Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds for non-examination of substantive issues.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Second Instance Court's decision in a public service fee dispute. The appellant argued the lower court failed to examine a specific employment contract and applied the wrong legal classification to the lawyer. The court ruled the appeal inadmissible because the lower court explicitly rejected the claim on substantive grounds, meaning no factual or legal error regarding the non-examination of the contract could be alleged.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 560 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible when the second instance court rejects the claim on substantive grounds, as no error in non-examination of the case can be alleged in such circumstances.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1597 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1597/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (κωλυομένης της Αντιπροέδρου Μαριάνθης Παγουτέλη), Ελένη Χροναίου, Μαλαματένια Κουράκου Ελπίδα Σιμιτοπούλου και Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 2 Μαΐου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Ε. Τ., για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ε. Π. του Γ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε αυτοπροσώπως, λόγω της δικηγορικής της ιδιότητος, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου, με την επωνυμία "ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΥ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, ως οιονεί καθολικού διαδόχου του ΤΕΙ Πελοποννήσου, που εδρεύει στην Τρίπολη Αρκαδίας, που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Γρηγόριο Λαζαράκου, που ανακάλεσε την δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) παράστασή του και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-1-2019 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας. Εκδόθηκαν η 61/2020 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 29/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10-10-2022 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ελένη Χροναίου. Η αναιρεσείουσα ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 10-10-2022 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη Γραμματεία του εκδόσαντος την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου 23/14-10-2022 και του παρόντος Δικαστηρίου 1964/2022 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η με αριθμό 29/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Eφετείου Καλαμάτας, που εκδόθηκε κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών - διαφορών από αμοιβές (άρθρα 591, 614 και 622 Α' του ΚΠολΔ).
Με την προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν, η από 29-09-2020 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 121/158/30-09-2020 έφεση της ενάγουσας - εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της εκδοθείσας, κατά την ίδια διαδικασία, με αριθμό 61/2020 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, το οποίο είχε δεχθεί εν μέρει, ως βάσιμη κατ' ουσίαν, την από 31-01-2019 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 25/31-01-2019 αγωγή της.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της κατά νόμο διετούς καταχρηστικής προθεσμίας, ως εκ του χρόνου δημοσίευσης της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, καθόσον κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδόσαντος την απόφαση αυτή Δικαστηρίου στις 14-10-2022 και δεν προκύπτει, η με επιμέλεια οποιουδήποτε διαδίκου, επίδοση της απόφασης αυτής, η οποία δημοσιεύθηκε στις 11-03-2021, ούτε άλλωστε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση αυτής (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 - όπως η παρ. 3 αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, ΦΕΚ Α' 87/23-07-2015, με έναρξη ισχύος από 01-01-2016, άρθρο 1 άρθρο ένατο του Ν. 4335/2015 - 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ).
Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και την βασιμότητα των διαλαμβανομένων σε αυτή λόγων αναίρεσης (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Το Σύνταγμα ορίζει, στο μεν άρθρο 4 παρ. 5, ότι: "Οι Έλληνες πολίτες συνεισφέρουν χωρίς διακρίσεις στα δημόσια βάρη, ανάλογα με τις δυνάμεις τους", στο δε άρθρο 25 παρ. 1 και 4, ότι: "1. Τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους...
Οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά, πρέπει να προβλέπονται, είτε απευθείας από το Σύνταγμα, είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας. 4. Το Κράτος δικαιούται να αξιώνει από όλους τους πολίτες την εκπλήρωση του χρέους της κοινωνικής και εθνικής αλληλεγγύης".
Περαιτέρω, στο άρθρο 79 παρ.1 του Συντάγματος ορίζεται ότι: "Η Βουλή κατά την τακτική ετήσια σύνοδό της ψηφίζει τον προϋπολογισμό των εσόδων και εξόδων του Κράτους για το επόμενο έτος" και στο άρθρο 106 παρ. 1 αυτού, ότι: "Για την εδραίωση της κοινωνικής ειρήνης και την προστασία του γενικού συμφέροντος το Κράτος προγραμματίζει και συντονίζει την οικονομική δραστηριότητα στη Χώρα, επιδιώκοντας να εξασφαλίσει την οικονομική ανάπτυξη όλων των τομέων της εθνικής οικονομίας...".
Από το συνδυασμό των ανωτέρω συνταγματικών διατάξεων συνάγεται ότι, σε περιπτώσεις παρατεταμένης οικονομικής κρίσης, ο κοινός νομοθέτης δύναται να θεσπίσει μέτρα περιστολής των δημοσίων δαπανών, που συνεπάγονται σοβαρή οικονομική επιβάρυνση μεγάλων κατηγοριών του πληθυσμού και, ιδίως, όσων λαμβάνουν μισθό ή σύνταξη από το δημόσιο ταμείο, λόγω της άμεσης εφαρμογής και αποτελεσματικότητας των επιβαλλόμενων σε βάρος τους μέτρων, για τον περιορισμό του δημοσίου ελλείμματος.
Η δυνατότητα, όμως αυτή δεν μπορεί να είναι απεριόριστη, αλλά έχει ως όριο τις αρχές της αναλογικότητας, της ισότητας στην κατανομή των δημοσίων βαρών και του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, οι οποίες επιτάσσουν το βάρος της δημοσιονομικής προσαρμογής να κατανέμεται μεταξύ όλων των κατηγοριών απασχολουμένων τόσο στον δημόσιο, όσο και στον ιδιωτικό τομέα, όπως, επίσης, και των ασκούντων ελευθέριο επάγγελμα, δεδομένου, μάλιστα ότι η βιωσιμότητα των δημοσίων οικονομικών είναι προς όφελος όλων.
Και τούτο διότι, ενόψει και της, καθιερούμενης, στο άρθρο 25 παρ. 4 του Συντάγματος, αξίωσης του Κράτους να εκπληρώνουν όλοι οι πολίτες το χρέος της κοινωνικής και εθνικής αλληλεγγύης, δεν είναι επιτρεπτό η επιβάρυνση από τα μέτρα που λαμβάνονται προς αντιμετώπιση της δυσμενούς και παρατεταμένης οικονομικής συγκυρίας, να κατανέμεται πάντοτε σε συγκεκριμένες κατηγορίες πολιτών, ώστε η σωρευτική επιβάρυνση αυτών να είναι ιδιαίτερα μεγάλη και να είναι πλέον εμφανής η υπέρβαση των ορίων της αναλογικότητας και της ισότητας στην κατανομή των δημοσίων βαρών, αντί της προώθησης διαρθρωτικών μέτρων ή της είσπραξης των φορολογικών εσόδων, από τη μη εφαρμογή των οποίων ευνοούνται, κυρίως, άλλες κατηγορίες πολιτών (Ολ.
ΣτΕ 481, 431/2018).
Συνεπώς, ο νομοθέτης, εκτιμώντας τις εκάστοτε επικρατούσες κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες και λαμβάνοντας υπόψη τη δημοσιονομική κατάσταση της Χώρας, δύναται, καταρχήν, να προβαίνει σε αναμόρφωση του μισθολογίου των δημοσίων λειτουργών και υπαλλήλων, εισάγοντας νέες ρυθμίσεις, η συνταγματικότητα των οποίων υπόκειται σε οριακό μόνο έλεγχο εκ μέρους του δικαστή. Η αντίληψη αυτή περί των περιθωρίων εκτίμησης, που απολαμβάνει ο εθνικός νομοθέτης, σε ζητήματα δημοσιονομικής πολιτικής, υιοθετείται και από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Δ.Δ.Α.), το οποίο παγίως δέχεται ότι στο προστατευτικό πεδίο του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. εμπίπτουν μεν οι δεδουλευμένες αποδοχές του δημοσιοϋπαλληλικού δικαίου και η προσδοκία για τη μελλοντική καταβολή τους, εφόσον υφίσταται επαρκής νομική βάση στο εθνικό δίκαιο για την ικανοποίηση των σχετικών αξιώσεων, πλην, με τις διατάξεις αυτές, δεν κατοχυρώνεται δικαίωμα σε διαρκή απόληψη αποδοχών και συντάξεων συγκεκριμένου ύψους (Ε.Δ.Δ.Α., απόφαση της 19.4.2007 Eskelinen κατά Φινλανδίας, απόφαση της 20.3.2012 Panfile κατά Ρουμανίας), εκτός αν συντρέχει περίπτωση διακινδύνευσης της αξιοπρεπούς διαβίωσης του ενδιαφερομένου (Α.Π. 889/2021, Ολ. ΣτΕ 1307/2019, Ολ. ΣτΕ 1308/2019, Ολ. ΣτΕ 481/2018 Ολ. ΣτΕ 668/2012).
Περαιτέρω, με την εμφάνιση της οξύτατης δημοσιονομικής κρίσης στις αρχές του έτους 2010, ο νομοθέτης, εκτιμώντας ότι υφίστατο άμεσος κίνδυνος κατάρρευσης της οικονομίας και χρεοκοπίας της Χώρας και ότι ο μόνος τρόπος για να αντιμετωπισθεί η κατάσταση ήταν η προσφυγή στη χρηματοδοτική υποστήριξη από τα κράτη της Ευρωζώνης και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, έλαβε, έναντι της υποστήριξης αυτής, κυριαρχικώς, σειρά μέτρων περιστολής των δημοσίων δαπανών, μεταξύ των οποίων και η διενέργεια περικοπών και μειώσεων των αποδοχών των υπαλλήλων του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα.
Οι περικοπές και οι μειώσεις αυτές, οι οποίες ξεκίνησαν με την αναδρομική μείωση των αποδοχών, κατά 12% και των επιδομάτων εορτών και αδείας, κατά 30% και τον ορισμό νέου ορίου στις συνολικές αποδοχές των εργαζομένων στο δημόσιο τομέα (άρθρα 1 παρ. 2 και 9, 2 παρ. 1 και 20 παρ. 1 ν. 3833/2010) και συνεχίσθηκαν σε σύντομο χρονικό διάστημα, με την περαιτέρω μείωση των αποδοχών, κατά 8%, καθώς και με την αποσύνδεση του ύψους των επιδομάτων εορτών και αδείας από το βασικό μισθό, την πρόβλεψη, για καθένα από τα επιδόματα αυτά, ενός πάγιου και εκ των προτέρων καθορισμένου ποσού και τη θέσπιση μέγιστου ορίου συνολικών αποδοχών για την επιτρεπτή καταβολή των εν λόγω επιδομάτων (άρθρο τρίτο παρ. 1 και 6 ν. 3845/2010), την εν συνεχεία αναστολή των διατάξεων περί μισθολογικής εξελίξεως των υπαλλήλων (άρθρο 38 παρ. 5 ν. 3986/2011), την αναδρομική μείωση, κατά το ήμισυ, του κινήτρου απόδοσης (άρθρο 55 παρ. 23 περ.
