Supreme Court dismisses appeal against final court ruling rejecting land claim as vague and procedurally inadmissible.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the final second-instance judgment that rejected the land claim. The appellant argued the lower court erred by ignoring relevant facts and applying the law incorrectly, but failed to submit the contested procedural documents for review. The court ruled that since the first instance rejected the claim as vague, the appellant's arguments requiring a substantive review of the facts were inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 561, 577 of the Code of Civil Procedure; An appeal against a judgment dismissing a claim for vagueness is inadmissible if the appellant fails to submit the contested procedural documents for review or raises arguments requiring substantive fact-finding.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1596 / 2025 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1596/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Φωτεινή Μηλιώνη, Ευαγγελία Στεργίου, Ευγενία Μπιτσακάκη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 30 Απριλίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Αστικού οικοδομικού συνεταιρισμού με την επωνυμία "Πανελλήνια Ένωση Θυμάτων Γερμανικής Κατοχής Ο ΦΟΙΝΙΞ", Συν.Π.Ε., που εδρεύει στην Αθήνα (οδός ...), με ΑΦΜ ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Δρόσο, και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ελισάβετ Παπαδοπούλου-Μερτζεμεκίδου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-9-1994 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7144/1995 μη οριστική, 3829/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8957/2002 μη οριστική, 6728/2020 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3-12-2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι) Η κρινόμενη από 3-12-2022 αίτηση αναίρεσης με την οποία προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 6728/2020 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 495, 552, 553, 556, 558,560,564 παρ.1, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577παρ.1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
ΙΙ) Η διαδικαστική πορεία της υπόθεσης, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος, κατ' επιτρεπτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, έχει ως εξής: Με την από 5-9-1994 αγωγή που άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων Συν.Π.Ε εναντίον του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, ιστορούσε ότι με το με αριθμό .../1924 νομίμως μεταγεγραμμένο συμβόλαιο του τότε συμβολαιογράφου Αθηνών Κ.
Ν., η Μονή Πεντέλης πώλησε στο συνεταιρισμό με την επωνυμία "Συνεταιρισμός μισθώσεως (εξαγοράς) υπολοίπου τμήματος Βουρβά" έκταση 10.734,75 στρεμμάτων, που αποτελούσε τμήμα του με αριθμό 647 τεμαχίου της διανομής του κτήματος "Βουρβά" που εξαιρέθηκε της απαλλοτρίωσης προς αποκατάσταση ακτημόνων καλλιεργητών και παρέμεινε στην κυριότητά της, ο οποίος συνεταιρισμός στη συνέχεια με το αναφερόμενο και νομίμως μεταγραφέν συμβόλαιο διένειμε την αγορασθείσα έκταση σε ομάδες των μελών του.
Ότι ακολούθως με τα αναφερόμενα συμβόλαια, επίσης νομίμως μεταγεγραμμένα, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων συνεταιρισμός που ιδρύθηκε το έτος 1962, απέκτησε κατά το χρονικό διάστημα 1965 έως 1967 με εξαγορά, από τους αρχικούς μεριδούχους- μέλη του άνω συνεταιρισμού μισθώσεως υπολοίπου τμήματος Βουρβά και τους καθολικούς και ειδικούς διαδόχους τους, την κυριότητα του ενδεκάτου τεμαχίου του πέμπτου τμήματος της πιο πάνω διανομής, έκτασης 320 στρεμμάτων, όπως περιγράφεται κατά θέση και όρια και ότι η πιο πάνω έκταση δημεύθηκε από το Ελληνικό Δημόσιο με τη συντακτική πράξη ΛΒ/1968 και στη συνέχεια του αποδόθηκε με τη με αριθμό 80379/1976 απόφαση του Νομάρχη Αθηνών, που μεταγράφηκε νόμιμα, η οποία εκδόθηκε σε εκτέλεση ομόφωνης απόφασης της Βουλής των Ελλήνων, ενώ με το άρθρο 18 του ν. 1849/1989 ορίστηκε ότι ο ενάγων συνεταιρισμός του οποίου η ακίνητη περιουσία είχε δημευθεί από τη Δικτατορία και απεδόθη σε αυτόν με την ως άνω απόφαση, αποκτά την πλήρη κυριότητα πάνω στις ιδιοκτησίες αυτές.
