Legislator Case Law & Legislation
1597/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against eviction order, ruling witness credibility assessment belongs to trial court.

Case Number 1597/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Municipality's appeal against the Court of First Instance's eviction order, rejecting arguments regarding witness credibility and contradictory reasoning. The court held that evaluating the reliability of witnesses and assigning weight to testimonial evidence falls within the exclusive, uncontrollable discretion of the trial court. Consequently, the appeal was deemed inadmissible for failing to meet the strict legal requirements for overturning a judgment on these grounds.

Legislator headnote

AI generated

Articles 556(1) and 559(17) of the Code of Civil Procedure; witness credibility assessment and the evaluation of evidence belong to the trial court's exclusive discretion, and an appeal based on alleged contradictions in the reasoning section does not constitute a valid ground for appeal if the contradiction does not exist in the operative part of the judgment.

Keywords

AI generated
witness credibility evidence evaluation trial court discretion appeal admissibility contradictory reasoning eviction order operative part judgment

Cited Legislation

AI generated
Article 556(1) of the Code of Civil Procedure
Article 225(1)-(3) of the Code of Civil Procedure
Article 17 of Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957
Article 276 of Law 3463/2006
Article 52(18) of the Judicial Organization Law
Common Decision of the Ministers of Finance and Justice No. 134423/8-12-1992

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 1028/2010
Supreme Court Case 1882/2008
Supreme Court Case 389/2007
Supreme Court Case 13/1995
Supreme Court Case 87/2013
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1597 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1597/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη - Εισηγήτρια, Πέτρο Σαλίχο, Ιωάννη Φιοράκη, Παρασκευή Καλαϊτζή και Γεώργιο Παπανδρέου Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 19η Σεπτεμβρίου 2018 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Δήμου Βάρης-Βούλας Βουλιαγμένης, που εδρεύει στη Βούλα ..., νομίμως εκπροσωπουμένου, ως ειδικού διαδόχου, ένεκα μεταβίβασης του επίδικου ακινήτου, του αρχικού διαδίκου ΝΠΙΔ με την επωνυμία "Συνεταιρισμός αποκαταστάσεως Ακτημόνων Καλλιεργητών (ΣΑΑΚ) Αγίου Νικολάου Βάρης" που εδρεύει στη Βούλα, νομίμως εκπροσωπουμένου, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Γεώργιο Μάγκο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης: Κ. Β. του Α., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου Στέλιου Ποταμίτη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 25-11-20100 και 24-12-2010 αντίθετες αγωγές των διαδίκων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3039/2015 του ίδιου Δικαστηρίου, 3209/2016 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 17-11-2017 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 556 παρ. 1 ΚΠολΔ δικαίωμα αναίρεσης έχουν, εφόσον νικήθηκαν ολικά ή εν μέρει στη δίκη που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο ενάγων, ο εναγόμενος, ο εκκαλών, ο εφεσίβλητος, εκείνος που ζητεί την αναψηλάφηση, εκείνος κατά του οποίου στρέφεται η αναψηλάφηση, εκείνοι που είχαν ασκήσει κύρια ή πρόσθετη παρέμβαση, οι καθολικοί και οι ειδικοί διάδοχοι, εφόσον απέκτησαν την ιδιότητα αυτή μετά την άσκηση της αγωγής.

Εξάλλου με τις παρ. 1 έως 3 της διάταξης του άρθρου 225 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι: 1) Η επέλευση της εκκρεμοδικίας δεν στερεί τους διαδίκους από την εξουσία να μεταβιβάσουν το επίδικο πράγμα ή δικαίωμα ή να συστήσουν εμπράγματο δικαίωμα, 2) Η μεταβίβαση του επίδικου δικαιώματος ή η σύσταση εμπράγματου δικαιώματος δεν επιφέρει καμία μεταβολή στη δίκη.

Ο ειδικός διάδοχος έχει δικαίωμα να ασκήσει παρέμβαση, 3) Αν ο ενάγων μεταβίβασε το επίδικο δικαίωμα δεν μπορεί να προταθεί εναντίον του έλλειψη νομιμοποίησης, εκτός αν η απόφαση που θα εκδοθεί δεν δεσμεύει τον ειδικό διάδοχο (ΑΠ 1028/2010). Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι αναίρεση μπορούν να ασκήσουν αυτοτελώς και παραλλήλως, τόσο ο μεταβιβάσας το πράγμα ή το δικαίωμα αρχικός διάδικος, όσο και ο προς ον η μεταβίβαση, εφόσον αυτός έγινε ειδικός διάδικος μετά την άσκηση της αγωγής (ΑΠ 1882/2008, ΑΠ 389/2007).

Στην προκείμενη περίπτωση εισάγεται για συζήτηση η από 17/11/2017 αίτηση κατά της Κ. Β. για αναίρεση της 3209/ 22.12.2016 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Από τα έγγραφα που προσκομίζονται με επίκληση, αλλά και συνομολογούν τα διάδικα μέρη στις προτάσεις τους, προκύπτει ότι ο αναφερόμενος στο αναιρετήριο ως αναιρεσείων "Δήμος Βάρης-Βούλας Βουλιαγμένης" απέκτησε την ιδιότητα του ειδικού διαδόχου του αρχικού διαδίκου με την επωνυμία "Συνεταιρισμός Αποκαταστάσεως Ακτημόνων Καλλιεργητών (ΣΑΑΚ) Αγίου Νικολάου Βάρης", δυνάμει του 3732/16.11.2016 δωρητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου ...

Ε. Μ. που μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία μεταγραφών στις 22/12/2016. Με το συμβόλαιο αυτό μεταβιβάστηκε, λόγω δωρεάς, η κυριότητα του επίδικου ακινήτου στον εδώ αναιρεσείοντα Δήμο, δηλαδή, μετά την έναρξη της δίκης που ανοίχτηκε με τις από 25/11/2010 και από 24/12/2010 αντίθετες διεκδικητικές αγωγές που άσκησαν για το ακίνητο αυτό ο αρχικός ενάγων-εναγόμενος "Συνεταιρισμός Αποκαταστάσεως Ακτημόνων Καλλιεργητών (ΣΑΑΚ) Αγίου Νικολάου Βάρης" και η εναγόμενη-ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη Κ.

Β.,αντίστοιχα.

Συνεπώς, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, η αναίρεση που άσκησε κατά της προσβαλλόμενης απόφασης ο παραπάνω ειδικός διάδοχος του αρχικού (ηττηθέντος στην κατ' έφεση δίκη) ενάγοντα-εναγομένου συνεταιρισμού είναι νομότυπη, εμπρόθεσμη και παραδεκτή, και είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο ισχυρισμός που πρόβαλε η αναιρεσίβλητη με τις προτάσεις της παρούσας συζήτησης περί απαραδέκτου της ένδικης αίτησης αναίρεσης, η οποία, κατόπιν αυτών, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της.

Η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αν το Δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα (ΟλΑΠ 18/1998).

Η δε ποιοτική αοριστία, δηλαδή η επίκληση των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά περιστατικών και η ποσοτική αοριστία, δηλαδή η μη αναφορά όλων των στοιχείων που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχονται από τους αριθμούς 8 και 14, αντιστοίχως, του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 15/2000), αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη γεγονότα που δεν αναφέρονται σ' αυτή ή αντιθέτως έκρινε αόριστη την αγωγή μη λαμβάνοντας υπόψη τέτοια γεγονότα.

Ο ισχυρισμός περί αοριστίας της αγωγής, για να είναι παραδεκτός, πρέπει να προτείνεται νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τον κανόνα του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ και, ειδικότερα, αν ο αναιρεσείων έχει ηττηθεί στον πρώτο βαθμό η νόμιμη επαναφορά του ισχυρισμού του στο Εφετείο μόνο με λόγο έφεσης (κύριο ή πρόσθετο) μπορεί να γίνει (ΑΠ 142/2013).

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία που απαιτούνται για τη νομική θεμελίωσή της, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης λόγω αοριστίας, είτε κατόπιν προβολής της σχετικής ένστασης, είτε και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας.

Προκειμένου ειδικότερα περί διεκδικητικής ή αναγνωριστικής της κυριότητας ακινήτου αγωγής απαιτείται, για το ορισμένο αυτής, εκτός από τα απαιτούμενα κατά το άρθρο 1094 ΑΚ στοιχεία και ακριβής περιγραφή του επίδικου ακινήτου, δηλαδή ο προσδιορισμός του κατά θέση, έκταση, ιδιότητα και όρια και, μάλιστα τόσο λεπτομερής, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία ως προς την ταυτότητά του.

Συγκεκριμένα, όταν το διεκδικούμενο ακίνητο φέρεται ως τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου, ο ενάγων έχει υποχρέωση, εκτός από την έκταση του διεκδικούμενου αυτού τμήματος, να προσδιορίσει τη θέση του μέσα στο μεγαλύτερο ακίνητο, ώστε να είναι δυνατόν στον εναγόμενο μεν να αντιτάξει άμυνα περί συγκεκριμένου και όχι ασαφούς επιδίκου αντικειμένου, στο δικαστήριο δε να εκδώσει απόφαση δεκτική εκτελέσεως.

Η ανωτέρω αοριστία δεν μπορεί να θεραπευθεί με τις προτάσεις ή με παραπομπή σε άλλα έγγραφα ή σχεδιαγράμματα, εάν δεν προσαρτώνται στην αγωγή. Η περιγραφή όμως του ακινήτου μπορεί να γίνει και με την αποτύπωσή του σε ενσωματωμένο στο δικόγραφο της αγωγής τοπογραφικό διάγραμμα υπό κλίμακα (ΑΠ 119/2018). Στην προκείμενη περίπτωση με το δεύτερο, κατ' εκτίμηση από τον αριθμ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και όχι από τον αριθμ. 8 περ.

