Legislator Case Law & Legislation
1597/2017 AI generated

1597/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1597/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 30 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1597/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Αποστολάκης ανέγνωσε την από 11-2-2016 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Κωνσταντίνου Τσόλα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο παραστάς πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1597 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1597/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό και Γεώργιο Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 30 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." (όπως ήδη μετονομάσθηκε η εταιρεία από "...), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Σάλιαρη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Α. ... Ε.Ε.", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) Α. Γ. του Π., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν: α) από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Άγγελο Αγγελόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και β) από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευάγγελο Τρίγκα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-1-2004 ανακοπή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1092/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 4534/2012 του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 31-7-2015 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Αποστολάκης ανέγνωσε την από 11-2-2016 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Κωνσταντίνου Τσόλα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο παραστάς πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 566 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι στις προϋποθέσεις για το τυπικά παραδεκτό του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης συμπεριλαμβάνεται η ύπαρξη σ’ αυτό και αίτησης για την ουσία της υπόθεσης. Η αίτηση αυτή δεν είναι ανάγκη να διατυπώνεται πανηγυρικά ή να περιέχεται στο αιτητικό της αίτησης αναίρεσης, αλλά αρκεί να συνάγεται από το όλο περιεχόμενο του ιστορικού και αιτητικού αυτής (ΑΠ 837/2003).

Εξάλλου, από το συνδυασμό των άρθρων 118, 119 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικόγραφο της αναίρεσης πρέπει να περιέχει, εκτός των άλλων στοιχείων, και την επωνυμία του νομικού προσώπου που την ασκεί, κατά τρόπο ώστε να μην γεννάται αμφιβολία ως προς την ταυτότητά του. Έτσι, η ενδεχομένως εσφαλμένη αναγραφή της επωνυμίας του δεν επιφέρει ακυρότητα ή απαράδεκτο του αναιρετηρίου, εφόσον από την εσφαλμένη αυτή αναγραφή δεν δημιουργείται αμφιβολία ως προς την ταυτότητα του διαδίκου.

Αν δε η ταυτότητα αμφισβητηθεί, το δικαστήριο, για να την προσδιορίσει, χωρεί στη συνολική έρευνα του περιεχομένου του δικογράφου της αναίρεσης σε συνδυασμό με τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα (ΑΠ 1804/1998, ΑΠ 175/2007, ΑΠ 968/2015). Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσίβλητοι άσκησαν ανακοπή κατά της υπ’ αριθ. .../2003 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την οποία απηύθυναν ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά της αναιρεσείουσας.

Επί της ανακοπής αυτής εκδόθηκε, ερήμην της τελευταίας, η υπ’ αριθ. 1092/2007 οριστική απόφαση που έκανε δεκτή την ανακοπή. Κατ’ αυτής η καθής η ανακοπή και ήδη αναιρεσείουσα άσκησε έφεση ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, επί της οποίας εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων η υπ’ αριθ. 4534/2012 απόφαση που έκανε δεκτή την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλούμενη, κράτησε και δίκασε την ουσία της υπόθεσης και δεχόμενο την ανακοπή ακύρωσε τη διαταγή πληρωμής.

Κατά της αποφάσεως αυτής η εκκαλούσα-καθής η ανακοπή άσκησε εμπρόθεσμα την υπό κρίση αναίρεση. Από την εκτίμηση του συνολικού περιεχομένου της αίτησης αυτής προκύπτει σαφώς ότι εμπεριέχεται στο αιτητικό της αίτημα της αναιρεσείουσας για την ουσία της υπόθεσης, που συνίσταται στην απόρριψη εν συνόλω της ανακοπής των αναιρεσίβλητων η οποία εσφαλμένα κατ’ αυτήν έγινε δεκτή.

Αβάσιμα λοιπόν οι αναιρεσίβλητοι υποστηρίζουν ότι είναι απαράδεκτη λόγω μη περιλήψεως αιτήσεως για την ουσία της υπόθεσης. Περαιτέρω, στο αναιρετήριο η επωνυμία της αναιρεσείουσας προσδιορίζεται ως εξής: "...", η οποία προήλθε από μεταβολή της αρχικής επωνυμίας που ήταν: "...". Ωστόσο, από τη συνδυαστική επισκόπηση των εισαγωγικών δικογράφων της ανακοπής και της έφεσης, των αποφάσεων που εκδόθηκαν επ’ αυτών, το ΦΕΚ υπ’ αριθ. ...

και την υπ’ αριθ. .../2015 ανακοίνωση του ΓΕΜΗ, που επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσείουσα για την προσδιοριζόμενη στο αναιρετήριο νέα επωνυμία της, προκύπτει ότι η αρχική επωνυμία της καθής η ανακοπή και εκκαλούσας ήταν "...". Ακολούθως την 8.4.2013 τροποποιήθηκε, χωρίς να αλλάξει η νομική της προσωπικότητα, σε "..." και την 27.1.2015 σε "...".

Η σειρά αυτή των αλλαγών δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο, πλην όμως εξ αυτού δεν γεννάται καμία αμφιβολία για τη ταυτότητα της αναιρεσείουσας και επομένως δεν δημιουργείται ακυρότητα του δικογράφου της αναιρέσεως, όπως αβάσιμα υποστηρίζουν οι αναιρεσίβλητοι. Επομένως, σύμφωνα και με τα προαναφερόμενα, η εν λόγω αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή.

Με το νόμο 1665/1986 καθιερώθηκε η σύμβαση της "χρηματοδοτικής μίσθωσης", η οποία είναι σύμβαση μεταξύ μιας εταιρείας ειδικού σκοπού και μιας επιχείρησης ή ενός επαγγελματία, με την οποία η πρώτη παραχωρεί για ορισμένο χρόνο και έναντι μισθώματος στο δεύτερο τη χρήση κεφαλαιουχικών αγαθών, κινητών ή ακινήτων και ειδικότερα τη χρήση χώρων επαγγελματικής εγκατάστασης, καθώς και επιχειρησιακού ή επαγγελματικού εξοπλισμού, παρέχοντάς του συγχρόνως το δικαίωμα, είτε να αγοράσει το πράγμα μετά την πάροδο ορισμένου χρόνου, είτε να ανανεώσει τη μίσθωση για ορισμένο χρόνο.

