Legislator Case Law & Legislation
1597/2011 AI generated

1597/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1597/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Τίγγα και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1597/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Συνεπώς, αφού οι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίσθηκαν κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το πινάκιο και κατά τη σειρά της εγγραφής της σ' αυτό, πρέπει να δικασθούν ερήμην αλλά να προχωρήσει η συζήτηση της αναιρέσεως και χωρίς την παρουσία του.

Keywords

AI generated
severe illicit drug trafficking industrial counterfeiting substances of very high concern pharmaceutical and cosmetic products cost-effectiveness of medicinal products health insurance costs
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1597 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1597/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Τίγγα και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 10 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: της ανώνυμης εταιρείας γενικών ασφαλίσεων με την επωνυμία "INTERNATIONAL LIFE ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα ως καθολικής διαδόχου συνεπεία συγχωνεύσεως δι' εξαγοράς, της ανώνυμης εταιρείας γενικών ασφαλειών με την επωνυμία "ING ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ" (πρώην "NATIONALE NEDERLANDEN Ε.Α.Ε.Γ.Α), που εδρεύει στην Καλλιθέα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Οικονόμου.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ι. Φ. του Γ. και 2. Μ. Π. του Δ., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την α) από 19 Ιανουαρίου 2004 αγωγή του πρώτου εκ των ήδη αναιρεσιβλήτων ως και την β) από 26 Οκτωβρίου 2004 παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καβάλας και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 228/2005 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 329/2007 του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29 Σεπτεμβρίου 2007 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης, ανέγνωσε την από 29 Σεπτεμβρίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 9 περ. α' και β' ΚΠολΔ και να απορριφθούν οι λοιποί.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 16-03-2010 κλήση της αναιρεσείουσας εταιρίας νόμιμα φέρεται προς συζήτηση η από 29-09-2007 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 329/2007 οριστικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, μετά τη ματαίωση της συζήτησης αυτής κατά την προσδιορισθείσα αρχική δικάσιμο της 15-03-2010.

Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στην συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις υπ' αριθμ. 4362Β/26-05-2010 και 20521β/ 27-05-2010 εκθέσεις επιδόσεως των δικαστικών επιμελητών του Πρωτοδικείου Καβάλας Κ. Γ. η πρώτη και Δ. Χ. η δεύτερη αντίγραφο της από 16 Μαρτίου 2010 κλήσεως της αναιρεσείουσας με την υπ' αυτή πράξη ορισμού δικασίμου που αναφέρεται στην αρχή και κλήση προς παράσταση κατ' αυτή για τη συζήτηση της από 29-09-2007 αιτήσεως για αναίρεση της υπ' αριθμ. 329/2007 οριστικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στους αναιρεσίβλητους Ι. Φ. και Μ. Φ. αντίστοιχα, στον δεύτερο κατ' άρθρο 128 παρ. 4 ΚΠολΔ, όπως προκύπτει από τις επισυναπτόμενες στην ως άνω έκθεση επιδόσεως, από 27-05-2010 απόδειξη παραλαβής θυροκολληθέντος δικογράφου από τον αρμόδιο αστυνομικό του Α/Τ Καβάλας Ν. Ί., της ανωτέρω δικαστικής επιμελήτριας και από 27-05-2010 απόδειξη του αρμόδιου υπαλλήλου των ΕΛΤΑ Καβάλας.

Συνεπώς, αφού οι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίσθηκαν κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το πινάκιο και κατά τη σειρά της εγγραφής της σ' αυτό, πρέπει να δικασθούν ερήμην αλλά να προχωρήσει η συζήτηση της αναιρέσεως και χωρίς την παρουσία του.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 9 περ. γ` Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση" νοείται αυτή που αποτελεί κεφάλαιο της δίκης, δηλαδή το αίτημα ή η βάση αγωγής, ανταγωγής, κύριας ή αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, ενδίκου μέσου, αντέφεσης, ανακοπής ή τριτανακοπής (ΑΠ 1486/1997). Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 522 Κ.Πολ.Δ προκύπτει ότι η εξουσία του Εφετείου περιορίζεται στην έρευνα των με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους προσβαλλομένων κεφαλαίων της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.

Ο από το άρθρο 559 αρ. 9 Κ.Πολ.Δ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν το Εφετείο, στην περίπτωση παρεμπίπτουσας αγωγής με αίτημα την επιδίκαση εις βάρος του παρεμπιπτόντως εναγομένου, όποιου ποσού ήθελε υποχρεωθεί ο ενάγων της παρεμπίπτουσας αγωγής να καταβάλει στον ενάγοντα της κύριας αγωγής, ως εναγόμενος στην τελευταία, δεν επιδικάζει στον παρεμπιπτόντως ενάγοντα και εις βάρος του παρεμπιπτόντως εναγομένου το ίδιο ποσό που επιδικάζει στον ενάγοντα της κύριας αγωγής, μετά την παραδοχή της εφέσεως αυτού και την επιδίκαση εις βάρος του εναγομένου-παρεμπιπτόντως ενάγοντος μεγαλύτερου του επιδικασθέντος πρωτοδίκως εις βάρος του ποσού, εφόσον αυτός δεν ασκεί επικουρική (υπό αίρεση) έφεση, στην οποία να περιέχεται τέτοιο αίτημα.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών της δίκης εγγράφων, προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων με την από 19-1-2004 αγωγή του κατά του δεύτερου εξ αυτών, της ασφαλιστικής εταιρίας "ΦΟΙΝΙΞ ΑΕΓΑ" (δεν είναι πλέον διάδικος) και της αναιρεσείουσας, ζήτησε να υποχρεωθούν να του καταβάλουν τα αναφερόμενα σ' αυτήν ποσά, προς αποκατάσταση της ζημίας του, ο πρώτος ενεχόμενος εξ αδικοπραξίας, λόγω της προκληθείσης από υπαιτιότητά του πλημμύρας στο κατάστημά του, η δεύτερη, ως καλύπτουσα την γενική αστική ευθύνη του πρώτου από επιχειρηματικούς κινδύνους και η τρίτη από την μεταξύ τους σύμβαση ασφαλίσεως, λόγω επελεύσεως του ασφαλιζομένου κινδύνου (πλημμύρας).

