληση της παραπάνω διατάξεως του αριθμού 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο των προσκομισθέντων μετ' επικλήσεως βεβαιώσεων δηλωθείσας περιουσιακής κατάστασης των ετών 2010, 2011 και 2012, διαλαμβάνοντας στις παραδοχές της ότι "ενώ από τις προσκομιζόμενες Βεβαιώσεις Δηλωθείσας Περιουσιακής Κατάστασης των ετών 2010, 2011 και 2012 (η σχετική υποχρέωση δήλωσης στοιχείων ακινήτων [Ε9], είχε επιβληθεί ήδη από 1-1-1995 κατ' εφαρμογή των διατάξεων του Ν. 2238/1994) δηλώνουν ακίνητο στη θέση "Μπουγιανο Λειβαδι" Ερύσσου Κομιτάτων Κεφαλληνίας έκτασης, 13.769 τ.μ.
ως βοσκότοπο, για το οποίο δεν αποδεικνύεται ότι περιλαμβάνει τα επίδικα τμήματα, ενώ στα προσκομιζόμενα για τα έτη 2014, 2015, 2016, 2017, 2018, 2019 2020 και 2021 πιστοποιητικά ΕΝ.Φ.Ι.Α. [κατ' άρθρο 54 Α του ν. 4174/2013) δηλώνουν ακίνητο στη θέση "Μπουγιανο Λειβαδιάς" Ερύσσου Κομιτάτων Κεφαλληνίας έκτασης, 11.769 τ.μ. ως βοσκότοπο, για το οποίο δεν αποδεικνύεται ότι περιλαμβάνει τα επίδικα τμήματα", αναγιγνώσκοντας εσφαλμένα το περιεχόμενό τους, ως προς δηλούμενα σε αυτά ακίνητα αποδίδοντας στα έγγραφα αυτά διαφορετικό περιεχόμενο.
Ο λόγος αυτός από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 είναι, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, απαράδεκτος, γιατί δεν αφορά σε "διαγνωστικό λάθος" των επικαλούμενων εγγράφων, αλλά στην πραγματικότητα αναφέρεται σε λανθασμένη εκτίμηση του περιεχομένου του εγγράφου αυτού, από την οποία το δικαστήριο κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που οι αναιρεσείουσες θεωρούν ορθό.
Δηλαδή η επικαλουμένη αιτίαση αφορά σε παράπονο αναγόμενο στην ανέλεγκτη αναιρετικά εκτίμηση των αποδείξεων και του περιεχομένου των εγγράφων, ανεξαρτήτως του ότι ο λόγος αυτός είναι και αβάσιμος, γιατί το αποδεικτικό πόρισμα της αποφάσεως ότι οι αναιρεσείουσες δεν είναι συγκύριες του επίδικου εδαφικού τμήματος δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο αυτό.
VIII) Συνακόλουθα και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που έκρινε επί της σωρευόμενης διεκδικητικής κυριότητας αγωγής των αναιρεσειουσών, και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος αυτό για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η σύνθεση από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Επίσης πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στις αναιρεσείουσες (495 παρ.3 Κ.Πολ.Δ.) και να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσίβλητης λόγω της ήττας της τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειουσών που κατέθεσαν προτάσεις και οι οποίες υπέβαλαν σχετικό αίτημα (άρθρ.176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθμ. 417/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών κατά το μέρος που έκρινε επί της διεκδικητικής αγωγής.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από δικαστή άλλο από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την απόδοση του κατατεθέντος παραβόλου στις αναιρεσείουσες.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειουσών, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Ιουλίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Σεπτεμβρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