Από τις διατάξεις των άρθρων 1-3 του άνω νόμου προκύπτει ότι οι ουσιαστικές προϋποθέσεις της χρηματοδοτικής μίσθωσης είναι: ανώνυμη εταιρεία χρηματοδοτικής μίσθωσης ως εκμισθωτής, επιχείρηση ή επαγγελματίας ως μισθωτής, αντικείμενο δε αυτής η παραχώρηση της χρήσης του πράγματος, κινητού ή ακίνητου, που προορίζεται για την επιχείρηση ή το επάγγελμα, καθώς και το μίσθωμα.

Η διάρκεια, εξάλλου, της σύμβασης είναι ορισμένη και σε καμία περίπτωση μικρότερη από αυτή που ορίζει ο νόμος, ενώ παρέχεται στο μισθωτή το δικαίωμα, είτε να αγοράσει το πράγμα, είτε ν’ ανανεώσει τη μίσθωση για ορισμένο χρόνο. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 4 του προαναφερόμενου νόμου για τη σύναψη της σύμβασης απαιτείται συστατικός τύπος, ο οποίος προκειμένου για κινητά είναι έγγραφος, ενώ απαιτείται επιπλέον και τήρηση διατυπώσεων δημοσιότητας, που για τα κινητά συνίστανται σε καταχώρηση σε ειδικό δημόσιο βιβλίο στο πρωτοδικείο της έδρας ή κατοικίας του μισθωτή και στο Πρωτοδικείο Αθηνών.

Η σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης, που καταρτίζεται μεταξύ εκμισθωτή (εταιρείας) και μισθωτή, δεν είναι απλή σύμβαση μίσθωσης πράγματος (ΑΚ 574-618), αλλά σύνθετη ή μεικτή σύμβαση, η οποία έχει στοιχεία: α) σύμβασης μίσθωσης, παραλλαγμένης, όμως, σε πολλά σημεία από τον "τύπο" που καθιερώνουν οι ΑΚ 574 επ., β) σύμβασης εντολής, με την οποία ο εκμισθωτής εντέλλεται στο μισθωτή να διαπραγματευθεί με τον προμηθευτή το αντικείμενο και τους όρους της σύμβασης πώλησης, την οποία θα καταρτίσει ο εκμισθωτής με τον προμηθευτή, γ) σύμβασης εκχώρησης (ΑΚ 455 επ.), με την οποία η εταιρεία εκχωρεί τις απαιτήσεις που έχει κατά του προμηθευτή από τη σύμβαση πώλησης στο μισθωτή, ώστε να μπορεί αυτός -ασκώντας τις σχετικές αξιώσεις ως δικαιούχος - να εξαναγκάσει τον προμηθευτή σε τήρηση των υποχρεώσεών του, δ) συμφώνου προαίρεσης, με το οποίο παρέχεται στο μισθωτή το δικαίωμα, με μονομερή δήλωσή του, είτε να αγοράσει το πράγμα (καταβάλλοντος και το συμφωνηθέν τίμημα) είτε να ανανεώσει τη μίσθωση για ορισμένο χρόνο.

Στη σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης ο εκμισθωτής (εταιρεία χρηματοδοτικής μίσθωσης) και ο προμηθευτής (κατασκευαστής ή έμπορος) συνδέονται μεταξύ τους με τη σύμβαση πώλησης, την οποία ο πρώτος καταρτίζει είτε αυτοπροσώπως, είτε μέσω του μισθωτή, που ενεργεί ως άμεσος αντιπρόσωπος και, εκτός από άλλα, πρέπει να συμφωνείται:

α) ότι η παράδοση του πράγματος από τον προμηθευτή θα γίνει απευθείας στο μισθωτή, χωρίς οποιαδήποτε μεσολάβηση ή παρέμβαση του εκμισθωτή, β) ότι τα δικαιώματα του εκμισθωτή κατά του προμηθευτή από τη σύμβαση πώλησης λόγω μη εκπλήρωσης, πλημμελούς εκπλήρωσης, υπερημερίας ως προς την παράδοση ή εγκατάσταση του πράγματος, ελαττωμάτων αυτού κ.λπ.

εκχωρούνται στο μισθωτή. Έτσι, ενώ ο μισθωτής κατά κανόνα δεν συνδέεται με κάποια συμβατική σχέση με τον προμηθευτή, με βάση τα δικαιώματα από την πώληση, που του έχουν εκχωρηθεί από τον εκμισθωτή, μπορεί να στραφεί κατά του προμηθευτή και να τον εξαναγκάσει σε τήρηση των υποχρεώσεών του, σε καταβολή αποζημιώσεων κλπ (ΑΠ 646/2011).

Τα πιο πάνω δικαιώματα ο μισθωτής ως εκδοχέας αυτών, θα τα ασκήσει στο όνομά του και για λογαριασμό του, ζητώντας αποκατάσταση της δικής του ζημίας. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 455, 457, 460 και 462 ΑΚ, συνάγεται ότι ο δανειστής μπορεί με σύμβαση να μεταβιβάσει σε άλλον την απαίτησή του χωρίς τη συναίνεση του οφειλέτη.

Η σύμβαση εκχώρησης είναι δικαιοπραξία εκποιητική, αφού άμεσο αποτέλεσμά της είναι όχι η ανάληψη κάποιας ενοχικής υποχρέωσης από τον εκχωρητή, αλλά η απώλεια της απαίτησης γι’ αυτόν υπέρ του εκδοχέα. Ακόμη, η εκχώρηση είναι σύμβαση αναιτιώδης και άτυπη, συνέπεια δε του αναιτιώδους χαρακτήρα της σύμβασης εκχώρησης είναι ότι δεν απαιτείται τήρηση τύπου και όταν η αποτελούσα την αιτία της εκχώρησης βασική σύμβαση είναι τυπική δικαιοπραξία.

Ο εκδοχέας αποκτά την έναντι του οφειλέτη απαίτηση από την αναγγελία της εκχώρησης σε αυτόν από τον εκχωρητή ή τον εκδοχέα, η οποία είναι μονομερής δήλωση, που μπορεί να γνωστοποιηθεί προς τον οφειλέτη ρητώς ή σιωπηρώς, ακόμη και με το δικόγραφο της αγωγής με την οποία επιδιώκεται η ικανοποίηση της εκχωρηθείσας απαίτησης (ΑΠ 826/2001).