α' του ν. 4002/2011), καθώς και την καθιέρωση νέου ενιαίου μισθολογίου - βαθμολογίου (ν. 4024/2011), με συνέπεια την περαιτέρω περικοπή των αποδοχών, εντάσσονται στις δέσμες μέτρων, που είχαν ως βάση τις προβλέψεις του πρώτου "Μνημονίου Συνεννόησης" και του πρώτου "Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής" (ετών 2012-2015) και απέβλεπαν στην άμεση μείωση των κρατικών δαπανών, για την εξεύρεση πόρων, προς αντιμετώπιση της έκτακτης ανάγκης, στην οποία βρέθηκε η Χώρα.
Για τους λόγους δε αυτούς όπως έχει κριθεί, ειδικώς τα θεσπισθέντα με τους ανωτέρω νόμους 3833/2010, 3845/2010 και 4024/2011 μισθολογικά μέτρα (περικοπές αποδοχών και επιδομάτων) δεν παρίσταντο, καταρχήν, απρόσφορα, και μάλιστα προδήλως, ούτε μη αναγκαία, για την επίτευξη των επιδιωκόμενων με αυτά ως άνω σκοπών (Ολ.
ΣτΕ 3372/2015, Ολ. ΣτΕ 3373/2015, Ολ. ΣτΕ 668/2012). Ειδικότερα, δε, ως προς τα επιδόματα εορτών και αδείας, με τις διατάξεις του άρθρου τρίτου του ν. 3845/2010, ορίσθηκαν τα εξής: ".... 6. Τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας, που προβλέπονται από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη ή ρήτρα ή όρο συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητική απόφαση ή με ατομική σύμβαση εργασίας ή συμφωνία, για λειτουργούς, υπαλλήλους και μισθωτούς, που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των παραγράφων 1 έως και 4,...
καθορίζονται, ως εξής: α) Το επίδομα εορτών Χριστουγέννων σε πεντακόσια (500,00) ευρώ, β) Το επίδομα εορτών Πάσχα σε διακόσια πενήντα (250,00) ευρώ, γ) Το επίδομα αδείας σε διακόσια πενήντα (250,00) ευρώ. Τα επιδόματα του προηγούμενου εδαφίου καταβάλλονται εφόσον οι πάσης φύσεως τακτικές αποδοχές, επιδόματα και αμοιβές, συμπεριλαμβανομένων και των επιδομάτων του προηγούμενου εδαφίου, δεν υπερβαίνουν κατά μήνα, υπολογιζόμενες σε δωδεκάμηνη βάση, τις τρεις χιλιάδες (3.000,00) ευρώ.
Αν με την καταβολή των επιδομάτων του πρώτου εδαφίου της παραγράφου αυτής, οι πάσης φύσεως τακτικές αποδοχές, επιδόματα και αμοιβές υπερβαίνουν το ύψος αυτό, τα επιδόματα του πρώτου εδαφίου της παραγράφου αυτής καταβάλλονται μέχρι του ορίου των τριών χιλιάδων (3.000,00) ευρώ, με ανάλογη μείωσή τους".
Περαιτέρω, με το νόμο 4024/2011 "Συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις, ενιαίο μισθολόγιο - βαθμολόγιο, εργασιακή εφεδρεία και άλλες διατάξεις εφαρμογής του μεσοπρόθεσμου πλαισίου δημοσιονομικής στρατηγικής 2012-2015" (ΦΕΚ Α'226), επιχειρήθηκε η διαμόρφωση ενός ενιαίου συστήματος βαθμολογικών προαγωγών και μισθολογικής εξέλιξης του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης, η οποία είχε ως συνέπεια την περικοπή των αποδοχών των εργαζομένων στο Δημόσιο, στους Ο.Τ.Α.
και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, με σκοπό, κατά τα αναφερόμενα στην αιτιολογική έκθεση, αφενός την άμεση αντιμετώπιση της οξείας δημοσιονομικής κρίσης και την εξυγίανση των δημοσίων οικονομικών και αφετέρου τον εξορθολογισμό του δημοσίου τομέα, την άρση των ανισοτήτων στις συνολικές αμοιβές των υπαλλήλων, την ανταμοιβή της εργασίας, βάσει του παραγόμενου αποτελέσματος, την προσέλκυση ικανού στελεχιακού δυναμικού και την προώθηση των αναπτυξιακών και κοινωνικών προτεραιοτήτων της χώρας.
Στο Κεφάλαιο Δεύτερο του ως άνω νόμου, υπό τον τίτλο "Σύστημα βαθμολογικών προαγωγών και μισθολογικής εξέλιξης των υπαλλήλων του Κράτους, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης Α' και Β' βαθμού και άλλων φορέων του δημόσιου τομέα και συναφείς διατάξεις" και ειδικότερα στο άρθρο 4, το οποίο φέρει τον τίτλο "Πεδίο Εφαρμογής", ορίζονται τα εξής: "1.
Στις διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου υπάγονται οι μόνιμοι και δόκιμοι πολιτικοί υπάλληλοι και οι υπάλληλοι με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (Ι.Δ.Α.Χ.): α) του Δημοσίου, β) των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.), πρώτου και δεύτερου βαθμού, γ) των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) συμπεριλαμβανομένου του Οργανισμού Γεωργικών Ασφαλίσεων (Ο.Γ.Α.).
Επίσης υπάγονται: α) οι εκπαιδευτικοί της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, β) οι υπάλληλοι της Γραμματείας των Δικαστηρίων και Εισαγγελιών, των Έμμισθων Υποθηκοφυλακείων και Κτηματολογικών Γραφείων της χώρας γ) οι ιατροί υπηρεσίας υπαίθρου και οι μόνιμοι αγροτικοί ιατροί, δ) [...], ε)[...], στ. [...], [...]. 2.
Υπάλληλοι και λειτουργοί, που δεν εμπίπτουν ευθέως στις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου, το προσωπικό της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών, καθώς και οι κατηγορίες υπαλλήλων ή λειτουργών, που υπάγονται στο Πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του Μέρους Β' του ν. 3205/2003 (Α' 297), εξαιρούνται από το Πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 17".
Στο άρθρο 22 του ιδίου νόμου και με τον τίτλο "Επέκταση Διατάξεων" [ όπως το άρθρο 22 ίσχυε μέχρι την κατάργησή του με το άρθρο 34 περ. α' του ν. 4354/2015 (ΦΕΚ Α' 176), η έναρξη ισχύος του οποίου είναι από 1.1.2016, σύμφωνα με το άρθρο 35 του ίδιου νόμου ], ορίζεται ότι: "Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, καθορίζονται οι αποδοχές για τους δικηγόρους, με σχέση έμμισθης εντολής, στους φορείς της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του παρόντος νόμου. 2.
Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, καθορίζονται ανάλογα οι αποδοχές του προσωπικού με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α. 3. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, καθορίζονται οι αποδοχές του ειδικού επιστημονικού προσωπικού και των δικηγόρων, με σχέση έμμισθης εντολής των Ανεξάρτητων Διοικητικών ή Ρυθμιστικών Αρχών, της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, της Επιτροπής Λογιστικής Τυποποίησης και Ελέγχων, οι αποδοχές του επιστημονικού προσωπικού του Ινστιτούτου Εκπαιδευτικής Πολιτικής και κάθε αναγκαίο θέμα. 4.
Οι αποφάσεις του παρόντος άρθρου εκδίδονται εντός διαστήματος ενός μηνός από την ημερομηνία έναρξης ισχύος των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου και ισχύουν από την ημερομηνία αυτή. 5. Οι κάθε είδους αποδοχές και επιδόματα των Γενικών και Ειδικών Γραμματέων Υπουργείων και Αποκεντρωμένων Διοικήσεων, καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών.
Μέχρι την έκδοση της ανωτέρω απόφασης εξακολουθούν να καταβάλλονται οι αποδοχές στο ύψος που είχαν διαμορφωθεί". Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 του Ν. 4024/2011, προκύπτει ότι η ισχύς των διατάξεων του Κεφαλαίου Δεύτερου (άρθρα 4 παρ. 1 έως 32) του νόμου αυτού (δηλαδή του ν. 4024/2011) επεκτάθηκε και στους δικηγόρους, που απασχολούνται με σχέση έμμισθης εντολής στους φορείς του άρθρου 4 παρ. 1 του Ν. 4024/2011 και ότι οι αποδοχές τους καθορίζονται με κοινή υπουργική απόφαση (Α.Π. 469/2023, Α.Π. 1254/2018, Α.Π. 574/2021 Α.Π. 1108/2022).
Κατ' επίκληση, δε, της εξουσιοδοτικής διάταξης του άρθρου 22 παρ. 1 του ν. 4024/2011, εκδόθηκε η οικ. 2/17132/0022/28.2.2012 Κοινή Απόφαση των Υπουργών Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών, με τίτλο "Καθορισμός αποδοχών δικηγόρων που παρέχουν υπηρεσίες με σχέση πάγιας και περιοδικής έμμισθης εντολής στους φορείς της παρ. 1 του άρθρου 4 του ν. 4024/2011 (Α' 226)" (ΦΕΚ Β' 498/28.2.2012) [ η οποία σημειωτέον καταργήθηκε με το άρθρο 34 περ.
α' του ν. 4354/2015]. Σύμφωνα με την παρ. 1 αυτής στους δικηγόρους που παρέχουν υπηρεσίες, με σχέση πάγιας και περιοδικής έμμισθης εντολής, στους φορείς της παρ. 1 του άρθρου 4 του ν. 4024/2011, καταβάλλεται βασικός μισθός, ως εξής: α) στους δικηγόρους στο Πρωτοδικείο, ο μισθός του 2ου μισθολογικού κλιμακίου του Ε' βαθμού β) στους δικηγόρους στο Εφετείο, ο μισθός του 2ου μισθολογικού κλιμακίου του Γ' βαθμού και γ) στους δικηγόρους στον Άρειο Πάγο, ο μισθός του Β' βαθμού.