β' του ίδιου άρθρου που αναφέρεται στο αναιρετήριο, λόγο της αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων μέμφεται το Εφετείο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι δεν έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό του εκκαλούντος συνεταιρισμού που πρόβαλε με σχετικό πρόσθετο λόγο της έφεσής του περί αοριστίας της ένδικης από 24/12/2010 διεκδικητικής αγωγής ακινήτου της αναιρεσίβλητης, διότι δεν προσδιορίζεται επαρκώς η μείζονα έκταση, εμβαδού 8.300τ.μ. (ιδιοκτησίας του εκκαλούντος) και η θέση εντός αυτής του επίδικου ακινήτου, εμβαδού 1433,87τ.μ., το οποίο αποτελεί τμήμα αυτής.

Όπως, όμως, προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της πιο πάνω αγωγής της αναιρεσίβλητης δεν αναφέρεται ότι το επίδικο ακίνητο αποτελεί τμήμα της επικαλούμενης από τον αναιρεσείοντα μεγαλύτερης έκτασης, αλλά ότι είναι αυτοτελές ακίνητο εμβαδού 1433,13τ.μ. που αποτελείται από δύο επιμέρους εδαφικά τμήματα, εμβαδού 124,13τ.μ.

και 1309,53τ.μ. το καθένα, αντίστοιχα, τα οποία και περιγράφονται επαρκώς κατά θέση, έκταση και όρια, σύμφωνα και με το ενσωματωμένο στην αγωγή τοπογραφικό διάγραμμα.

Συνεπώς δεν ήταν αναγκαίο για το ορισμένο της αγωγής αυτής ο προσδιορισμός του επιδίκου, ως τμήματος μεγαλύτερης έκτασης ούτε η περιγραφή της τελευταίας, κατά θέση και όρια, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, και πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης.

Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1045 και 1046 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του ακίνητο για μια εικοσαετία, γίνεται κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, εκείνος δε του έχει στη νομή του το πράγμα κατά την έναρξη και τη λήξη ορισμένης χρονικής περιόδου τεκμαίρεται ότι το νέμεται και κατά τον ενδιάμεσο χρόνο.

Σύμφωνα επίσης με τη διάταξη του άρθρου 974 του ίδιου κώδικα, όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία επί του πράγματος (κάτοχος), είναι νομέας αυτού, αν ασκεί τη φυσική εξουσία με διάνοια κυρίου. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει, ότι προς απόκτηση νομής επί πράγματος απαιτείται η συνδρομή δύο στοιχείων στο πρόσωπο του αποκτώντας, δηλαδή, η βούληση εξουσίασης αυτού με διάνοια κυρίου (animus domini) και η φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (corpus).

Η ταυτόχρονη κατά κανόνα συνύπαρξη (με εξαίρεση την πλασματική κτήση της νομής) των δύο αυτών στοιχείων είναι δημιουργική του προστατευόμενου, από το ισχύον δίκαιο, δικαιώματος της νομής. Ειδικότερα, η διάνοια κυρίου συνίσταται στην πρόθεση του έχοντος αυτή προσώπου για διαρκή, απεριόριστη και αποκλειστική εξουσίαση του πράγματος όμοια ή ανάλογη με εκείνη που απορρέει από το δικαίωμα της πλήρους κυριότητας και που αναγνωρίζεται στον δικαιούχο αυτής.

Η διάνοια κυρίου εκδηλώνεται με τη μεταχείριση του πράγματος με τον ίδιο τρόπο, με τον οποίο θα μπορούσε να το μεταχειριστεί ο ιδιοκτήτης, χωρίς να απαιτείται απαραίτητα και να κατευθύνεται η πρόθεση του νομέα σε έννομη κτήση της κυριότητας, ούτε και να έχει αυτός την πεποίθηση ότι έχει κυριότητα (opinion domini).

Εκείνος όμως που εξουσιάζει το πράγμα για μια εικοσαετία γίνεται, κατά το άρθρο 1045 ΑΚ, κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, ανεξαρτήτως, όπως ειπώθηκε, αν είχε και την πεποίθηση ότι είχε την κυριότητα. Αν λείπει το πνευματικό στοιχείο, υπάρχει μόνο κατοχή, η οποία όμως μόνη δεν μπορεί να οδηγήσει σε κτήση κυριότητας με χρησικτησία.

Μόνο κατοχή υπάρχει, όταν η σωματική εξουσία, ολική ή μερική, ασκείται κατά κανόνα, στο όνομα άλλου με βάση κάποια νόμιμη ή υποτιθέμενη ενοχική σχέση, όπως μίσθωση, παρακαταθήκη, χρησιδάνειο, μεσεγγύηση, εκούσια ή νόμιμη αντιπροσώπευση κ.α. Περί της συνδρομής ή όχι των προαναφερομένων στοιχείων κρίνει το δικαστήριο, κατά την κοινή αντίληψη, με βάση τα συγκεκριμένα περιστατικά σε κάθε περίπτωση.

Ο διάδικος που προβάλλει τη χρησικτησία, πρέπει να επικαλεσθεί τη νομή και να καθορίσει συνάμα και τις μερικότερες υλικές πράξεις αυτής, από τις οποίες αν αποδειχθούν, θα συναχθεί η πραγμάτωση της θέλησης του κατόχου να κατέχει το ακίνητο σαν δικό του. Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 980 και 982 ΑΚ, σε συνδυασμό με τις προαναφερθείσες των άρθρων 974 και 1045 ΑΚ προκύπτει, ότι όποιος άρχισε να κατέχει στο όνομα άλλου, όπως είναι π.χ.

ο χρησάμενος ή ο κατά παράκληση λαβών, τεκμαίρεται ότι, όσο διατηρεί την κατοχή κατέχει στο όνομα άλλου, δηλαδή ασκεί τη νομή του πράγματος όχι για λογαριασμό του, αλλά για λογαριασμό του νομέα (χρήστη κ.λπ.), δεν μπορεί δε να αποκτήσει την κυριότητα του πράγματος με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, παρά μόνον εφόσον αντιποιηθεί τη νομή του πράγματος και συντρέξουν και οι λοιπές νόμιμες προϋποθέσεις του άρθρου 1045 ΑΚ, μάλιστα δε στην περίπτωση ακινήτου η νομή δεν χάνεται για τον νομέα, προτού λάβει γνώση της αντιποίησης της νομής από τον κάτοχο που νεμόταν για λογαριασμό του, το δε τεκμήριο της νομής του άρθρου 980 παρ.2 ΑΚ έχει εφαρμογή όχι μόνο κατά τη διάρκεια της έννομης σχέσης (π.χ.

χρησιδανείου), που συνδέει τον κάτοχο με το νομέα, αλλά και μετά τη λήξη αυτής, εφόσον ο κάτοχος εξακολουθεί να κατέχει το πράγμα. Με βάση τα προεκτεθέντα, εκείνος που αντιποιείται για τον εαυτό του πλέον τη νομή, εφόσον είναι ενάγων, προκειμένου να ευδοκιμήσει η αγωγή του και, εφόσον είναι εναγόμενος, προκειμένου να ανατρέψει την αγωγή, έχει το βάρος να αποδείξει όχι μόνο ότι μετέβαλε στο μεταξύ βούληση, γιατί άρχισε να νέμεται για τον εαυτό του ή και για τρίτο, αλλά επί πλέον, εφόσον πρόκειται για ακίνητο ότι ο νομέας ή ο κληρονόμος του (αφού, κατά το άρθρο 983 ΑΚ, η νομή μεταβιβάζεται στους κληρονόμους του νομέα) έλαβαν γνώση της μεταβολής αυτής και δεν εναντιώθηκαν αποτελεσματικώς και ότι έτσι χάθηκε η νομή για το νομέα ή τους κληρονόμους του.

Άρα, στην περίπτωση αντιποίησης της νομής π.χ. από τον χρησάμενο ή τον κατά παράκληση λαβόντα δεν χάνουν τη νομή τους ούτε ο αντιπροσωπευόμενος χρήστης ούτε ο κληρονόμος του, προτού ο χρησάμενος ή ο κληρονόμος του εκδηλώσουν πρόθεση να νέμονται το ακίνητο με διάνοια κυρίου και λάβουν γνώση του γεγονότος αυτού ο αντιπροσωπευόμενος χρήστης ή (εφόσον αυτός, στο μεταξύ, απεβίωσε) ο κληρονόμος του (ΑΠ 622/2014).

Εξάλλου ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο.

Ιδρύεται δε ο αναιρετικός αυτός λόγος αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση, τούτο δε συμβαίνει μεταξύ άλλων και όταν το δικαστήριο δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης, ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Τέλος, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης (άρθρ.561 παρ.2 ΚΠολΔ) το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των νομίμως επικληθέντων και προσκομισθέντων από τους διαδίκους αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατ' ανέλεγκτη κρίση, αναφορικά με τις ένδικες διεκδικητικές αγωγές, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: " Ο εναγόμενος-ενάγων συνεταιρισμός υπό την επωνυμία "ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΣ ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΕΩΣ ΑΚΤΗΜΟΝΩΝ ΚΑΑΑΙΕΡΓΗΤΩΝ (ΣΑΑΚ) ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΑΡΗΣ", έχει συσταθεί νόμιμα με το από 28.7.1927 καταστατικό, το οποίο έχει εγκριθεί από τo Υπουργείο Γεωργίας - Διεύθυνση Εποικισμού, και σκοπό έχει την εξαγορά, με τη μεσολάβηση του κράτους, την εκμετάλλευση και τη διανομή του αγροκτήματος που περιγράφεται σε αυτό.

Με το υπ' αριθμόν 2/1930 συνολικό παραχωρητήριο του Υπουργείου Γεωργίας, Εμπορίου και Βιομηχανίας, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Κρωπίας αρχικά στον τόμο 118 και υπ' αύξοντα αριθμό 166, και, μετά την ανασύσταση των αρχείων του ως άνω Υποθηκοφυλακείου που καταστράφηκαν κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής, στο τόμο 9 και υπ' αύξοντα αριθμό 223 δυνάμει της 1208/1949 απόφασης του Πρωτοδικείου Αθηνών, παραχωρήθηκε στον εναγόμενο - ενάγοντα συνεταιρισμό από το Ελληνικό Δημόσιο η πλήρης κυριότητα του αγροκτήματος Βάρης, το οποίο βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια της κοινότητας Βάρης ..., έχει έκταση ως έγγιστα 5.193 βασιλικών στρεμμάτων και είχε απαλλοτριωθεί με την υπ' αριθμόν 6/1926 απόφαση της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων Αθηνών.