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των όρθρων 513, 516, 519, 343, 383, 387, 389 παρ. 2 και 904 ΑΚ, προκύπτει ότι σε περίπτωση υπερημερίας του πωλητή αναφορικά με την εκπλήρωση των υποχρεώσεων του, ο αγοραστής, αφού περάσει άπρακτη η εύλογη προθεσμία εκπλήρωσης που του έταξε, συνοδευόμενη από τη δήλωση ότι μετά την πάροδο αυτής αποκρούει την παροχή ή και χωρίς να τάξει την προθεσμία αυτή στην περίπτωση που συντρέχουν οι αναφερόμενες στο άρθρο 385 ΑΚ περιπτώσεις, (α.

αν από την όλη στάση του οφειλέτη προκύπτει ότι το μέτρο αυτό θα ήταν άσκοπο και β. αν ο δανειστής εξαιτίας της υπερημερίας δεν έχει συμφέρον στην εκτέλεση της σύμβασης), δικαιούται να ζητήσει είτε αποζημίωση για μη εκπλήρωση, είτε να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση. Η υπαναχώρηση έχει ως συνέπεια την άμεση διάλυση της σύμβασης με ενέργεια αποκλειστικά ενοχική και αναδρομική και την υποχρέωση των μερών προς επιστροφή των παροχών, που είχαν εκτελεστεί, σύμφωνα με τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού (389 παρ. 2 ΑΚ).

Έτσι, από την υπαναχώρηση δεν έχει πλέον κανένα από τα συμβαλλόμενα μέρη καμία αξίωση εναντίον του άλλου για εκπλήρωση και ο μεν πωλητής υποχρεούται να επιστρέψει το μέρος ή το σύνολο του τιμήματος που έλαβε με το νόμιμο τόκο από την υπαναχώρηση, ο δε αγοραστής το πράγμα που τυχόν του παραδόθηκε. Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου.

Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που αυτός απαιτεί, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά του δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: "Η πρώτη των ανακοπτόντων (και ήδη αναιρεσίβλητη), ετερόρρυθμη εταιρία, δραστηριοποιείται στον τομέα των μαρμαρικών εργασιών, διατηρεί δε για την εξυπηρέτηση της δραστηριότητάς της αυτής, εργαστήριο - μαρμαρογλυφείο, στην ....

Το Σεπτέμβριο του έτους 2002, έχοντας την πρόθεση να προμηθευτεί εξοπλισμό προηγμένης τεχνολογίας για την επιχείρησή της, απευθύνθηκε προς τούτο, στον προμηθευτή-πωλητή Ι. Κ., ο οποίος διατηρεί στο Ρίο Πατρών επιχείρηση εμπορίας μηχανών και υλικών κοπής για φυσικούς και τεχνητούς λίθους. Με τον τελευταίο ο δεύτερος ανακόπτων, ενεργώντας ως νόμιμος εκπρόσωπος της πρώτης, κατάρτισε στο Ρίο Πατρών, την από 30-9- 2002 σύμβαση, για την οποία συντάχθηκε το υπό την ίδια ημεροχρονολογία ιδιωτικό συμφωνητικό.

Με τη σύμβαση αυτή συμφωνήθηκε η εισαγωγή από το εξωτερικό και η παράδοση στην πρώτη ανακόπτουσα, εντός προθεσμίας 60 ημερών, ήτοι μέχρι 30- 11-2002, μέσω σύμβασης leasing, κατά τα κατωτέρω αναφερόμενα, ενός μηχανήματος υδροκοπής, τύπου ΤΕ 320 CNC ΤΕΟRΑΜΑ "Β" με κινητή γέφυρα με τέσσερις άξονες, μοντέλο 2002. Το τίμημα συμφωνήθηκε στο ποσό των 251.000 ευρώ, πλέον ΦΠΑ 18%, ποσού 45.346,32 ευρώ και συνολικά σε 297.270,32 ευρώ.

Έναντι δε του τιμήματος, η πρώτη ανακόπτουσα κατέβαλε κατά την υπογραφή της άνω σύμβασης σε μετρητά το ποσό των 45.000 ευρώ, ενώ το υπόλοιπο ποσό συμφωνήθηκε ότι θα καταβληθεί μέσω σύμβασης leasing από την καθής η ανακοπή (και ήδη αναιρεσείουσα), η οποία είναι εταιρία χρηματοδοτικής μίσθωσης, κατά την έννοια του ν. 1665/1986.

Στη συνέχεια, καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων, η με αριθμό .../25-11-2002 σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης, με την οποία η καθής η ανακοπή ανέλαβε την υποχρέωση εκμίσθωσης στην πρώτη ανακόπτουσα του άνω μηχανήματος, αξίας 251.000 ευρώ, το οποίο θα αγόραζε η ίδια από τον προμηθευτή Ι. Κ., συνυπέγραψαν δε τη σύμβαση αυτή, ως εγγυητές, ο δεύτερος ανακόπτων και ο προμηθευτής Ι.

Κ.. Ο συμβατικός χρόνος της άνω μίσθωσης ορίστηκε σε 60 μήνες, από την ημερομηνία υπογραφής του σχετικού παραρτήματος, ενώ το μηνιαίο μίσθωμα ορίστηκε σε 4.526,75 ευρώ, πλέον ΦΠΑ. Το μηχάνημα συμφωνήθηκε ότι θα παραδοθεί στην πρώτη ανακόπτουσα μέχρι τις 4-12-2002, ως τόπος δε εγκατάστασης αυτού ορίστηκε η επιχείρηση της τελευταίας, στην ....

Σε εκτέλεση της παραπάνω συμφωνίας, στις 12-12-2002, ο προμηθευτής Ι. Κ., εξέδωσε το με αριθμό ...12-2002 τιμολόγιο πώλησης-δελτίο αποστολής για την πώληση του άνω μηχανήματος με αντισυμβαλλόμενη την καθής η ανακοπή, το οποίο, αφού υπογράφηκε από το νόμιμο εκπρόσωπο της πρώτης ανακόπτουσας, προσκομίστηκε στην καθής προκειμένου να ολοκληρωθούν οι διαδικασίες που απαιτούνταν για τη σύναψη της σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης με την πληρωμή του τιμήματος από την τελευταία.

Ταυτόχρονα δε προσκομίστηκε στην καθής και σχετικό πιστοποιητικό παραλαβής του μηχανήματος. Ακολούθησε η κατάρτιση του παραρτήματος 1 της άνω σύμβασης, το οποίο υπογράφηκε από τους ανακόπτοντες και τον Ι. Κ., υπό τις προαναφερθείσες ιδιότητες, στις 13-12-2002 και από την καθής στις 16-12-2002, με το οποίο θεωρήθηκε ότι είχε λάβει χώρα η παράδοση του μηχανήματος στην άνω ανακόπτουσα.

