1597/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 25 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/12/2005 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2421/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6565/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το αναιρεσείον με την από 20/1/2010 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 825/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφεραν προς συζήτηση οι αναιρεσίβλητοι με την από 6/12/2011 κλήση τους.
Legislator headnote
AI generated1597/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, η συμφωνία αυτή δεν αποτελεί συλλογική σύμβαση εργασίας, συνεπάγεται όμως για το Δημόσιο ή ΝΠΔΔ ή ΟΤΑ: α) είτε την έκδοση κανονιστικών πράξεων, εφόσον τα θέματα της συμφωνίας μπορεί να ρυθμισθούν κανονιστικώς βάσει υπάρχουσας σχετικής εξουσιοδότησης νόμου, β) είτε την προώθηση σχετικής νομοθετικής ρυθμίσεως των θεμάτων της συμφωνίας.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1597 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1597 /2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Δημήτριο Μουστάκα, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 25 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Περικλή Αγγέλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ. Β. του Γ., 2) Α. Κ. του Χ., 3) Γ. Κ. του Χ., 4) Ε. Ψ. του Λ., 5) Κ. Κ. του Δ., 6) Σ. Σ. του Σ., 7) Δ. Κ. του Γ., 8) Χ. Κ. του Σ., 9) Ο. Ξ. του Μ., 10) Α. Ο. του Δ., 11) Σ. Μ. του Π., 12) Ν. Ε. του Ι., 13) Ε. Π. του Κ., 14) Α. Μ. του Β., 15) Ι. Σ. του Θ., 16) Ε. Μ. του Β., 17) Χ. Κ. του Α., 18) Ε. Κ. του Α., 19) Ι. Λ. του Α., 20) Γ. Σ. του Κ., 21) Ι. Ν. του Α., 22) Η. Κ. του Κ., 23) Α. Τ. του Σ., 24) Γ. Τ. του Ι., 25) Γ. Μ. του Ι., 26) Δ. Τ. του Α., 27) Κ. Τ. του Ε., 28) Κ. Μ. του Α., 29) Γ. Τ. του Ε., 30) Ι. Κ. του Α., 31) Κ. Τ. του Α., 32) Α. Σ. του Δ., 33) Ν. Χ. του Θ., 34) Ε. Κ. του Α., 35) Α. Μ. του Χ., 36) Ν. Σ. του Π., 37) Π. Ι. του Ν., 38) Γ. Κ. του Σ., 39) Ι. Σ. του Κ.- Α., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ανδρέα Ματθαίου , με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/12/2005 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2421/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6565/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το αναιρεσείον με την από 20/1/2010 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 825/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφεραν προς συζήτηση οι αναιρεσίβλητοι με την από 6/12/2011 κλήση τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μουστάκας ανέγνωσε την από 28/4/2011 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Σαράντη Δρινέα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ.1 και 22 παρ.1β του Συντάγματος, η δεύτερη των οποίων αποτελεί ειδικότερη εκδήλωση της θεσπιζόμενης από την πρώτη αρχής της ισότητας και εφαρμόζεται επί μισθωτών απασχολουμένων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, επιβάλλεται στον νομοθέτη η θέσπιση ίσης αμοιβής για τους εργαζομένους, ανεξαρτήτως φύλου ή άλλης διακρίσεως, εφόσον όμως παρέχουν την ίδια ποιοτική και ποσοτική εργασία, εργαζόμενοι κάτω από τις ίδιες συνθήκες και με τα αυτά προσόντα (Ολ.ΑΠ 13/2003).