Η εφαρμογή της εν λόγω Κ.Υ.Α. επεκτάθηκε στη συνέχεια και στους δικηγόρους των νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου, που ανήκουν στο Δημόσιο τους Ο.Τ.Α. ή τα Ν.Π.Δ.Δ. Επίσης, στην παράγραφο 2 της ως άνω Κ.Υ.Α., είχε προβλεφθεί η καταβολή επιδομάτων εορτών και αδείας, κατ' αναλογική εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 16 του ν. 4024/2011, σύμφωνα με το οποίο τα επιδόματα εορτών και αδείας επανακαθορίσθηκαν στα ίδια ως άνω ποσά, ως εξής: "1.
Το επίδομα εορτών Χριστουγέννων ορίζεται σε πεντακόσια (500,00) ευρώ και χορηγείται στο ακέραιο, εφόσον ο υπάλληλος μισθοδοτήθηκε ολόκληρο το χρονικό διάστημα από 16 Απριλίου μέχρι 15 Δεκεμβρίου κάθε έτους και καταβάλλεται την 16η Δεκεμβρίου κάθε έτους. 2. Το επίδομα εορτών Πάσχα ορίζεται σε διακόσια πενήντα (250,00) ευρώ και χορηγείται στο ακέραιο, εφόσον ο υπάλληλος μισθοδοτήθηκε ολόκληρο το χρονικό διάστημα από 16 Δεκεμβρίου μέχρι και 15 Απριλίου του επόμενου έτους και καταβάλλεται δέκα ημέρες πριν από το Πάσχα. 3.
Το επίδομα αδείας ορίζεται σε διακόσια πενήντα (250,00) ευρώ και χορηγείται στο ακέραιο, εφόσον ο υπάλληλος μισθοδοτήθηκε ολόκληρο το χρονικό διάστημα από 1ης Ιουλίου μέχρι και 30ης Ιουνίου του επόμενου έτους και καταβάλλεται την 1η Ιουλίου κάθε έτους. 4. Στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο υπάλληλος μισθοδοτήθηκε για χρονικό διάστημα μικρότερο από τα οριζόμενα στις παραγράφους 1, 2 και 3 του άρθρου αυτού, καταβάλλεται τμήμα επιδόματος, ανάλογο με αυτό που αντιστοιχεί στο χρονικό διάστημα της μισθοδοσίας του. 5.
Τα επιδόματα των παραγράφων 1, 2 και 3, καταβάλλονται εφόσον οι πάσης φύσεως μηνιαίες αποδοχές, συμπεριλαμβανομένων και των επιδομάτων αυτών δεν υπερβαίνουν κατά μήνα, υπολογιζόμενες σε δωδεκάμηνη βάση, τα τρεις χιλιάδες (3.000,00) ευρώ. Αν με την καταβολή των επιδομάτων του πρώτου εδαφίου της παραγράφου αυτής, οι πάσης φύσεως μηνιαίες αποδοχές υπερβαίνουν, κατά την ημερομηνία καταβολής τους, το ύψος αυτό, τα επιδόματα αυτά καταβάλλονται μέχρι του ορίου των τριών χιλιάδων (3.000,00) ευρώ, με ανάλογη μείωση τους".
Στη συνέχεια και προς εφαρμογή του εγκριθέντος με το ν. 4046/2012 δεύτερου Μνημονίου Συνεννόησης, δημοσιεύθηκε ο ν. 4093/2012, με τις διατάξεις του οποίου ο νομοθέτης, αφού διαπίστωσε ότι η οικονομική ύφεση συνεχίζεται και ότι η Χώρα εξακολουθεί να έχει συνεχή προβλήματα με τη φορολογική "συμμόρφωση", την είσπραξη ληξιπρόθεσμων οφειλών προς το Κράτος και την προώθηση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, αποφάσισε να λάβει και πάλι, μεταξύ άλλων, ως άμεσο μέτρο για την αντιμετώπιση της παρατεταμένης οικονομικής και δημοσιονομικής κρίσης, την περαιτέρω μείωση των αποδοχών των μισθοδοτουμένων από το Δημόσιο, στο πλαίσιο δε αυτό, με τη διάταξη της περίπτωσης 1 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, καταργήθηκαν πλήρως, από 1.1.2013, τα επιδόματα εορτών και αδείας.
Ειδικότερα, με τη διάταξη αυτή ορίσθηκε ότι: "Τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας, που προβλέπονται από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη, ή ρήτρα ή όρο συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητική απόφαση ή με ατομική σύμβαση εργασίας ή συμφωνία, για λειτουργούς, υπαλλήλους και μισθωτούς του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ., Ν.Π.Ι.Δ.
και Ο.Τ.Α., καθώς και για τα μόνιμα στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων και αντίστοιχους της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος, καταργούνται από 1.1.2013". Όπως προειπώθηκε, από καμία συνταγματική διάταξη ή αρχή δεν κωλύεται, καταρχήν, ο νομοθέτης, εκτιμώντας τις εκάστοτε συνθήκες και λαμβάνοντας υπόψη τη δημοσιονομική κατάσταση της Χώρας, να προβαίνει σε αναμόρφωση του μισθολογίου των δημοσίων λειτουργών και υπαλλήλων, εισάγοντας νέες ρυθμίσεις, οι οποίες υπόκεινται σε οριακό, μόνο, δικαστικό έλεγχο.
Δύναται επομένως, ο νομοθέτης, για λόγους που αυτός εκτιμά και η κατ` ουσίαν αξιολόγηση των οποίων δεν υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο, να θεσπίσει μέτρα περιστολής των δημοσίων δαπανών, που συνεπάγονται οικονομική επιβάρυνση μεγάλων κατηγοριών του πληθυσμού και ιδίως, όσων λαμβάνουν μισθό, σύνταξη ή άλλες παροχές από το δημόσιο ταμείο, λόγω της ανάγκης άμεσης απόδοσης και αποτελεσματικότητας των επιβαλλόμενων μέτρων, για τον περιορισμό του δημοσίου ελλείμματος.
Στις περιπτώσεις δε αυτές, το επίπεδο αξιοπρεπούς διαβίωσης δεν προσδιορίζεται με βάση τις προηγούμενες αποδοχές των προσώπων αυτών, αλλά με βάση τις γενικότερα επικρατούσες συνθήκες και σε συνάρτηση με το επίπεδο διαβίωσης του πληθυσμού της Χώρας εν γένει.
Εν προκειμένω, με την επίμαχη διάταξη του ν. 4093/2012, ο νομοθέτης προέβη στην πλήρη κατάργηση των επιδομάτων εορτών και αδείας για τους λειτουργούς και υπαλλήλους του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα και για τους στρατιωτικούς, ως άμεσο μέτρο για την αντιμετώπιση της, κατά την εκτίμησή του, συνεχιζόμενης οικονομικής και δημοσιονομικής κρίσης.
Το μέτρο, δε, αυτό αποτελεί τμήμα ενός ευρύτερου, ολοκληρωμένου προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής ("Μεσοπρόθεσμο Σχέδιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016") και προώθησης διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων της ελληνικής οικονομίας, το οποίο αποσκοπεί τόσο στην κάλυψη των άμεσων οικονομικών αναγκών της Χώρας και την αντιμετώπιση των ιδιαίτερα αυξημένων ελλειμμάτων, όσο και στη βελτίωση της μελλοντικής δημοσιονομικής κατάστασής της (βλ.
σχετικές αναφορές στο εγκριθέν με το ν. 4046/2012 Μνημόνιο Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής, καθώς και στην αιτιολογική έκθεση του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016), δηλαδή στην εξυπηρέτηση σκοπών, που συνιστούν σοβαρούς λόγους δημοσίου συμφέροντος, δυνάμενους να δικαιολογήσουν, κατ' αρχήν, τη λήψη μέτρων περιστολής μισθολογικών δαπανών του Δημοσίου, δεδομένου ότι συνδέεται με την εκπλήρωση υποχρεώσεων, που απορρέουν από τη συμμετοχή της Ελληνικής Δημοκρατίας στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση.
Εξάλλου, τα επιδόματα εορτών και αδείας δεν συνιστούν απόλυτα προνόμια και ο περιορισμός των αποδοχών των δημοσίων υπαλλήλων, με την κατάργησή τους, δικαιολογείται για λόγους γενικού συμφέροντος, που αποσκοπεί στη διασφάλιση της δημοσιονομικής εξυγίανσης και στη μείωση των δημοσίων δαπανών της Χώρας και, κατά συνέπεια, το μέτρο αυτό ανταποκρίνεται επίσης στους σκοπούς που επιδιώκει η Ευρωπαϊκή Ένωση, δηλαδή στη διασφάλιση της δημοσιονομικής πειθαρχίας των κρατών - μελών, που έχουν ως νόμισμα το ευρώ και στην εξασφάλιση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας της ζώνης του ευρώ.
Επομένως, το επίδικο μέτρο της κατάργησης των επιδομάτων εορτών και αδείας, το οποίο, λόγω της φύσης του, συμβάλλει άμεσα στην περιστολή των δημόσιων δαπανών, τεκμηριώνεται επαρκώς, με βάση τα ανωτέρω στοιχεία, δεν παρίσταται δε απρόσφορο, και μάλιστα προδήλως, για την επίτευξη των επιδιωκόμενων ως άνω σκοπών, ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι δεν ήταν αναγκαίο, δεδομένου ότι με αυτό το μέτρο, το οποίο εφαρμόζεται γενικά σε όλους τους μισθωτούς του δημόσιου τομέα, γίνεται προσπάθεια εξοικονόμησης και περιορισμού των διογκωμένων δαπανών της Γενικής Κυβέρνησης, η οποία υπαγορεύεται από επιταγές της Ευρωπαϊκής Ένωσης, για μείωση του υπερβολικού δημοσίου ελλείμματος (πρβλ.
αποφάσεις ΔΕΕ C-49/18 Carlos Escribano Vindel σκ. 67 και C - 64/16, Associacao Sindical dos Juizes Portugueses, σκ. 49 και 52).