Με το άνω παράρτημα ορίστηκε η έναρξη της σύμβασης για τις 15-12-2002, ενώ όσον αφορά το μίσθωμα, συμφωνήθηκε το πρώτο αυτών στο ποσό των 37.650 ευρώ πλέον ΦΠΑ, το οποίο και είχε ήδη καταβληθεί από την πρώτη ανακόπτουσα κατά την κατάρτιση του άνω παραρτήματος, ενώ τα υπόλοιπα μισθώματα, ποσού 4.492,21 ευρώ το καθένα, πλέον ΦΠΑ, ορίστηκε ότι θα καταβάλλονται την 15η ημέρα κάθε μήνα, αρχής γενομένης από 15-1-2003.

Επιπλέον, χορηγήθηκαν στην καθής η ανακοπή ως εξασφαλίσεις, εγγυητική επιστολή 60.000 ευρώ, που εκδόθηκε από την Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος, κατάστημα Αργοστολίου, υπέρ του προμηθευτή Ι. Κ. και εγγυητική επιστολή, ποσού 120.000 ευρώ της ίδιας Τράπεζας υπέρ της πρώτης ανακόπτουσας. Ωστόσο, παρά την έκδοση του πιο πάνω τιμολογίου-δελτίου αποστολής και την υπογραφή του όσον αφορά την παραλαβή του μηχανήματος από την πρώτη ανακόπτουσα, το μηχάνημα δεν παραδόθηκε σ’ αυτή.

Κατόπιν αυτού η τελευταία δια του νομίμου εκπροσώπου της, δεύτερου ανακόπτοντος, με επιστολή της προς την καθής, που στάλθηκε σ’ αυτή, μέσω FΑΧ, στις 18-12-2002, από το υποκατάστημα Αργοστολίου Κεφαλληνίας της ... Τράπεζας, θυγατρική εταιρία της οποίας είναι η καθής, αφού ανέφερε το πιο πάνω γεγονός ζήτησε από την τελευταία να μην καταβάλει το τίμημα.

Ακολούθησε επικοινωνία του νομίμου εκπροσώπου της πρώτης ανακόπτουσας με τον προμηθευτή Ι. Κ. και το Δ. Λ., υπεύθυνο πελατείας της καθής, κατόπιν της οποίας, στις 19-12- 2002, ο άνω νόμιμος εκπρόσωπος της πρώτης ανακόπτουσας με επιστολή του προς την καθής, ζήτησε να προχωρήσει η διαδικασία πληρωμής του μηχανήματος, ζητώντας την ανάκληση της προηγουμένης επιστολής με την οποία ζητούσε το αντίθετο.

Την ίδια ημέρα η καθής κατέβαλε για το τίμημα στον προμηθευτή, με κατάθεση στο λογαριασμό του στην Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος, ποσό 251.180 ευρώ, ενώ μεταγενέστερα η πρώτη ανακόπτουσα κατέβαλε στην καθής το μίσθωμα του μηνός Ιανουαρίου 2003 και μέρος του μισθώματος του μηνός Φεβρουαρίου 2003. Όμως, παρά το γεγονός ότι ο προμηθευτής μετά και την έκδοση του ως άνω τιμολογίου, εισέπραξε το τίμημα του μηχανήματος, δεν παρέδωσε το μηχάνημα αυτό την πρώτη ανακόπτουσα, γεγονός το οποίο γνωστοποίησε η πρώτη ανακόπτουσα την καθής στις 18-9-2002, με την πιο πάνω επιστολή της.

Περαιτέρω, με τους γενικούς όρους της σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης που θεωρούνται αναπόσπαστο μέρος της σύμβασης αυτής, συνομολογήθηκαν, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: α) η παραγγελία και παράδοση των μισθίων εμπίπτουν αποκλειστικά και μόνο στη σφαίρα ευθύνης του μισθωτή. Ειδικότερα, ο μισθωτής αναλαμβάνει την πρωτοβουλία και ευθύνη για την επιλογή των μισθίων, διεξάγει τις σχετικές διαπραγματεύσεις, ελέγχει την κατασκευή, λειτουργία, ποιότητα και καταλληλότητα των μισθίων, λαμβάνει τις τυχόν εγγυήσεις τεχνικής υποστήριξης από τον προμηθευτή και παρέχει οδηγίες αναφορικά με τις ιδιότητες και προδιαγραφές που επιθυμεί, χωρίς οποιαδήποτε ανάμειξη ή διαμεσολάβηση της εταιρίας.

Ο μισθωτής επίσης, συμφωνεί με τον προμηθευτή την αξία παραγγελίας, καθώς και το χρόνο και τόπο παράδοσης των μισθίων. Η εταιρία δεν δεσμεύεται, ούτε αναλαμβάνει υποχρεώσεις από τις διαπραγματεύσεις και γενικά τις πρωτοβουλίες ή ενέργειες του μισθωτή που αναφέρονται στο παρόν άρθρο (όρος 2.01), β) ο μισθωτής τέλος, φέρει την ευθύνη για την αυθεντικότητα και νομιμότητα της συναλλαγής με τον προμηθευτή και βεβαιώνει υπεύθυνα την εταιρία για την ακρίβεια και ειλικρίνεια των στοιχείων της, όπως ενδεικτικά της αξίας παραγγελίας (όρος 2.05), γ) σε περίπτωση που για οποιοδήποτε λόγο, έστω και αν αυτός οφείλεται σε τυχερά γεγονότα ή ανωτέρα βία, ο μισθωτής αρνηθεί να παραλάβει όλα τα μίσθια ή εάν όλα τα μίσθια δεν έχουν παραδοθεί μέσα στην προθεσμία που έχει οριστεί στους ειδικούς όρους τότε η εταιρία δικαιούται να υπαναχωρήσει από τη μίσθωση, οπότε ο μισθωτής υποχρεούται κατ’ επιλογή της εταιρίας, είτε α) να αγοράσει από την εταιρία τα μίσθια με τιμή ίση προς την τελική αξία κτήσης τους πλέον ΦΠΑ και τόκων υπερημερίας επί του ποσού αυτής που θα υπολογίζεται με βάση το επιτόκιο που αναφέρεται στο άρθρο 9 από την ημερομηνία πληρωμής από την εταιρία μέχρι την πώληση των μισθίων από την εταιρία και την είσπραξη του σχετικού τιμήματος, διαφορετικά θα υποχρεούται να καλύψει κάθε ζημία της εταιρίας από τη διάθεση των μισθίων σε τρίτους σε τιμή μικρότερη από την παραπάνω, είτε να αποζημιώσει την εταιρία για κάθε θετική ή αποθετική ζημία της που τυχόν θα υποστεί από την άρνηση του μισθωτή να παραλάβει τα μίσθια και να καλύψει κάθε ευθύνη της έναντι του προμηθευτή (όρος 3.04).

