Supreme Court partially allows appeal against appealable court decision for failure to consider tax stamp duty claim.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision of 6249/2004. The appellants argued the lower court wrongly rejected a claim for stamp duty on usage compensation, citing a contract clause agreeing to such payment. The court found the lower court failed to examine this specific request despite clear evidence in the pleadings.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(8) and 561(2) of the Code of Civil Procedure; The appeal is admissible when the lower court fails to examine a clearly stated claim in the pleadings, even if the claim relies on contractual freedom rather than direct statutory obligation.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1597 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1597/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Δημήτριο Κυριτσάκη, Αχιλλέα Νταφούλη, Ελένη Μαραμαθά και Δημήτριο Δαλιάνη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Μαϊου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «Χ. ΛΙΝΑΙΟΣ Ανώνυμος Βιοτεχνική Εμπορική και Τεχνική Εταιρεία», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2. ...., 3. ....και 4. ...., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Θανόπουλο.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΑΜΥΝΤΙΚΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» και τον διακριτικό τίτλο «ΕΒΟ – ΠΥΡΚΑΛ», που εδρεύει στον Υμηττό Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ως οιονεί καθολικής διαδόχου, κατόπιν συγχώνευσης, των ανωνύμων εταιρειών: α) «ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΟΠΛΩΝ (ΕΒΟ) ΑΕ» και β) «ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΠΥΡΙΤΙΔΟΠΟΙΕΙΟ ΚΑΙ ΚΑΛΥΚΟΠΟΙΕΙΟ (ΠΥΡΚΑΛ) ΑΕ», που είχαν έδρα τον Υμηττό Αττικής και εκπροσωπούντο νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Δήμητρα Παπαϊωάννου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις με αριθμούς έκθ. κατάθεσης 305/2003, 306/2003 και 308/2003 αγωγές, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2420/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6249/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 16 Φεβρουαρίου 2005 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κυριτσάκης, ανέγνωσε την από 30 Μαρτίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την εν μέρει παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ανεπαρκείς ή αντιφατικές σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη δε ή ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα της αιτιολογίας , κατά την έννοια της διατάξεως αυτής υπάρχει, όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε ( ΟλΑΠ 26/ 2004).
Στην προκείμενη περίπτωση, το εφετείο ανελέγκτως δέχτηκε, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, σε σχέση με την απόδοση από την αναιρεσίβλητη, της χρήσης πρώην μίσθιων χώρων πολυώροφης οικοδομής των αναιρεσειόντων επί της ....., των οποίων η σύμβαση μισθώσεως είχε λυθεί στις 31.10.1992, ότι μετά από διαπραγματεύσεις υπογράφηκε ,και πάλι, από τους διαδίκους το από 27-6-1994 ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο επαναβεβαιώθηκε η προηγηθείσα λύση των μισθώσεων την 31-10-1992, παρατάθηκε ο χρόνος παραμονής της αναιρεσίβλητης στους μίσθιους χώρους, μέχρι την 31-5-1996 και ορίστηκε, ότι σε περίπτωση μη αποδόσεως των μισθίων χώρων μέχρι και την 31-5-1997, η αποζημίωση χρήσης θα καταβάλλεται στους αναιρεσείοντες εκμισθωτές εντός των δύο (2) πρώτων ημερών κάθε ημερολογιακού μήνα, προσαυξημένη, από 1-6-1997, κατά ποσοστό 20% επί της καταβαλλόμενης αποζημιώσεως του προηγουμένου έτους.
΄Ότι η αναιρεσίβλητη από τις 1-6-2000, έπαυσε να υπολογίζει στο καταβαλλόμενο ποσό, τη συμφωνηθείσα αναπροσαρμογή του 20% της αποζημίωσης χρήσης …… και από τις 15-3-2001, έπειτα. από έγγραφη εξώδικη πρόταση της τελευταίας και ταυτόσημης αποδοχής των αναιρεσειόντων, συμφωνήθηκε και συνακόλουθα παρασχέθηκε η δυνατότητα παραμονής της αναιρεσίβλητης στο μίσθιο, μέχρι την 31-3-2002 και η καταβολή στους εκμισθωτές μηνιαίας αποζημίωσης χρήσης, ποσού ίσου με την καταβαλλόμενη μέχρι την 31-5-2001 αποζημίωση, προσαυξανόμενη κατά ποσοστό 6% ετησίως, από 1-6-2001 και εφεξής.