Εξάλλου, κατά τη λήψη του επίμαχου μέτρου της κατάργησης των εν λόγω επιδομάτων εορτών και αδείας, ο νομοθέτης είχε πλήρη επίγνωση, όχι μόνο του εν γένει επιπέδου διαβίωσης του πληθυσμού της Χώρας, αλλά και ειδικά του επιπέδου διαβίωσης των υπαλλήλων του δημοσίου και του ευρύτερου δημοσίου τομέα. Συγκεκριμένα, και όπως προκύπτει από τα δημοσιευμένα και διαθέσιμα στις υπηρεσίες του Ελληνικού Δημοσίου, κατά τον κρίσιμο χρόνο θέσπισης του ν. 4093/2012 (12.11.2012), στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛ.ΣΤΑΤ.), δηλαδή της, κατά τα άρθρα 1 παρ. 2 και 10 του ν. 3832/2010 (ΦΕΚ Α' 38), όπως ισχύει, ανεξάρτητης αρχής, η οποία αποτελεί την εθνική στατιστική αρχή, σύμφωνα με το άρθρο 5 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 223/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 11ης Μαρτίου 2009 (L 87/164) και υπάγεται στον έλεγχο της Βουλής των Ελλήνων, το 2011 το όριο κινδύνου φτώχειας, ανά άτομο, μετά τις κοινωνικές μεταβιβάσεις (ΕΚΑΣ και λοιπά κοινωνικά επιδόματα), είχε διαμορφωθεί στα 6.591,00 ευρώ (βλ.
έκδοση ΕΛ.ΣΤΑΤ., Συνθήκες Διαβίωσης στην Ελλάδα, 2.11.2012), τη στιγμή που το μέσο ετήσιο ισοδύναμο ατομικό εισόδημα ανήρχετο στα 12.637,08 ευρώ (βλ. το από 2.11.2012 Δελτίο Τύπου της ΕΛ.ΣΤΑΤ., με τίτλο "Έρευνα Εισοδήματος και Συνθηκών Διαβίωσης των Νοικοκυριών 2011"). Εξάλλου, κατ’ επίκληση των εξουσιοδοτικών διατάξεων των περ. 9 και 12 της υποπαρ.
Γ.1 της παρ. Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 και της παρ. 1 του άρθρου 22 του ν. 4024/2011, εκδόθηκε η Κοινή Απόφαση οικ.2/844/0022/4.1.2013 του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών και των Υπουργών Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, με τίτλο "Καθορισμός αποδοχών δικηγόρων που παρέχουν υπηρεσίες με σχέση πάγιας και περιοδικής έμμισθης εντολής στους φορείς της περ. 12 της υποπαραγράφου Γ1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του Ν. 4093/2012 (ΦΕΚ Α' 222)" (Β' 43/15.1.2013), στην οποία ορίζεται ότι: "Στους δικηγόρους που παρέχουν υπηρεσίες με σχέση πάγιας και περιοδικής έμμισθης εντολής στους φορείς της περ. 12 της υποπαραγράφου Γ1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του Ν. 4093/2012 (ΦΕΚ Α' 222) επεκτείνεται και έχει ανάλογη εφαρμογή, από 1.1.2013, η υπ? αριθμ. 2/17132/022/28.2.2012 (ΦΕΚ Β' 498) κοινή υπουργική απόφαση, όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει ...".
Παράλληλα, με τον ν. 4024/2011 θεσπίστηκε, όπως εκτέθηκε προηγουμένως, νέο, ενιαίο μισθολόγιο των δημοσίων υπαλλήλων (και του ευρύτερου δημόσιου τομέα), με το βασικό μισθό υπαλλήλου κατηγορίας ΥΕ, με βαθμό ΣΤ, να διαμορφώνεται στα 780,00 ευρώ, τον βασικό μισθό υπαλλήλου κατηγορίας ΔΕ, με βαθμό ΣΤ, να διαμορφώνεται στα 858,00 ευρώ, τον βασικό μισθό υπαλλήλου κατηγορίας ΤΕ, με βαθμό ΣΤ, να διαμορφώνεται στα 1.037,00 ευρώ και τον βασικό μισθό υπαλλήλου κατηγορίας ΠΕ, με βαθμό ΣΤ, να διαμορφώνεται στα 1.092,00 ευρώ (άρθρο 13 του ν. 4024/2011), ενώ με τον ν. 4093/2012 ο κατώτατος βασικός μισθός στον ιδιωτικό τομέα διαμορφώθηκε στα 586,08 ευρώ και το κατώτατο ημερομίσθιο στα 26,18 ευρώ.
Κατά συνέπεια, οι αποδοχές των δημοσίων υπαλλήλων (και του ευρύτερου δημόσιου τομέα) ακόμη και μετά την κατάργηση των επίμαχων επιδομάτων, εξασφάλιζαν αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης, τόσο σε σχέση με όσους διαβιούσαν στα όρια της φτώχειας, όσο και με όσους απασχολούνταν στον ιδιωτικό τομέα, με τον κατώτατο βασικό μισθό και ημερομίσθιο.
Εξάλλου, ενόψει του ότι η εκτίμηση του νομοθέτη, ως προς τα ληπτέα μέτρα, για την αντιμετώπιση της διαπιστωθείσης από αυτόν κρίσιμης κατάστασης, υπόκειται, κατά τα ανωτέρω, σε οριακό μόνο δικαστικό έλεγχο, δεδομένου ότι ο νομοθέτης απολαμβάνει μεγάλης ελευθερίας επιλογής στη χάραξη της οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής, ιδίως όταν η επιλογή αυτή αναφέρεται σε χορήγηση παροχών και εντάσσεται σε πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής, που αποσκοπεί στη δημοσιονομική εξυγίανση, ενόψει των περιορισμένων πόρων του κράτους (βλ.
απόφαση Ε.Δ.Δ.Α., Κουφάκη και ΑΔΕΔΥ κατά Ελλάδος, της 7.5.2013, σκ. 39), τυχόν ύπαρξη εναλλακτικών λύσεων για το νομοθέτη, δεν καθιστά, από μόνη της, μη αιτιολογημένη την επίδικη ρύθμιση, ούτε, άλλωστε, υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο η συγκεκριμένη επιλογή, αν, δηλαδή, ο νομοθέτης επέλεξε τον καλύτερο τρόπο χειρισμού του προβλήματος ή αν έπρεπε να είχε ασκήσει διαφορετικά την εξουσία του (πρβλ.
Ε.Δ.Δ.Α., Κουφάκη και ΑΔΕΔΥ κατά Ελλάδος, σκ. 48). Περαιτέρω, ενόψει της φύσης των επιδομάτων εορτών και αδείας και του λόγου της θέσπισής τους, καθώς και του ύψους, στο οποίο είχαν διαμορφωθεί, κατά τον κρίσιμο χρόνο, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η κατάργησή τους στερείται, προδήλως, εύλογης βάσης, ούτε ότι η επερχόμενη με αυτήν μείωση των συνολικών αποδοχών θέτει σε διακινδύνευση την αξιοπρεπή διαβίωση των υπαλλήλων (πρβλ.
Ολ. ΣτΕ 3404-3406/2014, 3177/2014, πρβλ. και Ε.Δ.Δ.Α., Κουφάκη και ΑΔΕΔΥ κατά Ελλάδος, σκ. 31, 45 και 46). Εξάλλου, εκ μόνου του λόγου ότι άλλες ρυθμίσεις του ν. 4093/2012, οι οποίες αφορούν διαφορετικά θέματα (μισθούς και συντάξεις), κρίθηκαν αντισυνταγματικές, δεν προκύπτει αναγκαίως αντισυνταγματικότητα και της επίδικης ρύθμισης (Α.Π. 899/2021, ΣτΕ Ολ. 1307/2019, 1308/2019).
Αντίθετη εκδοχή θα ισοδυναμούσε με αφηρημένο έλεγχο συνταγματικότητας του νόμου, ο οποίος, σύμφωνα με το Σύνταγμα, δεν έχει ανατεθεί στη Δικαστική εξουσία. Ενόψει αυτών, η διάταξη της περίπτωσης 1 της υποπ. Γ.1 της παρ. Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, με την οποία, κατ` εκτίμηση του δημοσιονομικού κόστους (ετήσια εξοικονόμηση δαπάνης, ποσού 469.600.000,00 ευρώ, βλ.
έκθεση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, που συνόδευε το σχέδιο του ν. 4093/2012, κατά την υποβολή του προς ψήφιση στη Βουλή), καταργήθηκαν τα δώρα εορτών και το επίδομα αδείας, δεν παραβιάζει τη δίκαιη ισορροπία μεταξύ των απαιτήσεων του γενικού συμφέροντος και της προστασίας των δικαιωμάτων των απασχολούμενων σε οργανική θέση δικηγόρων, με σχέση έμμισθης εντολής και με πάγια αντιμισθία σε ν.π.δ.δ.
και, συνεπώς, αυτή δεν αντίκειται στην κατοχυρωμένη, από το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, αρχή της αναλογικότητας, ούτε στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. (Α.Π. 77/2022, Α.Π. 899/2021, Α.Π. 1280/2020, Ολ. ΣτΕ 798/2021, Ολ. ΣτΕ 1307/2019, 1308/2019, Ολ. ΣτΕ 3372/2015). Τέλος, η επίδικη διάταξη δεν αντίκειται στα άρθρα 4 παρ. 5, 5 παρ. 1 και 25 παρ. 1 και 4 του Συντάγματος, δεδομένου ότι πρόκειται για μέτρο που αφορά όλους τους υπαλλήλους του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα, ενώ διαφορετικό είναι το ζήτημα της χορήγησης των επιδομάτων εορτών και αδείας στους υπαλλήλους του ιδιωτικού τομέα, οι οποίοι αποτελούν διαφορετική κατηγορία, σε βάρος της οποίας έχουν επιβληθεί άλλα οικονομικής φύσεως μέτρα (Α.Π. 1022/2023, Α.Π. 469/2023, Α.Π. 77/2022 Α.Π. 1108/2022, Α.Π. 574/2021, Α.Π. 899/2021, Α.Π. 1254/2018, Ολ.
ΣτΕ 798/2021, Ολ. ΣτΕ 1307/2019, 1310/2019). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 εδαφ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.
Α.Π. 1/2016, Ολ. Α.Π. 2/2013, Ολ. Α.Π. 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, ελέγχεται, δηλαδή αν η αγωγή, ένσταση, κ.λ.π., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ή αν, κατά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.