Παράλληλα, η αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρία, άσκησε την από 26-10-2004 παρεμπίπτουσα αγωγή της κατά των συνεναγομένων της στην κύρια αγωγή δεύτερου αναιρεσίβλητου και της άνω ασφαλιστικής εταιρίας που κάλυπτε την γενική αστική ευθύνη του και ζήτησε, για τους ειδικότερους λόγους που αναφέρονται σ' αυτήν, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι της παρεμπίπτουσας αγωγής να της καταβάλουν, όποιο ποσόν ήθελε υποχρεωθεί αυτή να καταβάλει στον ενάγοντα της κύριας αγωγής.

Επί των ως άνω αγωγών, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 228/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καβάλας, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η κύρια αγωγή ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο και την αναιρεσείουσα, και απορρίφθηκε ως προς την εναγομένη ασφαλιστική εταιρία "ΦΟΙΝΙΞ ΑΕΓΑ", επιδικάσθηκαν δε στον ενάγοντα (πρώτο αναιρεσίβλητο), τα αναφερόμενα σ' αυτήν ποσά.

Επίσης έγινε δεκτή και η παρεμπίπτουσα αγωγή ως προς τον εναγόμενο-δεύτερο αναιρεσίβλητο και επιδικάσθηκε στην αναιρεσείουσα το ίδιο ποσό που επιδικάσθηκε στον ενάγοντα της κύριας αγωγής, ενώ απορρίφθηκε ως προς την εναγομένη ασφαλιστική εταιρία (ΦΟΙΝΙΞ ΑΕΓΑ). Κατά της ως άνω αποφάσεως άσκησαν εφέσεις, εκτός των άλλων, ο ενάγων της κύριας αγωγής (πρώτος αναιρεσίβλητος), προσβάλλοντας την πρωτόδικη απόφαση για κακή εκτίμηση των αποδείξεων και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και ζητώντας την εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης προκειμένου να γίνει δεκτή η αγωγή του στο σύνολό της ως προς όλους τους εναγόμενους σ' αυτήν, καθώς και η αναιρεσείουσα, τόσον υπό την ιδιότητά της ως εναγομένη στην κύρια αγωγή, όσον και ως προς την ιδιότητά της ως παρεμπιπτόντως ενάγουσας, ζητώντας, για τους διαλαμβανόμενους σ' αυτήν λόγους, την εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης, προκειμένου στην συνέχεια, αφενός μεν να απορριφθεί στο σύνολό της η κύρια αγωγή του πρώτου αναιρεσίβλητου, αφετέρου δε να γίνει δεκτή η παρεμπίπτουσα αγωγή της και ως προς την εναγομένη σ' αυτήν ασφαλιστική εταιρία, χωρίς ωστόσο, ασκώντας την έφεσή της αυτή ως επικουρική, να περιλάβει στην τελευταία αίτημα επιδικάσεως και σ' αυτήν του ίδιου ποσού, στην περίπτωση παραδοχής της εφέσεως του ενάγοντος-πρώτου αναιρεσίβλητου και την επιδίκαση σ' αυτόν μεγαλύτερου ποσού του πρωτοδίκως επιδικασθέντος.

Επομένως το Εφετείο, το οποίο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του συνεκδίκασε τις παραπάνω εφέσεις, και μετά την παραδοχή της έφεσης του πρώτου αναιρεσίβλητου (ενάγοντος) εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση ως προς την κύρια αγωγή και ακολούθως επεδίκασε στον τελευταίο μεγαλύτερο ποσό του πρωτοδίκως επιδικασθέντος, χωρίς ακολούθως να επιδικάσει στην αναιρεσείουσα το ίδιο ποσόν εις βάρος του παρεμπιπτόντως εναγόμενου- δεύτερου αναιρεσίβλητου, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 9 περ.

γ' ΚΠολΔ, αφού κατά τα προεκτεθέντα, δεν άσκησε την άνω έφεσή της ως επικουρική (υπό αίρεση), στην οποία να περιλάβει τέτοιο αίτημα και συνεπώς, ο αντίθετος πρώτος λόγος της αναίρεσης, είναι αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 περ. α' και β' ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο επεδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επεδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών της δίκης εγγράφων, προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο ενάγων (πρώτος αναιρεσίβλητος), με την προρρηθείσα από 19-1-2004 αγωγή του, ζήτησε να υποχρεωθούν να του καταβάλουν ο πρώτος εναγόμενος (ήδη δεύτερος αναιρεσίβλητος) και η δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρίας "ΦΟΙΝΙΞ ΑΕΓΑ" (δεν είναι πλέον διάδικος) προς αποκατάσταση της ζημίας του, ο πρώτος ενεχόμενος εξ αδικοπραξίας, λόγω της προκληθείσης από υπαιτιότητά του πλημμύρας στο κατάστημά του και η δεύτερη, ως καλύπτουσα την γενική αστική ευθύνη του πρώτου από επιχειρηματικούς κινδύνους, το συνολικό ποσό των 164.441,98 ευρώ, συνιστάμενο σε αποζημίωση για την καταστροφή των εντός του καταστήματος εμπορευμάτων (148.176,66 ευρώ) και ζημίες στα πάγια στοιχεία της επιχείρησής του (16.265,32 ευρώ), επιπλέον δε και για χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 40.000 ευρώ.

Επίσης με την ίδια αγωγή ζήτησε να υποχρεωθεί η τρίτη εναγομένη (αναιρεσείουσα), ως ενεχόμενη από την μεταξύ τους σύμβαση ασφαλίσεως, λόγω επελεύσεως του ασφαλιζομένου κινδύνου (πλημμύρας), να του καταβάλει ως αποζημίωση (ασφάλισμα), για μεν τα καταστραφέντα εμπορεύματα-πρώτες ύλες της επιχείρησής του, το ποσό των 117,388,11 ευρώ, για δε τα καταστραφέντα πάγια στοιχεία της επιχείρησης, το ποσόν των 1.467,36 ευρώ, μέχρι των οποίων εξαντλείτο η ασφαλιστική κάλυψη από τις παραπάνω αιτίες για τον ασφαλιζόμενο κίνδυνο, συνολικά δε ζήτησε το ποσό των 118.855,47 ευρώ.

Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού δέχθηκε ότι η ζημία του ενάγοντος για μεν τις καταστραφές ή φθορές και βλάβες των εντός του καταστήματος εμπορευμάτων και πρώτων υλών ανέρχεται στο ποσό των 84.390,80 ευρώ, για δε την καταστροφή πάγιων στοιχείων και εξοπλισμού θα απαιτηθεί δαπάνη 16.265,32 ευρώ, καθώς επίσης ότι ο ενάγων από την άνω αδικοπραξία υπέστη ηθική βλάβη και καθόρισε το εύλογο ποσό για την αποκατάστασή της σε 2.000 ευρώ, ακολούθως εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε δεχθεί μικρότερα ποσά, και υποχρέωσε τους πρώτο και τρίτη των εναγομένων (δεύτερο αναιρεσίβλητο και αναιρεσείουσα αντίστοιχα), ως προς τους οποίους δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, να καταβάλουν στον ενάγοντα νομιμοτόκως για τις παραπάνω αιτίες το συνολικό ποσό των 102.656,32 ευρώ (84.390,80+16.265,32+2.000).

Όμως, σύμφωνα με το προεκτεθέν αίτημα της ένδικης αγωγής, ο ενάγων ζητούσε ως αποζημίωση από την τρίτη εναγομένη (αναιρεσείουσα), για τις ζημίες από την καταστροφή πάγιων στοιχείων και εξοπλισμού της επιχείρησής του, το ποσόν των 1.467,36 ευρώ, στο οποίο εξαντλείτο η ασφαλιστική κάλυψη και επομένως το Εφετείο επεδίκασε εις βάρος της πέραν του αιτηθέντος, το ποσό των 14.797,96 ευρώ (16.265,32 μείον 1467,36 = 14.797,96), ενώ χωρίς να υπάρχει αίτημα για επιδίκαση εις βάρος της χρηματικής ικανοποίησης, ενόψει του ότι η αγωγική αξίωση ως προς αυτήν στηριζόταν στην ασφαλιστική σύμβαση, επεδίκασε και εις βάρος της για την αιτία αυτή το ποσό των 2.000 ευρώ.

Επομένως, ο αντίστοιχος δεύτερος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ. 9 εδ. α' και β' ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.

Κατά το άρθρο 1 παρ.1 του Ν. 2496/1997, ο οποίος έχει εφαρμογή εν προκειμένω, ως εκ του χρόνου επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου (άρθρο 33 παρ. 4 του νόμου αυτού), με την ασφαλιστική σύμβαση, η ασφαλιστική επιχείρηση (ασφαλιστής) αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλει, έναντι ασφαλίστρου, στον συμβαλλόμενό της (λήπτη της ασφάλισης) ή σε τρίτο, παροχή (ασφάλισμα) σε χρήμα ή, εφόσον υπάρχει ειδική συμφωνία, άλλη παροχή σε είδος, όταν επέλθει το περιστατικό από το οποίο συμφωνήθηκε να εξαρτάται η υποχρέωσή του (ασφαλιστική περίπτωση).

Εξ άλλου, ασφαλισμένος στη σύμβαση ασφαλίσεως ζημιών (όπως είναι η ασφάλιση για πλημμύρα) είναι το πρόσωπο που έχει συμφέρον στη διατήρηση του πράγματος, αυτός δηλαδή του οποίου η οικονομική σχέση με το πράγμα θα θιγεί με την επέλευση του κινδύνου και χάριν του οποίου συνάπτεται η σύμβαση ασφάλισης. Κατά κανόνα, οι ιδιότητες του ασφαλισμένου και του λήπτη της ασφάλισης συμπίπτουν στο ίδιο πρόσωπο.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 11 παρ. 1 του Ν 2496/1997 στην ασφάλιση κατά ζημιών το ασφάλισμα συνίσταται στην αποκατάσταση της ζημίας της περιουσίας που συμφωνήθηκε ότι θα καλύπτεται όταν επέλθει η ασφαλιστική περίπτωση (ασφαλιστική ζημία). Στην παράγραφο δε 2 του ως άνω άρθρου ορίζεται ότι η ζημία της ασφαλισμένης περιουσίας μπορεί να συνίσταται στη βλάβη ή στην απώλεια αγαθών, απαιτήσεων, ενώ στην παρ. 3 του ίδιου άρθρου ότι το ασφάλισμα δεν μπορεί να υπερβαίνει την έκταση της ασφαλιστικής ζημίας, ούτε και το ασφαλιστικό ποσό.

Από τις παραπάνω διατάξεις, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 297 και 298 ΑΚ, προκύπτει ότι η ασφαλιστική αποζημίωση περιλαμβάνει, εκτός των άλλων, και την θετική ζημία του ασφαλισμένου μέχρι του ασφαλιστέου γι' αυτήν ποσού, συνισταμένη στην μείωση της περιουσίας του, είτε αυτή οφείλεται στην απομείωση της αξίας των πραγμάτων που απαρτίζουν αυτή εξαιτίας της βλάβης που υπέστησαν από την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου, είτε στην καταστροφή των πραγμάτων αυτών.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.

ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983). Το κατά νόμο δε αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993).

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997).

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 465/1988).Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1987/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, κρίνοντας επί της επιδικαστέας ασφαλιστικής αποζημίωσης που δικαιούται να λάβει ο ενάγων (πρώτος αναιρεσίβλητος) από την τρίτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία (αναιρεσείουσα) αναφορικά με την ζημία που υπέστη από τις φθορές και βλάβες και την καταστροφή των εμπορευμάτων που βρίσκονταν στο κατάστημά του κατά την επέλευση του ασφαλιζομένου κινδύνου (πλημμύρας), δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα:

Στις 24-5-2002, πρωϊνές ώρες, διαμέσου της ψευδοροφής του καταστήματος του ενάγοντος υπήρξε μεγάλη διαρροή υδάτων, που είχε ως συνέπεια την κάλυψη με αυτά του δαπέδου του και τη διαβροχή των εμπορευμάτων που ήταν τοποθετημένα στις προθήκες, σε βάθρα επί του δαπέδου και σε ράφια κατά το μεγαλύτερο μέρος τους.