΄Ότι η αναιρεσίβλητη, με την από 30-11-2001 εξώδικη δήλωση της, γνωστοποίησε στους αναιρεσείοντες ότι ολόκληρο το μίσθιο θα τους παραδοθεί κενό και ελεύθερο προς χρήση μέχρι την 31-12-2001 και συγχρόνως τους καλούσε να προσέλθουν προς παραλαβή του. Ότι οι τελευταίοι απάντησαν με το από 18-12-2001 εξώδικο τους στο οποίο δήλωσαν ,ότι συνεπεία των εορτών, δεν τους επαρκεί ο χρόνος μέχρι την παράδοση, προκειμένου να ελέγξουν την κατάσταση στην οποία θα βρίσκεται το όλο μίσθιο ακίνητο και ότι στις 24-12-2001 θα επισκεφθούν το μίσθιο, με δικούς τους τεχνικούς, για να ελέγξουν την κατάστασή του.
Ότι στις 24-12-2001 εμφανίσθηκε στο μίσθιο, ο εκ των εκμισθωτών .....ως εκπρόσωπος και των λοιπών και ενώ στο μεταξύ, οι υπηρεσίες της αναιρεσίβλητης είχαν εκκενώσει το μίσθιο την 20-12-2001, ο οποίος δήλωσε, ότι δεν παραλαμβάνει το μίσθιο, εάν προηγουμένως η αναιρεσίβλητη μισθώτρια, δεν επαναφέρει τα πράγματα στην προτέρα κατάσταση, αναφορικά με ορισμένες μετατροπές και διαρρυθμίσεις που αυτή είχε επιφέρει στο μίσθιο, μολονότι στα αρχικά ιδιωτικά συμφωνητικά μισθώσεως αναφέρονταν, ότι οι ενδεχόμενες μετατροπές και διαρρυθμίσεις παραμένουν προς όφελος του μισθίου, πέρα από το δικαίωμα που είχαν οι εκμισθωτές για καταβολή σ' αυτούς ανάλογης αποζημίωσης, από την αποκατάσταση των ως άνω διαρρυθμίσεων.
Ότι από τα ως άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά το Δικαστήριο οδηγήθηκε στην κρίση, ότι υπήρξε πραγματική βούληση της αναιρεσίβλητης ως μισθώτριας, να αποδώσει τη χρήση του μισθίου ακινήτου στους ενάγοντες εκμισθωτές την 31-12-2001, οι οποίοι είχαν τη δυνατότητα να αποκτήσουν την κατοχή των χώρων του μισθίου ακινήτου και δεν είχαν δικαίωμα να αρνηθούν την παραλαβή του μισθίου ακινήτου, εξαιτίας των διαφόρων διαρρυθμίσεων και μετατροπών που είχε επιφέρει η.
μισθώτρια στο μίσθιο, ενόψει δικαιώματος της, για απόληψη σχετικής αποζημίωσης. Δέχθηκε επίσης το εφετείο ( φύλ 6ο δεύτ. σελίδα) ότι η από 15.3.2001 συμφωνία, χωρίς οι προηγούμενες να έχουν κάτι διαφορετικό, σκοπό είχε να διευκολύνει τη μισθώτρια στην προσπάθειά της να εξεύρει ακίνητο και ότι , εντεύθεν, η αναιρεσίβλητη δεν είχε καμιά υποχρέωση να παραμείνει στο χώρο μέχρι την 31.3.2002, αφού βρέθηκε κατάλληλο γι΄αυτήν ακίνητο από το Νοέμβριο του 2001 στο οποίο και εγκαταστάθηκε από τις 20.12.2001 και ότι με την άρνηση τους να παραλάβουν το αποδιδόμενο σ' αυτούς μίσθιο, περιήλθαν οι αναιρεσείοντες σε υπερημερία δανειστών (ΑΚ 351) και έπαυσε η υποχρέωση της αναιρεσίβλητης μισθώτριας, να πληρώνει την προβλεπόμενη από το άρθρο 601 ΑΚ αποζημίωση χρήσης, από 31-12-2001, που τους προσφέρθηκαν ελεύθεροι οι πρώην μίσθιοι χώροι.
