Supreme Court allows appeal against eviction order due to erroneous interpretation of lease termination agreement.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against the Second Instance Court's eviction order, remanding the case for retrial. The appellant argued that the lower court incorrectly interpreted a private agreement as a mutual lease termination rather than a return of keys. The court found the lower court committed procedural errors by misreading the document's intent, which led to an unjust outcome for the tenant. Consequently, the appeal was granted, and the case was sent back to a new panel of judges for further examination.
Legislator headnote
AI generatedArticles 361, 173, 200, 284 of the Civil Code; Article 559 of the Code of Civil Procedure: When a lower court misinterprets a private agreement regarding lease termination, causing prejudice to a party, the appellate court must allow the appeal and remand the case for retrial by a different panel.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1597 / 2013 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1597 /2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή και Βασίλειο Λαμπρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 25 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΒΙΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ-ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ΑΒΙΑ ΑΚΤΕ", που εδρεύει στην ..., νομίμως εκπροσωπούμενης, η οποία εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Γεώργιο Ξανθούλη, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Υπό εκκαθάριση τελούσης ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην ..., νομίμως εκπροσωπούμενη, η οποία παραστάθηκε μετά του νόμιμου εκπροσώπου της Β. Π., ο οποίος διόρισε δικηγόρο της τον παρόντα δικηγόρο Θεόφιλο Ρουμελιώτη και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-6-2008 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2443/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2860/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25-4-2012 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Γρηγόριος Κουτσόπουλος, ανέγνωσε την από 9-1-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, το ποσό, το οποίο κατά τη σύναψη της μισθώσεως δίνεται από το μισθωτή στον εκμισθωτή για την καλή εκτέλεση των όρων της συμβάσεως από μέρους του και αποκαλείται καταχρηστικά εγγύηση, διότι δεν έχει καμία σχέση με τη σύμβαση εγγυήσεως, όπως αυτή ρυθμίζεται από τα αρθρ. 847 επ. του ΑΚ, αποτελεί στην πραγματικότητα εγγυοδοσία και έχει ως σκοπό να εξασφαλίσει κάθε απαίτηση του εκμισθωτή από τη σύμβαση μισθώσεως.
Η εξασφάλιση αυτή περιλαμβάνει απαιτήσεις α) για ζημιές από μεταβολές και φθορές στο μίσθιο πέρα από τη συνήθη χρήση, β) για την πληρωμή δαπανών που βαρύνουν το μισθωτή (κοινόχρηστα, δαπάνες κατανάλωσης νερού, ηλεκτρικού ρεύματος και τηλεφώνου κλπ.), γ) για την εξόφληση καθυστερούμενων μισθωμάτων, με το αναλογούν σε αυτά τέλος χαρτοσήμου, και τους τόκους υπερημερίας αυτών, δ) την καταβολή συμφωνημένων ποινών, και ε) ποινικής ρήτρας για την περίπτωση της μη εκπληρώσεως των υποχρεώσεων του μισθωτή.
Η εγγύηση δεν ρυθμίζεται ειδικά στο νόμο και διέπεται από τη γενόμενη γι' αυτή συμφωνία (άρθρ. 361 ΑΚ) σε συνδυασμό και με τις αρχές της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών (άρθρ. 173, 200, 288 ΑΚ). Μετά τη λήξη της μισθώσεως η δοθείσα εγγύηση επιστρέφεται, εφόσον ο εκμισθωτής δεν έχει κάποια από τις αναφερθείσες απαιτήσεις κατά του μισθωτή ή δεν συντρέχει λόγος καταπτώσεως αυτής, οπότε αυτή λειτουργεί ως ποινική ρήτρα (ΑΠ 394/2007, ΑΠ 1473/2004, ΑΠ 496/2003, ΑΠ 585/1997).
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 5 § 1 του ΠΔ 34/1995, όπως αυτή ήδη ισχύει, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 361 ΑΚ προκύπτει ότι η εμπορική μίσθωση, όπως και κάθε άλλη σύμβαση, μπορεί να λυθεί με νεότερη αντίθετη συμφωνία, η οποία μπορεί να έχει ως περιεχόμενο, είτε την άμεση λύση της μίσθωσης, είτε τη λύση της σε χρόνο συντομότερο από εκείνον που ισχύει σύμφωνα με το νόμο.