Αιτία του γεγονότος αυτού, το οποίο έγινε αντιληπτό από τον υπάλληλο της εταιρίας φύλαξης, με την οποία ήταν συμβεβλημένος ο ενάγων, στις 03.30', που τον ειδοποίησε γι' αυτό, ήταν η αποσύνδεση του σωλήνα σπιράλ που συνδεόταν με την κεντρική βρύση της καφετέριας, εξαιτίας της έλλειψης αυξομοιωτή πίεσης, της παλαιότητας και της έλλειψης συντήρησης από τον πρώτο εναγόμενο (δεύτερο αναιρεσίβλητο) της υδραυλικής εγκατάστασης του καταστήματός του, έτσι που να μην είναι δυνατό να αντιμετωπισθεί η παρατηρούμενη τις βραδυνές ώρες αύξηση της πίεσης του νερού και της ροής του με πίεση και επί ώρες, όπως υπολογίζεται από τις ζημίες που προκλήθηκαν στα πράγματα του ενάγοντος.

Εξαιτίας της διαβροχής των εμπορευμάτων του ενάγοντος, τα οποία ήταν καινούργια και σε καλή κατάσταση και συγκεκριμένα, επειδή διαποτίσθηκαν αυτά σε χρωστικές ύλες και άλλες ουσίες που μεταφέρθηκαν με το νερό, κατέστησαν σε μεγάλο βαθμό άχρηστα, καθόσον αλλοιώθηκε η υφή και η μορφή τους. Ειδικότερα, από τα υφιστάμενα αντικείμενα, ήτοι κεντήματα, τραπεζομάντηλα, πετσετάκια, μπουρνούζια, μαξιλαροθήκες, σεντόνια, παπλωματωθήκες, πετσέτες προσώπου και μπάνιου, κουβέρτες, ριχτάρια, πατάκια, χαλιά κλπ, συνολικής αξίας 166.402,46 ευρώ, τα περισσότερα υπέστησαν αλλοιώσεις σε ποσοστό από 30% έως 100%, η δε ζημία τους ανέρχεται στο ποσό των 84.390,80 ευρώ.

Δέχεται περαιτέρω το Εφετείο, ότι κατά το χρόνο που εκδηλώθηκε η πλημμύρα στο κατάστημα του ενάγοντος, υπήρχαν στο τελευταίο τα κατονομαζόμενα 265 είδη εμπορευμάτων, όμοια ή συναφή προς τα προαναφερόμενα πράγματα, τα οποία προσδιορίζονται κατά ποσότητα, προέλευση και τιμή μονάδος, συνολικής τιμολογιακής αξίας 166.402,46 ευρώ, των οποίων η αξία απομειώθηκε εξαιτίας των φθορών και βλαβών που υπέστησαν από την προαναφερόμενη διάβροσή τους και τη διαπότιση αυτών με χρωστικές ύλες και άλλες ουσίες, κατά τα αναφερόμενα για ένα έκαστο ποσά, τα οποία ανέρχονται συνολικά σε 84.390,80 ευρώ, που συνιστά την ζημία του ενάγοντος, το ποσό δε αυτό επεδίκασε στον τελευταίο ως ασφαλιστική αποζημίωση από την παραπάνω αιτία, εις βάρος και της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας (αναιρεσείουσας), εν όψει του ότι το ποσό αυτό δεν υπερέβαινε την ασφαλιστική κάλυψη για την αιτία αυτή.

Κατέληξε δε στην κρίση αυτή το Εφετείο, όπως διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, αφού, συνεκτίμησε τα αποδεικτικά στοιχεία, κυρίως όμως από την υπ' αριθ. 16/20-2-2003 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Α. Β., που διενήργησε αυτήν, κατ' εντολήν του ενάγοντος και καθορίζει την ζημία του από την παραπάνω αιτία στο ποσό των 148.176,66 ευρώ, με βάση την απογραφή των εντός του καταστήματος εμπορευμάτων την 31-1-2002 και τα τιμολόγια αγορών του έτους 2002, καθώς και από την κατάθεση του μάρτυρος του ενάγοντος, ενώ την έκθεση πραγματογνωμοσύνης που διενεργήθηκε κατ' εντολή της αρχικά δεύτερης εναγομένης ("ΦΟΙΝΙΞ ΑΕΓΑ"), από την εταιρία "Ν.

Μ. Α.Ε.", και υπολογίζει την άνω ζημία σε 2.000 ευρώ, κρίνει μειωμένης αξιοπιστίας. Από τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ως προς το κρίσιμο ζήτημα του ύψους της ασφαλιστικής αποζημίωσης, προκύπτει, ότι αυτή, στο αποδεικτικό της πόρισμα, έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 1 παρ. 1, 11 παρ. 1,2.3 του ν. 2496/1997 και 297, 298 ΑΚ, τις οποίες η εν λόγω απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων.

Ειδικότερα δε, με σαφήνεια και πληρότητα δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση το ύψος της ζημίας του ενάγοντος από την παραπάνω αιτία, καταλήγοντας στο πόρισμά του αυτό, αφού, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην τελευταία, συνεκτίμησε τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία. Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Εξ άλλου, ο ίδιος λόγος της αναίρεσης κατά την σ`αυτόν κατά το άλλο μέρος του περιλαμβανόμενη αιτίαση από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 19 και 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια και αντιφατικότητα των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν το ίδιο πιο πάνω κρίσιμο ζήτημα του ύψους της ζημίας του ενάγοντος από την παραπάνω αιτία, διότι το Εφετείο για το σχηματισμό της κρίσης του ως προς το ύψος της ζημίας αυτής στηρίχθηκε μόνο στην προρρηθείσα έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Α.