Δεν αντίκειται, συνεπώς στη συνταγματική αρχή της ισότητας και δεν αποκλείει στον νομοθέτη τη δυνατότητα διαφορετικής ρύθμισης περιπτώσεων που τελούν υπό διαφορετικές ή ειδικές συνθήκες, δηλαδή περιπτώσεων ανόμοιων, καθώς και όταν άλλος είναι ο ρυθμιστικός παράγοντας που καθορίζει τη μισθολογική κατάσταση μιας κατηγορίας υπαλλήλων από εκείνον που ρυθμίζει την ίδια κατάσταση άλλης κατηγορίας υπαλλήλων, αφού η ρύθμιση του πιο πάνω θέματος από τον ένα παράγοντα, μη δυναμένη να υπερβεί το πεδίο ισχύος της, δεν μπορεί να θεωρηθεί με την παράλειψη ρύθμισης του ίδιου θέματος άλλης κατηγορίας ως παραβιάζουσα την αρχή της ισότητας (Ολ.ΑΠ 13/1997).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 13 παράγραφος 1 του Ν. 2738/99, (ο οποίος εισήγαγε τον θεσμό των συλλογικών διαπραγματεύσεων), η συλλογική διαπραγμάτευση για ρύθμιση ζητημάτων των όρων και συνθηκών απασχόλησης υπαλλήλων, που δεν ρυθμίζεται σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 3 του ίδιου νόμου, λόγω συνταγματικών περιορισμών, (όπως ιδίως είναι τα ζητήματα μισθών, συντάξεων, σύστασης οργανικών θέσεων, προσόντων, τρόπου διορισμού κλπ), μπορεί να καταλήγει σε συλλογική συμφωνία.
Κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, η συμφωνία αυτή δεν αποτελεί συλλογική σύμβαση εργασίας, συνεπάγεται όμως για το Δημόσιο ή ΝΠΔΔ ή ΟΤΑ: α) είτε την έκδοση κανονιστικών πράξεων, εφόσον τα θέματα της συμφωνίας μπορεί να ρυθμισθούν κανονιστικώς βάσει υπάρχουσας σχετικής εξουσιοδότησης νόμου, β) είτε την προώθηση σχετικής νομοθετικής ρυθμίσεως των θεμάτων της συμφωνίας.
Αντικείμενο του περιεχομένου της συμφωνίας μπορεί να αποτελεί και ο χρόνος υλοποίησης της δέσμευσης για την έκδοση κανονιστικών πράξεων ή προώθησης νομοθετικών ρυθμίσεων κατά περίπτωση. Με το αρθρ. 14 του Ν. 3016/2002 "για την εταιρική διακυβέρνηση, θέματα μισθολογίου και άλλες διατάξεις" ορίσθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής: "1.
Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμοδίου υπουργού ρυθμίζονται τα θέματα των συλλογικών συμφωνιών που συνάπτονται κατ' εφαρμογή των διατάξεων του αρθρ. 13 του Ν. 2738/1999 και αφορούν θέματα μισθών και αμοιβών, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που υπεγράφησαν κατά το έτος 2001. 2.
Με όμοιες αποφάσεις οι ρυθμίσεις της προηγούμενης παραγράφου είναι δυνατόν να επεκτείνονται εν όλω ή εν μέρει και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) και λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.), που δεν συμμετείχε στη σύναψη συλλογικών συμφωνιών του άρθρου 13 του Ν. 2738/1999 και μέχρι του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ. 3.
Αν καταβάλλονται οποιουδήποτε είδους πρόσθετες μισθολογικές παροχές, που υπολείπονται του ποσού των 176 ευρώ, επιτρέπεται να χορηγείται μόνο η διαφορά μέχρι του ποσού αυτού. Οι ρυθμίσεις αυτές, όσον αφορά το προσωπικό των Ο.Τ.Α. και το προσωπικό των λοιπών Ν.Π.Δ.Δ., περιορίζονται στις υφιστάμενες από τον προϋπολογισμό τους δυνατότητες. 4.
Με τις προβλεπόμενες από τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου αυτού κοινές υπουργικές αποφάσεις καθορίζονται ειδικότερα: α) οι δικαιούχοι των παροχών και το ύψος τους, λαμβάνοντας υπόψη για τη χορήγηση ή μη των παροχών αυτών το συνολικό ποσό των καταβαλλόμενων μηνιαίων αποδοχών και λοιπών παροχών, επιδομάτων και αποζημιώσεων από οποιαδήποτε πηγή, β) οι όροι, οι προϋποθέσεις και οι περιορισμοί για τη χορήγηση των παροχών αυτών, η διαδικασία και ο χρόνος καταβολής, καθώς και ο τρόπος αντιμετώπισης της σχετικής δαπάνης, γ) κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για τη χορήγηση τους.