Με αυτά που δέχθηκε το εφετείο και προσδιόρισε στη συνέχεια με βάση τα συμφωνηθέντα, τα οφειλόμενα σε κάθε ένα από τους εκμισθωτές, μέχρι του πιο πάνω χρόνου ( 31.12.2001 ) ως αποζημίωση χρήσεως ποσά, διέλαβε στην απόφασή του πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία. Ειδικότερα, ως προς τη συνδρομή των προϋποθέσεων για τη θεμελίωση της αποδιδόμενης στους αναιρεσείοντες στην παραλαβή των μισθίων χώρων υπερημερίας, αρκούσε η αναφορά στο περιεχόμενο της σχετικής περί παραμονής στο μίσθιο συμφωνίας των διαδίκων και της γνωστοποίησης με την από 30.11.2001 εξώδικη δήλωση του χρόνου παραδόσεως ελεύθερων των χώρων ολοκλήρου του μισθίου.
Οι τυχόν αξιώσεις της αναιρεσείουσας για την καταβολή από την αναιρεσίβλητη « μισθώτρια » αποζημιώσεως λόγω φθορών ή μεταβολών στο μίσθιο οίκημα ή και λόγω άκαιρης προειδοποίησης, δεν συναρτώνται με υποχρέωση της τελευταίας να καταβάλει την ορισθείσα αποζημίωση χρήσης μέχρι την 31.3.2002. Είναι , επομένως, αβάσιμος και εντεύθεν απορριπτέος, ο προβαλλόμενος δεύτερος από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ( και όχι 20) λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως.
Επίσης, ο ίδιος δεύτερος αλλά και ο πέμπτος από τους λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το μέρος που με αυτούς αποδίδεται αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, για ευθεία παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 349 , 351, 354, 167 και 288 ΑΚ, είναι απορριπτέοι , προεχόντως ως αόριστοι, διότι δεν προσδιορίζεται με σαφήνεια σε τι συνίσταται η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των συγκεκριμένων διατάξεων.
ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, δημιουργείται λόγος αναιρέσεως και αν παραβιασθεί κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών οι οποίοι τίθενται από τα άρθρα 173 και 200 του ΑΚ και αφορούν την αναζήτηση κατά την ερμηνεία των δικαιοπραξιών της αληθινής βουλήσεως των μερών, χωρίς προσήλωση στις λέξεις και την ερμηνεία των συμβάσεων, όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, οι οποίοι, ερμηνευτικοί κανόνες, και εφαρμόζονται, μόνο, στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο διαγνώσει, έστω και έμμεσα, κατά την ανέλεγκτη κρίση του κενό ή αμφιβολία στις δηλώσεις των συμβαλλόμενων μερών.
Στην τελευταία αυτή περίπτωση, η τυχόν παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να προσφύγει στις πιο πάνω ερμηνευτικές αρχές για να ανεύρει την αληθινή βούληση των μερών ή να παραθέσει και εκτιμήσει τα πραγματικά στοιχεία βάσει των οποίων θα μπορούσε να κριθεί η ανάγκη εφαρμογής τους, ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο για ευθεία (από τον αριθ. 1) ή εκ πλαγίου (από τον αριθ. 19) παράβαση των ερμηνευτικών αυτών κανόνων.