Β. και στην κατάθεση του μάρτυρος του ενάγοντος, για να καταλήξει αυθαίρετα στο ποσό των 85.390,80 ευρώ, κρίνοντας αναξιόπιστη την υπ' αριθ. 5608/2004 έκθεση πραγματογνωμοσύνης της εταιρίας "Ν. Μ. Α.Ε.", που υπολογίζει την άνω ζημία στο ποσό των 2.000 ευρώ, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού κατά τα προεκτιθέμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, με τον ίδιο δε λόγο κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου του οποίου δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερομένων επιχειρημάτων της αναιρεσείουσας, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Ο από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, τα οποία δεν προτάθηκαν. Είναι δε πράγματα κατά την έννοια της άνω διάταξης οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (Ολ.

ΑΠ 13/1995, 25/2003). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Εφετείο την από το άρθρο 559 αριθ. 8α ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, διότι με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ότι ο αναφερόμενος στην ασφαλιστική σύμβαση όρος με τον οποίο εξαιρούνται της ασφαλιστικής καλύψεως ζημίες από πλημμύρα που οφείλονται σε διάρρηξη σωληνώσεων, είναι άκυρος ως καταχρηστικός κατά τις διατάξεις του ν. 2251/1994, επειδή δεν απετέλεσε αντικείμενο διαπραγμάτευσης και επειδή η ύπαρξη του όρου αυτού διαταράσσει την ισορροπία δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων διότι περιορίζει την ασφαλιστική κάλυψη σε ελάχιστες περιπτώσεις πλημμύρας προκαλούμενες από παράγοντες που επενεργούν έξω από το ασφαλισμένο κατάστημα, χωρίς ο ισχυρισμός αυτός να έχει προταθεί από τον πρώτο αναιρεσίβλητο (ενάγοντα).

Από την επιτρεπτή κατ' άρθρον 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών της δίκης εγγράφων προκύπτει ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος (ενάγων) με την από 19-1-2004 αγωγή του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καβάλας, η οποία απευθυνόταν, εκτός των άλλων, και εναντίον της αναιρεσείουσας, ζήτησε από την τελευταία να της καταβάλει την αναφερόμενη ασφαλιστική αποζημίωση λόγω επελεύσεως, του δυνάμει, της μεταξύ τους ασφαλιστικής συμβάσεως, ασφαλιζομένου κινδύνου για πλημμύρα.

Η αναιρεσείουσα, ως εναγομένη, με τις από 25-2-2005 προτάσεις που κατέθεσε ενώπιον του ως άνω πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, προέβαλε τον καταλυτικό της αγωγικής αξιώσεως ισχυρισμό, ότι με όρο του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, ως προς τον παραπάνω ασφαλιζόμενο κίνδυνο (πλημμύρα), είχε συμφωνηθεί ότι "από την ασφάλιση εξαιρούνται απώλειες ή ζημίες από θραύση σωληνώσεων, εγκαταστάσεων υδρεύσεως/αποχετεύσεως, κεντρικής θερμάνσεως, κλιματισμού, από διαρροή, διάρρηξη ή έκρηξη θερμοσιφώνων, πλυντηρίων κλπ συναφών", και ότι με την αγωγή επικαλείται ο ενάγων ότι η πλημμύρα στο κατάστημα του και η συνεπεία αυτής ζημίες του προκλήθηκαν από θραύση των σωληνώσεων των υδραυλικών εγκαταστάσεων του ορόφου άνωθεν του καταστήματός του.

Ο ενάγων με την από 2-3-2005 προσθήκη-αντίκρουση στις προτάσεις του, προς αντίκρουση του άνω ισχυρισμού της εναγομένης, προέβαλε την αντένσταση, ότι ο άνω όρος του ασφαλιστηρίου συμβολαίου είναι απολύτως άκυρος, μη παράγον έννομα αποτελέσματα, ένεκα απόλυτης καταχρηστικότητας, σύμφωνα με τα άρθρα 2 του ν.2251/ 1994, 281, 288 ΑΚ και 33 του ν.2496/1997, καθόσον ο όρος αυτός δεν αποτέλεσε αντικείμενο ειδικής διαπραγμάτευσης και ταυτόχρονα διαταράσσει την ισορροπία των δικαιωμάτων σε βάρος του ως αντισυμβαλλομένου, δεδομένου ότι ο κύριος και μόνος λόγος της σύναψης της ασφαλιστικής κάλυψης των ζημιών του λόγω πλημμύρας ήταν η ύπαρξη του τελικώς επελθόντος κινδύνου από την θραύση των εν γένει υδραυλικών και συναφών σωληνώσεων του ομόρου ακινήτου, και της παλαιότητας του όλου κτιρίου, όχι δε μόνο για τη μη συνήθη περίπτωση πλημμύρας από εξωγενείς παράγοντες.

Την αντένσταση δε αυτή επανέφερε ο ενάγων ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου με τις από 26-1-2007 προτάσεις του, προς αντίκρουση σχετικού λόγου της από 26-10-2005 εφέσεως της αναιρεσείουσας, η οποία, μετά την παραδοχή της αντένστασής του και συνακόλουθα την απόρριψης της ενστάσεως αυτής με την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, προέβαλε με την έφεσή της σχετικό παράπονο.

Επομένως, εφόσον κατά τα ανωτέρω η άνω αντένσταση του πρώτου αναιρεσίβλητου προβλήθηκε παραδεκτά ενώπιον του πρωτοβαθμίου και δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, το Εφετείο, με το να τη λάβει υπόψη του, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 8α ΚΠολΔ, ο δε σχετικός λόγος της αναίρεσης με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 6 του ν. 2251/1994 "περί προστασίας των καταναλωτών", όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 10 παρ. 24 στοιχ. β του ν. 2741/1999, οι όροι των συναλλαγών, δηλαδή οι όροι που έχουν διατυπωθεί εκ των προτέρων για αόριστο αριθμό μελλοντικών συμβάσεων, απαγορεύονται και είναι άκυροι, αν έχουν ως αποτέλεσμα την διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή, όπως είναι και ο ασφαλισμένος με ασφαλιστήριο σε ασφαλιστική εταιρεία, στον οποίο αυτή, χωρίς ουσιαστική διαπραγμάτευση, αλλά με βάση προδιατυπωμένους όρους, παρέχει, εκτός άλλων, κάλυψη κινδύνων για ζημίες από πλημμύρα.