Οι διατάξεις του άρθρου αυτού ισχύουν από 1.1.2002". Δυνάμει της προαναφερθείσας εξουσιοδοτικής διατάξεως και αφού είχαν προηγηθεί ειδικές συλλογικές συμφωνίες του Ελληνικού Δημοσίου με τους αντίστοιχους κλάδους υπαλλήλων (όπως προαναφέρθηκε, με την προαναφερθείσα εξουσιοδοτική διάταξη του αρθρ. 14§2 του Ν. 3016/2002, η ρύθμιση της παραγράφου 1, δηλαδή της χορήγησης της ειδικής παροχής, μπορούσε να επεκτείνεται και στο προσωπικό της Δημόσιας Διοίκησης που δεν συμμετείχε στη σύναψη των συλλογικών συμφωνιών, του αρθρ. 13 του Ν. 2738/1999), εκδόθηκαν πολλές κοινές Υπουργικές Αποφάσεις (ΚΥΑ), με τις οποίες χορηγήθηκε η παραπάνω χρηματική παροχή, ύψους 88 ευρώ μηνιαίως για το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 και 176 ευρώ από 1-7-2002, σε όλους σχεδόν τους επί σχέσει δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλους του Ελληνικού Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, των οποίων οι αποδοχές διέπονταν από τις διατάξεις του Ν. 2470/1997 "αναμόρφωση μισθολογίου προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις".
Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο των Κοινών Υπουργικών Αποφάσεων, μοναδική προϋπόθεση για τη χορήγηση της πιο πάνω μηνιαίας ειδικής παροχής, ύψους 88 ευρώ από 1.1.2002 και 176 ευρώ από 1.7.2002, προς τους αναφερομένους σε αυτές υπαλλήλους ήταν η υπαγωγή τους στο ενιαίο μισθολογικό καθεστώς του Ν. 2470/1997, αδιακρίτως του φορέα, της φύσης, του είδους και των συνθηκών εργασίας.
Ενώ δηλαδή η χορήγηση της ειδικής μηνιαίας παροχής του άρθρου 14 του ν. 3016/2002, είχε προβλεφθεί προκειμένου να εξομαλυνθούν οι μισθολογικές διαφορές υπέρ των χαμηλόμισθων υπαλλήλων, οι οποίοι δεν ελάμβαναν πρόσθετες παροχές, με τις προαναφερόμενες υπουργικές αποφάσεις επεκτάθηκε η χορήγηση της ειδικής παροχής χωρίς να τίθεται ως προϋπόθεση η μη λήψη πρόσθετων μισθολογικών παροχών.
Έτσι, με τη χορήγηση της ειδικής παροχής σε μεγάλο αριθμό υπαλλήλων, που αφενός μεν δεν πληρούσαν αποδεδειγμένα την εν λόγω προϋπόθεση και αφετέρου απασχολούνταν με τελείως διαφορετικές συνθήκες από κλάδο σε κλάδο, αυτή απέκτησε το χαρακτήρα αμοιβής που προσαυξάνει το μισθό όλων ανεξαιρέτως των υπαλλήλων του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, οι οποίοι αμείβονται σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις του μισθολογίου του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης (ΑΠ 946/2010, ΑΠ 93/2009).
Στη συνέχεια με το άρθρο 28 παρ. 4 του ν. 3205/2003 "μισθολογική ρύθμιση λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, μονίμων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντιστοίχων της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος και άλλες συναφείς διατάξεις", από την έναρξη της ισχύος του (1-1-2004) καταργήθηκε το άρθρο 14 του ν. 3016/2002 και όλες οι ΚΥΑ που είχαν εκδοθεί κατ' εξουσιοδότηση αυτού, δηλαδή όλες οι διατάξεις με τις οποίες προβλεπόταν η χορήγηση της ως άνω ειδικής παροχής και η επέκταση της σε διαφόρους κλάδους υπαλλήλων του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ.
Για να μη γίνει, όμως, χειρότερη η μισθολογική θέση των υπαλλήλων στους οποίους είχε χορηγηθεί η ειδική παροχή μέχρι εκείνη τη χρονική στιγμή, με το άρθρο 24 παρ. 2 του ν. 3205/2003 ορίσθηκε ότι, "ποσά που καταβάλλονται μέχρι την έναρξη ισχύος του εν λόγω νόμου, σύμφωνα με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου υπουργού, που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 14 του ν. 3016/2002, ως ειδική παροχή, διατηρούνται ως προσωπική διαφορά μειούμενη από οποιαδήποτε μελλοντική χορήγηση νέου επιδόματος, παροχής ή αποζημιώσεως ή από αύξηση του κινήτρου απόδοσης του άρθρου 12 του ίδιου νόμου".
Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι προϋπόθεση της διατηρήσεως της ειδικής παροχής των 176 ευρώ, ως προσωπικής διαφοράς του δικαιούχου υπαλλήλου και μετά την 1-1-2004, είναι είτε η πραγματική λήψη, είτε η ύπαρξη ενεργού αξιώσεως για την λήψη της ειδικής αυτής παροχής κατά την 31-12-2003. Και αυτό διότι, εάν δεν είχε ενεργό αξίωση ο υπάλληλος συγκεκριμένου κλάδου κατά του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ κατά την 31-12-2003, καμία χειροτέρευση της μισθολογικής θέσης αυτού δεν θα μπορούσε να επέλθει την 1-1-2004, αφού η κατάργηση του άρθρου 14 του ν. 3016/2002, όλων των ΚΥΑ που είχαν εκδοθεί κατ' εξουσιοδότηση του και, κατ' αποτέλεσμα της ερμηνείας αυτών, που δικαιολογούσε τη χορήγηση της ειδικής παροχής σε όλους ανεξαιρέτως τους υπαλλήλους του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, κατ' εφαρμογή της συνταγματικής αρχής της ισότητας, δεν μπορούσε να έχει βλαπτικές συνέπειες για την οικονομική του θέση.
Περαιτέρω, στο άρθρ. 80§ 1 0 του Ν. 3057/2002 για την "Τροποποίηση και συμπλήρωση του ν. 2725/1999, ρύθμιση θεμάτων Υπουργείου Πολιτισμού και άλλες διατάξεις", ορίζεται ότι στο μόνιμο και με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου προσωπικό όλων των κατηγοριών (ΠΕ, ΤΕ, ΔΕ) των κλάδων και ειδικοτήτων Συντηρητών Αρχαιοτήτων του Υπουργείου Πολιτισμού και των εποπτευόμενων από αυτό υπηρεσιών, αλλά και των Χημικών, βοηθών Χημικών, Μουσειακών Γλυπτών, οι οποίοι απασχολούνται στον τομέα της Συντήρησης Αρχαιοτήτων, χορηγείται μηνιαίο επίδομα ανθυγιεινής εργασίας και ειδικών συνθηκών οριζόμενο σε 90 ευρώ από 1-7-2002 και αναπροσαρμοζόμενο με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Πολιτισμού.
Δηλαδή χορηγήθηκε στο ως άνω προσωπικό του Υπουργείο Πολιτισμού αλλά και των εποπτευόμενων από αυτό υπηρεσιών, που απασχολείται στη συντήρηση αρχαιοτήτων το ανωτέρω επίδομα ανθυγιεινής εργασίας και ειδικών συνθηκών, λόγω της φύσεως της εργασίας που απαιτεί τη χρήση επικινδύνων για τη υγεία χημικών και άλλων υλικών και εξαιρέθηκε από την εν λόγω παροχή το προσωπικό που συνδέεται με τις ανωτέρω υπηρεσίες με σχέση ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου και παρέχει την ίδια εργασία και κάτω από τις ίδιες συνθήκες με το συνδεόμενο με τις ίδιες υπηρεσίες με σχέση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου προσωπικό, δηλαδή με τη συντήρηση αρχαιοτήτων.