Με βάση το παραπάνω ιστορικό και επικαλούμενος ότι το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο αμφισβητεί την κυριότητά του στην επίδικη έκταση, ζήτησε να αναγνωριστεί η κυριότητά του επ' αυτής. Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που δίκασε αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, αρχικά η υπ' αριθμ. 7144/1995 προδικαστική του απόφαση με την οποία διατάχθηκε πλην των λοιπών αποδείξεων και η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, προκειμένου να διαπιστωθεί αν το επίδικο περιλαμβάνεται στα επικαλούμενα από τον ενάγοντα συνεταιρισμό συμβόλαια και ακολούθως, μετά τη διεξαγωγή των αποδείξεων η υπ' αριθμ. 3829/2001 οριστική του απόφαση με την οποία αφού κρίθηκε ορισμένη και νόμιμη η αγωγή στη συνέχεια έγινε δεκτή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη και αναγνωρίστηκε ο ενάγων κύριος του επιδίκου ακινήτου.
Κατά της πρωτόδικης αυτής απόφασης, το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο άσκησε ενώπιον του Εφετείου Αθηνών την από 6-8-2001 έφεσή του, επί της οποίας εκδόθηκε επίσης αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, αρχικά η υπ' αριθμ. 8957/2002 μη οριστική του απόφαση με την οποία διατάχθηκε η διενέργεια (νέας) πραγματογνωμοσύνης και ακολούθως η προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 6728/2020 απόφασή του με την οποία έγινε τυπικά και κατ' ουσίαν δεκτή η έφεση και απορρίφθηκε η αγωγή λόγω αοριστίας, γενομένου δεκτού του σχετικού λόγου εφέσεως περί αοριστίας της ένδικης αγωγής.
ΙΙΙ) Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 369, 1033, 1192, 1194 και 1198 ΑΚ, προκύπτει ότι, αποκτά κάποιος κυριότητα ακινήτου με παράγωγο τρόπο, ύστερα από συμφωνία με τον κύριο του ακινήτου ότι μετατίθεται σε αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία, εφόσον η σχετική συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβάλλεται σε μεταγραφή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, επίσης, ότι μεταξύ των προϋποθέσεων που απαιτούνται για την απόκτηση της κυριότητας ακινήτου με σύμβαση είναι, ότι ο μεταβιβάσας ήταν κύριος του ακινήτου που μεταβιβάστηκε.
Περαιτέρω, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα, όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Με τις διατάξεις αυτές, για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του, κατ' άρθρο 1051 ΑΚ.
Εξάλλου, από το συνδυασμό των προαναφερόμενων διατάξεων με εκείνες των άρθρων 1108 ΑΚ, 70, 216 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι, για την πληρότητα της αναγνωριστικής αγωγής κυριότητας ακινήτου, του οποίου η κυριότητα αποκτήθηκε με παράγωγο τρόπο, πρέπει ο ενάγων να αναφέρει, εκτός των άλλων, ότι κατέστη κύριος του επίδικου ακινήτου για ορισμένη αιτία με συμβολαιογραφικό έγγραφο, και μεταγραφή και ότι ο άμεσος δικαιοπάροχος του ήταν αληθής κύριος του πράγματος που μεταβίβασε.
Ο τρόπος κτήσης της κυριότητας επί του επιδίκου από το δικαιοπάροχο του ενάγοντος δεν είναι στοιχείο της αγωγής. Μόνον αν ο εναγόμενος ήθελε αμφισβητήσει με τις προτάσεις του της πρώτης πρωτοβάθμιας συζήτησης την κυριότητα του τελευταίου και των προ αυτού κτητόρων του επιδίκου, υποχρεούται ο ενάγων, για το ορισμένο της αγωγής, να αναφέρει είτε με την αγωγή καθ' υποφορά, είτε με τις προτάσεις του της ίδιας συζήτησης της αγωγής ορισμένο νόμιμο τρόπο με τον οποίο ο δικαιοπάροχος του έγινε κύριος του ακινήτου, τέτοιος δε τρόπος μπορεί να είναι εκείνος της κτήσεως της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία.