Ο καταχρηστικός χαρακτήρας τέτοιου γενικού όρου ενσωματωμένου σε σύμβαση, κρίνεται αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή υπηρεσιών, το σύνολο των ειδικών συνθηκών κατά τη σύναψή της και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης ή άλλης σύμβασης από την οποία αυτή εξαρτάται. Ο περιέχων τη διάταξη αυτή νόμος 2251/1994, αποτελεί ενσωμάτωση στο εθνικό δίκαιο της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 5-4-1993 "σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες συμβάσεων που συνάπτονται με τους καταναλωτές".

Στο άρθρο 3 παρ. 1 της εν λόγω οδηγίας ορίζεται, ότι "ρήτρα σύμβασης που δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης, θεωρείται καταχρηστική, όταν, παρά την απαίτηση της καλής πίστης, δημιουργεί εις βάρος του καταναλωτή σημαντική ανισορροπία ανάμεσα στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις των μερών, τα απορρέοντα από τη σύμβαση".

Περαιτέρω, εκτός από την ανωτέρω γενική ρήτρα για την καταχρηστικότητα των Γ.Ο.Σ. που συνεπάγονται διατάραξη της συμβατικής ισορροπίας, η οποία πρέπει να είναι ουσιώδης ή σημαντική (Ολ ΑΠ 6/2006), στην παράγραφο 7 του άρθρου 2 του ν. 2251/1994 απαριθμούνται ενδεικτικώς και τριάντα μία περιπτώσεις γενικών όρων που θεωρούνται άνευ ετέρου (perse) καταχρηστικοί, χωρίς ως προς αυτούς να ερευνάται η συνδρομή των προϋποθέσεων της γενικής ρήτρας, αφού αυτοί θεωρούνται κατ` αμάχητο τεκμήριο ότι έχουν καταχρηστικό χαρακτήρα.

Στις περιπτώσεις αυτές περιλαμβάνεται και η υπό το στοιχείο ιγ`, σύμφωνα με την οποία καταχρηστικοί είναι και εκείνοι οι όροι, που αποκλείουν ή περιορίζουν υπέρμετρα την ευθύνη του προμηθευτή. Κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, οι οποίες ως προς τον έλεγχο των ΓΟΣ αποτελούν εξειδίκευση του γενικού κανόνα του άρθρου 281 του ΑΚ, με τα αναφερόμενα σ` αυτές κριτήρια για την κρίση της ακυρότητας ή μη ως καταχρηστικών των όρων αυτών, λαμβάνεται υπόψη, κατά κύριο λόγο, το συμφέρον του καταναλωτή με συνεκτίμηση όμως της φύσεως των αγαθών ή υπηρεσιών που αφορά η σχετική σύμβαση, καθώς και του σκοπού της, πάντοτε δε στα πλαίσια επιτεύξεως σχετικής ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων μερών.

Ως μέτρο δε του ελέγχου της διατάραξης της ισορροπίας αυτής χρησιμεύει κάθε φορά το ενδοτικό δίκαιο πού ισχύει για τη συγκεκριμένη σύμβαση και μάλιστα και κατά την "καθοδηγητική λειτουργία" πού επιτελεί και κατά το μέτρο πού καλύπτει θέματα που δεν καλύπτονται με διατάξεις ενδοτικού δικαίου. Τα συμφέροντα και ενδιαφέροντα, η διατάραξη της ισορροπίας των οποίων εις βάρος του καταναλωτή, μπορεί να χαρακτηρίσει έναν γενικό όρο άκυρο ως καταχρηστικό, πρέπει να είναι ουσιώδη, η διατάραξη δε αυτή πρέπει να είναι ιδιαίτερα σημαντική σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστεως.

Προς τούτο λαμβάνονται υπόψη τα συμφέροντα και τα ενδιαφέροντα των συμβαλλομένων στη συγκεκριμένη σύμβαση μερών και εξετάζεται ποιο είναι το συμφέρον του μεν προμηθευτή προς διατήρηση του συγκεκριμένου όρου πού ελέγχεται και ποιο εκείνο του καταναλωτή προς κατάργησή του. Δηλαδή ερευνάται ποιες συνέπειες θα είχε η διατήρηση ή κατάργηση του όρου για κάθε πλευρά, πως θα μπορούσε κάθε μέρος να εμποδίσει την επέλευση του κινδύνου πού θέλει να αποτρέψει ο συγκεκριμένος γενικός όρος και πως μπορεί κάθε μέρος να προστατευθεί από τις συνέπειες της επέλευσης του κινδύνου με δική του ενέργεια.

Αν η προβλεπόμενη από τον κρινόμενο γενικό όρο ρύθμιση είναι απλώς μη συμφέρουσα για τον καταναλωτή και η εντεύθεν επιβάρυνσή του δεν είναι ουσιώδης ή αν η απόκλιση του γενικού αυτού όρου από νομοθετικές ενδοτικού δικαίου διατάξεις είναι τέτοια χωρίς να διαταράσσεται η καθοδηγητική λειτουργία του ενδοτικού δικαίου, τότε η διατάραξη της συμβατικής ισορροπίας δεν είναι υπέρμετρη.

Για να ορισθεί υπέρμετρη η διατάραξη της ισορροπίας αυτής θα πρέπει με την απόκλιση αυτή να αλλάζει η μορφή της συγκεκριμένης σύμβασης που έχει διαμορφωθεί με βάση τους κανόνες ενδοτικού δικαίου και να επέρχεται περιορισμός θεμελιωδών δικαιωμάτων του καταναλωτή ή των υποχρεώσεων του προμηθευτή κατά τέτοιο τρόπο ώστε να επαπειλείται ματαίωση του σκοπού της σύμβασης.