Επίσης, με τον 6.05 όρο των γενικών όρων της σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης, συνομολογήθηκε ότι "η εταιρία εκχωρεί κα μεταβιβάζει στο μισθωτή κάθε αξίωση ή δικαίωμα, της γενικά που απορρέει από την αγορά των μισθίων από τον προμηθευτή, καθώς και από την τυχόν εγγύηση, όπως ενδεικτικά για αποζημίωση, διόρθωση των μίσθιων, μείωση της τελικής αξίας κτήσης τους ή αναστροφή της πώλησης.

Κάθε τέτοια αξίωση θα ασκείται δικαστικά ή εξώδικα από το μισθωτή με την ιδιότητα του εκδοχέα των σχετικών δικαιωμάτων της εταιρίας, αλλά για λογαριασμό της τελευταίας. Εάν οποιοδήποτε ποσό επιστραφεί ή αποδοθεί από τον προμηθευτή ως αποτέλεσμα της άσκησης των παραπάνω εκχωρημένων αξιώσεων, τούτο θα καταβάλλεται απευθείας από τον προμηθευτή στην εταιρία, η οποία διορίζεται αμετάκλητα για το σκοπό αυτό δεκτική καταβολής και θα επιφέρει αναπροσαρμογή των μισθωμάτων, ανάλογη του ποσού που επιστράφηκε ή αποδόθηκε προς την τελική αξία κτήσης.

Κάθε δαπάνη, φόρος, τέλος, όπως και όλα τα έξοδα δικαστικά ή μη, αναφορικά με την εκχώρηση που συνομολογείται στο παρόν άρθρο, συμπεριλαμβανομένων των εύλογων αμοιβών των συμβούλων και δικηγόρων της εταιρίας, θα βαρύνουν αποκλειστικά και μόνο το μισθωτή". Δυνάμει του τελευταίου αυτού όρου, η πρώτη ανακόπτουσα, λόγω του ότι ο πωλητής - προμηθευτής δεν παρέδωσε σ’ αυτή το ως άνω μηχάνημα κατά τον καθορισμένο χρόνο, αλλά ούτε και μεταγενέστερα παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις του από την ίδια, με την από 14-3-2003 (αριθμ.

καταθ. ...2003) αγωγή της, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών, κατά του προμηθευτή Ι. Κ. και της καθής η ανακοπή - εκμισθώτριας εταιρίας, που επιδόθηκε στους άνω εναγόμενους, στις 2-4-2003 και 3-4-2003, αντίστοιχα, δήλωσε ότι υπαναχωρεί από τη σύμβαση πώλησης, λόγω της υπαίτιας υπερημερίας του προμηθευτή περί την παράδοση του πράγματος.

Ειδικότερα, με την άνω αγωγή, ισχυριζόμενη ότι φέρει την ιδιότητα του "εκδοχέα" των αξιώσεων της καθής κατά του άνω προμηθευτή από τη μεταξύ τους σύμβαση πώλησης, με βάση τον προαναφερθέντα όρο της σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης, ότι το μηχάνημα ουδέποτε παραδόθηκε σ’ αυτή από τον προμηθευτή και ότι κατόπιν τούτου υπαναχωρεί από τη σύμβαση πώλησης για λογαριασμό της καθής, χωρίς να τάξει προθεσμία στον προμηθευτή, αφού τέτοια προθεσμία όπως προκύπτει από την όλη στάση του είναι άσκοπη, καθώς επίσης και ότι μετά την άνω υπαναχώρηση, λόγω έλλειψης του δικαιοπρακτικού θεμελίου ανατρέπεται και η σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης, άλλως καταγγέλλει τη σύμβαση αυτή ζήτησε, μεταξύ άλλων, να υποχρεωθεί ο πρώτος εναγόμενος (προμηθευτής) να αποδώσει στη δεύτερη εναγόμενη, ήδη καθής η ανακοπή, το καταβληθέν ποσό του τιμήματος και να αναγνωριστεί ότι η ίδια, δεν οφείλει μισθώματα στην καθής.

Επί της άνω αγωγής και της συνεκδικασθείσας με αυτή από 14-10-2003 (αριθμ. καταθ. .../2003) αγωγής της πρώτης ανακόπτουσας κατά της καθής η ανακοπή, ενώπιον του ίδιου όπως παραπάνω Δικαστηρίου, εκδόθηκε αρχικά η με αριθμό 642/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών, με την οποία το τελευταίο Δικαστήριο κηρύχθηκε τοπικά αναρμόδιο για την εκδίκαση τους, μετά δε την εξαφάνιση της απόφασης αυτής με την 1367/2006 απόφαση του Εφετείου Πατρών, εκδόθηκε η 231/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών, με την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση της υπόθεσης μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης επί της ένδικης ανακοπής.

Περαιτέρω μετά την επίδοση της πιο πάνω αγωγής στην καθής, η τελευταία με την από 16-4-2003 εξώδικη όχληση- προειδοποίηση - κλήση, που επιδόθηκε στους ανακόπτοντες στις 22-4-2003, αποδεχόμενη τη δήλωση υπαναχώρησης από την αγοραπωλησία του μίσθιου μηχανήματος, αναφέροντας επί λέξει ότι: "επειδή, περαιτέρω, με την παραπάνω αγωγή σας "υπαναχωρείτε" από την αγοραπωλησία του μίσθιου μηχανήματος και τη σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης", δήλωσε ότι η μεταξύ τους σύμβαση λύεται και ότι κατόπιν τούτου οφείλουν σ’ αυτή το σύνολο της συμβατικής υπολειμματικής αξίας του μηχανήματος, την οποία προσδιόρισε στα ληξιπρόθεσμα μισθώματα, πλέον ΦΠΑ, που ήταν πληρωτέα στις 14-2-2003, 14-3-2003 και 15-4-2003, ποσού 11.229,94 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ και στα μη ληξιπρόθεσμα εναπομείναντα μέχρι τη συμβατική λήξη της μίσθωσης 56 μισθώματα, συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ, που κήρυξε ληξιπρόθεσμα και απαιτητά, με αναγωγή στην αξία τους κατά το χρόνο επίδοσης της άνω εξώδικης όχλησης, ποσού 277.358,35 ευρώ και συνολικά ποσού 288.646,89 ευρώ, το οποίο τους κάλεσε να της καταβάλουν.