Α.Π. 27/1998), καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, αποκλειστικώς και μόνο, με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (Α.Π. 19/2020, Α.Π. 319/2017, Α.Π. 1420/2013).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός αναίρεσης, αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και, επομένως, προϋποθέτει έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και διατύπωση αποδεικτικού πορίσματος από το δικαστήριο της ουσίας, την οποία (ελάσσονα πρόταση) και πλήττει. Κατά συνέπεια, δεν ιδρύεται ο αναιρετικός αυτός λόγος, αν το Δικαστήριο δεν εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία, όταν, δηλαδή, η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα των αιτιολογιών αναφέρονται, κατά τον οικείο αναιρετικό λόγο, στη σκέψη της απόφασης, με την οποία η αγωγή κρίθηκε νόμιμη ή μη νόμιμη ή αόριστη. Τέλος, δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός, όταν οι ελλείψεις της απόφασης ανάγονται στη μείζονα σκέψη του νομικού συλλογισμού (Ολ. Α.Π. 3/1997, Α.Π. 598/2019, Α.Π. 1482/2019, Α.Π. 1410/2017, Α.Π. 701/2011).
Εξάλλου, με τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, είτε έλαβε υπόψη του πράγματα, που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, είτε δεν έλαβε υπόψη του πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν επίσης ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρο 106 του ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρο 110 παρ. 2 του ΚΠολΔ), ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και άρα, ως ουσιώδεις ισχυρισμοί, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης, που περιέχει παράπονο κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης (Ολ.
Α.Π. 25/2003, Ολ. Α.Π. 3/1997, Ολ. Α.Π. 11/1996, Α.Π. 308/2020, Α.Π. 1446/2019, Α.Π. 1614/2017, Α.Π. 1225/2004), δηλαδή οι ισχυρισμοί, που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (Ολ. Α.Π. 2/1989, Α.Π. 1072/2005). Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού, είναι κάθε περιστατικό, το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί, κατά νόμο, στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (Α.Π. 1795/2008). "Πράγματα" κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης, αποτελούν και οι επιμέρους λόγοι έφεσης ή αντέφεσης που περιέχουν παράπονα κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε αυτοτελής ισχυρισμός του εκκαλούντος ή αντεκκαλούντος ή έγινε δεκτός αυτοτελής ισχυρισμός του αντιδίκου του (Ολ.
Α.Π. 22/2005, Ολ. Α.Π. 11/1996, Α.Π. 845/2011, Α.Π. 1434/2010), όχι όμως και οι λόγοι έφεσης ή αντέφεσης, που αφορούν ισχυρισμούς αρνητικούς της αγωγής (Α.Π. 1462/2019, Α.Π. 248/2019, Α.Π. 650/2017). Επομένως, δεν θεωρούνται "πράγματα", κατά την προαναφερθείσα έννοια, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, της ανταγωγής ή της ένστασης, ούτε οι ισχυρισμοί, που συνιστούν πραγματικά επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, ούτε τα οριζόμενα στο άρθρο 339 του ΚΠολΔ αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων (Α.Π. 237/2019, Α.Π. 598/2019, Α.Π. 261/2016, Α.Π. 87/2013, Α.Π. 1955/2009, Α.Π. 2019/2007), έστω και αν διατυπώνονται υπό τη μορφή λόγου έφεσης (Α.Π. 1566/2017, Α.Π. 87/2013, Α.Π. 701/2008, Α.Π. 625/2008 Α.Π. 558/2008), αλλά ούτε και οι εκπρόθεσμοι, αόριστοι ή γενικώς απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο, ισχυρισμοί, ή απλώς αρνητικοί ή διευκρινιστικοί ισχυρισμοί, δηλαδή ισχυρισμοί που δεν καταλήγουν στην επίκληση έννομης συνέπειας, αφού αυτοί δεν ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (Ολ.
Α.Π. 8/2013, Ολ. Α.Π. 2/1989, Α.Π. 867/1988, Ολ. Α.Π. 3/1997, Α.Π. 1058/1998, Ολ. Α.Π. 14/2004, Α.Π. 179/2019, Α.Π. 76/2016, Α.Π. 139/2014). Επίσης, ο εκ του άνω άρθρου λόγος αναίρεσης, δεν στοιχειοθετείται και απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε, για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.
Α.Π. 12/1997, Ολ. Α.Π. 25/2003, Α.Π. 12/1991 Α.Π. 37/2008, Α.Π. 2102/2007, Α.Π. 2068/2007), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία, εκ του πράγματος, προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή, ως αποδειχθέντων, γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Α.Π. 85/2020, Α.Π. 667/2018, Α.Π. 76/2016), έστω και αν η απόρριψή του δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (Ολ.
Α.Π. 11/1996, Α.Π. 1108/2020, Α.Π. 1266/2020, Α.Π. 50/2020, Α.Π. 1437/2017, Α.Π. 771/2017, Α.Π. 1434/2010, Α.Π. 148/2009). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 11 περ. γ' του ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, συνάγεται ότι ο λόγος αυτός αφορά σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, που εμφιλοχώρησαν κατά το στάδιο της κρίσης του Δικαστηρίου για το ουσία βάσιμο των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών και, συνεπώς, δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία, ώστε να επιβάλλεται η λήψη υπόψη των άνω αποδεικτικών μέσων, αλλά απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη, αφού στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο δεν προβαίνει σε έρευνα των πραγματικών περιστατικών (Ολ.
Α.Π. 3/1997, Α.Π. 460/2019, Α.Π. 149/2016, Α.Π. 1220/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα: Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, Δικηγόρος παρ Αρείω Πάγω, μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Καλαμάτας, στην από 31-01-2019 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 25/31-01-2019 αγωγή της, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας, όπως αυτή παραδεκτώς συμπληρώθηκε, με δήλωσή της, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά και επαναλαμβάνεται στις προτάσεις, που νομότυπα κατέθεσε, εξέθετε ότι δυνάμει της με αριθμό ...-2004 απόφασης του Συμβουλίου του Τεχνολογικού Εκπαιδευτικού Ιδρύματος πρώην Καλαμάτας και νυν Πελοποννήσου και της από 10-02-2004 σύμβασης έμμισθης εντολής, που καταρτίστηκε μεταξύ αυτής και του εναγομένου, στη θέση του οποίου έχει ήδη υπεισέλθει, ως οιονεί καθολικός διάδοχος, το ήδη αναιρεσίβλητο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, με την επωνυμία "ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΥ", προσλήφθηκε ως δικηγόρος, με σχέση έμμισθης εντολής, αμειβόμενη με πάγια αντιμισθία και ορίστηκε Προϊσταμένη της νομικής υπηρεσίας αυτού.
Ότι, έκτοτε, υπηρετεί συνεχώς και αδιαλείπτως, σε οργανική θέση, παρέχοντας τις αναλυτικά εκτιθέμενες στην αγωγή υπηρεσίες της. Ότι, κατά το από 01-01-2013 έως 31-12-2015 χρονικό διάστημα, οι μηνιαίες αποδοχές της ανέρχονταν στο ποσό των δύο χιλιάδων εκατόν ενενήντα έξι (2.196,00) ευρώ, ενώ κατά το χρονικό διάστημα από 01-01-2016 και εφεξής στο ποσό των δύο χιλιάδων διακοσίων οκτώ (2.208,00) ευρώ.
Ότι με την υποπαράγραφο Ε.1 του άρθρου πρώτου του Ν. 4093/2012, τα επιδόματα Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας, όπως αυτά είχαν περικοπεί, κατά ποσοστό 30%, με τις διατάξεις του άρθρου 1 του ν. 3833/2010, με αναδρομική ισχύ από 01-01-2010 και, στη συνέχεια, είχαν οριστεί, δυνάμει των διατάξεων του 3 του ν. 3845/2010 στα ποσά των πεντακοσίων (500,00) ευρώ, για το επίδομα εορτών Χριστουγέννων, διακοσίων πενήντα (250,00) ευρώ, για το επίδομα εορτών Πάσχα και διακοσίων πενήντα (250,00) ευρώ, για το επίδομα αδείας από 01-06-2010 έως 31-12-2012, ρύθμιση η οποία περιλήφθηκε στη διάταξη του άρθρου 16 του Ν. 4024/2011, καταργήθηκαν ολοσχερώς από 01-01-2013.
Ότι η, κατά τα ανωτέρω, κατάργηση των εν λόγω επιδομάτων είναι μη νόμιμη, δοθέντος ότι η ίδια δεν είναι υπάλληλος αλλά υπηρετεί στο εναγόμενο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, ως δικηγόρος με έμμισθη εντολή και, συνεπώς, δικαιούται τα επιδόματα αυτά, βάσει των διατάξεων τόσο του προισχύσαντος Κώδικα Δικηγόρων (Ν.Δ. 3026/1954), όσο και του ισχύοντος Κώδικα Δικηγόρων (Ν. 4194/2013).
Ότι, η διάταξη με την οποία καταργήθηκαν τα ανωτέρω επιδόματα, αντίκειται στα άρθρα 2 παρ. 1, 4 παρ. 1 και 5, 5 παρ. 1, 22, 25 παρ. 1 του Συντάγματος, καθώς και στη διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. και, ως εκ τούτου, είναι αντισυνταγματική και ανίσχυρη. Στη συνέχεια εξέθετε ότι, δυνάμει της διάταξης του άρθρου 38 παρ. 2 του Ν. 3986/2011 και της, κατ' εξουσιοδότησης αυτής εκδοθείσας Υπουργικής Απόφασης, παρανόμως παρακρατήθηκαν από τις μηνιαίες αποδοχές της, τα λεπτομερώς αναφερόμενα στην αγωγή χρηματικά ποσά, υπέρ της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης, για την καταπολέμηση της ανεργίας, περαιτέρω, δε, δυνάμει της με αριθμό Φ 10043/43602/δι8.2592/10-08-2018 υπουργικής απόφασης του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, τέθηκε εισοδηματικό κριτήριο στην περ.
στ' του άρθρου 2 και ότι, ως εκ τούτου βάσει του εισοδήματός της, ουδέποτε θα μπορέσει να αιτηθεί επιδόματος ανεργίας. Ότι τα όργανα του εναγομένου αδικοπράγησαν εις βάρος της, καθώς προέβαιναν σε κρατήσεις, που αφορούν αποκλειστικά υπαλλήλους και όχι δικηγόρους, εφαρμόζοντας αντισυνταγματικές διατάξεις.