Συνίσταται, δε, ο εν λόγω τρόπος στο ότι ο δικαιοπάροχος του ενάγοντος έχει στη νομή του, δηλαδή, στην φυσική του εξουσία με διάνοια κυρίου, το ακίνητο για μια συνεχή εικοσαετία, ενώ κατά το βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο, που ίσχυε μέχρι την εισαγωγή του ΑΚ (στις 23-2-1946), ο τρόπος αυτός συνίστατο στο ότι το ίδιο πρόσωπο είχε στην νομή του με καλή πίστη το ακίνητο για μια συνεχή τριακονταετία.
Επίσης, για το ορισμένο της αγωγής σ' αυτήν την τελευταία περίπτωση, πρέπει ο ενάγων στο δικόγραφο της αγωγής του να αναφέρει τις διακατοχικές πράξεις του δικαιοπαρόχου του στο ακίνητο. Αν η αγωγή στηρίζεται σε έκτακτη χρησικτησία, πρέπει ο ενάγων να αναφέρει τις υλικές και εμφανείς πράξεις νομής που άσκησε συνεχώς επί 20 τουλάχιστον έτη πάνω στο ακίνητο, με τις οποίες φανερώνεται η βούλησή του να το έχει σαν δικό του, δυνάμενος να συνυπολογίσει, όπως ήδη προαναφέρθηκε, στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του.
Τα ίδια ισχύουν και επί αναγνωριστικής αγωγής κυριότητας ακινήτου μεταξύ ιδιώτη (ως ενάγοντα) και Ελληνικού Δημοσίου (ως εναγομένου). Στη σχετική δίκη ο ιδιώτης έχει υποχρέωση για το ορισμένο της αγωγής του να επικαλεστεί ότι απέκτησε το επίδικο ακίνητο με κάποιο νόμιμο τρόπο.
Σε περίπτωση που ο τίτλος κτήσης του είναι παράγωγος (π.χ. αγορά), εάν το Δημόσιο αμφισβητήσει την κυριότητα του δικαιοπαρόχου του, τότε ο ιδιώτης θα πρέπει, συμπληρώνοντας με τις προτάσεις του την αγωγή στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, να επικαλεστεί τον τρόπο κτήσης κυριότητας των δικαιοπαρόχων του μέχρι να αναχθεί σε πρωτότυπο τρόπο, που κατά κανόνα θα είναι η έκτακτη χρησικτησία. Όμως, ο ιδιώτης δεν είναι υποχρεωμένος να επικαλεστεί και ότι το επίδικο ακίνητο είναι δεκτικό χρησικτησίας (επειδή π.χ. δεν είναι δημόσιο, μετά τη συμπλήρωση έκτακτης χρησικτησίας κατά το βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο σε βάρος του Δημοσίου, μέχρι τις 11/9/1915) ή ότι εξαιρείται από αυτή, ως δημόσιο κτήμα (άρθρα 21 του ν.δ. 22.4/16.5.1926 και 4 του ν.δ. 1539/1938), καθόσον ο ισχυρισμός ότι το ακίνητο δεν είναι δεκτικό ή εξαιρείται της χρησικτησίας δεν αποτελεί στοιχείο του ορισμένου της πιο πάνω αγωγής, αλλά ένσταση, η οποία πρέπει να προταθεί και να αποδειχθεί από το Δημόσιο (Α.Π. 571/2023, ΑΠ 771/2021, 1125/2018).
Τέλος, η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ.), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή. Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 ή 14 του Κ.Πολ.Δ (Α.Π. 771/2021, Α.Π 1125/2018).
Ειδικότερα ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωση της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωση της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη.