Στη συνέχεια, επί της από 10-10-2003 αίτησης της καθής, εκδόθηκε η ανακοπτόμενη, με αριθμό .../2003 διαταγή πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία υποχρεώθηκαν οι ανακόπτοντες, η πρώτη ως μισθώτρια και ο δεύτερος ως εγγυητής, να καταβάλουν σ’ αυτή (καθής), καθένας σε ολόκληρο, το πιο πάνω ποσό των μισθωμάτων απομειωμένο, όμως, κατά το ποσό των 180.000 ευρώ, λόγω της κατάπτωσης στις 23-6-2003, των προαναφερθέντων δύο εγγυητικών επιστολών της ...

Τράπεζας, όπως η ίδια ζήτησε, ήτοι το ποσό των 108.646,89 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων. Ωστόσο, το μίσθιο μηχάνημα ουδέποτε παραδόθηκε στην πρώτη ανακόπτουσα όπως ήδη εκτέθηκε, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της προς τον προμηθευτή Ι. Κ.. Κατόπιν αυτού, με την άσκηση του πιο πάνω δικαιώματος της υπαναχώρησης από τη σύμβαση πώλησης, ανατράπηκε από την κατάρτιση της η μεταξύ της καθής και του προμηθευτή σύμβαση πώλησης.

Το σχετικό δε δικαίωμα ασκήθηκε από την πρώτη ανακόπτουσα για λογαριασμό της καθής, σύμφωνα με τον προαναφερθέντα με αριθμό 6.05 όρο της ένδικης σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης. Μετά δε την άσκηση του δικαιώματος αυτού και την αναδρομική ανατροπή της σύμβασης πώλησης, εκλείπει πλέον το δικαιοπρακτικό θεμέλιο της σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης, η οποία δεν είναι νοητή χωρίς την πώληση και το αντικείμενο της πώλησης, η παραχώρηση της χρήσης του οποίου αποτελεί στοιχείο της σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης, οπότε η πρώτη ανακόπτουσα μισθώτρια αποδεσμεύεται πλέον από την υποχρέωση να καταβάλει μίσθωμα.

Και ναι μεν στις συμβάσεις χρηματοδοτικής μίσθωσης μπορεί να συμφωνηθεί και συμφωνείται συνήθως ότι ο κίνδυνος ύπαρξης ελαττωμάτων ανήκει στη σφαίρα του μισθωτή, ο οποίος και επέλεξε το πράγμα σύμφωνα με τις δικές του αποκλειστικά επιθυμίες και ανάγκες και ως εκ τούτου η ανυπαρξία ελαττωμάτων δεν μπορεί να αποτελεί δικαιοπρακτικό θεμέλιο της σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης, πλην, όμως, δικαιοπρακτικό θεμέλιο της συγκεκριμένης σύμβασης πρέπει να θεωρηθεί όχι η ανυπαρξία ελαττωμάτων, αλλά η παραχώρηση της χρήσης του πράγματος.

Έτσι, αν η παραχώρηση αυτή ματαιωθεί ή ανατραπεί πρέπει και ο μισθωτής να απαλλαγεί από την υποχρέωση καταβολής μισθωμάτων στο μέλλον.... Η καθής ισχυρίζεται με την ένδικη έφεση και τις προτάσεις της ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ότι η ίδια ουδεμία ανάμειξη είχε στις διαπραγματεύσεις για τη σύμβαση πώλησης και τους όρους παράδοσης του μισθίου, που ανατέθηκαν στην πρώτη ανακόπτουσα, ότι κατά την καταβολή του τιμήματος δεν γνώριζε για μη παράδοση του μηχανήματος, αντίθετα είχε τις ρητές διαβεβαιώσεις της πρώτης ανακόπτουσας (δια του νομίμου εκπροσώπου της) ότι παραδόθηκε τούτο και ότι η τυχόν μη παράδοση του οφείλεται αποκλειστικά και μόνο στη δική της συμπεριφορά (ανακόπτουσας), τις ψευδείς διαβεβαιώσεις της (περί της παράδοσης του) και τις δικές της συμφωνίες και συνεννοήσεις με τον προμηθευτή Ι.

Κ.. Από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά στοιχεία, αποδείχθηκε ότι η καθής πράγματι δεν είχε οποιαδήποτε συμμετοχή στις διαπραγματεύσεις για την κατάρτιση της σύμβασης πώλησης και στην επιλογή του συγκεκριμένου μηχανήματος, ενώ όσον αφορά την παράδοση του μισθίου συμφωνήθηκε ότι αυτή εμπίπτει στη σφαίρα ευθύνης της μισθώτριας και συγκεκριμένα ειδικά για την παράδοση ότι η μισθώτρια συμφωνεί με τον προμηθευτή τον τόπο και χρόνο παράδοσης των μισθίων (όρος 2.01 των γενικών όρων της σύμβασης).

Επίσης, αποδείχθηκε ότι η ίδια (καθής) πριν από την καταβολή του τιμήματος στον προμηθευτή και την υπογραφή του παραρτήματος της ένδικης σύμβασης παρέλαβε από την πρώτη ανακόπτουσα το άνω με αριθμό ... 12-2002 τιμολόγιο πώλησης -δελτίο αποστολής για την πώληση του μηχανήματος, με υπογραφή του νομίμου εκπροσώπου της ανακόπτουσας στη θέση του παραλαβόντος, αλλά και το σχετικό πρωτόκολλο παραλαβής του μηχανήματος, όπως προεκτέθηκε.

Την παραλαβή, όμως, των εγγράφων αυτών ακολούθησε επιστολή της πρώτης ανακόπτουσας που διαβιβάστηκε στην καθής, στις 18-12-2002 μέσω ΡΑΧ, από το υποκατάστημα Αργοστολίου Κεφαλληνίας της ... Τράπεζας, στην οποία ο δεύτερος ανακόπτων δηλώνει ότι, παρά το γεγονός ότι έχει υπογράψει το πρωτότυπο του τιμολογίου-δελτίου αποστολής, εν τούτοις δεν του παραδόθηκε το μηχάνημα και γι’ αυτό ζητεί τη μη καταβολή του τιμήματος μέχρι την παράδοση και την τοποθέτηση του μηχανήματος σε λειτουργία.