Η έμμεση διάγνωση από το δικαστήριο κενού ή αμφιβολίας μπορεί να προκύπτει όταν αυτό, για την ανεύρεση της αληθινής έννοιας της συμβάσεως, λαμβάνει υπόψη και άλλα αποδεικτικά στοιχεία που βρίσκονται έξω από το κείμενό της. Στην προκείμενη περίπτωση, η προσβαλλομένη απόφαση με το να δεχθεί κατά τα ανωτέρω, ότι η αναιρεσίβλητη μισθώτρια δεν είχε καμιά υποχρέωση να παραμείνει στο χώρο μέχρι την 31.3.2002, αφού βρέθηκε κατάλληλο γι΄αυτήν ακίνητο από το Νοέμβριο του 2001 στο οποίο και εγκαταστάθηκε από τις 20.12.2001, δεν διαπίστωσε κενό ή αμφιβολία στο περιεχόμενο του από 15.3.2001 συμφωνητικού, αφού ρητά δέχθηκε, ότι τούτο καταρτίστηκε, μετά από πρόταση της μισθώτριας εταιρίας και ταυτόσημη αποδοχή των αναιρεσειόντων και είχε σκοπό, χωρίς από τις προηγούμενες συμφωνίες να προκύπτει κάτι διαφορετικό, να διευκολύνει την αναιρεσίβλητη στην προσπάθειά της να εξεύρει ακίνητο για να μεταστεγαστεί και δεν αφορούσε συμφωνία παραμονής της στο μίσθιο σε όλο το από 15.3.2001 έως 31.3.2002 χρονικό διάστημα.
Εντεύθεν, δεν διαπίστωσε κενό το εφετείο και δεν υπήρξε, ως εκ τούτου, ανάγκη προσφυγής στις ερμηνευτικές διατάξεις των άρθρων 173 και 200 για να ανευρεθεί η αληθινή βούληση των συμβαλλομένων, ,όπως αβάσιμα διατείνονται οι αναιρεσείοντες. Το αναφερόμενο, ότι στην ως άνω συμφωνία, όπως άλλωστε και στις προηγούμενες, δεν προβλέπονταν κάποια κύρωση σε βάρος της αναιρεσίβλητης σε περίπτωση που αυτή αποχωρούσε πριν από την 31.3.2002, τέθηκε εκ περισσού όχι για να ερμηνευθεί η δήλωση των συμβληθέντων στο συμφωνητικό προσώπων, αλλά για να τονιστεί, ότι δεν υπήρξε στο τελευταίο αυτό συμφωνητικό, όπως και στα προηγούμενα, κύρωση για την περίπτωση αποχώρησης της μισθώτριας σε προγενέστερο της 31.3.2002 χρόνο.
Είναι , επομένως, αβάσιμος και εντεύθεν απορριπτέος , ο πρώτος από το άρθρο 559 αρίθ. 1 ΚΠολΔ λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση, ότι το δικαστήριο, παρότι διαπίστωσε κενό, δεν προσέφυγε στις ερμηνευτικές, κατά τα ανωτέρω, διατάξεις για την ανεύρεση της αληθινής βούλησης των συμβαλλομένων
ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αρίθ. 20 ΚΠολΔ, ο λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο σε αποδεικτικό κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφόρου από το αληθινό, εξ αιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα. Υπάρχει, δηλαδή, παραμόρφωση εγγράφου, όταν εμφιλοχώρησε λάθος περί την ανάγνωση του κειμένου του εγγράφου, την επιζήμια όμως αυτή για τον αναιρεσείοντα κρίση, πρέπει να σχημάτισε το δικαστήριο αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που φέρεται ότι έχει παραμορφωθεί. Στην προκείμενη περίπτωση το δικαστήριο κατέληξε στην κρίση του για την απόρριψη των αγωγών των αναιρεσειόντων, κατά το μέρος που με αυτές ζητούνταν η καταβολή αποζημιώσεως χρήσεως μέχρι την 31.3.2002, με την κατά τα ανωτέρω ( παρ.