Στο αγρόκτημα αυτό περιλαμβάνεται και το υπ' αριθμόν 26 συνεταιριστικό τεμάχιο (χερσολίβαδο), συνολικής έκτασης 1.823 στρεμμάτων και 450 τ.μ., τμήμα του οποίου αποτελεί και το επίδικο ακίνητο επιφάνειας 1.428,56 τετ., μετ., όπως αυτό εμφαίνεται στο από Μαρτίου 2010 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Θ.

Κ. υπό τα στοιχεία ..., συνορεύει δε γύρωθεν: νοτιοδυτικά, επί πλευράς Κ- 5 μέτρων 44,24, με ιδιοκτησία εναγομένου - ενάγοντα και πέραν αυτής με την ..., βορειοδυτικά, επί ελαφρώς τεθλασμένης πλευράς 5-6-7-8 συνολικού μήκους 34,82 τ.μ., με υπόλοιπη ιδιοκτησία του εναγομένου - ενάγοντα, βόρεια, επί πλευράς 8- 9-10 συνολικού μήκους 6,98 μέτρων, με υπόλοιπη ιδιοκτησία του εναγομένου - ενάγοντα, βορειοανατολικά, επί πλευράς 10-11-1 συνολικού μήκους 32,39 μέτρων, με υπόλοιπη ιδιοκτησία του εναγομένου - ενάγοντα και, επί- πλευράς 1-1 μήκους 4,98 μέτρων, με ιδιοκτησία Ζ.

και νοτιοανατολικά, επί πλευράς I- Κ μήκους 25,66 μέτρων, με ιδιοκτησία Α. Λ., και περικλείεται από τις ..., ενώ εντός αυτού υπάρχουν ένας πέτρινος οικίσκος επιφανείας 60 τετ.,μέτ. και δύο μικρά παραπήγματα. Η επίδικη αυτή εδαφική έκταση αποτελεί τμήμα μείζονος ακινήτου εμβαδού 8.278,90 τετ.μέτ. στη θέση "..." του Δήμου ..., το οποίο φαίνεται στο ίδιο ως άνω σχεδιάγραμμα υπό τα στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-θ-Ι-Κ-Λ-Μ-Α, καταλαμβάνει το μεγαλύτερο μέρος του Ο.Τ 110 του Δήμου ..., σύμφωνα με το από 9-12-1961 Β.Δ (ΦΕΚ 151/Δ/61) "περί τροποποιήσεως και επεκτάσεως του ρυμοτομικού σχεδίου ...", και έχει χαρακτηριστεί από αυτό κοινόχρηστος χώρος πρασίνου.

Την εδαφική αυτή έκταση ο εναγόμενος - ενάγων την εξεμίσθωνε από το έτος 1935 σε ιδιώτες που την εκμεταλλεύονταν ως ... (νταμάρι) για την παραγωγή οικοδομικών υλικών. Από τη λειτουργία του ...υ σχηματίστηκε κοίλωμα με κατωφερικά τοιχώματα βάθους 7 έως 10 μέτρων από την επιφάνεια της υπόλοιπης έκτασης, στον πυθμένα δε του κοιλώματος ένας εκ των μισθωτών είχε κατασκευάσει πέτρινο οικίσκο επιφανείας 60 τετ.

μέτ. περίπου και εντός αυτού είχε τοποθετήσει τον σπαστήρα του ...υ και τον μηχανολογικό του εξοπλισμό. Περί τα τέλη της δεκαετίας του 50, με την προοδευτική ανάπτυξη της περιοχής και την ένταξή της στο σχέδιο πόλεως, το ... έπαυσε να λειτουργεί και ο πέτρινος οικίσκος εγκατελείφθη. Το έτος 1964, κατόπιν παρακλήσεως της Α.

Β., μητέρας της ενάγουσας - εναγομένης Κ. Β., ο εναγόμενος - ενάγων συνεταιρισμός της παραχώρησε κατά χρήση και χωρίς αντάλλαγμα τον πιο πάνω οικίσκο μετά του έμπροσθεν αυτού αύλειου χώρου συνολικής έκτασης 123 τετ. μέτ., προκειμένου να το χρησιμοποιήσει ως κατοικία της ίδιας και της οικογενείας της, η οποία αποτελείτο από τον σύζυγο της και τα δύο, ανήλικα τότε, τέκνα τους, πρόσφυγες όλοι τους από τη Μικρά Ασία.

Την άνευ ανταλλάγματος παραχώρηση του πιο πάνω οικίσκου μετά της αυλής του και τον σκοπό για τον οποίον έγινε επιβεβαίωσε η ίδια η Α. Β., με την από 18.11.1964 έγγραφη δήλωσή της προς τον εναγόμενο - ενάγοντα και συγχρόνως υποσχέθηκε να συμμορφωθεί προθύμως σε τυχόν μελλοντική εντολή του να του τον αποδώσει.

Μετά την παραχώρηση η Α. Β. επισκεύασε και διαμόρφωσε τον οικίσκο ώστε να γίνει κατοικήσιμος και τα επόμενα δύο έτη κατασκεύασε, με δικές της δαπάνες, παραπλεύρως και σε επαφή με αυτόν, αλλά δύο μικρότερα δωμάτια, τα οποία χρησιμοποιούσε από κοινού με εκείνον ως κατοικία της οικογενείας της, παράλληλα δε διαμόρφωσε και τον έμπροσθεν αυτού αύλειο χώρο.

Ακολούθως, στις αρχές του 1966 περιέφραξε με συρμάτινο πλέγμα και κατέλαβε, περιμετρικά της οικίας αυτής, και το υπόλοιπο τμήμα του επίδικου ακινήτου, στο οποίο άρχισε έκτοτε να μεταφέρει χώμα και να το καλλιεργεί σε όλη του την έκταση, φυτεύοντας δέντρα, όπως ελιές, αμυγδαλιές και οπωροφόρα, καθώς επίσης και άνθη και καλλωπιστικά φυτά, ενώ σε τμήμα αυτού δημιούργησε λαχανόκηπο με ντοματιές, μελιτζάνες, φασολάκια και άλλα κηπευτικά και διατηρούσε χωριστό μέρος για την εκτροφή πουλερικών και μιας αίγας.

Επίσης, στην περίφραξή του προς την ... τοποθέτησε αυλόπορτα, τα κλειδιά της οποίας χρησιμοποιούσαν η ίδια και τα άλλα μέλη της οικογενείας της μέχρι και το θάνατο της την 17.2.1989. Το ακίνητο που η Α. Β. κατέλαβε και στη συνέχεια διαμόρφωσε περιγράφεται στο από Νοεμβρίου 2009 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Γ.

Τ., υπό τα αλφαβητικά στοιχεία Α - Β - Γ - Δ - Α, έχει εμβαδόν 1.433,87 τ.μ. και συνορεύει νοτιοδυτικά Α-Β μήκους 44,10 μ με την εγκεκριμένη ..., πλάτους 10 μέτρων επί της οποίας φέρει τον αριθμό ..., βορειοδυτικά επί πλευράς Α-Δ μήκους 44,5 μέτρων με ιδιοκτησία του εναγομένου - ενάγοντα, βορειονατολικά επί συνολικής πλευράς Γ-Δ εν μέρει κατά πλάτος 33,55 μ με ιδιοκτησία του εναγομένου - ενάγοντα και εν μέρει κατά πλάτος 5,05μ με διώροφη οικία του I.

Ζ. και νοτιανατολικά επί πλευράς Β-Γ μήκους 25,45 μ με τριώροφη οικία του Α. Λ. και διαφόρων ιδιοκτητών. Η οικία που υπάρχει στο μέσο περίπου του οικοπέδου αυτού, εμβαδού 124,13 τ.μ., εμφαίνεται στο ίδιο τοπογραφικό διάγραμμα υπό τα στοιχεία α-β-γ-δ-ε-ζ- η-θ-ι-κ-α και συνορεύει νοτιοδυτικά επί πλευράς α-β μήκους 16,7 μ με το υπόλοιπο ακίνητο, νοτιοανατολικά επί πλευρών β-γ μήκους 5,6 μ, δ-ε μήκους 2,75 μ και ζ-η μήκους 1,35 μ με υπόλοιπο οικόπεδο, βορειονατολικά επί πλευρών γ-δ μήκους 7,4 μ., ε- ζ μήκους 4,8 μ., η-θ μήκους 4,1 μ και ι-κ μήκους 0,4 μ με υπόλοιπο ακίνητο και βορειοδυτικά επί πλευρών θ-ι μήκους 2,6 μ και κ-α μήκους 7,1 μ με το υπόλοιπο ακίνητο.

Την 28.7.1975 ο εναγόμενος - ενάγων επέδωσε στην Α. Β. την από 28.7.1975 εξώδικη πρόσκλησή του, με την οποίαν κατήγγειλε τη σύμβαση χρησιδανείου που είχε συνάψει μαζί της και την κάλεσε να του αποδώσει τον οικίσκο με τον αύλειο χώρο του που της είχε χρησιδανείσει. Εκείνη, όμως, ισχυρίσθηκε ότι είχε αποκτήσει την κυριότητά του με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας και αρνήθηκε να συμμορφωθεί.

Κατόπιν αυτού, ο εναγόμενος - ενάγων άσκησε εναντίον της την από 3.5.1977 ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών διεκδικητική αγωγή του, με την οποία επικαλέστηκε το δικό του δικαίωμα κυριότητας πάνω στο ακίνητο, τη σύμβαση χρησιδανείου που είχε συνάψει μαζί της, την καταγγελία της συμβάσεως που ο ίδιος έκανε και την άρνηση της εναγομένης να του το αποδώσει και ζήτησε να αναγνωριστεί η κυριότητά του στο επίδικο, το οποίο περιέγραψε ως "ένα οικίσκο μετά του οικοπέδου του εκτάσεως μέτρων τετ. 123 ως έγγιστα, κείμενον εν τη περιφερεία της Κοινότητος ... ...

