Supreme Court allows appeal against appealable judgment for failure to consider evidence not properly cited by parties.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision of 2011, which had dismissed the plaintiff's claim. The Court found that the lower court relied on telephonic recording excerpts that the defendant had neither formally cited nor submitted as evidence during the trial. Because the court considered these documents without a clear and specific invocation by the parties, it violated the procedural rules governing evidence admissibility. Consequently, the appeal was accepted, the lower judgment was annulled, and the case was remitted to a new panel of the same Court of Appeal for retrial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 106, 335, 338-340, 346, 559(11)(b) of the Code of Civil Procedure; An appeal is admissible if the court of second instance, contrary to law, took into account evidence that was not submitted by the parties, including documents not clearly and specifically invoked in the pleadings.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1597 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1597/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Γεώργιο Λέκκα, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α. Π. του Μ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξιο Πελέκη.
Της αναιρεσιβλήτου: της εδρευούσης στην Αθήνα ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΔΥΝΑΜΙΚΗ Χρηματιστηριακή Ανώνυμη Εταιρεία Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών", που εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μελπομένη Δασκαλάκη
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31 Μαΐου 2007 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6431/2009 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 4733/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16 Νοεμβρίου 2012 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Λέκκας, ανέγνωσε την από 23 Οκτωβρίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι αυτής.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 4733/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε επί της από 8-3-1010 έφεσης κατά της υπ' αριθμ. 6431/2009 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η από 31-5-2007 αγωγή της αναιρεσείουσας. Από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338 έως 340 και 346 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο, προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση περί της αλήθειας ή μη των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα (αλλά και μόνον εκείνα) τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.11 περ. β' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, που προκύπτει και από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδ.1 στοιχ. β', 346 και 453 §1 ΚΠολΔ, η πρώτη από τις οποίες εισάγει το συζητητικό σύστημα στη διαγνωστική δίκη, δηλαδή της ενεργείας του δικαστηρίου κατόπιν πρωτοβουλίας των διαδίκων, ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν, νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε.
Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητα του. Μπορεί δε η επίκληση αυτή να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση είτε με αναφορά δια των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠολΔ.
Η τελευταία αυτή διάταξη, αναφέρεται βέβαια στον τρόπο επαναφοράς ισχυρισμών, έχει όμως εφαρμογή και για την επίκληση αποδεικτικών μέσων, λόγω της ταυτότητας του νομικού λόγου. Δεν είναι συνεπώς νόμιμη η κατ' έφεση επίκληση εγγράφου, προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, όταν στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου περιέχεται γενική μόνο αναφορά σε όλα τα έγγραφα που ο διάδικος είχε επικαλεστεί και προσαγάγει πρωτοδίκως, χωρίς παραπομπή σε συγκεκριμένα μέρη των επανυποβαλλόμενων πρωτόδικων προτάσεων, που περιέχεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, ή με ενσωμάτωση των προτάσεων προηγουμένων συζητήσεων, στις οποίες γίνεται επίκληση των εγγράφων, στις προτάσεις της δευτεροβάθμιας δίκης (Α' Ολομ.
ΑΠ 23/2008).
Με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ. 11 β' ΚΠολΔ πλημμέλεια, καθόσον το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμά του περί της ουσιαστικής αβασιμότητας της από 8-3-2010 έφεσης της ήδη αναιρεσείουσας ενάγουσας κατά της υπ' αριθμ. 6431/2009 οριστικής απόφασης του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο είχε απορρίψει την από 31-5-2007 αγωγή της, έλαβε υπόψη έγγραφα που η αναιρεσίβλητη δεν είχε επικαλεστεί και προσκομίσει νόμιμα και ειδικότερα, αποσπάσματα απομαγνητοφωνημένων τηλεφωνικών συνδιαλέξεων.
Κατά τις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος στηρίχθηκε, πλην άλλων και "σε όλα τα έγγραφα, τα οποία καθένας από τους διαδίκους επικαλείται και προσκομίζει νόμιμα, είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων", στα οποία περιλαμβάνονται, εφόσον δεν διακρίνει και εκείνα τα οποία αναφέρονται στις ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου προτάσεις της αναιρεσίβλητης.
Όπως, όμως, προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των προτάσεων που κατέθεσε η αναιρεσίβλητη ενώπιον του Εφετείου (ΚΠολΔ 561 § 2), δεν έγινε με τις προτάσεις αυτές νόμιμη επίκληση των εν λόγω εγγράφων και συγκεκριμένα σαφής και ορισμένη επίκλησή του. Βέβαια στις εν λόγω προτάσεις που υπέβαλε η αναιρεσίβλητη γίνεται απλή αντιγραφή των προτάσεων της προηγούμενης συζήτησης που έγινε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, στις οποίες πράγματι γίνεται επίκληση των προαναφερομένων εγγράφων, πλην όμως τούτο δεν αρκεί, για να καταστήσει, σύμφωνα με τα παραπάνω, νόμιμη (σαφή και ορισμένη) την επίκληση του εγγράφων και κατά τη συζήτηση που έγινε ενώπιον του Εφετείου, αφού με τις προαναφερόμενες προτάσεις ενώπιόν του δεν γίνεται ειδική αναφορά, έστω και περιληπτικώς, στο συγκεκριμένο μέρος των πιο πάνω πρωτόδικων προτάσεων του αναιρεσείοντος και δη με την έννοια της επίκλησης και κατά τη δευτεροβάθμια δίκη των εν λόγω, φερομένων ως ληφθέντων υπόψη, εγγράφων.
Ενόψει των προεκτεθέντων είναι προφανές ότι δεν πρόκειται για νόμιμη επίκληση αυτών, η δε παρά ταύτα λήψη αυτών υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας προς άμεση απόδειξη και συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από την διάταξη του άρθρου 559 αρ.11 β' ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης και ως εκ τούτου ο σχετικός πρώτος λόγος του αναιρετηρίου είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
Κατόπιν αυτών, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που την εξέδωσε, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν. Ακολούθως, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στην αναιρεσείουσα του κατατεθέντος από αυτήν παραβόλου (ΚΠολΔ 495 § 4).
Τέλος, η αναιρεσίβλητη πρέπει να καταδικαστεί λόγω της ήττας της στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 § 2), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 4733/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Διατάσσει την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του κατατεθέντος από αυτήν παραβόλου, δυνάμει του υπ' αριθμ. 13372989 διπλοτύπου σειρά VI της ΙΓ' ΔΟΥ Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Απριλίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Ιουλίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