ΙΙ αιτιολογία) ότι η από 15.3.2001 συμφωνία, χωρίς οι προηγούμενες να έχουν κάτι διαφορετικό, σκοπό είχε να διευκολύνει την μισθώτρια στην προσπάθειά της να εξεύρει ακίνητο. Για τη κρίση της αυτή παρέθεσε το περιεχόμενο του ανωτέρω 15.3.2001 συμφωνητικού στο οποίο δεν σημειώνονταν προθεσμία προ της οποίας είχε, ενδεχομένως , αυτή υποχρέωση να προειδοποιήσει για την αναχώρησή της, ενώ τα προηγούμενα συμφωνητικά μεταξύ των οποίων και εκείνο της 27.6.1994, συνεκτιμήθηκαν μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα.
Ως εκ τούτου ο προβαλλόμενος τρίτος από τους λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως , κατά το κεφάλαιο που με αυτόν αποδίδεται η αιτίαση ότι παραμορφώθηκε το περιεχόμενο του τελευταίου από τα πιο πάνω συμφωνητικού, που προέβλεπε τετράμηνη προθεσμία προειδοποίησης, καθώς και το περιεχόμενο του από 3.4.1992 ιδιωτικού συμφωνητικού, είναι απορριπτέος , προεχόντως, ως απαράδεκτος διότι τα εν λόγω έγγραφα δεν ήταν τα κύρια έγγραφα στα οποία στηρίχθηκε το δικαστήριο για να μορφώσει την κατά τα ανωτέρω κρίση του.
Περαιτέρω, ο ίδιος λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος που με αυτόν εστιάζεται αιτίαση στην παραμόρφωση του περιεχομένου των από 4.5.2001, 15.3.2001 εξωδίκων προτάσεων και απαντήσεων των διαδίκων, είναι απορριπτέος, προεχόντως ως αόριστος, διότι δεν προσδιορίζεται, όπως θα έπρεπε, σε τι συνίσταται η αποδιδόμενη παραμόρφωση του περιεχομένου των συγκεκριμένων εγγράφων.
IV. Επίσης, ο ίδιος τρίτος, από τους λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως κατά το κεφάλαιο που με αυτόν αποδίδεται αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ, ότι, δηλαδή, το δικαστήριο, δεν έλαβε υπόψη του τα πιο πάνω έγγραφα, τα οποία προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι αναιρεσείοντες, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το εφετείο για να καταλήξει στην , κατά τα ανωτέρω, δικανική του κρίση , έλαβε υπόψη εκτός από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν ενόρκως ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου και τις μνημονευόμενες ένορκες βεβαιώσεις και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι.
Από τη διαβεβαίωση αυτή αλλά και από το γεγονός ότι στο υπόλοιπο αιτιολογικό της απόφασης, δεν υπάρχει κανένα απολύτως στοιχείο από το οποίο μπορεί να καταλειφθεί αμφιβολία για το αν το εφετείο έλαβε ή όχι υπόψη του και τα παραπάνω έγγραφα, γίνεται απολύτως βέβαιο, ότι το δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στην απόφασή του, έλαβε υπόψη του και τα εν λόγω στοιχεία.
V. Ο ίδιος τρίτος, αλλά και ο πέμπτος από τους λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως , κατά το μέρος που με αυτούς αποδίδεται η αιτίαση, από άρθρο 559 αρίθ. 8 ΚΠολΔ, ότι , δηλαδή, το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, τα οποία είχαν νομοτύπως προβάλλει, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, διότι οι προβληθέντες από τους αναιρεσείοντες αγωγικοί ισχυρισμοί, έχουν ληφθεί υπόψη και αξιολογήθηκαν , ανεξάρτητα από το ότι απορρίφθηκαν, επειδή, ανελέγκτως κρίθηκε ότι δικαίωμα είχε η αναιρεσίβλητη ν΄ αποχωρήσει, όταν αυτή θα εξασφάλιζε τη μεταστέγασή της σε άλλους χώρους.