Σε κάθε περίπτωση, η αοριστία του δικογράφου της αγωγής πρέπει να προτείνεται στο δικαστήριο της ουσίας για να δημιουργείται λόγος αναίρεσης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους που κατ' εξαίρεση λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να προταθούν στο δικαστήριο της ουσίας και, ειδικώς, δεν αφορά στη δημόσια τάξη. Για να είναι δε ορισμένος ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης πρέπει να εκτίθεται ότι προβλήθηκε παραδεκτώς στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επαναφέρθηκε νομίμως στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο ο περί αοριστίας ισχυρισμός της αγωγής, ο οποίος πρέπει να αναφέρεται στις συγκεκριμένες αοριστίες σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά που είναι απαραίτητα για τη στήριξη του αγωγικού αιτήματος, εξαιτίας των οποίων δεν παρέχεται η δυνατότητα στον εναγόμενο να αμυνθεί (Α.Π. 860/2018).
Τέλος η εκτίμηση του περιεχομένου διαδικαστικών εγγράφων της ίδιας ή άλλης δίκης, ιδίως, αγωγών, παρεμβάσεων, ενδίκων μέσων, προτάσεων ή δικαστικών αποφάσεων, ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., όταν η πλημμέλεια, που αποδίδεται στα έγγραφα αυτά, δημιουργεί λόγο αναιρέσεως από τους λόγους, που αναφέρονται, περιοριστικώς, στο άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ. Για τη διαπίστωση της πλημμέλειας, πρέπει να προσκομίζονται τα επίμαχα διαδικαστικά έγγραφα προς έλεγχο. Το άρθρο 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. και δεν εισάγει άλλο ειδικό λόγο αναιρέσεως. Λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που αναφέρονται στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, πληρούν το πραγματικό λόγου του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ( Α.Π. 1219/2021, ΑΠ 345/2015).
IV) Στην ένδικη από 25-9-1994 αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου αγωγή του, η οποία στρεφόταν κατά του εναγόμενου και ήδη αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων εξέθετε (κατά το μέρος που ενδιαφέρει και μεταβιβάστηκε η υπόθεση στο Εφετείο), ότι κατέστη κύριος του αναφερομένου και περιγραφομένου κατά θέση, όρια και έκταση ακινήτου με παράγωγο τρόπο και ειδικότερα λόγω αγοράς δυνάμει των αναφερομένων και νομίμως μεταγεγραμμένων αγοραπωλητηρίων συμβολαίων από τους αληθείς κυρίους αυτού, οι οποίοι επίσης το είχαν αποκτήσει δυνάμει των αναφερομένων και μεταγεγραμμένων τίτλων μεταβίβασης των δικαιοπαρόχων της, που ο απώτατος ανάγεται στο έτος 1924 και ότι το εναγόμενο αμφισβητεί την κυριότητά του στο εν λόγω ακίνητο, ζητώντας την αναγνώριση της κυριότητάς του επ' αυτού.
Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, την ένδικη αγωγή. Ειδικότερα το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: "Η επίδικη έκταση βρίσκεται στη θέση "Λιοφύτι - Έτος" της περιοχής Πικερμίου του Δήμου Σπάτων και αποτελεί τμήμα μεγαλύτερης έκτασης 10.734,750 τ.μ., της διανομής του κτήματος "Βουρβά", τεμάχια της οποίας εξαιρέθηκαν, λόγω του επικλινούς, ανώμαλου και πετρώδους εδάφους τους, από την απαλλοτρίωση, που συντελέστηκε, κατά την αγροτική νομοθεσία, με βάση τη με αριθμό .../1923 απόφαση της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων, για την αποκατάσταση ακτημόνων καλλιεργητών και, μετά την εξαίρεσή τους, παρέμειναν στη Μονή Πεντέλης.