και παρά την θέσιν "...ν", εμφαινόμενον εν τω από Μαΐου 1975 σχεδιαγράμματι του τοπογράφου μηχανικού Β. Κ. υπό τα μικρά αλφαβητικά στοιχεία α-β-γ-δ-εζ-η-θ-ι-κ-λ-μ-ν-ξ-ο- π-ρ-σ-α και συνορευόμενον εξ όλων των πλευρών με ιδιοκτησίαν του ενάγοντος και ανατολικώς με ιδιοκτησίαν του ενάγοντος και ειδικότερον ανατολικώς με ιδιοκτησίαν του ενάγοντος επί τεθλασμένης γραμμής μέτρων 4,10 συν 4,60 συν 1,70 συν 1,80, μεσημβρινώς με ιδιοκτησίαν του ενάγοντος επί τεθλασμένης γραμμής μέτρων 1,80 συν 2 συν 5,67, δυτικώς με ιδιοκτησίαν του ενάγοντος επί τεθλασμένης γραμμής μέτρων 3,30 συν 4,33 συν 9,05 και πέραν αυτής με ...

και βορείως με ιδιοκτησίαν του ενάγοντος επί τεθλασμένης γραμμής μέτρων 9,20 συν 2,53", και να υποχρεωθεί η εναγομένη να του το αποδώσει. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την υπ' αριθμόν 5822/1984 απόφασή του κηρύχθηκε αναρμόδιο καθ' ύλην να δικάσει την παραπάνω αγωγή και την παρέπεμψε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, το οποίο με την υπ' αριθμόν 5433/1985 οριστική απόφασή του απέρριψε ως μη νόμιμη την ένσταση ιδίας κυριότητας λόγω έκτακτης χρησικτησίας που προέβαλε η Α.

Β., με την αιτιολογία ότι το επίδικο ακίνητο προερχόταν από αγροτική αποκατάσταση και ήταν ανεπίδεκτο χρησικτησίας, έκανε δεκτή την αγωγή, αναγνώρισε τον εναγόμενο - ενάγοντα κύριο του επιδίκου, δηλαδή του οικίσκου μετά των παραπηγμάτων και του οικοπέδου του έκτασης 123 τετ.μέτ., όπως περιγράφεται στο αιτητικό της αγωγής, και υποχρέωσε την τότε εναγομένη Α.

Β. να του το αποδώσει, χωρίς όμως να κηρύξει την απόφασή του προσωρινά εκτελεστή. Την παραπάνω απόφαση η Α. Β. εξεκάλεσε με την από 19.5.1987, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, έφεσή της, η επί της οποίας δίκη όμως διεκόπη βιαίως λόγω του θανάτου της εκκαλούσας, που συνέβη την 17.2.1989. Η θανούσα, με την από 3.3.1986 ιδιόγραφη διαθήκη της, που δημοσιεύτηκε νόμιμα με το υπ' αριθμόν 5749/2004 πρακτικό συνεδριάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και κηρύχθηκε κυρία με την υπ' αριθμόν 2243/2004 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, κατέλειψε το επίδικο ακίνητο στην ενάγουσα - εναγομένη θυγατέρα της Κ.

Β., η οποία αποδέχθηκε την κληρονομιά της μητέρας της με την υπ' αριθμόν 4072/2006 πράξη αποδοχής κληρονομιάς της Συμβολαιογράφου Αθηνών Μ. Λ., την οποίαν εν συνεχεία μετέγραφε στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου ... στον τόμο 22 και υπ' αύξοντα αριθμό 337 την 9.6.2006. Έτσι, η εκκρεμής κατά το χρόνο του θανάτου της Α. Β. πιο πάνω κατ' έφεση δίκη συνεχίστηκε από την ενάγουσα - εναγομένη θυγατέρα της Κ.

Β., η οποία υπεισήλθεν στη δικονομική θέση της μητέρας της ως εκ διαθήκης κληρονόμος της στο επίδικο. Πλην όμως οι διάδικοι άφησαν να παρέλθει μεγάλο χρονικό διάστημα από τη διακοπή της δίκης (17.2.1989) χωρίς να επισπεύσουν τη συζήτηση της εκκρεμούς έφεσης, και μόλις την 9.3.2007, δηλαδή μετά δεκαοκτώ έτη, ο εναγόμενος - ενάγων με την από την από 26.2.2007 κλήση του προς την ενάγουσα - εναγομένη επέσπευσε την επανάληψη της δίκης.

Στη δίκη εκείνη η ενάγουσα - εναγόμενη άσκησε πρόσθετους λόγους με αυτοτελές δικόγραφο ως μοναδική κληρονόμος της μητέρας της, μεταξύ δε άλλων ισχυρίστηκε, προβάλλοντας με τη μορφή ένστασης, ότι κατέστη η ίδια κυρία του οικίσκου με τα προσόντα της τακτικής και της έκτακτης χρησικτησίας, του οποίου την ταυτότητα συνομολόγησε.

Επ' αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμόν 1306/2008 οριστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποίαν έγινε τυπικά δεκτή η έφεση και απορρίφθηκε στην ουσία της, αφού προηγουμένως κρίθηκε ότι το επίδικο ήταν δεκτικό χρησικτησίας και απερρίφθησαν: α) ως αόριστη η ένσταση ιδίας κυριότητας λόγω έκτακτης χρησικτησίας που η μητέρα της είχε προβάλει στον πρώτο βαθμό, για το λόγο ότι δεν ανέφερε στις προτάσεις της τον χρόνο και τις συγκεκριμένες πράξεις νομής που ασκούσε στο επίδικο και β) ως απαράδεκτοι οι πρόσθετοι λόγοι της ενάγουσας - εναγομένης περί κτήσεως ιδίας αυτής κυριότητας στο επίδικο με τακτική και έκτακτη χρησικτησία, επειδή δεν συνέχονταν με τα κεφάλαια που είχαν με την κύρια έφεση εκκληθεί.

Κατά της πιο πάνω αποφάσεως του παρόντος Δικαστηρίου η ενάγουσα - εναγόμενη άσκησε την από 27.10.2008 αίτηση αναιρέσεως, η οποία απερρίφθη με την υπ' αριθμόν 728/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου, με αποτέλεσμα να γίνει αμετάκλητη η υπ' αριθμόν 5433/1985 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου. Η απόφαση αυτή παράγει δεδικασμένο και εκτελεστότητα μόνο για το τμήμα εμβαδού 124,13 τετ.

μέτρων του όλου σημερινού επιδίκου που περιλαμβάνει τον οικίσκο, τα παραπήγματα και τον έμπροσθεν αυτών αύλειο χώρο και απετέλεσε αντικείμενο της δίκης εκείνης, όπως περιγράφεται στη σχετική από 3.5.1977 αγωγή του εναγομένου - ενάγοντος και στο διατακτικό της απόφασης και όχι για το υπόλοιπο τμήμα, εμβαδού 1.309,56 τετ.

μέτρων, του σημερινού επιδίκου, διότι ο εναγόμενος - ενάγων δεν το είχε συμπεριλάβει στην αγωγή του εκείνη, όσον δε αφορά το δικαίωμα κυριότητας του εναγομένου - ενάγοντος πάνω σε αυτό που αναγνώρισε, μόνο για την ιστορική και νομική αιτία που αυτός είχε με την αγωγή του εκείνη επικαλεσθεί, δηλαδή την παραχώρησή του από το Ελληνικό Δημόσιο.

Μόλις η προαναφερόμενη υπ' αριθμόν 5433/1985 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου έγινε αμετάκλητη ο εναγόμενος - ενάγων επέσπευσε την αναγκαστική της εκτέλεση εις βάρος της ενάγουσας - εναγομένης και την 10.12.2010 την απέβαλε από το όλο σημερινό επίδικο δυνάμει της υπ' αριθμόν 1514/10.12.2010 εκθέσεως βιαίας αποβολής και εγκατάστασης του δικαστικού επιμελητή Αθηνών Δ.

Χ., ήτοι όχι μόνο από το τμήμα των 124,13 τετ. μέτρων που η πιο πάνω απόφαση διέτασσε να του αποδοθεί αλλά και από το υπόλοιπο των 1.309,53 τετ. μέτρων για το οποίο, όμως, δεν υπήρχε τίτλος εκτελεστός. Την έκθεση αυτή βιαίας αποβολής η ενάγουσα - εναγόμενη την έχει ανακόψει με την από 17.12.2010, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, υπ' αριθμόν εκθέσεως καταθέσεως 224149/14885/21.12.2010 ανακοπή της, η συζήτηση της οποίας έχει προσδιοριστεί, κατόπιν αναβολής, για τη δικάσιμο της 27.2.2017.

Μετά το θάνατο της μητέρας της Α. Β. την 17.2.1989, η ενάγουσα - εναγομένη Κ. Β. εξακολούθησε να κατοικεί μόνιμα στον διαμορφωμένο πλέον οικίσκο, να τον επισκευάζει και να τον συντηρεί, να εποπτεύει και να φροντίζει τα δέντρα, να καλλιεργεί με οπωροκηπευτικά το υπόλοιπο μέρος του επίδικου ακινήτου, να επισκευάζει και να συντηρεί την περίφραξη, να το δηλώνει ως δική της κατοικία και ιδιοκτησία στις δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος και περιουσιακής καταστάσεως (Ε9), να καταβάλλει τους αντίστοιχους φόρους (ΦΜΑΚ, ΦΑΚ, ΕΕΤΗΔΕ, ΕΝΦΙΑ) και να εκπληρώνει τις λοιπές επιβαρύνσεις που προέκυπταν από τη χρήση του με την εξόφληση των δημοτικών τελών και των πάσης φύσεως λογαριασμών κοινής ωφελείας (ΔΕΗ, ΟΤΕ), τους οποίους ελάμβανε στη διεύθυνσή του (...