Οι ΓΟΣ, τέλος, πρέπει, σύμφωνα με την αρχή της διαφάνειας, να παρουσιάζουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών κατά τρόπο ορισμένο, ορθό, σαφή και κατανοητό, ώστε ο καταναλωτής να είναι σε θέση να διαγνώσει εκ των προτέρων κρίσιμα στοιχεία ή μεγέθη της σύμβασης. Περαιτέρω ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται σε περίπτωση παραβιάσεως κανόνα ουσιαστικού δικαίου, η δε παράβαση του κανόνα αυτού συνίσταται στην εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή του, η οποία υπάρχει όταν εφαρμόζεται κανόνας ουσιαστικού δικαίου αν και δεν υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις του ή στην αντίθετη περίπτωση, όταν δεν εφαρμόζεται κανόνας δικαίου ενώ υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις του, σύμφωνα με όσα ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας.

Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ανεπαρκείς ή αντιφατικές, όχι ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος αλλά στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, κρίνοντας επί της ενστάσεως της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρίας περί του ότι η ένδικη πλημμύρα είχε εξαιρεθεί της ασφαλιστικής καλύψεως με σχετικό όρο του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, καθώς και της αντένστασης του πρώτου αναιρεσίβλητου περί ακυρότητας ως καταχρηστικού του γενικού αυτού όρου της ασφαλιστικής σύμβασης, δέχθηκε ανελέγκτως ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα περιστατικά:

Στις 24-5-2002, πρωϊνές ώρες, διαμέσου της ψευδοροφής του καταστήματος του ενάγοντος υπήρξε μεγάλη διαρροή υδάτων, που είχε ως συνέπεια την κάλυψη με αυτά του δαπέδου του και τη διαβροχή των εμπορευμάτων που ήταν τοποθετημένα στις προθήκες, σε βάθρα επί του δαπέδου και σε ράφια κατά το μεγαλύτερο μέρος τους.

Αιτία του γεγονότος αυτού, το οποίο έγινε αντιληπτό από τον υπάλληλο της εταιρίας φύλαξης, με την οποία ήταν συμβεβλημένος ο ενάγων, στις 03.30', που τον ειδοποίησε γι' αυτό, ήταν η αποσύνδεση του σωλήνα σπιράλ που συνδεόταν με την κεντρική βρύση της καφετέριας, εξαιτίας της έλλειψης αυξομοιωτή πίεσης, της παλαιότητας και της έλλειψης συντήρησης από τον πρώτο εναγόμενο (δεύτερο αναιρεσίβλητο) της υδραυλικής εγκατάστασης του καταστήματός του, έτσι που να μην είναι δυνατό να αντιμετωπισθεί η παρατηρούμενη τις βραδυνές ώρες αύξηση της πίεσης του νερού και της ροής του με πίεση και επί ώρες, όπως υπολογίζεται από τις ζημίες που προκλήθηκαν στα πράγματα του ενάγοντος.

Εξαιτίας της διαβροχής των εμπορευμάτων του ενάγοντος, τα οποία ήταν καινούργια και σε καλή κατάσταση και συγκεκριμένα, επειδή διαποτίσθηκαν αυτά σε χρωστικές ύλες και άλλες ουσίες που μεταφέρθηκαν με το νερό, κατέστησαν σε μεγάλο βαθμό άχρηστα, καθόσον αλλοιώθηκε η υφή και η μορφή τους, με συνέπεια να ζημιωθεί κατά το ποσό των 84.390,80 ευρώ, ενώ από την καταστροφή των εγκαταστάσεων και του εν γένει εξοπλισμού του καταστήματός του ζημιώθηκε κατά το ποσό των 16.265,32 ευρώ, σε τρόπον ώστε η συνολική ζημία του να ανέρχεται σε 100.656,12 ευρώ.

Δέχεται περαιτέρω το Εφετείο, ότι δυνάμει του υπ' αριθ. ... ασφαλιστηρίου κλάδου πυρός που καταρτίστηκε μεταξύ του ενάγοντος και της τρίτης εναγομένης (αναιρεσείουσας), η τελευταία προέβη σε ασφάλιση του καταστήματος του πρώτου και για το διάστημα από 23-12-2001 έως 23-12-2002 για τους περιεχόμενους σ' αυτό κινδύνους, λόγω βραχυκυκλώματος, πυρός, κεραυνού, έκρηξης, πτώσης αεροσκαφών, πλημμύρας κλπ, το δε ασφαλιστικό ποσό ορίστηκε σε 118.855,47 ευρώ.

Ο ασφαλιστικός κίνδυνος που θα δικαιολογούσε την καταβολή του ποσού αυτού στην περίπτωση πλημμύρας, σύμφωνα με όρο του ασφαλιστηρίου με κωδικό αριθμό ..., εξαιρούσε από την κάλυψη απώλειες ή ζημίες από θραύση σωληνώσεων, εγκαταστάσεων ύδρευσης, αποχέτευσης κλπ. Πλην όμως ο όρος αυτός δεν αποτελούσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης και περαιτέρω προκαλεί ζήτημα καταχρηστικότητας από την πλευρά της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας του ενάγοντος.

Τούτο δε, γιατί με τον όρο αυτό εξαιρείται από την ενεργοποίηση της ασφαλιστικής καλύψεως επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου που τελεί σε συνάφεια με την πρόκληση πλημμύρας από την παραπάνω αιτία της θραύσης σωληνώσεων κλπ και περιορίζει την κάλυψη αυτή στις όχι συχνά παρατηρούμενες κατά κανόνα περιπτώσεις πλημμύρας, προκαλούμενης από παράγοντες που επενεργούν έξω από το ασφαλιζόμενο κατάστημα.