Τέλος, εξέθετε ότι, κατά το χρονικό διάστημα που παρείχε τις υπηρεσίες της στο εναγόμενο, δεν έχει λάβει άδεια οποασδήποτε μορφής. Με βάση το ιστορικό αυτό και μετά τον, παραδεκτώς γενόμενο, κατ' άρθρα 223 παρ. 1, 294, 295 παρ. 1 εδ. β' και 297 του ΚΠολΔ, περιορισμό του αρχικά καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής, μόνο στο αναγνωριστικό της σκέλος, με σχετική προφορική δήλωσή της, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και περιέχεται στις έγγραφες προτάσεις της, τις οποίες νομότυπα και εμπρόθεσμα κατέθεσε, κατά τη προφορική συζήτηση της αγωγής, ζήτησε, με κύρια βάση την, εκ της σύμβασης έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία, απορρέουσα ευθύνη του εναγομένου, αλλά και με βάση τις διατάξεις περί αδικοπραξιών (άρθρα 105-106 του Εισ.Ν.Α.Κ.), λόγω αστικής ευθύνης του εναγομένου και επικουρικότερα με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, να αναγνωριστεί ότι το εναγόμενο οφείλει να της καταβάλει, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από το τέλος εκάστου οικονομικού έτους, κατά το οποίο κατέστησαν απαιτητά τα επιμέρους ποσά, άλλως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση:
α) το χρηματικό ποσό των έξι χιλιάδων (6.000,00) ευρώ, που αντιστοιχεί σε οφειλόμενα επιδόματα εορτών και αδείας των ετών 2013 έως και 2018 και ειδικότερα το χρηματικό ποσό των πεντακοσίων (500,00) ευρώ για επίδομα εορτών Χριστουγέννων εκάστου έτους και το χρηματικό ποσό των διακοσίων πενήντα (250,00) ευρώ, τόσο για επίδομα εορτών Πάσχα, όσο και για επίδομα αδείας εκάστου έτους, β) το χρηματικό ποσό των τριών χιλιάδων ογδόντα εννέα αυτώ και είκοσι έξι λεπτών (3.089,26) - μετά από ορθό μαθηματικό υπολογισμό των επιμέρους ποσών - που αντιστοιχεί σε παρακρατήσεις της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης του άρθρου 38 παρ. 2α του ν. 3986/2011, για τα έτη 2013-2018 και το ποσό των χιλίων πεντακοσίων σαράντα τεσσάρων ευρώ και πενήντα οκτώ λεπτών (1.544,58) - μετά από ορθό μαθηματικό υπολογισμό των επιμέρους ποσών - που αντιστοιχεί σε παρακρατήσεις της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης του άρθρου 38 παρ. 2β του ως άνω νόμου, για τα έτη 2013 έως 2018 και συνολικά το χρηματικό ποσό των τεσσάρων χιλιάδων εξακοσίων τριάντα τριών ευρώ και ογδόντα τεσσάρων λεπτών (4.633,84), γ) το συνολικό χρηματικό ποσό των δέκα τριών χιλιάδων διακοσίων δύο (13.202,00) ευρώ, ως αποζημίωση για τη μη χορήγηση από το εναγόμενο σε αυτήν κανονικής άδειας, κατά τα έτη 2013 έως 2018 και, επιπλέον, να καταβάλει εφεξής, για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η σύμβαση έμμισθης εντολής, τα προαναφερόμενα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας.
Τέλος, με δήλωσή της που καταχωρήθηκε στα πρακτικά και επανέλαβε στις προτάσεις που κατέθεσε, σώρευσε επικουρικά, για την περίπτωση απόρριψης του αγωγικού κονδυλίου καταβολής αποζημίωσης, λόγω μη χορήγησης αδείας, αίτημα να αναγνωριστεί ότι το εναγόμενο οφείλει να της καταβάλει χρηματική παροχή, ως υποκατάστατο της μη χορηγηθείσας σε αυτήν αδείας.
Επί της υπόθεσης αυτής, η οποία συζητήθηκε κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών - διαφορών από αμοιβές (άρθρα 591, 614 και 622 Α' του ΚΠολΔ, όπως αυτά ίσχυαν, ενόψει του χρόνου άσκησης της αγωγής, μετά την τροποποίησή τους από το άρθρο 1 - άρθρο τέταρτο του Ν. 4335/2015 - ΦΕΚ Α' 87/23.07.2015, ισχύον για την ειδική αυτή διαδικασία από 01.01.2016, κατά το άρθρο 1 - άρθρο ένατο του Ν. 4335/2015), το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εξέδωσε τη με αριθμό 61/2020 οριστική απόφασή του, με την οποία απέρριψε, για τους ειδικότερα διαλαμβανόμενους λόγους, την αγωγή ως μη νόμιμη, κατά το κεφάλαιο που αφορούσε την επιδίκαση επιδομάτων εορτών και αδείας και ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, ως προς το αίτημα περί αποζημιώσεως για τη μη χορήγηση κανονικής άδειας.
Ομοίως, απέρριψε το ως άνω, προφορικώς υποβληθέν στο ακροατήριο και με τις προτάσεις της, επικουρικό αίτημα, με την ειδικότερη αιτιολογία ότι συνιστά απαράδεκτη μεταβολή του αγωγικού αιτήματος, κατ' άρθρο 223 του ΚΠολΔ. Επίσης, απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή ως προς τη σωρευόμενη βάση της ευθύνης του εναγομένου από αδικοπραξία και, κατά τα λοιπά, αφού έκρινε νόμιμη την κύρια και την επικουρική, από τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, βάσεις της αγωγής, δέχθηκε εν μέρει αυτήν, κατά την κύρια βάση της, ως βάσιμη κατ' ουσίαν, ως προς το κεφάλαιο που αφορούσε τις κρατήσεις για εισφορά αλληλεγγύης του άρθρου 38 παρ. 2 του Ν. 3986/2011 και αναγνώρισε την υποχρέωση του εναγομένου να καταβάλει στην ενάγουσα, για την ως άνω αιτία, το συνολικό χρηματικό ποσό των τεσσάρων χιλιάδων εξακοσίων τριάντα τριών ευρώ και ογδόντα τεσσάρων λεπτών (4.633,84), με το νόμιμο τόκο από την επομένη ημέρα που έγινε η επίδοση της αγωγής μέχρι την ολοσχερή του εξόφληση.
Στη συνέχεια, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο επιλαμβανόμενο της υπόθεσης, μετά την άσκηση της από 29-09-2020 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 121/158/30-09-2020 έφεσης, με την οποία η ενάγουσα - εκκαλούσα παραπονέθηκε για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ζητώντας να γίνει δεκτή αυτή και να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση, με σκοπό να γίνει δεκτή η ένδικη αγωγή της, μόνο κατά τα απορριφθέντα αιτήματα περί επιδίκασης επιδομάτων εορτών και αδείας και αποζημίωσης για τη μη χορήγηση κανονικής άδειας, εξέδωσε την προσβαλλόμενη με αριθμό 29/2021 τελεσίδικη απόφασή του, με την οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση, επικυρώνοντας κατά τούτο την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου.
Ειδικότερα, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μετά από παράθεση των νομικών σκέψεων και διατάξεων, που συγκροτούν τη μείζονα σκέψη του δικανικού του συλλογισμού, έκρινε ότι η ένδικη αγωγή, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο και συγκεκριμένα αναφορικά με το κεφάλαιο για επιδίκαση επιδομάτων (δώρων) εορτών και αδειών, τυγχάνει απορριπτέα ως μη νόμιμη, δεχόμενο, κατ' ακριβή αντιγραφή, τα εξής: "Με τον πρώτο λόγο εφέσεως, η εκκαλούσα [ήδη αναιρεσείουσα ] ισχυρίζεται ότι, καθ' ερμηνεία των διατάξεων του Κώδικα περί Δικηγόρων, ο παρέχων υπηρεσίες με πάγια αντιμισθία δικηγόρος, όπως εν προκειμένω αυτή, ασκεί ελευθέριο επάγγελμα, συνδέεται με τον εντολέα του, ασχέτως αν πρόκειται για ν.π.ι.δ.
ή ν.π.δ.δ., με σχέση εντολής του ιδιωτικού δικαίου, ελευθέρως ανακλητή και όχι με σχέση εξαρτημένης εργασίας ή με υπαλληλική σχέση, δεν εντάσσεται δε στο " διοικητικό προσωπικό " των ν.π.δ.δ. στο οποίο υπηρετεί και, σε καμία περίπτωση, δεν αποτελεί λειτουργό, όπως άλλες κατηγορίες εργαζομένων στο δημόσιο και ευρύτερο δημόσιο τομέα, αφού, μεταξύ άλλων, οι έμμισθοι δικηγόροι, σε αντίθεση με άλλους δημόσιους λειτουργούς, δεν ασκούν δημόσια εξουσία, καθόσον δεν τους έχει ανατεθεί τοιαύτη.
Ενόψει τούτων, η ενάγουσα εκκαλούσα δεν υπάγεται στις διατάξεις του ν. 4093/2012. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Τούτο διότι με τον ως άνω νόμο, όπως και με άλλα νομοθετήματα, με την εμφάνιση της οξύτατης δημοσιονομικής κρίσης, στις αρχές του έτους 2010, ο νομοθέτης, εκτιμώντας ότι υφίστατο άμεσος κίνδυνος κατάρρευσης της οικονομίας και χρεωκοπίας της Χώρας και ότι ο μόνος τρόπος, για να αντιμετωπισθεί η κατάσταση, ήταν η προσφυγή στη χρηματοδοτική υποστήριξη από τα κράτη της Ευρωζώνης και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, έλαβε, έναντι της υποστήριξης αυτής, κυριαρχικώς, σειρά μέτρων περιστολής των δημοσίων δαπανών, μεταξύ των οποίων και η διενέργεια περικοπών και μειώσεων των αποδοχών των υπαλλήλων του Δημοσίου.