Α), όπως και όλη τη λοιπή αλληλογραφία της, ενώ το δήλωσε, ως δική της ιδιοκτησία, και στο Κτηματολόγιο. Όλες τις πράξεις αυτές η ενάγουσα - εναγομένη τις ασκούσε στο επίδικο αδιαλείπτως με διάνοια κυρίου έως την 10.12.2010, ότε απεβλήθη βιαίως από αυτό στο πλαίσιο της αναγκαστικής εκτέλεσης της υπ' αριθμόν 5443/1985 αμετάκλητης απόφασης που ο εναγόμενος - ενάγων επέσπευσε εναντίον της.

Τα ως άνω πραγματικά περιστατικά αποδεικνύονται ιδίοις: α) από την ένορκη επ' ακροατηρίω κατάθεση της μάρτυρος της ενάγουσας - εναγομένης και από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από αυτήν ένορκες βεβαιώσεις των Α. Ξ., Α. Π. και Μ. Α. στον Ειρηνοδίκη Αθηνών, οι οποίοι είναι από μακρού χρόνου κάτοικοι της περιοχής επιδίκου και έχουν γνώση της καταστάσεώς του, β) από τα αντίγραφα των λογαριασμών ηλεκτρικού ρεύματος, στους οποίους ήδη από το 1994 καταγράφεται ως υπόχρεη προς εξόφληση η ενάγουσα - εναγομένη, γ) από τις προσκομιζόμενες φωτογραφικές απεικονίσεις του επίδικου ακινήτου, στις οποίες απεικονίζονται τμήματα της εξωτερικής περίφραξης, αλλά και μεγάλες ελιές, συκιές και οπωροφόρα δέντρα, όπως μουσμουλιές και λεμονιές, καθώς και καλλωπιστικά φυτά, δ) από τις δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος της ενάγουσας - εναγομένης στις οποίες ήδη από το 1996 δηλώνεται ως διεύθυνση μόνιμης κατοικίας της η ...

ή 50 και ε) από το από 1.10.1999 μισθωτήριο συμβόλαιο της ετέρας οριζόντιας ιδιοκτησίας της τελευταίας στην περιοχή ... (οδός ...) και τις δηλώσεις των μισθωμάτων που η ενάγουσα εναγομένη εισέπραξε από αυτό στην ΔΟΥ ..., σε συνδυασμό με τα προσκομιζόμενα ήδη από το 1999 εξωδικαστικά έγγραφα, όπου αναγράφεται ως διεύθυνση κατοικίας της η ..., στοιχεία τα οποία καταρρίπτουν τον ισχυρισμό του εναγομένου - ενάγοντος ότι αυτή διέμενε στην κατοικία αυτή μόνιμα και όχι στο επίδικο ακίνητο.

Όλα τα παραπάνω συνάδουν και με την επισυναφθείσα στη μερίδα του επιδίκου στο κτηματολόγιο φωτοληψία του των ετών 2007 - 2009, στην οποία αυτό εμφανίζεται καλυπτόμενο από βλάστηση, εν αντιθέσει προς το συνεχόμενο βορειοδυτικά ακίνητο ιδιοκτησίας του εναγομένου - ενάγοντα που είναι γυμνό, γεγονός το οποίο υποδηλώνει ότι η βλάστηση του επιδίκου δεν είναι αυτοφυής, όπως ο εναγόμενος - ενάγων αβάσιμα ισχυρίζεται, αλλά προϊόν ανθρώπινης επέμβασης.

Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά προκύπτουν τα ακόλουθα σε σχέση με την κυριότητα του τμήματος εμβαδού 124,13 τετ. μέτρων του επιδίκου, το οποίο είχε αποτελέσει αντικείμενο συμβάσεως χρησιδανείου μεταξύ του εναγομένου - ενάγοντος και της μητέρας της ενάγουσας - εναγομένης Α. Β. και, μετέπειτα, της υπ' αριθμόν 5433/1985 αμετάκλητης απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου:

Η Α. Β., μέχρι την 28.7.1975 είχε μόνο την κατοχή του επιδίκου, την οποίαν ασκούσε στο όνομα του εναγομένου - ενάγοντος δυνάμει συμβάσεως χρησιδανείου που είχε συνάψει μαζί του το έτος 1964. Την 28.7.1975 η σύμβαση χρησιδανείου λύθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 816 του ΑΚ, όταν ο εναγόμενος - ενάγων την κατήγγειλε εγγράφως και ζήτησε να του αποδοθεί το επίδικο.

Συγχρόνως, η Α. Β., με το να αρνηθεί την απόδοση του στον εναγόμενο - ενάγοντα, επικαλούμενη ίδιον δικαίωμα κυριότητας πάνω σε αυτό, αντιποιήθηκε τη νομή του, της αντιποίησης δε αυτής ο εναγόμενος - ενάγων έλαβε έκτοτε γνώση, ασκήσας εν συνεχεία την από 3.5.1977 αγωγή του.

Συνεπώς, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 982 του ΑΚ, την 28.7.1975 ο μεν εναγόμενος - ενάγων απώλεσε τη νομή του επιδίκου η δε Α. Β. την απέκτησε, έκτοτε δε άρχισε να τρέχει ο χρόνος της χρησικτησίας υπέρ αυτής και εις βάρος εκείνου. Ο χρόνος αυτός διεκόπη αρχικά την 11.5.1977, όταν ο εναγόμενος - ενάγων άσκησε εναντίον της την από 3.5.1977 διεκδικητική του επιδίκου αγωγή του, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1049 του ΑΚ, τελευταία φορά δε την 20.5.1987, όταν η Α.

Β. άσκησε την από 19.5.1987 έφεσή της κατά της υπ' αριθμόν 5433/1985 οριστικής απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου που δέχθηκε την αγωγή. Έκτοτε (20.5.1987), άρχισε να τρέχει εκ νέου ο χρόνος χρησικτησίας του επιδίκου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1049 παρ.3 και 261 παρ.2 του ΑΚ, και η απαιτούμενη για αυτήν εικοσαετία συμπληρώθηκε την 21.5.2007, δηλαδή εν επιδικία, δια της προσμέτρησης στο χρόνο νομής της ενάγουσας - εναγομένης (19.2.1989 - 21.5.2007) και του χρόνου νομής της καθολικής δικαιοπαρόχου μητέρας της Α. - Β. (20.5.1987 - 19.2.1989).

Βεβαίως, της συμπληρώσεως της εικοσαετίας προηγήθηκε την 9.3.2007 η κατάθεση της από 26.2.2007 κλήσεως του εναγομένου - ενάγοντος με την οποίαν αυτός επέσπευσε τη συζήτηση της από 19.5.1987 εφέσεως της καθολικής δικαιοπαρόχου της ενάγουσας - εναγομένης Α. Β. κατά της υπ' αριθμόν 5433/1985 οριστικής τότε απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου, πράξη η οποία είναι, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1049 παρ. 3 και 261 παρ.2 του ΑΚ, ικανή να διακόψει τη χρησικτησία.

Τον σχετικό περί διακοπής της χρησικτησίας ισχυρισμό του, όμως, ο οποίος συνιστά ένσταση κατά της αγωγής της ενάγουσας - εναγομένης και αντένσταση στην ένσταση χρησικτησίας εκείνης κατά της δικής του αγωγής, ο εναγόμενος - ενάγων, στον μεν πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας τον προέβαλε μεν, πλην όμως απαραδέκτως, με την προσθήκη στις προτάσεις που κατέθεσε μετά τη συζήτηση της υποθέσεως που έλαβε χώρα την 5.11.2013 και όχι με το κύριο σώμα αυτών, με αποτέλεσμα να απορριφθεί για το λόγο αυτό με την υπ' αριθμόν 3696/2014 μη οριστική απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, εν συνεχεία δε και με την εκκαλουμένη οριστική, η οποία, όσον αφορά την απόρριψή του, παρέπεμψε στις αιτιολογίες εκείνης, στον δε παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας δεν τον προέβαλε καθόλου ούτε με το δικόγραφο της έφεσης ούτε με εκείνο των πρόσθετων λόγων, όπως έπρεπε, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 520, 525, 527 και 269 παρ.2 του ΚΠολΔ, να είχε κάνει για να μπορεί το Δικαστήριο να τον λάβει υπόψει του και να αποφανθεί επ' αυτού (βλ.

ΑΠ 821/1998 ΕΕΝ 1999. 748, ΑΠ 613/1976 ΝοΒ 1977. 5, Σ.Σαμουήλ. Η έφεση Ε' εκδ. παρ. 702, 737, 737α ).

Συνεπώς, η χρησικτησία δεν διεκόπη την 9.3.2007 με την κατάθεση, εκ μέρους του εναγομένου - ενάγοντος, της από 26.2.2007 κλήσης του για επίσπευση της συζήτησης της από 19.5.1987 εφέσεως της καθολικής δικαιοπαρόχου της ενάγουσας - εναγομένης Α. Β. κατά της υπ' αριθμόν 5433/1985 οριστικής τότε απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και ο χρόνος της έκτακτης χρησικτησίας συμπληρώθηκε στο πρόσωπο της ενάγουσας - εναγομένης την 21.5.2007, όπως πιο πάνω εκτίθεται.

Εξάλλου, εφ' όσον η καθολική δικαιοπάροχος της ενάγουσας - εναγομένης Α. Β. είχε, ενόσω ζούσε, αντιποιηθεί τη νομή του επιδίκου (28.7.1975) και της αντιποιήσεως αυτής είχε έκτοτε λάβει γνώση ο εναγόμενος - ενάγων, ασκήσας εν συνεχεία την από 3.5.1977 διεκδικητική αγωγή του κατ' εκείνης, δεν χρειαζόταν η ενάγουσα - εναγομένη, που εν τω μεταξύ είχε αποκτήσει τη νομή του από κληρονομιά της μητέρας της σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 983 του ΑΚ, να αντιποιηθεί εκ νέου τη νομή και να γνωστοποιήσει την αντιποίησή της στον εναγόμενο - ενάγοντα, ώστε αυτός να απολέσει τη νομή του πάνω σε αυτό σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 980 παρ.2 και 982 του ΑΚ, όπως αβάσιμα ο ίδιος με τον 2° πρόσθετο λόγο ισχυρίζεται, διότι πλέον η ενάγουσα - εναγομένη δεν ήταν απλή κάτοχος του επιδίκου, ώστε να έχουν εφαρμογή οι παραπάνω διατάξεις, αλλά ήδη είχε γίνει νομέας αυτού.