Μετά τη δήλωση αυτή, την επομένη ημέρα (19-12-2002), ο άνω νόμιμος εκπρόσωπος της πρώτης ανακόπτουσας με επιστολή του προς την καθής, ζήτησε να προχωρήσει η διαδικασία πληρωμής του μηχανήματος, ανακαλώντας την προηγούμενη επιστολή, με την οποία ζητούσε το αντίθετο, ενώ την ίδια ημέρα η καθής κατέβαλε για το τίμημα στον προμηθευτή.

Της ανάκλησης της επιστολής αυτής προηγήθηκε επικοινωνία μεταξύ του δεύτερου ανακόπτοντος, του προμηθευτή Ι. Κ. και του Δ. Λ., υπεύθυνου πελατείας της καθής, μετά την οποία ο πρώτος ανακόπτων πείστηκε από τον τελευταίο υπάλληλο της καθής, ότι το μηχάνημα ήταν έτοιμο προς εκτελωνισμό και παράδοση του και ότι προκειμένου να παραδοθεί είναι αναγκαία η ανάκληση της επιστολής μη πληρωμής του τιμήματος.

Μάλιστα το γεγονός ότι προηγήθηκε επικοινωνία με τον προμηθευτή και την καθής, αναφέρει ο δεύτερος ανακόπτων στη δεύτερη επιστολή. Έτσι, η καθής, η οποία συμμετείχε στη συζήτηση που προηγήθηκε της ανάκλησης της πρώτης επιστολής δια του άνω υπαλλήλου της Δ. Λ., γνώριζε κατά χρόνο πληρωμής του τιμήματος ότι το μηχάνημα δεν είχε παραδοθεί...

Εξάλλου, ιδιαίτερες συμφωνίες μεταξύ της πρώτης ανακόπτουσας και του προμηθευτή, σχετιζόμενες με τη μη παράδοση του μηχανήματος δεν αποδείχθηκαν. Περαιτέρω, η καθής ισχυρίζεται ότι η πρώτη ανακόπτουσα-μισθώτρια φέρει τον κίνδυνο της ανώμαλης εξέλιξης της σύμβασης πώλησης από την πλευρά του προμηθευτή, άρα και αυτόν από τη μη παράδοση του πράγματος και ως εκ τούτου η άσκηση της υπαναχώρησης δεν συνεπάγεται τη λύση της σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης, αλλά αποτελεί σπουδαίο λόγο καταγγελίας της, καθώς και ότι η ως άνω ανάληψη του κινδύνου από την πρώτη ανακόπτουσα), η οποία επέλεξε τον προμηθευτή και διεξήγαγε τις διαπραγματεύσεις μαζί του, δικαιολογείται, αφού σε αντιστάθμισμα αυτής, η ίδια (καθής) της εκχώρησε τα δικαιώματα της από τη μη εκπλήρωση της σύμβασης πώλησης, δυνάμει του όρου 6.05 των γενικών όρων της σύμβασης και ότι δυνάμει της εκχωρητικής αυτής ρήτρας η πρώτη ανακόπτουσα-μισθώτρια μπορεί να στραφεί κατά του προμηθευτή και να αξιώσει αποκατάσταση της όποιας ζημίας της, στην οποία περιλαμβάνεται και αυτή από τα μισθώματα.

Ωστόσο, όπως ήδη εκτέθηκε η καθής με τον προαναφερθέντα όρο της σύμβασης "εκχώρησε" τα δικαιώματα της στην πρώτη ανακόπτουσα με τη ρητή εντολή να τα ασκήσει για λογαριασμό της ίδιας (καθής) και όχι για λογαριασμό της, ορίζοντας μάλιστα ότι όποιο ποσό επιστραφεί θα το παραλάβει η ίδια ως δεκτική καταβολής.

Ο άνω όρος διαφοροποιείται σαφώς από τον αντίστοιχο όρο που τίθεται συνήθως στις συμβάσεις χρηματοδοτικής μίσθωσης, σύμφωνα τον οποίο, σε αντιστάθμισμα της απαλλαγής της εκμισθώτριας εταιρίας από τον κίνδυνο όσον αφορά το πράγμα, εκχωρούνται τα δικαιώματα της από τη σύμβαση πώλησης στο μισθωτή, ο οποίος και ασκεί τα δικαιώματα αυτά στο δικό του όνομα και για δικό του λογαριασμό με βάση τη σύμβαση εκχώρησης.

Έτσι, όμως, στην προκειμένη περίπτωση δεν πρόκειται για εκχώρηση δικαιωμάτων της καθής προς την πρώτη ανακόπτουσα, από τη μη εκπλήρωση της σύμβασης πώλησης, ώστε να καταστεί δικαιούχος η πρώτη ανακόπτουσα για την άσκηση αυτών των δικαιωμάτων με το δικό της όνομα και για δικό της λογαριασμό, ούτε και αποκτήθηκαν τέτοια δικαιώματα από μόνο το χαρακτήρα της σύμβασης μίσθωσης ως χρηματοδοτικής, αφού ο νόμος 1665/1986 ρυθμίζει το πλαίσιο λειτουργίας αυτής της σύμβασης, αφήνοντας στην πρωτοβουλία των συμβαλλομένων να διαμορφώσουν ελεύθερα (άρθρο 361 ΑΚ) το περιεχόμενο αυτής.

Σε κάθε περίπτωση, η πρώτη ανακόπτουσα με την πιο πάνω αγωγή κατάγγειλε τη σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης μετά την ασκηθείσα υπαναχώρηση, λόγω της μη παράδοσης του πράγματος, ήτοι για σπουδαίο λόγο και επομένως και για το λόγο αυτό δεν οφείλει τα μελλοντικά μετά την άσκηση της καταγγελίας μισθώματα.