VΙ. Με τον τέταρτο από το άρθρο 559 αρίθ. 8, λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση, ότι, ενώ, στις επίμαχες αγωγές ρητά γίνονταν επίκληση της συμφωνίας περί την καταβολή του τέλους χαρτοσήμου επί της καταβαλλόμενης κατά μήνα αποζημίωσης χρήσεως, το Εφετείο απέρριψε το αίτημα για την καταβολή του αναλογούντος επί των οφειλόμενων ποσών τέλους χαρτοσήμου με την αιτιολογία , ότι επί αποζημιώσεως χρήσεως δεν οφείλεται χαρτόσημο αλλά και κυρίως, διότι στις επίμαχες αγωγές δεν αναφέρονταν ,ότι στις συμφωνίες παρατάσεως του χρόνου παραδόσεως των μισθίων, οι συμβαλλόμενοι συμφώνησαν και την καταβολή τέλος χαρτοσήμου, οπότε, κατά την απόφαση, σύμφωνα με την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων ( 361 ΑΚ) το αίτημα αυτό θα ήταν, ενδεχομένως, βάσιμο, Από την παραδεκτή επισκόπηση κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει , ότι στα κείμενα των από 28.5.2002, τριών, αγωγών των αναιρεσειόντων ρητά αναφέρονταν ότι η αναιρεσίβλητη – εναγόμενη θα βαρύνονταν με την καταβολή ολοκλήρου του τέλους χαρτοσήμου ή του ΦΠΑ επί του ποσού της αποζημιώσεως χρήσεως, τα αντίστοιχα δε της συμφωνίας αυτής ποσά, ζητούνταν με τις αγωγές ( παρ.
Ι,Ε, ε σελ. 10και 30 των εν λόγω αγωγών ) . Είναι βάσιμος , επομένως ο εν λόγω τέταρτος από τον αριθμό 8 (και όχι 14) λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, διότι το εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεν έλαβε υπόψη του νομοτύπως υποβληθέντα αιτήματα για την επιδίκαση των αναλογούντων επί της αποζημίωσης χρήσεως τελών χαρτοσήμου, τα οποία με την επικαλούμενη συμφωνία, είχε συμφωνηθεί να καταβάλλονται και δεν ενείχε η συμφωνία αυτή ακυρότητα από το ότι επί αποζημιώσεως χρήσεως δεν οφείλεται τέλος χαρτοσήμου αφού στα πλαίσια του άρθρου 361 ΑΚ οι συμβαλλόμενοι αποφασίζουν ελευθέρως.
Αντίθετα, ο ίδιος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως κατά το μέρος που με αυτόν αποδίδεται αιτίαση για παραβίαση των διατάξεων του άρθρου 559 αρίθ. 19 ( και όχι 20 ) ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως απαράδεκτος, διότι η διάταξη του αριθμού 19 ΚΠολΔ προϋποθέτει κατ΄ ουσίαν έρευνα του αιτήματος, που εν προκειμένω δεν χώρησε.
Επίσης, ο ίδιος λόγος από το αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι το εφετείο δεν απέκλεισε τη νομιμότητα της διεκδίκησης του σχετικού κονδυλίου αλλά εσφαλμένως, κατά τα ανωτέρω, υπέλαβε, ότι δεν περιέχονταν στα εισαγωγικά δικόγραφα τα απαιτούμενα για τη θεμελίωση του αιτήματος περιστατικά.
Κατ΄ ακολουθίαν πρέπει, κατά μερική παραδοχή ως βάσιμου του τέταρτου βάσιμο από το άρθρο 559 αρίθ.8 ΚΠολΔ λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συντεθεί από άλλους δικαστές.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΎΣ
Αναιρεί, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό, την 6249/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά το μέρος που αναιρέθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, στο ίδιο εφετείο, που θα συντεθεί από άλλους δικαστές και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει σε χίλια εκατό (1100 ) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Ιουνίου 2006 και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στην Αθήνα, στις 22 Σεπτεμβρίου 2006. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