Στη συνέχεια, την πιο πάνω έκταση των 10.734.750 τ.μ. αγόρασε ο συνεταιρισμός με την επωνυμία "Συνεταιρισμός μισθώσεως υπολοίπου τμήματος Βουρβά", με το με αριθμό .../1924 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Κ. Ν., που μεταγράφηκε νόμιμα. Στο παραπάνω συμβόλαιο υπήρχε και ο όρος, ότι οι αγοραστές- μέλη του συνεταιρισμού υποχρεούνται να διανείμουν σε τμήματα και τεμάχια την έκταση, που αγόρασαν, σύμφωνα με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου του συνεταιρισμού, για την οποία γίνεται αναφορά στο ίδιο συμβόλαιο.
Μετά την αγορά της παραπάνω έκτασης, σε εκτέλεση τού πιο πάνω όρου, ο συνεταιρισμός, με το με αριθμό .../1925 συμβόλαιο του προαναφερόμενου συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, πώλησε στους μεριδούχους - μέλη του συγκεκριμένα τεμάχια των τμημάτων της διανομής, που έλαβε χώρα με την πιο πάνω αναφερόμενη απόφαση του διοικητικού του συμβουλίου.
Μεταξύ των τεμαχίων και τμημάτων, που πωλήθηκαν, είναι και το 110 τεμάχιο του 5ου τμήματος, το οποίο χωρίστηκε συνολικά σε 10,5 μερίδες και πωλήθηκε, μεταξύ άλλων, στην 11η ομάδα των μεριδούχων - μελών του. Η επίδικη έκταση, εμβαδού 313.127,40 τ.μ., η οποία συνορεύει: βόρεια με ρέμα Ντράσετζας, νότια με ιδιοκτησίες του συνεταιρισμού με την επωνυμία "Συνεταιρισμός εξαγοράς υπολοίπου κτήματος Βουρβά", ανατολικά με ιδιοκτησίες του πιο πάνω συνεταιρισμού και δυτικά με ιδιοκτησίες της 12ης ομάδας του ίδιου συνεταιρισμού, κατά την έκθεση πραγματογνωμοσύνης των αγρονόμων τοπογράφων μηχανικών Ι.
Θ. και Ι. Κ., εμπίπτει στα με αριθμούς 647, 649 και 659 τεμάχια της διανομής του αγροκτήματος Βουρβά και αποτελεί το 11° τεμάχιο του 5ου τμήματος της διανομής των μελών του συνεταιρισμού με την επωνυμία "Συνεταιρισμός μισθώσεως υπολοίπου τμήματος Βουρβά". Το τεμάχιο αυτό αγόρασε ο ενάγων συνεταιρισμός με την επωνυμία "Πανελλήνια Ένωση Θυμάτων Γερμανικής Κατοχής <Ο ΦΟΙΝΙΞ> Συν.ΙΊ.Ε.", ως εξής:
Με το με αριθμό .../1965 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Κρωπίας Ι. Σ., που μεταγράφηκε νόμιμα, ο ενάγων συνεταιρισμός αγόρασε την ιδανική μερίδα καθενός από τους παρακάτω μεριδούχους - μέλη του συνεταιρισμού με την επωνυμία "Συνεταιρισμός μισθώσεως υπολοίπου τμήματος Βουρβά" και ειδικότερα των: Γ. Σ., Χ. Κ., Σ.
Φ., Κ. Κ., Γ. Κ., Β. Β., Σ. και Γ. Α., ως κληρονόμους του αρχικού μεριδούχου Α. Α., Γ., Π. και Β. Σ., ως κληρονόμους του αρχικού μεριδούχου Σ. Σ., Χ. Σ., ως ειδικό διάδοχο του αρχικού μεριδούχου Χ. Τ., Θ. Χ., ως μεριδούχο και ως ειδικό διάδοχο του αρχικού μεριδούχου Ε. Χ., Κ. Μ. και Σ. Κ., ως κληρονόμους του αρχικού μεριδούχου Γ.
Μ., Ν. και Ε. Δ., Α. Δ. συζ. Δ. και Ε. χήρα Δ., ως κληρονόμους του αρχικού μεριδούχου Σ. Δ., Σ. Κ., Κ. Π., ως ειδική διάδοχο του Σ. Κ., Α., Ν., Γ., Α. και Α. Κ., ως κληρονόμους του αρχικού μεριδούχου Σ. Κ. Οι αρχικοί μεριδούχοι - δικαιοπάροχοι των πιο πάνω, είχαν αποκτήσει τις μερίδες τους, σύμφωνα με το με αριθμό .../1925 συμβόλαιο διανομής του συμβολαιογράφου Αθηνών Κ.