Η μεταγενέστερη αυτή της συνάψεως της συμβάσεως εμπορικής μισθώσεως συμφωνία για να είναι έγκυρη, πρέπει να καταρτίζεται ανάμεσα στον εκμισθωτή και το μισθωτή, επί υπομισθώσεως δε για την ταυτότητα του νομίμου λόγου από την υπεκμισθωτή και τον υπομισθωτή, και να αποδεικνύεται με έγγραφο βέβαιης χρονολογίας, να συμφωνείται δε η άμεση λύση της μίσθωσης ή η λύση της σε ρητά καθοριζόμενο χρονικό σημείο.
Στην περίπτωση αυτή η λύση της μίσθωσης επέρχεται ευθύς ως συμπληρωθεί ο συμφωνηθείς εγγύτερος χρόνος (άρθρο 599 αριθ. 1 ΑΚ). Εξάλλου, η οικιοθελής απόδοση του μισθίου από τον μισθωτή αποτελεί ουσιαστικά πρόταση προς τον εκμισθωτή για κατάρτιση σύμβασης λύσης της μίσθωσης και η παραλαβή του από τον τελευταίο αποδοχή της πρότασης και ολοκλήρωση επομένως αυτής (ΑΚ 185, 189, 192), συγχρόνως όμως αποτελεί και συμφωνία (πρόταση και αποδοχή) εκτέλεσης της σύμβασης πρόωρης, πριν από τη πάροδο του συμβατικού ή νόμιμου χρόνου, απόδοσης του μισθίου.
Για την τελευταία αυτή συμφωνία δεν απαιτείται η τήρηση των διατυπώσεων του άρθρου 5 § 1 του ΠΔ/τος 34/1995, εφόσον η αντισυμφωνία γίνεται μετά τη σύναψη της μίσθωσης και σε εκτέλεση της ο μισθωτής αποδίδει το μίσθιο στον εκμισθωτή και εκείνος το παραλαμβάνει με σκοπό τη λύση της μίσθωσης (ΑΠ 504/2009, ΑΠ 1086/2001, ΑΠ 450/2000).
Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως, όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, ανεπαρκής δε ή αντιφατική αιτιολογία υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση ή δεν εφαρμόστηκε.
Ως "ζητήματα", των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση τους κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί την απόφαση νόμιμης βάσεως της, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο.
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση εγγράφου, ιδρύεται, μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε σφάλμα αναγνώσεως και αποδίδει, σε αποδεικτικό κατά τα άρθρα 339 και 432 ΚΠολΔ έγγραφο, διαφορετικό περιεχόμενο από εκείνο που πραγματικά αυτό έχει και ακολούθως καταλήγει, στηριζόμενο στο έγγραφο αυτό ή κυρίως σ' αυτό, σε επιζήμιο αποδεικτικό πόρισμα για πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 207/2009, ΑΠ 18/2009, ΑΠ 1982/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: Δυνάμει του από 7-3-2005 ιδιωτικού συμφωνητικού υπεκμίσθωσης, η εναγόμενη υπεκμίσθωσε στην ενάγουσα ένα οικοδομικό συγκρότημα που βρίσκεται στο ..., επί της διασταυρώσεως της λεωφόρου ...
αρ. 72 και οδού ... . Η διάρκεια της μίσθωσης συμφωνήθηκε δωδεκαετής, από 8-3-2005 έως 7-3-2017, και το μηνιαίο μίσθωμα ορίσθηκε αρχικώς σε 142.500 ευρώ για το πρώτο μισθωτικό έτος, πλέον χαρτοσήμου 3,6%, αναπροσαρμοζόμενο έκτοτε ανάλογα με τον δείκτη τιμών καταναλωτή προσαυξημένο κατά μία ποσοστιαία μονάδα. Σύμφωνα με τον όρο 10 του ανωτέρω από 7-3-2005 ιδιωτικού συμφωνητικού και για την ακριβή εκπλήρωση των όρων του, η ενάγουσα κατέβαλε εγγύηση, την οποία θα αναλάμβανε μετά την αποχώρησή της από το μίσθιο και την ακριβή εκπλήρωση των όρων του ως άνω συμφωνητικού.
Εν συνεχεία με την υπ' αρ. Κ3 1230/5-2-2007 απόφαση του υφυπουργού ανάπτυξης, ανακλήθηκε η άδεια σύστασης και λειτουργίας της ενάγουσας εταιρίας και τέθηκε αυτή σε ασφαλιστική εκκαθάριση, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. Δ. 400/1970. Με την υπ' αρ. Κ3 1231/5-2-2007 απόφαση του Υφυπουργού Ανάπτυξης δεσμεύτηκαν και χαρακτηρίσθηκαν ως ασφαλιστική τοποθέτηση, όλα τα στοιχεία του ενεργητικού της εκκαθαριζόμενης εταιρίας, συμπεριλαμβανομένου και του ποσού που είχε καταβάλει η ενάγουσα εκκαθαριζομένη εταιρία στην εναγομένη υπεκμισθώτρια ως εγγύηση για την ακριβή τήρηση των όρων του από 7-3-2005 ιδιωτικού συμφωνητικού.