Αυτή η κατ' εξαίρεση μη χορήγηση του εν λόγω επιδόματος συνιστά άνιση μεταχείριση των συνδεομένων με τις άνω υπηρεσίες με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου έναντι των υπολοίπων κατηγοριών, στις οποίες αυτή χορηγήθηκε, προς αποκατάσταση δε της διαταραχθείσας ισότητας θα πρέπει, προς άρση της δυσμενούς αυτής εξαιρέσεως, να λάβουν το επίδομα αυτό και οι εν λόγω εξαιρεθέντες υπάλληλοι, που δεν την έλαβαν.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του και τα ακόλουθα κρίσιμα περιστατικά που ενδιαφέρουν την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως: Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι απασχολήθηκαν σε εργαστήριο συντήρησης αρχαιοτήτων και έργων τέχνης του Υπουργείου Πολιτισμού με την ειδικότητα του συντηρητή αρχαιοτήτων από το μήνα Ιανουάριο του έτους 2002 οι πρώτοι έξι (από 1 έως και 6), από το μήνα Φεβρουάριο του έτους 2002 οι επόμενοι δέκα πέντε (από 7 έως και 21), από το μήνα Ιούνιο του έτους 2003,οι εικοστός δεύτερος και τριακοστός τέταρτος, από το μήνα Ιούλιο του έτους 2002 ο εικοστός τρίτος, από το μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2002 ο εικοστός τέταρτος, από το μήνα Οκτώβριο του έτους 2002 ο εικοστός πέμπτος, από το μήνα Μάρτιο τού έτους 2003 οι επόμενοι τρεις (από 26 έως και 28), από το μήνα Απρίλιο του έτους 2003 ο εικοστός ένατος, από το μήνα Ιούνιο του έτους 2003 οι επόμενοι τρεις (από 30 έως και 32), από το μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2003 ο τριακοστός τρίτος, από το μήνα Δεκέμβριο του έτους 2003 ο τριακοστός πέμπτος, από το μήνα Φεβρουάριο του έτους 2004 ο τριακοστός έκτος, από το μήνα Μάρτιο του έτους 2005 o τριακοστός έβδομος από το μήνα Αύγουστο του έτους 2002 ο τριακοστός όγδοος και από το μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2004 ο τριακοστός ένατος, έως 31-12-2005.
Οι αναιρεσίβλητοι συνδέονταν με το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με αλλεπάλληλες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου με αμοιβή που καθοριζόταν αρχικά από τον Ν. 2470/1997 και μετά την 1-1-2004 από τον Ν. 3205/2003. Ειδικότερα, παρείχαν υπό τις ίδιες συνθήκες και τους ίδιους όρους εργασίας την ίδια ακριβώς εργασία με τους συναδέλφους τους, οι οποίοι συνδέονταν με το αναιρεσείον με σύμβαση αορίστου χρόνου, δηλαδή ασχολούνταν με τη συντήρηση αρχαιοτήτων εξυπηρετώντας διαρκείς και πάγιες ανάγκες της υπηρεσίας, χωρίς όμως οι συμβάσεις των να μπορούν να χαρακτηρισθούν ή να μετατραπούν σε συμβάσεις αορίστου χρόνου λόγω της ρητής συνταγματικής απαγόρευσης.
Το αναιρεσείον δεν χορηγούσε όμως σε αυτούς κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από την έναρξη της απασχόλησης καθενός εξ αυτών μέχρι την 31-12- 2005, α] την ειδική παροχή των 88 ευρώ από 1-1-2002 και 176 ευρώ από 1-7-2002 κάθε μήνα, που χορηγήθηκε στους συνδεομένους με σύμβαση αορίστου χρόνου, σύμφωνα με το άρθρ. 16 του Ν. 3016/2002 και την ΚΥΑ 2/40326/0022/1 1-6- 2002 και η οποία παροχή διατηρήθηκε ως προσωπική διαφορά με το άρθρ. 24 του Ν. 3205/2003 και β] το επίδομα ανθυγιεινής εργασίας και ειδικών συνθηκών ποσού 90 ευρώ, που χορηγήθηκε επίσης, σε όλους τους συνδεομένους με το αναιρεσείον με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου συναδέλφους των από 1-7-2002, σύμφωνα με το άρθρ. 80§ 10 του Ν. 3057/2002.
Συγκεκριμένα δε το αναιρεσείον αρνήθηκε τη χορήγηση των ως άνω προσαυξήσεων των αποδοχών τους επικαλούμενο ότι αυτές χορηγούνται σύμφωνα με τη πιο πάνω διάταξη μόνο στους συνδεομένους με αυτό με συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου. Με βάση όμως τα περιστατικά που προαναφέρθηκαν, συνεχίζει το Εφετείο, δεν συντρέχουν στην ένδικη υπόθεση γενικότεροι λόγοι κοινωνικού συμφέροντος για τη διαφορετική νομοθετική ρύθμιση των αποδοχών των αναιρεσιβλήτων από αυτές των συναδέλφων τους, που παρείχαν την ίδια εργασία και υπό τις ίδιες συνθήκες αλλά με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου.