Μάλιστα την καταγγελία της σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης από την πρώτη ανακόπτουσα, επικαλείται επικουρικά η καθής με την ένδικη έφεση και τις προτάσεις της, ως λόγο για τον οποίο οφείλονται σ’ αυτή τα μελλοντικά μισθώματα. Επομένως, οι άνω ισχυρισμοί της καθής δεν κρίνονται βάσιμοι. Ομοίως, δεν είναι βάσιμοι και οι ισχυρισμοί της καθής, ότι τα αποτελέσματα της υπαναχώρησης από τη σύμβαση πώλησης στην προκειμένη περίπτωση, επέρχονται από την επιστροφή του καταβληθέντος τιμήματος σ’ αυτή, επιστροφή η οποία δεν έχει λάβει χώρα ακόμη, αντίθετα η υπαναχώρηση έχει ως συνέπεια την άμεση διάλυση της σύμβασης με ενέργεια αποκλειστικά ενοχική και αναδρομική και την υποχρέωση των μερών προς επιστροφή των παροχών, που τυχόν είχαν εκτελεστεί".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε την ανακοπή, κατά αποδοχή του σχετικού λόγου της, και ακύρωσε την προσβαλλόμενη με αριθμό .../ 2003 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις επικαλούμενες (με το αναιρετήριο) ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 173, 200, 288 και 388 ΑΚ.

Τούτο διότι υπό τα ως άνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά και ενόψει των όσων αναφέρθηκαν στην προαναφερθείσα μείζονα πρόταση αναφορικά με την έννοια της σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης, μετά την άσκηση του προαναφερθέντος δικαιώματος υπαναχώρησης και την συνακόλουθη αναδρομική ανατροπή της σύμβασης πώλησης, εξέλειπε πλέον το δικαιοπρακτικό θεμέλιο της επίδικης σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης, αφού δεν είναι νοητή, (χωρίς την πώληση και παράδοση του πράγματος), η παραχώρηση της χρήσης αυτού, η οποία (παραχώρηση) αποτελεί στοιχείο αυτής (σύμβασης).

Επομένως, η μη παράδοση της χρήσης του επίδικου πράγματος στην αναιρεσίβλητη-μισθώτρια, ανεξάρτητα από την προαναφερθείσα "εκχώρηση" σ’ αυτήν εκ μέρους της εκμισθώτριας εταιρείας των σχετικών αξιώσεών της κατά του προμηθευτή, επέφερε την απαλλαγή της από την υποχρέωση καταβολής μισθωμάτων. Με την αντίθετη εκδοχή θα διαταρασσόταν η σχέση μεταξύ παροχής και αντιπαροχής, που διατρέχει τη ρύθμιση των αμφοτεροβαρών συμβάσεων (ΑΚ 364 επ.) και θα παραβιάζονταν θεμελιώδεις κανόνες του συμβατικού δικαίου.

Συνεπώς, ο πρώτος λόγος, κατά το πρώτο μέρος του, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται τα αντίθετα είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Κατά τη διάταξη του προαναφερθέντος άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάστηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Οι γενικοί αυτοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που υφίσταται κενό στη σύμβαση και γενικά σε μονομερή δικαιοπραξία ή γεννιέται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βούλησης.

Παραβιάζονται δε οι διατάξεις των άρθρων αυτών στην περίπτωση, που το δικαστήριο της ουσίας, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεση, κενού ή αμφιβολίας για την έννοια της δικαιοπραξίας, είτε παραλείπει να προσφύγει σ’ αυτές για να διαπιστώσει την αληθινή βούληση των δικαιοπρακτησάντων, ή δεν παραθέτει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των διατάξεων αυτών, είτε προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους.

Όταν όμως η δηλωθείσα βούληση είναι πλήρης και σαφής και δεν καταλείπει αμφιβολία για το περιεχόμενο της, τότε δεν υφίσταται περίπτωση προσφυγής στους προαναφερόμενους κανόνες. Η διαπίστωση πάντως από το δικαστήριο της ύπαρξη ή μη κενού ή αμφιβολίας ανάγεται στην ουσία και δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, οι παραδοχές της οποίας έχουν ήδη εκτενώς αναπτυχθεί, δεν διαπίστωσε κενό ή αμφιβολία ως προς τη δικαιοπρακτική βούληση των συμβαλλομένων αναφορικά με τον περιληφθέντα στην επίμαχη σύμβαση πιο πάνω όρο, με αριθ. 6.05, αφού δέχθηκε σαφώς ότι η αναιρεσείουσα με τον εν λόγω όρο της σύμβασης "εκχώρησε" τα δικαιώματά της στην αναιρεσίβλητη με τη ρητή εντολή να τα ασκήσει για λογαριασμό της ίδιας (αναιρεσείουσας) και όχι για λογαριασμό της, ορίζοντας μάλιστα ότι όποιο ποσό επιστραφεί θα το παραλάβει η ίδια ως δεκτική καταβολής.

Κατ’ ακολουθίαν αυτών δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Επομένως, ο από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, σχετικός δεύτερος λόγος, κατά το πρώτο μέρος του, περί εσφαλμένης εφαρμογής και ερμηνείας των ως άνω διατάξεων (των άρθρων 173 και 200 ΑΚ), είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης, δεν αρκούν γενικές εκφράσεις για έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης ή για ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, αλλά πρέπει να καθορίζεται και η αιτία για την οποία συμβαίνει τούτο.

Συγκεκριμένα, αν η αιτίαση αναφέρεται σε ανεπάρκεια αιτιολογιών, πρέπει να καθορίζεται στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, ποια δηλαδή είναι τα επιπλέον στοιχεία που ήταν αναγκαία για την πληρότητα των αιτιολογιών, ενώ αν αναφέρεται σε αντιφατικές αιτιολογίες πρέπει να καθορίζεται η αντίφαση και από ποια αντιτιθέμενα μέρη προκύπτει (ΑΠ 1591/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τους πρώτο και δεύτερο λόγους, κατά το δεύτερο μέρος τους, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφεται το Εφετείο ότι αναφορικά με τα ζητήματα της ανατροπής του δικαιοπρακτικού θεμελίου της επίδικης χρηματοδοτικής μίσθωσης και το περιεχόμενο του ως άνω όρου με αριθ. 6.05 αυτής (σύμβασης), διέλαβε "ασαφείς, ενδοιαστικές, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες".

Οι λόγοι αυτοί έτσι που διατυπώνονται, χωρίς δηλαδή περαιτέρω εξειδίκευση των "ασαφών, ενδοιαστικών, ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών", είναι παντελώς αόριστοι και ως εκ τούτου απαράδεκτοι και απορριπτέοι.- Κατόπιν τούτων, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, σε βάρος της αναιρεσείουσας λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).

Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αίτησης αναιρέσεως παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 31 Ιουλίου 2015 αίτηση της "..." για αναίρεση της υπ’ αριθ. 4534/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων ευρώ (2.700) ευρώ.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Μαΐου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Σεπτεμβρίου 2017.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