Οι περικοπές και οι μειώσεις αυτές, οι οποίες ξεκίνησαν με την αναδρομική μείωση των αποδοχών, κατά 12% και των επιδομάτων εορτών και αδείας, κατά 30% και τον ορισμό νέου ορίου στις συνολικές αποδοχές των εργαζομένων στον δημόσιο τομέα (άρθρα 1 παράγραφοι 2 και 9, 2 παρ. 1 και 20 παρ. 1 του ν. 3833/2010) και συνεχίσθηκαν σε σύντομο χρονικό διάστημα, με την περαιτέρω μείωση των αποδοχών, κατά 8% και με την αποσύνδεση του ύψους των επιδομάτων εορτών και αδείας από το βασικό μισθό, την πρόβλεψη, για καθένα από τα επιδόματα αυτά, ενός πάγιου και εκ των προτέρων καθορισμένου ποσού και τη θέσπιση μέγιστου ορίου συνολικών αποδοχών, για την επιτρεπτή καταβολή των εν λόγω επιδομάτων (άρθρο τρίτο παράγραφοι 1 και 6 του ν. 3845/2010), την εν συνεχεία αναστολή των διατάξεων περί μισθολογικής εξελίξεως των υπαλλήλων (άρθρο 38 παρ. 5 του ν. 3986/2011), την αναδρομική μείωση, κατά το ήμισυ, του κινήτρου απόδοσης (άρθρο 55 παρ. 23 περίπτ.
α' του ν. 4002/2011), καθώς και την καθιέρωση νέου ενιαίου μισθολογίου - βαθμολογίου (ν. 4024/2011), με συνέπεια την περαιτέρω περικοπή των αποδοχών, εντάσσονται στις δέσμες μέτρων, που είχαν ως βάση τις προβλέψεις του πρώτου " Μνημονίου Συνεννόησης " και του πρώτου " Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής " (ετών 2012-2015) και απέβλεπαν στην άμεση μείωση των κρατικών δαπανών, για την εξεύρεση πόρων, προς αντιμετώπιση της έκτακτης ανάγκης, στην οποία βρέθηκε η Χώρα.
Για τους λόγους δε αυτούς [...], ειδικώς τα θεσπισθέντα με τους ανωτέρω νόμους 3833/2010 3845/2010 και 4024/2011 μισθολογικά μέτρα (περικοπές αποδοχών και επιδομάτων), δεν παρίσταντο καταρχήν απρόσφορα και μάλιστα προδήλως, ούτε μη αναγκαία για την επίτευξη των επιδιωκόμενων με αυτά, ως άνω σκοπών. Στο σημείο δε αυτό πρέπει να λεχθεί ότι, όσον αφορά τους απασχολούμενους με σύμβαση έμμισθης εντολής δικηγόρους, στους φορείς της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του ν. 4024/2011, υπήρξε ρητή επέκταση των διατάξεων του ως άνω νόμου, με τη διάταξη του άρθρου 22 αυτού και την έκδοση της Κ.Υ.Α. 2/17132/0022/28-2-2012 (Β' 498) [...].
Στη συνέχεια δε και προς εφαρμογή του εγκριθέντος με το ν. 4046/2012 δεύτερου Μνημονίου Συνεννόησης, δημοσιεύθηκε ο ν. 4093/2012, με τις διατάξεις του οποίου ο νομοθέτης, αφού διαπίστωσε ότι η οικονομική ύφεση συνεχίζεται και ότι η Χώρα εξακολουθεί να έχει συνεχή προβλήματα με τη φορολογική " συμμόρφωση ", την είσπραξη ληξιπρόθεσμων οφειλών προς το Κράτος και την προώθηση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, αποφάσισε να λάβει και πάλι, μεταξύ άλλων, ως άμεσο μέτρο για την αντιμετώπιση της παρατεταμένης οικονομικής και δημοσιονομικής κρίσης, την περαιτέρω μείωση των αποδοχών των μισθοδοτούμενων από το Δημόσιο, στο πλαίσιο δε αυτό, με την επίμαχη διάταξη της περίπτωσης 1 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του εν λόγω ν. 4093/2012, καταργήθηκαν πλήρως, από 1-1-2013 τα επιδόματα εορτών και αδείας, για όλους τους λειτουργούς και υπαλλήλους, που αμείβονται από το δημόσιο ταμείο.
Μάλιστα δε δυνάμει της εξουσιοδοτικής διάταξης του άρθρου πρώτου παραγρ. Γ' υποπαρ. Γ1 περ. 12 του ν. 4093/2013, ενόψει της γενικότητας της διατυπώσεώς της και του εκτεθέντος σκοπού του νόμου, ήτοι του εξορθολογισμού του βαθμολογικού και μισθολογικού καθεστώτος όλων των απασχολουμένων στον στενότερο και ευρύτερο δημόσιο τομέα, δια της καθιερώσεως κοινών κανόνων βαθμολογικής και μισθολογικής εξελίξεως αυτών, προς αντιμετώπιση της σοβαρής δημοσιονομικής κρίσεως, εκδόθηκε η κοινή απόφαση οικ. 2/844/0022/4-1-2013 του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών και των Υπουργών Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, με τίτλο " Καθορισμός αποδοχών δικηγόρων που παρέχουν υπηρεσίες με σχέση πάγιας και περιοδικής έμμισθης εντολής στους φορείς της περ. 12 της υποπαραγράφου Γ1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 (ΦΕΚ Α'222 " (Β' 43/15-1-2013).
Με την απόφαση αυτή επεκτάθηκε και στους δικηγόρους, οι οποίοι παρέχουν υπηρεσίες με σχέση έμμισθης εντολής στα ν.π.ι.δ., που ανήκουν στο Κράτος, Ν.Π.Δ.Δ., Ο.Τ.Α., κ.λ.π. ή σε επιχειρήσεις που χρηματοδοτούνται κατά 50% τουλάχιστον από τους φορείς αυτούς, το μισθολογικό καθεστώς των παρεχόντων υπηρεσίες με σχέση έμμισθης εντολής δικηγόρων στο Δημόσιο, τα Ν.Π.Δ.Δ.
και τους Ο.Τ.Α., το οποίο καθορίστηκε με την κ.υ.α. 2/17132/0022/28-2-2012 [...]". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μετά από επικύρωση της ομοίως αποφανθείσας απόφασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, το οποίο είχε απορρίψει ως μη νόμιμη την αγωγή, κατά το κεφάλαιο που αφορούσε την επιδίκαση επιδομάτων εορτών και αδείας, απέρριψε κατ' ουσίαν την ένδικη έφεση.
Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, τις οποίες αντιθέτως, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε. Ειδικότερα, με το παραπάνω περιεχόμενο και αιτήματα και σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις, που αναλυτικά αναπτύχθηκαν στην προεκτεθείσα μείζονα σκέψη της παρούσας, η ένδικη αγωγή, κατά το κεφάλαιο περί επιδίκασης επιδομάτων (δώρων) Χριστουγέννων και Πάσχα και επιδομάτων αδείας των επιδίκων ετών, δεν είναι νόμιμη, διότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, που είναι έμμισθος δικηγόρος με πάγια αντιμισθία στο εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο, υπάγεται στις διατάξεις του Ν. 4024/2011 περί ενιαίου μισθολογίου, στην υπ' αριθ.
Κ.Υ.Α. οικ. 2/17132/00222 /28.2.2012 (ΦΕΚ Β' 498/28.2.2012) που ορίζει ρητά ότι εφαρμόζεται και στους έμμισθους δικηγόρους των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και στην Κ.Υ.Α. οικ. 2/844/0022/4.1.2013, που εκδόθηκε κατ? επίκληση των διατάξεων των περ. 9 και 12 της υποπαραγράφου Γ1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του Ν. 4093/2012 (Α' 222) [Μεσοπρόθεσμο] και του άρθρου 22 παρ. 1 του Ν. 4024/2011 (Α' 226) [ Ενιαίο Μισθολόγιο - βαθμολόγιο ] και με την οποία επεκτάθηκε στους δικηγόρους, οι οποίοι παρέχουν υπηρεσίες με σχέση έμμισθης εντολής στα ν.π.ι.δ., που ανήκουν στο Κράτος, Ν.Π.Δ.Δ., Ο.Τ.Α., κ.λ.π.
ή σε επιχειρήσεις που χρηματοδοτούνται κατά 50% τουλάχιστον από τους φορείς αυτούς, το μισθολογικό καθεστώς των παρεχόντων υπηρεσίες με σχέση έμμισθης εντολής δικηγόρων στο Δημόσιο, τα Ν.Π.Δ.Δ. και τους Ο.Τ.Α., το οποίο καθορίσθηκε με την Κ.Υ.Α. 2/17132/0022/28.2.2012 (Β' 498) (βλ. σχετ. Α.Π. 1022/2023, Α.Π. 469/2023, Ολ. ΣτΕ 3373/2015), αποβλέπει δε στον εξορθολογισμό του μισθολογικού καθεστώτος και την ενιαία αντιμετώπιση των δικηγόρων, που υπηρετούν με σχέση έμμισθης εντολής στον δημόσιο τομέα, εν γένει, στα πλαίσια ευρύτερου προγράμματος αντιμετώπισης της σοβούσας δημοσιονομικής κρίσης.
Επομένως, ο πρώτος λόγος της ένδικης αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, με στοιχεία ΙΙ.2.Α.1, από το άρθρο 559 αριθμός 1 εδαφ. α' του ΚΠολΔ και από το άρθρο 559 αριθμός 8 του ΚΠολΔ (και ανεξάρτητα από την επικαλούμενη και εσφαλμένη νομική θεμελίωσή του και στον αριθμό 560 αριθμός 5 του ΚΠολΔ), με τον οποίο η αναιρεσείουσα Δικηγόρος υποστηρίζει τα αντίθετα και αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση, την πλημμέλεια ότι το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε ευθέως τις προρρηθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, κατά τα ειδικότερα στο ως άνω λόγο αναίρεσης σχετικώς διαλαμβανόμενα και ότι δεν έλαβε υπόψη τον προταθέντα με την αγωγή της ισχυρισμό ότι η θέση της στο εναγόμενο ως δικηγόρου με έμμισθη εντολή, ήταν διακριτή από αυτή του δημοσίου υπαλλήλου ή του δημοσίου λειτουργού, ότι στην περίπτωσή της ισχύουν οι διατάξεις του άρθρου 1 του ν.1082/1980 και της εκδοθείσας Κ.Υ.Α. 19040/1981 και ότι, ως εκ τούτου, δεν ήταν δυνατόν να υπαχθεί στις διατάξεις της υποπαραγράφου Γ1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του Ν. 4093/2012, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Εξάλλου, στο άρθρο 44 του νέου Κώδικα Δικηγόρων (ν. 4194/2013 - ΦΕΚ Α' 208/27-09-2013) με τίτλο: "Αποδοχές έμμισθου δικηγόρου" ορίζονται τα εξής: "1. Ο δικηγόρος για τις παρεχόμενες με έμμισθη εντολή υπηρεσίες του αμείβεται με πάγιες μηνιαίες αποδοχές, που καθορίζονται με ελεύθερη συμφωνία με τον εντολέα του και οι οποίες δεν μπορούν να είναι κατώτερες των εκάστοτε ισχυουσών κατώτατων νόμιμων αποδοχών υπαλλήλου του ιδιωτικού τομέα ανάλογων επιστημονικών προσόντων. 2.