Περαιτέρω, το δεδικασμένο της υπ' αριθμόν 5433/1985 αμετάκλητης απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου δεν καταλαμβάνει και δεν καθιστά απαράδεκτες την υπό κρίση διεκδικητική του επιδίκου αγωγή της ενάγουσας - εναγομένης και την ταυτόσημη ένσταση ιδίας κυριότητάς της πάνω σε αυτό, ως προς την εκ της έκτακτης χρησικτησίας βάση τους, όπως αβάσιμα ο εναγόμενος - ενάγων με τον 1° πρόσθετο λόγο ισχυρίζεται, διότι τόσον η αγωγή όσο και η ένσταση στηρίζονται σε διαφορετική ιστορική και νομική αιτία από εκείνες επί των οποίων η πιο πάνω απόφαση έκρινε και μάλιστα σε πραγματικά περιστατικά που έλαβαν χώρα μετά την έκδοσή της (άσκηση της νομής του επιδίκου από την ενάγουσα - εναγομένη και τη μητέρα της κατά το διάστημα από 20.5.1987 έως 10.12.2010) και επέφεραν την απώλεια της κυριότητας του εναγομένου - ενάγοντος πάνω στο επίδικο, όπως με την απόφαση αυτή είχε αναγνωριστεί, και την κατά πρωτότυπο τρόπο κτήση της από την ενάγουσα - εναγομένη (άρθρο 325 του ΚΠολΔ, Δ Κ.

Το δεδικασμένον παρ. 27/3) . Ομοίως και η εκτελεστότητα της ίδιας απόφασης δεν μπορεί να αντιταχθεί κατά της ενάγουσας - εναγομένης, διότι αυτή δεν δεσμεύεται από το δεδικασμένο της και δεν είναι απλή νομέας ή κάτοχος του επιδίκου αλλά έχει κατά πρωτότυπο τρόπο αποκτήσει την κυριότητά του (άρθρο 919 παρ.1 του ΚΠολΔ).

Συνεπώς, η ενάγουσα - εναγομένη έχει γίνει, με έκτακτη χρησικτησία, κυρία του πιο πάνω τμήματος, εμβαδού 124,13 τετ. μέτρων, του επιδίκου. Με βάση τα ίδια παραπάνω πραγματικά περιστατικά προκύπτουν τα ακόλουθα σε σχέση με την κυριότητα του υπολοίπου τμήματος εμβαδού 1309,53 τετ. μέτρων του επιδίκου, το οποίο δεν είχε αποτελέσει αντικείμενο της συμβάσεως χρησιδανείου μεταξύ του εναγομένου - ενάγοντος και της μητέρας της ενάγουσας - εναγομένης Α.

Β. και, μετέπειτα, της υπ' αριθμόν 5433/1985 αμετάκλητης απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου: Το τμήμα αυτό ή μητέρα της ενάγουσας - εναγομένης, Α. Β., το κατέλαβε αυθαιρέτως στις αρχές του 1966, κατ' επέκταση του αρχικού μικρότερου τμήματος των 124,13 τετ. μέτρων που ο εναγόμενος - ενάγων της είχε με χρησιδάνειο παραχωρήσει, και έκτοτε άσκησε τη νομή του συνεχώς και αδιαλείπτως, με τις προαναφερόμενες πράξεις, έως και το θάνατο της την 17.2.1989, ήτοι επί χρονικό διάστημα μείζον της εικοσαετίας, χωρίς ο εναγόμενος - ενάγων να το συμπεριλάβει στην προαναφερόμενη από 3.5.1977 διεκδικητική αγωγή του ή να ασκήσει εγκαίρως συμπληρωματική περί αυτού αγωγή ώστε να διακόψει τη χρησικτησία, με συνέπεια ο χρόνος της να συμπληρωθεί στο πρόσωπο της, ενόσω αυτή ζούσε, και να αποκτήσει αυτή την κυριότητά του.

Την κυριότητα της δε πάνω σε αυτό τη μεταβίβασε στην θυγατέρα της ενάγουσα - εναγομένη με την προαναφερόμενη από 3.3.1986 ιδιόγραφη διαθήκη της, μεταβίβαση η οποία ολοκληρώθηκε με την, εκ μέρους αυτής, αποδοχή της κληρονομιάς της δυνάμει της υπ' αριθμόν 4072/2006 πράξης αποδοχής κληρονομιάς της Συμβολαιογράφου Αθηνών Μ.

Λ. και τη μεταγραφή της στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου ... ..., και δη αναδρομικά από το θάνατο της. Έτσι η ενάγουσα - εναγομένη έγινε κυρία και του πιο πάνω τμήματος, εμβαδού 1309,53 τετ. μέτρων, του επιδίκου από κληρονομιά της μητέρας της Α. Β., η οποία είχε αποκτήσει την κυριότητά του με έκτακτη χρησικτησία, ο χρόνος της είχε συμπληρωθεί ενόσω αυτή βρισκόταν ακόμη στη ζωή.

Την κυριότητα δε της ενάγουσας - εναγομένης στο όλο επίδικο εμβαδού 1.433,87 τετ. μέτρων ο εναγόμενος - ενάγων την προσέβαλε παράνομα την 10.12.2010, αποβάλλοντάς την από αυτό δια της υπ' αριθμόν 1514/10.12.2010 εκθέσεως βιαίας αποβολής και εγκατάστασης του δικαστικού επιμελητή Αθηνών Δ. Χ., στο πλαίσιο της διαδικασίας αναγκαστικής εκτελέσεως της υπ' αριθμόν 5433/1985 αποφάσεως του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου που επέσπευσε εναντίον της, μολονότι το δεδικασμένο και η εκτελεστότητα της απόφασης αυτής δεν ήταν, για τους προαναφερόμενους λόγους, αντιτάξιμα κατ' αυτής, έκτοτε δε το νέμεται παράνομα απέναντι της.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επομένως, που με την εκκαλούμενη απόφασή του, κρίνοντας ομοίως, αν και με διαφορετική εν μέρει αιτιολογία, ως προς το τμήμα, εμβαδού 124,13 τετ. μέτρων, του επιδίκου, η οποία αντικαθίσταται με την αιτιολογία της παρούσας, δέχθηκε την από 24.12.2010 αγωγή της ενάγουσας - εναγομένης Κ. Β., ως προς τις βάσεις της για την έκτακτη χρησικτησία, όσον αφορά το τμήμα εμβαδού 124,13 τετ.

μέτρων του επιδίκου, και την κληρονομική διαδοχή όσον αφορά το τμήμα εμβαδού 1.309,53 τετ. μέτρων αυτού, την αναγνώρισε κυρία του όλου επιδίκου, εμβαδού 1.433,87 τετ. μέτρων και διέταξε τον εναγόμενο - ενάγοντα να της το αποδώσει, απέρριψε δε την αντίθετη από 14.10.2010 αγωγή του εναγομένου - ενάγοντος, δεν έσφαλε περί την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου ούτε περί την εκτίμηση των αποδείξεων και συνεπώς η υπό κρίση έφεση και οι πρόσθετοι λόγοι, με τους οποίους αυτός υποστηρίζει τα αντίθετα σε σχέση με τις πιο πάνω παραδοχές, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν κατ' ουσίαν, συναπορριπτομένου και του αιτήματος του, που υπέβαλε με τον 5° πρόσθετο λόγο και με τις προτάσεις, να διαταχθεί η επανάληψη της συζήτησης προκειμένου οι διάδικοι να προσκομίσουν αεροφωτογραφίες του επιδίκου που να έχουν ληφθεί κατά το κρίσιμο διάστημα από το 1966 έως το 2010 και στη συνέχεια να διαταχθεί πραγματογνωμοσύνη επ' αυτών προς διαπίστωση της μορφολογίας του επιδίκου κατά το πιο πάνω διάστημα και εντεύθεν της εκ μέρους της ενάγουσας - εναγομένης άσκησης ή μη πράξεων νομής πάνω σε αυτό, προεχόντως ως μη νομίμου, διότι στους διαδίκους απόκειται να επικαλεσθούν και να προσκομίσουν όσα έγγραφα οι ίδιοι κρίνουν χρήσιμα για την απόδειξη των ισχυρισμών τους και αυτά μόνο τα έγγραφα τα οποία οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσεκόμισαν το Δικαστήριο έχει την εξουσία να τα λάβει υπόψει του και να τα εκτιμήσει, και πάντως ως αλυσιτελούς, διότι οι αποδείξεις που ήδη προσκομίστηκαν κρίνονται επαρκείς για να συναγάγει το Δικαστήριο τη δικανική του πεποίθηση".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι είναι ουσιαστικά βάσιμη η από 24/12/2010 αγωγή της αναιρεσίβλητης και ουσιαστικά αβάσιμη η από 25/11/2010 αντίθετη αγωγή του αρχικού ενάγοντος-εναγόμενου "Συνεταιρισμού Αποκαταστάσεως Ακτημόνων Καλλιεργητών (ΣΑΑΚ) Αγίου Νικολάου Βάρης" (δικαιοπαρόχου του αναιρεσείοντος) και, στη συνέχεια, απέρριψε κατ' ουσία την έφεση και τους πρόσθετους λόγους έφεσης του τελευταίου κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο είχε εκφέρει όμοια κρίση.