Με την υπ' αρ. 3572/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, διορίσθηκε εκκαθαριστής της ενάγουσας εταιρίας ο Βασίλειος Παπανδρέου του Ιωάννη και εξακολουθεί να την εκπροσωπεί ως εκκαθαριστής έκτοτε. Στις 22-1-2008 και ενώ τα όργανα της εκκαθάρισης συνέχιζαν τη διενέργεια της απογραφής των περιουσιακών στοιχείων και εγγράφων της εκκαθαριζόμενης εταιρίας, η τελευταία απέδωσε το μίσθιο στην εναγομένη υπεκμισθώτρια, αυτή δε σύμφωνα με τον όρο 10 του από 7-3-2005 ιδιωτικού συμφωνητικού υπεκμίσθωσης υποχρεούτο να επιστρέψει την καταβληθείσα εγγύηση στην ενάγουσα υπεκμισθώτρια, αφού η σύμβαση λύθηκε και αποδόθηκε το μίσθιο.
Περαιτέρω, δέχθηκε το Εφετείο ότι η καταβληθείσα εγγύηση από την ενάγουσα ανέρχεται στο ποσό των 285.000ευρώ, ήτοι το ισοδύναμο δύο μηνιαίων μισθωμάτων κατά την έναρξη της μίσθωσης, η οποία τον Απρίλιο του 2006 αναπροσαρμόσθηκε στο σύνολο ποσό των 297.255ευρώ, ώστε να καλύπτει το ισόποσο των δύο μηνιαίων μισθωμάτων, ενώ δεν αποδείχτηκε ότι δεν τηρήθηκαν οι όροι του από 7-3-2005 ιδιωτικού συμφωνητικού εκ μέρους της ενάγουσας και ένεκα τούτου κατέπεσε το ποσό της εγγυήσεως υπέρ της εναγομένης, ούτε αποδείχθηκε ότι η εκκαθαριζομένη εταιρία προέβη αυτόβουλα σε πρόωρη λύση της σύμβασης υπεκμίσθωσης και στην απόδοση του μισθίου στις 22-1-2008.
Στις 5-2-2007 ανακλήθηκε η άδεια σύστασης και λειτουργίας της ενάγουσας και τέθηκε αυτή σε ασφαλιστική εκκαθάριση. Στη συνέχεια υπεγράφη το από 22-1-2008 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ των διαδίκων, το οποίο καταρτίσθηκε μετά από πρόταση της εναγομένης -υπεκμισθώτριας προκειμένου να της αποδοθεί το συντομότερο δυνατόν το μισθωθέν ακίνητο ενόψει του ότι είχε ήδη ανευρεθεί υποψήφιος νέος μισθωτής και η εναγομένη ήθελε να το υπεκμισθώσει εκ νέου.
Η ενάγουσα - υπομισθώτρια αποδέχθηκε την πρόταση της εναγομένης για απόδοση του μισθίου και μετά ταύτα, συμφώνησαν για τα κινητά περιουσιακά στοιχεία που ευρέθησαν στο μίσθιο και κατεγράφησαν στο ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό. Από το περιεχόμενο του συμφωνητικού αυτού προκύπτει ότι η ενάγουσα - υπομισθώτρια εταιρία δεν εγκατέλειψε το μίσθιο, αλλά στη λύση της μίσθωσης συναίνεσε και η υπεκμισθώτρια, αφού έλαβε γνώση της ανάκλησης της άδειας σύστασης και λειτουργίας της ενάγουσας ασφαλιστικής εταιρίας.
Εξάλλου, ουδόλως αποδείχθηκε ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι η μίσθωση λύθηκε την 21-12-2006 λόγω μη καταβολής μισθωμάτων από την πλευρά της ενάγουσας μισθώτριας, και ως εκ τούτου ουδεμία παραβίαση των όρων του από 7-3-2005 μισθωτηρίου συμφωνητικού έγινε από την πλευρά της ενάγουσας που να δικαιολογεί την κατάπτωση της εγγυήσεως υπέρ της εναγομένης.