Έτσι, ο όρος αυτός είναι ελεγκτέος με βάση το γενικό κριτήριο της διάταξης του άρθρου 2 παρ. 6 του ν. 2252/1994, σύμφωνα με την οποία απαγορεύεται η διατύπωση όρων συναλλαγών από προμηθευτές στις συμβάσεις που συνάπτονται με καταναλωτές και έχουν ως αποτέλεσμα τη διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος όμως των καταναλωτών, εν προκειμένω του ενάγοντος, με τη διάψευση της δικαιολογημένης προσδοκίας του τελευταίου ως προς τη φύση της παρεχόμενης σ' αυτόν υπηρεσίας, το σκοπό και το όλο περιεχόμενο της συμβάσεως, δηλαδή της εύλογης πεποιθήσεως αυτού, ότι καλύπτετο και για το ενδεχόμενο της πλημμύρας από θραύση των σωληνώσεων ύδρευσης, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι περί τούτου είχε σχετική διαβεβαίωση του πράκτορα της εναγομένης, Ι.

Π., όπως ρητά και κατηγορηματικά κατατέθηκε από τον ίδιο μάρτυρα απόδειξης. Σύμφωνα με τα παραπάνω, ο όρος αυτός κρίνεται καταχρηστικός και συνεπώς είναι άκυρος. Με βάση της παραπάνω παραδοχές του το Εφετείο, μετά την παραδοχή της αντένστασης του ενάγοντος περί καταχρηστικότητα του πιο πάνω όρου, κατ' άρθρο 2 παρ. 6 του ν. 2251/1994, και την απόρριψη της ένστασης της εναγομένης (αναιρεσείουσας) ασφαλιστικής εταιρίας, περί εξαιρέσεως από την ασφαλιστική κάλυψη του παραπάνω ασφαλιζομένου κινδύνου (πλημμύρα), στην περίπτωση που αυτός προκαλείτο από την πιο πάνω αιτία, έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή, και ως προς την εναγομένη ασφαλιστική εταιρία, επιδικάζοντας στον ενάγοντα την ασφαλιστική αποζημίωση, λόγω επέλευσης του ασφαλιζομένου κινδύνου (πλημμύρα).

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε καμία από τις προδιαλαμβανόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, ούτε στέρησε την απόφαση του από νόμιμη βάση, εξ αιτίας ελλείψεως αιτιολογίας ή ελαττώματος σ`αυτήν, αφού εξέθεσε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς αντιφάσεις, το από τις αποδείξεις πόρισμα, στο οποίο κατέληξε.

Ειδικότερα, ο παραπάνω όρος εξαίρεσης ασφαλιστικής καλύψεως, σύμφωνα με τις παραδοχές του Εφετείου, είναι καταχρηστικός, διότι ενώ περιορίζει θεμελιώδη δικαιώματα του ενάγοντος που προκύπτουν από τη φύση της άνω συμβάσεως και οδηγούν σε διακινδύνευση του κύριου σκοπού της, που ήταν η κάλυψη του κινδύνου πλημμύρας, δεν είχε γίνει ρητή επισήμανση του όρου αυτού, ούτε αποτέλεσε αντικείμενο διαπραγμάτευσης μεταξύ των συμβαλλομένων και ο ενάγων που ήθελε την πλήρη κάλυψη του καταστήματός του σε περίπτωση πλημμύρας από οποιαδήποτε αιτία, αγνοούσε τον όρο αυτό, χωρίς υπαιτιότητά του, ενόψει μάλιστα και της διαβεβαίωσης προς αυτόν του ασφαλιστικού πράκτορα της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας ότι καλύπτεται το κατάστημά του για κάθε αιτία από πλημμύρα.

Έτσι, ο εν λόγω όρος, ελεγχόμενος με βάση το γενικό κριτήριο της παραγράφου 6 του άρθρου 2 του ν.2251/1994, σαφώς διαταράσσει υπέρμετρα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των συμβαλλομένων (ασφαλισμένου και εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας), που κατήρτισαν τη σύμβαση ασφάλισης, εις βάρος του ασφαλισμένου και επί πλέον διαταράσσεται η καθοδηγητική λειτουργία του ενδοτικού δικαίου, εφόσον με το περιεχόμενο αυτού αλλάζει στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση, η εικόνα που έχει διαμορφωθεί με βάση τους κανόνες του ενδοτικού δικαίου για τη συγκεκριμένη σύμβαση ασφάλισης, όπου ο ασφαλισμένος είχε την πεποίθηση ότι συνάπτει ασφάλιση για κάθε κίνδυνο που καλύπτει τις ζημίες από πλημμύρα, σε τρόπον ώστε ο συγκεκριμένος όρος να είναι άκυρος.

Εξάλλου η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες που στηρίζουν επαρκώς το διατακτικό της και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο αναφορικά με την καταχρηστικότητα του όρου αυτού της ασφαλιστικής σύμβασης που προέβλεπε τον περιορισμό του ασφαλιστικού κινδύνου (πλημμύρας) και δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων πραγματικών περιστατικών, προς αιτιολόγηση του άνω πορίσματός του.

Επομένως, ο πέμπτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτιάσεις, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει: 1) να απορριφθεί η από 29-09-2007 αίτηση αναιρέσεως, κατά το μέρος που απευθύνεται κατά του δεύτερου αναιρεσίβλητου Μ. Π. και 2) να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 329/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, κατά το μέρος που επιδικάζονται στον πρώτο αναιρεσίβλητο (ενάγοντα) Ι. Φ. και εις βάρος της αναιρεσείουσας (εναγομένης) ασφαλιστικής εταιρίας τα ποσά των 14.797,96 ευρώ, ως επί πλέον ασφαλιστική αποζημίωση για την καταστροφή πάγιων στοιχείων και εξοπλισμού της επιχείρησής του και 2.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), να καταδικασθεί δε ο πρώτος αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 29-09-2007 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 329/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, κατά το μέρος που απευθύνεται εναντίον του δεύτερου αναιρεσίβλητου Μ. Π..

Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμ. 329/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο σκεπτικό.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο πιο πάνω Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει τον πρώτο αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Οκτωβρίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 7 Νοεμβρίου 2011.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