Ειδικότερα διαλαμβάνεται στην απόφαση ότι στον αρχικό εναγόμενο-ενάγοντα είχε περιέλθει η πλήρης κυριότητα του αγροκτήματος Βάρης, συνολικής έκτασης 5.193 των βασιλικών στεμμάτων, δυνάμει του υπ' αριθμ. 2/1930 παραχωρητηρίου του Υπουργείου Γεωργίας που μεταγράφηκε νόμιμα. Ότι στο αγρόκτημα αυτό περιλαμβάνεται και το υπ' αριθμ. 26 συνεταιριστικό τεμάχιο, συνολικής έκτασης 1823 στρεμμάτων και 450τ.μ., τμήμα του οποίου αποτελεί το περιγραφόμενο κατά θέση, έκταση και όρια επίδικο, ακίνητο, εντός του οποίου υπάρχουν ένας πέτρινος οικίσκος 60τ.μ.

και δύο μικρά παραπήγματα. Ότι κατά το έτος 1964 ο αρχικός εναγόμενος-ενάγων είχε παραχωρήσει στη δικαιοπάροχο της αναιρεσίβλητης Α. Β., χωρίς αντάλλαγμα, τη χρήση του πιο πάνω οικίσκου και του αύλειου αυτού χώρου, προκειμένου να τον χρησιμοποιήσει ως κατοικία της ιδίας και της οικογενείας της. Ότι τον παραπάνω οικίσκο διαμόρφωσε στη συνέχεια η Α.

Β., κατασκευάζοντας με δαπάνες της, παραπλεύρως και σε επαφή με αυτόν, δύο μικρότερα δωμάτια, ενώ διαμόρφωσε και τον έμπροσθεν αυτού αύλειο χώρο. Ότι το πιο πάνω ακίνητο, συνολικής έκτασης 124,13 τ.μ. κατείχε μέχρι τις 28/7/1975 η Α. Β., δυνάμει της προαναφερόμενης σύμβασης χρησιδανείου που είχε συνάψει με τον εναγόμενο-ενάγοντα συνεταιρισμό.

Ότι μετά την καταγγελία της εν λόγω σύμβασης από τον τελευταίο και την άρνηση της χρησαμένης να του αποδώσει το επίδικο ακίνητο, αντιποιούμενη τη νομή του με την επίκληση δικαιώματος ιδίας κυριότητας, ο εναγόμενος-ενάγων, λαμβάνοντας γνώση του γεγονότος αυτού στις 28/7/1975, άσκησε εναντίον της την από 3/5/1977 διεκδικητική αγωγή του, επί της οποίας εκδόθηκε η ήδη αμετάκλητη 5433/1985 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δέχθηκε κατ' ουσία την πιο πάνω αγωγή.

Ότι μετά την απώλεια της νομής του επίδικου ακινήτου από τον εναγόμενο -ενάγοντα στις 28/7/1975, εξαιτίας της αντιποίησης αυτής από την Α. Β., άρχισε να τρέχει ο χρόνος νομής χρησικτησίας υπέρ της τελευταίας, ο οποίος διακόπηκε αρχικά με την άσκηση της προαναφερόμενης από 3/5/1977 διεκδικητικής αγωγής και, ακολούθως, στις 20/5/1987 με την άσκηση έφεσης κατά της 5433/1985 απόφασης από την Α.

Β.. Ότι από τις 20/5/1987 άρχισε να τρέχει εκ νέου ο χρόνος νομής έκτακτης χρησικτησίας της τελευταίας στο επίδικο ακίνητο, ο οποίος δεν διακόπηκε στη συνέχεια μέχρι το θάνατο της το έτος 1989 και συμπληρώθηκε εν επιδικία (προσμετρουμένου και του χρόνου νομής της Α. Β.) στις 21/5/2007 στο πρόσωπο της ενάγουσας-εναγομένης, ως καθολικής διαδόχου της θανούσας μητέρας της, δυνάμει της από 3/3/1986 ιδιόγραφης διαθήκης της που δημοσιεύθηκε νόμιμα.

Ότι μετά την απόκτηση της νομής του επιδίκου από την κληρονομιά της μητέρας της η ενάγουσα-εναγόμενη δεν απαιτείτο να αντιποιηθεί εκ νέου τη νομή και να γνωστοποιήσει στον εναγόμενο-ενάγοντα συνεταιρισμό την αντιποίησή της, αφού σε αυτήν είχε ήδη προβεί όσο ζούσε η δικαιοπάροχος μητέρα της από τις 28/7/1975, με αποτέλεσμα να ασκηθεί εναντίον της η από 3/5/1977 διεκδικητική αγωγή από τον εν λόγω συνεταιρισμό.

Ότι τόσο η Α. Β., κατά το διάστημα από 20/5/1987 μέχρι το έτος 1989, όσο και ενάγουσα-εναγομένη, κατά το διάστημα από το έτος 1989 μέχρι τις 10/12/2010 που αποβλήθηκε βιαίως από το επίδικο ακίνητο, στο πλαίσιο αναγκαστικής εκτέλεσης της 5443/1985 αμετάκλητης απόφασης που επέσπευσε εναντίον της ο εναγόμενος-ενάγων συνεταιρισμός, άσκησαν σε αυτό, αδιαλείπτως, πράξεις νομής με διάνοια κυρίου (διαμονή στον εντός αυτού διαμορφωμένο οικίσκο και χρησιμοποίησή του ως κατοικία τους, συντήρηση και επισκευή αυτού και της περίφραξής του, δήλωση στο κτηματολόγιο ως ιδιοκτησία της ενάγουσας-εναγομένης και καταβολή από αυτή των πάσης φύσεως επιβαρύνσεων που προέκυπταν από τη χρήση του), με αποτέλεσμα η ενάγουσα-εναγομένη να καταστεί κυρία του επιδίκου ακινήτου, εμβαδού 124,13 τ.μ., με έκτακτη χρησικτησία, χωρίς να μπορεί να αντιταχθεί εναντίον της η εκτελεστότητα της 5443/1985 αμετάκλητης απόφασης, από το δεδικασμένο της οποίας δεν δεσμεύεται, καθόσον τόσο η ένδικη διεκδικητική αγωγή αυτής, όσο και η ταυτόσημη ένσταση ιδίας κυριότητας που πρόβαλε κατά της αντίθετης διεκδικητικής αγωγής του εναγομένου-ενάγοντος στηρίζονται σε διαφορετική ιστορική και νομική αιτία και, μάλιστα, σε περιστατικά που έλαβαν χώρα μετά την έκδοση της παραπάνω απόφασης(άσκηση νομής του επιδίκου από την ενάγουσα-εναγομένη και τη δικαιοπάροχο μητέρα της από τις 20/5/1987 έως τις 10/12/2010).

Περαιτέρω δέχθηκε το Εφετείο η Α. Β., σε σχέση με την κυριότητα του εδαφικού τμήματος εμβαδού 1309,53 τ.μ. (το οποίο δεν είχε αποτελέσει αντικείμενο της σύμβασης χρησιδανείου) το κατέλαβε αυθαιρέτως στις αρχές του έτους 1966, κατ' επέκταση του προαναφερόμενου τμήματος των 124,13 τ.μ., και έκτοτε άσκησε συνεχώς και αδιαλείπτως τη νομή αυτού (μετέφερε χώμα και το καλλιέργησε σε όλη του την έκταση, φυτεύοντας δέντρα, άνθη και κηπευτικά, τοποθέτησε αυλόπορτα στην περίφραξη προς την ..., τα κλειδιά της οποίας χρησιμοποιούσαν η ίδια και τα μέλη της οικογένειάς της) μέχρι το θάνατο της το έτος 1989, δηλαδή για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της 20ετίας, χωρίς ο εναγόμενος-ενάγων συνεταιρισμός να το συμπεριλάβει στην από 3/5/1977 αγωγή του κατ' αυτής.

Ότι, στη συνέχεια, η Α. Β. με την από 3/3/1986 ιδιόγραφη διαθήκη της μεταβίβασε στην αναιρεσίβλητη κόρη της την κυριότητα του πιο πάνω εδαφικού τμήματος, του οποίου είχε γίνει ήδη κυρία με έκτακτη χρησικτησία. Ότι την κληρονομιά αυτή αποδέχθηκε η αναιρεσίβλητη με την 4072/2006 πράξη της συμβολαιογράφου Αθηνών Μ.

Λ. που μεταγράφηκε νόμιμα και ότι έτσι αυτή έγινε κυρία (αναδρομικά από το χρόνο θανάτου της δικαιοπαρόχου της) του εδαφικού τμήματοςεμβαδού 1309,53 τ.μ. με παράγωγο τρόπο. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις προδιαληφθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 974, 980, 982, 1045, 1046 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ενώ δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού, όπως προκύπτει από το προαναφερόμενο περιεχόμενο της, διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικών διατάξεων ως προς το ουσιώδες ζήτημα της απόκτησης κυριότητας από την αναιρεσίβλητη του επίδικου ακινήτου, συνολικού εμβαδού 1433,87τ.μ., για μεν το εδαφικό τμήμα αυτού των 124,13 τ.μ.

με πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία), για δε το εδαφικό τμήμα αυτού των 1309,53 τ.μ. με παράγωγο τρόπο (κληρονομική διαδοχή). Επομένως ο όγδοος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο εκτιμάται ότι προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Η αιτίαση που διατυπώνεται με τον ίδιο λόγο, με την οποία ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 980παρ.2 και 982 ΑΚ, καθώς και της έλλειψης νόμιμης βάσης, διότι έγινε δεκτό ότι "δεν χρειαζόταν η ενάγουσα- εναγόμενη που εν τω μεταξύ είχε αποκτήσει τη νομή (του εδαφικού τμήματος των 124,13τ.μ.) από κληρονομιά της μητέρας της, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 983ΑΚ, να αντιποιηθεί εκ νέου τη νομή και να γνωστοποιήσει την αντιποίησή της στον εναγόμενο- ενάγοντα, ώστε αυτός να απωλέσει τη νομή του..." είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, καθόσον, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στη μείζονα σκέψη, τέτοια υποχρέωση έχει μόνον όποιος κατέχει το ακίνητο στο όνομα άλλου και όχι αυτός που έχει αποκτήσει ήδη τη νομή του, όπως έγινε δεκτό στην προκείμενη περίπτωση για την αναιρεσίβλητη, η οποία, κατά τα προεκτεθέντα, είχε αποκτήσει τη νομή του επίδικου εδαφικού τμήματος αυτοδικαίως, ως καθολική διάδοχος της θανούσας μητέρας της, εκείνη δε είχε αντιποιηθεί από το έτος 1975 τη νομή του εναγομένου-ενάγοντα και είχε γνωστοποιήσει από τότε τη βούλησή της αυτή στον τελευταίο.