Περαιτέρω όπως προκύπτει από το περιεχόμενο του από 22-1-2008 ιδιωτικού συμφωνητικού, που υπογράφηκε από αμφότερους τους διαδίκους, οι τελευταίοι συμφώνησαν από κοινού για την απόδοση του μισθίου ακινήτου, συμφώνησαν επίσης για τα εναπομείναντα έπιπλα, τον εξοπλισμό, ενώ με τον υπ' αρ. 4 όρο του ως άνω συμφωνητικού διευθετήθηκε και το ζήτημα της οφειλής προς τη ΔΕΗ για την κατανάλωση του ηλεκτρικού ρεύματος στο μίσθιο.
Επομένως, δεν έχει σημειωθεί καμία παραβίαση των όρων του από 7-3-2005 ιδιωτικού συμφωνητικού από την ενάγουσα - εκκαθάριζα μένη εταιρία, αφού τα ως άνω θέματα διευθετήθηκαν με συμφωνία αμφοτέρων των διαδίκων, κατά τους όρους του από 22-1-2008 ιδιωτικού συμφωνητικού. Ο ισχυρισμός της εναγομένης περί ύπαρξης φθορών και βλαβών στο μίσθιο, ήτοι περί μη συντήρησης του περιβάλλοντος χώρου του μισθίου, του γκαζόν και των δενδριλίων, ουδόλως αποδείχθηκε.
Ως εκ τούτου ο ισχυρισμός της εναγομένης περί κατάπτωσης του ποσού της εγγυήσεως, λόγω μη τήρησης των όρων του από 7-3-05 ιδιωτικού συμφωνητικού εκ μέρους της ενάγουσας, κρίνεται κατ' ουσίαν αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος. Από τις παραδοχές που προαναφέρθηκαν προκύπτει, ότι το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του 1) ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες α) ως προς το ουσιώδες ζήτημα της καταπτώσεως της δοθείσας εγγυήσεως εξαιτίας της παραβάσεως όρων της συμβάσεως υπεκμισθώσεως, και β) ως προς την υποχρέωση απόδοσης της εγγυήσεως, με αποτέλεσμα να στερείται αυτή νόμιμης βάσεως, και 2) παραμόρφωσε το περιεχόμενο του από 22.1.2008 ιδιωτικού συμφωνητικού.
Ειδικότερα, ενώ δέχεται ότι η αναιρεσείουσα ενάγουσα σύμφωνα με τον όρο 10 του ανωτέρω από 7.3.2005 συμφωνητικού υπεκμισθώσεως και για την ακριβή εκπλήρωση των όρων τούτου κατέβαλε εγγύηση, την οποία θα αναλάμβανε μετά την εκπλήρωση των όρων του παραπάνω συμφωνητικού, στη συνέχεια Ι) δεν περιέχει επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες ως προς τις επικαλούμενες από την αναιρεσίβλητη εναγομένη παραβιάσεις των όρων της συμβάσεως υπεκμισθώσεως αα) ως προς τη διάρκεια και την πρόωρη λύση της υπομισθώσεως (από 8.3.2005 έως 7.3.2017), διότι ενώ δέχεται, ότι η σύμβαση υπομισθώσεως λύθηκε στις 22.1.2008 με το ταυτόχρονο ιδιωτικό συμφωνητικό, χωρίς μάλιστα να διαλαμβάνεται περαιτέρω σε αυτή, όπως θα έπρεπε, ότι τούτο είχε αποδεικτική δύναμη, αφού είχε αποκτήσει βέβαιη χρονολογία, στη συνέχεια αποφαίνεται, ότι δεν υπήρξε καμία παραβίαση των όρων του συμφωνητικού υπεκμισθώσεως, ούτε του σχετικού με τη διάρκεια της, αρκούμενη χωρίς άλλη περαιτέρω αναφορά, ότι όλα τα θέματα της μισθώσεως διευθετήθηκαν με τους όρους του από 22.1.20008 ιδιωτικού συμφωνητικού, ββ) ως προς τη μη εμπρόθεσμη καταβολή του συμφωνημένου μισθώματος, δεχόμενο όλως αορίστως (και με αρνητική αιτιολογία), ότι ουδόλως αποδείχθηκε ο ισχυρισμός της αναιρεσίβλητης εναγομένης, ότι η μίσθωση λύθηκε στις 21.12.2006 λόγω μη καταβολής του μισθώματος του Δεκεμβρίου του 2006, δίχως ωστόσο να υπάρχουν παραδοχές για την από την ενάγουσα υπομισθώτρια καταβολή του μισθώματος τούτου, και Π) έχει αντιφατικές αιτιολογίες ως προς την υποχρέωση της αναιρεσείουσας υπεκμισθώτριας για απόδοση της δοθείσας εγγυοδοσίας, καθόσον δεν συνέτρεξε περίπτωση καταπτώσεως της, διότι ενώ εν αρχή μεν δέχεται, ότι με την υπ' αριθ.