Οι αποδοχές των δικηγόρων που παρέχουν τις υπηρεσίες τους στο Δημόσιο, στους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) πρώτου και δεύτερου βαθμού και στα νομικά πρόσωπα δημόσιου δικαίου, στα οποία συμπεριλαμβάνεται και ο Οργανισμός Γεωργικών Ασφαλίσεων, καθορίζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Οικονομικών, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις" ενώ στο άρθρο 46 παρ.1 του νέου Κώδικα ορίζονται τα εξής: "1.
Οι διατάξεις για τη χορήγηση ετήσιας άδειας και επιδόματος αδείας που ισχύουν για τους υπαλλήλους στον ιδιωτικό τομέα ισχύουν και για τους έμμισθους δικηγόρους ...". Τέλος, στην παρ. 1 του άρθρου 166 αυτού ορίζεται ότι: "1. Οι διατάξεις του Κώδικα είναι ειδικές έναντι κάθε άλλης διάταξης...".
Στην προκειμένη περίπτωση, με τους ενιαία εξεταζόμενους, πρώτο λόγο του αναιρετηρίου κατά το δεύτερο, με στοιχεία ΙΙ.2.Α.2α, σκέλος αυτού, από τον αριθμό 559 αριθμός 1 εδαφ. α' του ΚΠολΔ (και ανεξάρτητα από την επικαλούμενη και εσφαλμένη νομική θεμελίωσή του και στον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ), τέταρτο, με στοιχεία ΙΙ.2.Α.3, σκέλος αυτού και σε συνάφεια και συνάρτηση με το πρώτο σκέλος αυτού, που κατά το νοηματικό του περιεχόμενο (και ανεξάρτητα από την επικαλούμενη και εσφαλμένη νομική θεμελίωσή του στον αριθμό 560 αριθμός 5 του ΚΠολΔ) στηρίζει τον από τον αριθμό 8 εδαφ.
β' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης και με τον τρίτο, με στοιχεία ΙΙ.2.Γ. λόγο αναίρεσης, κατ' εκτίμηση από τον αριθμό 1 εδαφ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατ' αυτεπάγγελτη υπαγωγή αυτού από τον Άρειο Πάγο, καθόσον στο αναιρετήριο δεν γίνεται μεν επίκληση της σχετικής διάταξης του άρθρου 559 ΚΠολΔ, εκτίθενται όμως όλα τα αναγκαία προς τούτο περιστατικά (πρβλ.
Α.Π. 907/2022, Α.Π. 1252/2017), η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα τον διαλαμβανόμενο στην έφεσή της ισχυρισμό ότι το δικαίωμά της για την λήψη του επιδόματος αδείας, ως εμμίσθου δικηγόρου, στηριζόταν στη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 του Ν. 4194/2013, ο οποίος είναι μεταγενέστερος και πλέον ειδικός και του οποίου οι διατάξεις κατισχύουν των διατάξεων της υποπαραγράφου Γ.1 του άρθρου πρώτου του Ν. 4093/2012, που εσφαλμένα εφάρμοσε το Εφετείο.
Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, διότι από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατά την έρευνα της νομιμότητας της αγωγής, κατά το μεταβιβασθέν σ' αυτό κεφάλαιο περί επιδίκασης επιδομάτων αδείας, αφού στη μείζονα νομική σκέψη αυτού, ανέπτυξε, μεταξύ άλλων, τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1, 22 παρ. 1 του ν. 4024/2011, της κατ' εξουσιοδότηση του τελευταίου άρθρου εκδοθείσας Κ.Υ.Α.
οικ. 2/17132/0022/28.2.2012 "Αποδοχές εμμίσθων δικηγόρων Δημοσίου, Ο.Τ.Α. και Ν.Π.Δ.Δ." έλαβε υπόψη και τις διατάξεις του νέου Κώδικα Δικηγόρων (Ν. 4194/2013 - ΦΕΚ Α' 208/27-09-2013) και ορθώς έκρινε ότι η ήδη αναιρεσείουσα, όπως προεκτέθηκε, υπάγεται στις διατάξεις του Ν. 4024/2011, περί ενιαίου μισθολογίου και στις με αριθμούς Κ.Υ.Α.
οικ. 2/17132/00222 και Κ.Υ.Α. οικ. 2/844/0022/4.1.2013, που ορίζουν ρητά ότι εφαρμόζονται και στους έμμισθους δικηγόρους των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, με την ειδικότερη αιτιολογία ότι, οι διατάξεις του Ν. 4194/2013 δεν ασκούν επιρροή στο αντικείμενο της δίκης διότι οι εξουσιοδοτικές διατάξεις, βάσει των οποίων εκδόθηκε η με αριθμό 2/17131/0022/28.2.2012 Κ.Υ.Α.
των Υπουργών Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών, ενόψει της διατυπώσεως και του σκοπού τους, είναι ειδικές, ως προς τις ανωτέρω διατάξεις του νέου Κώδικα Δικηγόρων, καθόσον αφορά το κρίσιμο εν προκειμένω ζήτημα, δηλαδή τον καθορισμό της αμοιβής των έμμισθων δικηγόρων στους φορείς της παρ. 1 του άρθρου 4 του ν. 4024/2011, το οποίο δεν περιλαμβάνεται στην εξουσιοδότηση της παραγρ. 2 του άρθρου 44 του νέου Κώδικα Δικηγόρων, ούτε μπορεί να συναχθεί, εξ αντιδιαστολής, ότι με τη διάταξη αυτή καταργήθηκαν σιωπηρώς οι κείμενες διατάξεις που ρυθμίζουν ειδικώς το ζήτημα αυτό.
Δέχθηκε, δε, στη συνέχεια το Εφετείο ότι ναι μεν η παράγρ. 2 του άρθρου 166 του Κώδικα ορίζει ότι οι διατάξεις αυτού είναι "ειδικές" έναντι κάθε άλλης διάταξης, ωστόσο, η διάταξη αυτή έχει προδήλως την έννοια ότι οι διατάξεις του Κώδικα είναι ειδικές, ως προς τα θέματα τα οποία ρυθμίζουν, και όχι ως προς θέματα που ρυθμίζονται με άλλες διατάξεις (Ολ.
ΣτΕ 3373/2015, Ολ. ΣτΕ 3404-3406/2014, 3177/2014, πρβλ. αρ. Γνωμ. 246/2019 του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους). Επομένως, με το άρθρο 46 παρ. 1 του νέου Νόμου 4194/2013 (Κώδικας Δικηγόρων), το οποίο αφορά τις αποζημιώσεις που δικαιούνται οι δικηγόροι με έμμισθη εντολή, δεν καταργήθηκαν οι διατάξεις του Νόμου 4093/2012, ο οποίος περιλαμβάνει δημοσιονομικά μέτρα και μεταρρυθμίσεις που επηρεάζουν την οικονομία και τη δημόσια διοίκηση, καθώς οι νόμοι αυτοί αφορούν διαφορετικά θέματα και λειτουργούν παράλληλα.
Κατόπιν αυτών, είναι αβάσιμα τα όσα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τους ως άνω, από τον αριθμό 1 εδαφ. α' και 8 εδαφ. β' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αναιρετικούς λόγους, οι οποίοι, συνακόλουθα πρέπει να απορριφθούν. Με τον ίδιο ως άνω πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το τρίτο σκέλος αυτού, με στοιχεία ΙΙ.2.Α.2.β., κατ' εκτίμηση εκ του αριθμού 11 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, κατ' αυτεπάγγελτη υπαγωγή αυτού από τον Άρειο Πάγο, καθόσον στο αναιρετήριο δεν γίνεται μεν επίκληση της σχετικής διάταξης του άρθρου 559 ΚΠολΔ, εκτίθενται όμως όλα τα αναγκαία προς τούτο περιστατικά, η αναιρεσείουσα διατείνεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του την από 10-02-2004 σύμβαση έμμισθης εντολής, από το περιεχόμενο της οποίας προκύπτει ότι το αναιρεσίβλητο υποχρεούται στην καταβολή των δώρων και του επιδόματος αδείας.
Ο λόγος αυτός πρέπει, σύμφωνα με όσα αναλυτικά αναπτύχθηκαν στη μείζονα νομική σκέψη, να απορριφθεί ως απαράδεκτος, εφόσον το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν εισήλθε στην έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Τέλος, με τον δεύτερο, με στοιχεία
ΙΙ.2.Β, λόγο αναίρεσης, κατ' εκτίμηση του νοηματικού περιεχομένου του, εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι περιέχει αντιφατικές κρίσεις και ειδικότερα ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ενώ δέχεται ότι ο έμμισθος δικηγόρος δεν αποκτά την υπαλληλική ιδιότητα, εν τούτοις ενέταξε αυτήν στους λειτουργούς του δημοσίου και εφάρμοσε τη διάταξη της υποπαραγράφου Γ1 του άρθρου πρώτου του Ν. 4093/2012. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα νομική σκέψη, η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, δεν ιδρύεται, καθόσον η στοιχειοθέτηση αυτού προϋποθέτει ότι το δικαστήριο εισήλθε στην ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης και διατύπωσε συναφές αποδεικτικό πόρισμα (Ολ. Α.Π. 3/1997, Α.Π. 1410/2017, ΑΠ 701/2011, ΑΠ 121/2009) και όχι όταν απορρίπτει, όπως στην προκειμένη περίπτωση την ένδικη αγωγή, κατά το μεταβιβασθέν σε αυτό, με την έφεση κεφάλαιό της, ως μη νόμιμη.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της αναιρετικής δίκης πρέπει να συμψηφιστούν στο σύνολό τους μεταξύ των διαδίκων διότι η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής, σύμφωνα με το άρθρο 179 εδαφ. τελ. του ΚΠολΔ, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό της απόφασης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-10-2022 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη Γραμματεία του εκδόσαντος την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου 23/14-10-2022 και του παρόντος Δικαστηρίου 1964/2022 αίτηση αναίρεσης της με αριθμό 29/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας.
Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Ιουνίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Οκτωβρίου 2024.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