Κατά το άρθρ 559 αριθ. 9 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αδίκαστη αίτηση. Ως "αίτηση" κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, δηλαδή κάθε αίτηση με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής και η οποία δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης, τέτοια δε αίτηση είναι ιδίως εκείνη της αγωγής, της ανταγωγής, της κυρίας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, των ενδίκων μέσων της έφεσης, της ανακοπής και τριτανακοπής, όχι όμως εκείνη της ένστασης ή αντένστασης ή του λόγου της έφεσης, ως επίσης και το αίτημα για ενέργεια πραγματογνωμοσύνης, γιατί υπόκειται στην κυριαρχική εξουσία του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 589/2008). Ο πρώτος, επομένως, λόγος αναίρεσης, κατ' εκτίμηση από τον αριθμ. 9 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ και όχι από τον αριθμ.8 περ. β' του ίδιου άρθρου, όπως αναφέρεται στο αναιρετήριο, με τον οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη το αίτημα του εκκαλούντος συνεταιρισμού για διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης, αναφορικά με το χαρακτήρα και τις ιδιομορφίες του εδάφους του επίδικου ακινήτου, ώστε να διαπιστωθεί αν υπήρχε εξ αντικειμένου δυνατότητα να ασκηθούν επ' αυτού οι πράξεις νομής που επικαλέστηκε η αναιρεσίβλητη-εφεσίβλητη και, έτσι, άφησε αδίκαστη αίτησή του, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.8 περ.β' ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό (βάση αγωγής, ανταγωγής) είτε ως αμυντικό (ένσταση, αντένσταση) μέσο, αλλά όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Δεν θεμελιώνεται επίσης ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, έστω και αν η απόρριψη του δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (ολ ΑΠ 11/1996). Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθμ. 8 περ.β' ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη την ένσταση δεδικασμένου που προβλήθηκε με το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων της έφεσης, αναφορικά με την κτήση κυριότητας της αναιρεσίβλητης με έκτακτη χρησικτησία στο εδαφικό τμήμα των 123τ.μ.

Όπως όμως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης που εκτέθηκε παραπάνω το Εφετείο έλαβε υπόψη την ένσταση αυτή και απέρριψε το σχετικό (πρώτο) πρόσθετο λόγο της έφεσης ως αβάσιμο. Επομένως, ο εξεταζόμενος τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, που ορίζει, ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει, ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γΓ αυτά, χωρίς να απαιτείται να αξιολογεί τα επί μέρους αποδεικτικά μέσα ή να εξειδικεύει τα έγγραφα (ΑΠ 1182/2012).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει, ότι το Εφετείο διαλαμβάνει σε αυτήν όλα τα αποδεικτικά μέσα και, συγκεκριμένα, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, τις ένορκες βεβαιώσεις, καθώς και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, από τα οποία άντλησε την κρίση του ότι αποδείχθηκαν και είναι αληθινά όλα τα παρατιθέμενα στην απόφασή του και έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης πραγματικά περιστατικά.

Επομένως, ο από τον αριθ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ τέταρτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δέχθηκε "πράγματα", που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, αναφορικά με την καταλληλότητα του επίδικου ακινήτου για την άσκηση των πράξεων νομής που δέχθηκε ότι έγιναν σε αυτό από η αναιρεσίβλητη και τη δικαιοπάροχο της, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αλλά και σε κάθε περίπτωση είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, δεδομένου ότι το αποδειχθέν αυτό περιστατικό δεν αποτελεί "πράγμα", κατά την έννοια που εκτέθηκε στη μείζονα σκέψη.

Από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340, 341 του ΚΠολΔ συνάγεται, ότι ο δικαστής, για να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, άλλως η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.11γ' του ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως.

Ο λόγος αναίρεσης αυτός είναι αβάσιμος, εφόσον από την απόφαση αποδεικνύεται, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί μάλιστα προς τούτο η γενική αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης καθενός και χωρίς διάκριση από ποια από αυτά προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη, αν από την αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν καταλείπεται αμφιβολία περί του ότι λήφθηκε υπόψη συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο και ιδίως έγγραφο.

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τους πέμπτο και έκτο, κατά το πρώτο μέρος λόγους αναίρεσης προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 11 γ' ΚΠολΔ, διότι δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο, που προσκόμισε σε αυτό με επίκληση προς απόδειξη του ισχυρισμού του περί μη δυνατότητας άσκησης στο επίδικο ακίνητο των επικαλούμενων πράξεων νομής της αναιρεσίβλητης, εξαιτίας της ιδιομορφίας του εδάφους του (πρώην ...) και, ειδικότερα, ότι δεν έλαβε υπόψη τη κατάθεση του μάρτυρα του εκκαλούντος συνεταιρισμού ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου Δ.

Β., που περιέχονταν στα από 10/3/2015 ταυτάριθμα πρακτικά συνεδρίασης της 3039/2015 απόφασης του πιο πάνω δικαστηρίου. Ωστόσο, όπως προκύπτει από τη βεβαίωση του Εφετείου ότι έλαβε υπόψη τις καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την υπ' αριθμ. 2569/2012 απόφαση πρακτικά συνεδρίασης αυτού (τα οποία ήταν τα μόνα που λήφθηκαν υπόψη και από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που εξέδωσε την 3039/2015 απόφαση), από το όλο περιεχόμενο και τις ειδικότερες αιτιολογίες της πληττόμενης απόφασης, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο για τη θεμελίωση του παραπάνω αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη και την κατάθεση του μάρτυρα του εκκαλούντος, έστω και αν δεν έκανε ειδική αναφορά και αξιολόγηση αυτής και, επομένως, οι προαναφερόμενοι λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης της παραβίασης των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσδίδει σε αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που προσδίδει σ' αυτό ο νόμος, ενώ δεν δημιουργείται ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο, συνεκτιμώντας ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα, κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ, έκρινε περισσότερο ή λιγότερο αξιόπιστο ένα από τα πολλά ισοδύναμα κατά νόμο αποδεικτικά μέσα.

Ειδικότερα, η αξιοπιστία των μαρτύρων και η εκτίμηση των όσων αυτοί καταθέτουν εναπόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο δεν είναι υποχρεωμένο να εκθέσει στην απόφαση του και τους λόγους για τους οποίους δίδει μεγαλύτερη πίστη στην κατάθεση του ενός ή του άλλου μάρτυρα (ΑΠ 1420/2011, ΑΠ 907/2006).

Επομένως ο έκτος, κατά το δεύτερο μέρος, λόγος αναίρεσης από τον αριθμ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, αφού προσέδωσε μεγαλύτερη αποδεικτική δύναμη στα αποδεικτικά μέσα της αναιρεσίβλητης και, ιδίως, στην ένορκη κατάθεση της μάρτυρος της στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και στις ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων της, τις οποίες έκρινε ως πιο πειστικές από την αντίστοιχη ένορκη κατάθεση του μάρτυρα του εκκαλούντος συνεταιρισμού είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί η αξιοπιστία των μαρτύρων και η εκτίμηση των όσων αυτοί καταθέτουν ανήκει στην κυριαρχικά ανέλεγκτη εξουσία του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο εκτιμώντας τις αποδείξεις, μπορεί να αποδώσει στις μαρτυρικές αποδείξεις μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα από άλλα ίδιας αποδεικτικής δύναμης, αποδεικτικά μέσα.

Κατά τη διάταξη του αριθμού 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ αναίρεση επιτρέπεται αν η ίδια η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Η αντίφαση μεταξύ των διατάξεων πρέπει να εντοπίζεται στο διατακτικό της ίδιας απόφασης και δεν αρκεί η ύπαρξη αντίφασης στο αιτιολογικό της απόφασης αυτής ή μεταξύ του αιτιολογικού και του διατακτικού.

Ειδικότερα η αντίφαση στο διατακτικό δημιουργεί τον προαναφερόμενο λόγο αναίρεσης όταν προκαλείται τέτοια αοριστία, ώστε να εμποδίζεται η δημιουργία εκτελεστότητας της απόφασης ή η πρόκληση της σκοπούμενης διάπλασης ή η ύπαρξη βεβαιότητας στις σχέσεις των διαδίκων με το δεδικασμένο (Ολ ΑΠ 13/1995, ΑΠ 87/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον έβδομο λόγο της αναίρεσης και με την επίκληση της παραπάνω διάταξης του αριθμού 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι έχει αντιφατικές αιτιολογίες και διατάξεις ως προς το ζήτημα της απόκτησης κυριότητας της αναιρεσίβλητης στο επίδικο ακίνητο με έκτακτη χρησικτησία.

Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, γιατί η επικαλούμενη πλημμέλεια, αναφέρεται σε αντιφάσεις κυρίως του αιτιολογικού, αλλά και μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, η δε αιτίαση αυτή δεν ιδρύει κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, τον προβαλλόμενο λόγο αναίρεσης, που προϋποθέτει αντίφαση στο διατακτικό, και μόνο, της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης.

Κατόπιν αυτών πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να επιβληθεί η δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης σε βάρος του αναιρεσείοντος Δήμου, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), η οποία πρέπει να καταλογιστεί μειωμένη, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 και 3 του Ν.3693/1957 (που κατά το άρθρο 276 του Ν. 3463/2006 εφαρμόζεται και επί Δήμων), το οποίο διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 του ΕισΝ ΚΠολΔικ, και όπως τούτο ισχύει μετά την υπ' αριθμ 134423/8-12-1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ β' 11/20-1-1993) που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 17/11/2017 αίτηση του Δήμου Βάρης-Βούλας Βουλιαγμένης για αναίρεση της 3209/2016 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Νοεμβρίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Νοεμβρίου 2018.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