Κ3 1231/5.2.2007 απόφαση του Υφυπουργού Ανάπτυξης δεσμεύτηκαν και χαρακτηρίστηκαν ως; ασφαλιστική τοποθέτηση όλα τα στοιχεία του ενεργητικού της εκκαθαριζόμενης αναιρεσίβλητης υπομισθώτριας ασφαλιστικής εταιρίας, συμπεριλαμβανόμενου και του ποσού που είχε καταβάλει αυτή στην εναγομένη αναιρεσείουσα υπεκμισθώτρια ως εγγύηση για την ακριβή εκτέλεση των όρων του από 7.3.2005 συμφωνητικού υπομισθώσεως, παραδοχή από την οποία προκύπτει ότι η δοθείσα εγγύηση δεν βρισκόταν πλέον στα χέρια της αναιρεσείουσας, αλλά είχε επανέλθει και περιληφθεί αναγκαστικά στην εκκαθαριζόμενη περιουσία της αιτούμενης την απόδοση της αναιρεσίβλητης, στη συνέχεια, δεχόμενο την αγωγή, υποχρεώνει τη μη κατέχουσα πλέον τη δοθείσα εγγύηση, εξαιτίας γεγονότος για το οποίο δεν υπέχει ευθύνη, αναιρεσείουσα να αποδώσει την εγγύηση στην αναιρεσίβλητη.
Περαιτέρω, από την επισκόπηση και την ανάγνωση του από 22.1.2008, ιδιωτικού συμφωνητικού των διαδίκων, προκύπτει, ότι σε αυτό, μετά από αίτημα που διατύπωσε η αναιρεσίβλητη υπεκμισθώτρια εταιρία για απόδοση του υπομισθίου, περιλήφθηκε όρος για την απόδοση των κλειδιών του υπομισθίου από την αναιρεσείουσα υπομισθώτρια σε αυτή και σε εκτέλεση του όρου τούτου παραδόθηκαν σε εκείνη τα κλειδιά του υπομισθίου.
Πέραν του όρου τούτου του ιδιωτικού συμφωνητικού ουδέν άλλο διαλαμβάνεται σε αυτό για λύση της συμβάσεως υπομισθώσεως. Ωστόσο, η προσβαλλόμενη απόφαση, στηριζόμενη αποκλειστικά στο έγγραφο αυτό, δέχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη υπομισθώτρια δεν εγκατέλειψε τα μίσθιο, αλλά ότι πριν την αποχώρηση της συμφωνήθηκε η λύση της υπομισθώσεως, στην οποία συναίνεσε και η αναιρεσείουσα υπεκμισθώτρια, δεχόμενο ουσιαστικά, ότι με το έγγραφο αυτό οι διάδικοι έλυσαν από 22.1.2008 την επίμαχη σύμβαση υπομισθώσεως, δίχως μάλιστα περαιτέρω να υπάρχει σαφής παραδοχή από το δικαστήριο της ουσίας, ότι σε εκτέλεση της συμφωνίας αποδόσεως του υπομισθίου η υπομισθώτρια απέδωσε το υπομίσθιο στην υπεκμισθώτρια και εκείνη το παράλαβε με σκοπό τη λύση της μίσθωσης.
Έτσι, όμως, το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε σφάλμα αναγνώσεως και απέδωσε στο έγγραφο αυτό διαφορετικό περιεχόμενο από εκείνο που πραγματικά αυτό έχει και κατέληξε σε επιζήμιο αποδεικτικό πόρισμα για την αναιρεσείουσα για πράγματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Με βάση όλα τα προεκτεθέντα είναι φανερό, ότι το Εφετείο υπέπεσε στις πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 19 και 20 του ΚΠολΔ, γι' αυτό και οι σχετικοί δεύτερος και τέταρτος λόγοι αναιρέσεως ελέγχονται βάσιμοι, αιτία για την οποία και παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως.
Κατά συνέπεια, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο, σύμφωνα με το άρθρο 580 § 3 του ΚΠολΔ, θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από αυτούς που εξέδωκαν την αναιρούμενη απόφαση. Τα δικαστικά έξοδα πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ.) Τέλος πρέπει να διαταχθεί η απόδοση του παραβόλου στην καταθέσασα αναιρεσείουσα (άρθρο 495 παρ. 4 εδ ε' ΚΠολΔ, όπως ήδη ισχύει).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 2860/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση της στο ίδιο Εφετείο Αθηνών, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την απόφαση, δικαστές.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ. Και
Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου στην καταθέσασα.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Μαΐου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 24 Ιουλίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