Συνεπώς, η εισαγόμενη με τις ανωτέρω διατάξεις διάκριση των αναιρεσιβλήτων με μοναδικό κριτήριο τη διάρκεια της εργασιακής σχέσεως είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική και προς αποκατάσταση της συνταγματικής αρχής της ισότητας πρέπει να εφαρμοσθεί η νομοθετική ρύθμιση για τη χορήγηση των ανωτέρω προσαυξήσεων των αποδοχών και για τους αναιρεσιβλήτους εις βάρος των οποίων έγινε η δυσμενής διάκριση, διότι μόνο με τον τρόπο αυτόν αίρεται η ανισότητα που δημιουργείται κατά παράβαση των άνω διατάξεων του Συντάγματος, με αποτέλεσμα η πρώτη επικουρική βάση της αγωγής, που θεμελιώνεται στην παραβίαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας να είναι κατ' αρχήν βάσιμη και από ουσιαστική άποψη.
Ειδικότερα, οι αξιώσεις των αναιρεσιβλήτων έως και την 30-1-2003 είχαν υποπέσει στη διετή παραγραφή του άρθρ. 90§3 του Ν. 2362/1995, αφού η ένδικη αγωγή επεδόθη την 30-12-2005. Με βάση τις παραδοχές αυτές, αφού δέχθηκε την έφεση του αναιρεσείοντος, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση η οποία είχε κάμει δεκτή την αγωγή ως προς την κυρία της βάση και είχε επιδικάσει το σύνολο των αιτουμένων με την αγωγή αξιώσεων, απέρριψε ως παραγεγραμμένη την αγωγή για το χρονικό διάστημα μέχρι 30-1 1-2003 και τη δέχθηκε κατά τα λοιπά, δηλαδή επιδίκασε την προσαύξηση εκατέρας των επίδικων αξιώσεων [ποσό 176 ευρώ η πρώτη και 90 ευρώ η δεύτερη κάθε μήνα] για το χρονικό διάστημα από 1-12-2003 έως 31-12-2005.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρ. 4 του Συντ., 14 του Ν. 3016/2002, 24§2 και 28§4 του Ν. 3205/2003 και 80§ 10 του Ν. 3057/2002, αφού η διαφορετική νομοθετική ρύθμιση των αποδοχών των αναιρεσιβλήτων έναντι των συναδέλφων τους, που παρέχουν την ίδια εργασία και υπό τις αυτές συνθήκες, έχοντας ως μοναδικό κριτήριο τη διάρκεια της εργασιακής σύμβασης [των μεν είναι ορισμένου χρόνου, των δε αορίστου χρόνου], δεν δικαιολογεί τη δυσμενή διάκριση.
Ειδικώς δε ως προς την παροχή των 176 ευρώ, πρέπει να επισημανθεί ότι οι αναιρεσίβλητοι είχαν ενεργό αξίωση κατά του αναιρεσείοντος από 1-12-2003 [αφού οι πριν την 30-1 1-2003 αξιώσεις των από την αιτία αυτή απορρίφθηκαν ως παραγεγραμμένες] και συνεπώς και κατά την 1-1-2004, δηλαδή κατά την έναρξη ισχύος του Ν. 3205/2003 και καταλαμβάνονται από τη μεταβατική διάταξη του άρθρ. 24§2 του ίδιου νόμου, με την οποία η παροχή αυτή, μετά την κατάργηση του άρθρ. 14 του Ν. 3016/2002 με το άρθρ. 28§4 του Ν. 3205/2003, διατηρήθηκε ως προσωρινή διαφορά.
Επομένως, η ένδικη αίτηση, με την οποία και με το σύνολο των λόγων της αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση αναιρετικές πλημμέλειες από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., πρέπει να απορριφθεί, ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Δικαστική δαπάνη δε θα επιβληθεί σε βάρος του αναιρεσείοντος, ελλείψει σχετικού αιτήματος των αναιρεσιβλήτων.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-1-2010 αίτηση του ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 6565/2008 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Οκτωβρίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Νοεμβρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