Ν. Επίσης, με το με αριθμό .../1965 συμβόλαιο της ίδιας συμβολαιογράφου Κρωπίας, που μεταγράφηκε νόμιμα, ο ενάγων συνεταιρισμός αγόρασε ιδανική μερίδα του Σ. Π., στον οποίο είχε περιέλθει με βάση το προαναφερόμενο με αριθμό .../1925 συμβόλαιο διανομής. Ακόμη, με το με αριθμό .../1965 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Κρωπίας Ι.
Σ., που μεταγράφηκε νόμιμα, ο ενάγων συνεταιρισμός αγόρασε τις ιδανικές μερίδες των Σ. Κ., ως κληρονόμο του Σ. Κ. και Σ. Ν., ως κληρονόμο του Γ. Ν. Στους αρχικούς δικαιοπάροχους των πιο πάνω, οι μερίδες αυτές είχαν περιέλθει με βάση το με αριθμό .../1925 συμβόλαιο διανομής, που προαναφέρεται.
Περαιτέρω, με το με αριθμό .../1966 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Σ. Μ., που μεταγράφηκε νόμιμα, ο ενάγων συνεταιρισμός αγόρασε από τον Ν. Π., μερίδα του αρχικού μεριδούχου Σ. Κ., την οποία απέκτησε με βάση το με αριθμό .../1925 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Κ. Ν. Επίσης, με το με αριθμό .../1966 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Σ.
Μ., που μεταγράφηκε νόμιμα, ο ενάγων συνεταιρισμός αγόρασε από τον Λ. Δ. μερίδα, που αυτός είχε αποκτήσει με βάση το με αριθμό .../1925 συμβόλαιο διανομής του συμβολαιογράφου Κ. Ν. Επιπλέον, με το με αριθμό .../1966 συμβόλαιο του ίδιου συμβολαιογράφου Αθηνών, που μεταγράφηκε νόμιμα, ο εναγών συνεταιρισμός αγόρασε μερίδα, που είχε περιέλθει στους Γ.
Δ., Ε. Δ., Μ. Μ., Α. Δ., Α. Κ. και Δ. Δ., ως κληρονόμους του Κ. Δ. και στον τελευταίο, ως αρχικό μεριδούχο, με βάση το με αριθμό .../1925 προαναφερόμενο συμβόλαιο διανομής. Ακόμη, με το με αριθμό .../1966 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Σ. Μ., που μεταγράφηκε νόμιμα, ο ενάγων συνεταιρισμός αγόρασε την ιδανική μερίδα του Γ.
Σ., στον οποίο είχε περιέλθει με βάση το με αριθμό .../1925 συμβόλαιο διανομής, που προαναφέρεται. Στη συνέχεια, με το με αριθμό .../1966 συμβόλαιο του πιο πάνω συμβολαιογράφου Αθηνών, που μεταγράφηκε νόμιμα, ο ενάγων συνεταιρισμός αγόρασε την ιδανική μερίδα του Γ. Κ. ή Β., στον οποίο είχε περιέλθει με βάση το με αριθμό .../1925 συμβόλαιο διανομής του συμβολαιογράφου Αθηνών Κ.
Ν. Τέλος, με το με αριθμό .../1967 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Ν. Γ., που μεταγράφηκε νόμιμα, ο ενάγων συνεταιρισμός αγόρασε την ιδανική μερίδα του Α. Μ., ως κληρονόμο του αρχικού μεριδούχου Γ. Μ., στον οποίο είχε περιέλθει με βάση το με αριθμό .../1925 συμβόλαιο διανομής, που προαναφέρεται. Σημειώνεται ότι τόσο στο με αριθμό .../1924 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, όσο και στο με αριθμό .../1925 συμβόλαιο διανομής, δεν αναφέρονται τα ακριβή όρια του επιδίκου και τα πιο πάνω συμβόλαια δεν συνοδεύονται από τοπογραφικά διαγράμματα.
Περαιτέρω, σε απόσπασμα του κτηματολογικού πίνακα της διανομής του αγροκτήματος "Βουρβά", τα τεμάχια με αριθμούς 649, έκτασης 80.938 τ.μ. και 659, έκτασης 163.750 τ.μ. αναφέρονται ως χερσολείβαδα κοινά, ενώ το με αριθμό 647 τεμάχιο, έκτασης 10.289.500 τ.μ., αναφέρεται ότι εξαιρέθηκε, υπέρ της Μονής Πεντέλης, από την απαλλοτρίωση που έγινε με βάση τη με αριθμό 4/1923 απόφαση της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων, και στη συνέχεια, έγινε η εξαγορά αυτής από τον δικαιοπάροχο του ενάγοντος συνεταιρισμού.
Η επίδικη έκταση, κατά την αυτοψία των πραγματογνωμόνων - αγρονόμων - τοπογράφων μηχανικών, αποτελείται από ένα μεγάλο τμήμα πυκνής δασικής βλάστησης, που βρίσκεται σε λοφίσκο και δεν είναι οριοθετημένη με υλοποιημένα - τεχνικά όρια. Μόνο στο δυτικό τμήμα της έκτασης υπάρχει σχηματισμένος χωματόδρομος, ο οποίος εξυπηρετεί τα όμορα μικρά οικόπεδα.
Οι ίδιοι οι πραγματογνώμονες αναφέρουν ότι μπορεί να γίνει εφαρμογή του βορείου ορίου του επιδίκου, που αποτελεί το ρέμα Ντράσεζας και του δυτικού ορίου, που αποτελούν οι ιδιοκτησίες του 12ου τεμαχίου του 5ου τμήματος του συνεταιρισμού με την επωνυμία "Συνεταιρισμός εξαγοράς υπολοίπου κτήματος Βουρβά", ενώ υπάρχει αδυναμία εφαρμογής των λοιπών ορίων, διότι τα όμορα ακίνητα δεν είναι γνωστά κατά θέση και όρια.
Ακόμη, σύμφωνα με την έκθεση πραγματογνωμοσύνης των αγρονόμων τοπογράφων μηχανικών Ι. Θ. και Ι. Κ., από το τεμάχιο 647 της διανομής του κτήματος "Βουρβά". τμήματα 69.831,09 τ.μ. και 114.557,20 τ.μ. και συνολικά 184.388,24 τ.μ. δεν αποτελούν κοινόχρηστη έκταση και περιλαμβάνονται στους τίτλους του ενάγοντος, ενώ, όσον αφορά στα τμήματα του επιδίκου, που εμπίπτουν στα με αριθμούς 649 και 659 τεμάχια της πιο πάνω διανομής, και ειδικότερα, έκτασης 75.932,65 τ.μ.
του τεμαχίου 649 και 52.806,49 τ.μ. του τεμαχίου 659, αυτά αποτελούν κοινόχρηστη έκταση.
Περαιτέρω, στο από 7.5.1966 έγγραφο της Γενικής Διεύθυνσης Δασών του Δασαρχείου Αττικής, με θέμα :έγκριση καθαρισμού αγροτεμαχίου για αντιπυρικούς λόγους, που εκδόθηκε κατόπιν αιτήματος του ενάγοντος, αναφέρεται το επίδικο ως "αγροδασόκτημα", του οποίου τα 220 στρέμματα αποτελούν καλλιεργούμενες γαίες με μεμονωμμένα άτομα πεύκης και τα υπόλοιπα 80 στρέμματα αποτελούνται από αμιγές δάσος πεύκης με υπόροφη βλάστηση από αείφυλλα.
Ως προς το θέμα ιδιοκτησίας, το πιο πάνω έγγραφο αναφέρει ότι, δεν υφίστανται διεκδικήσεις του Δημοσίου στο εν λόγω αγροδασόκτημα, γιατί αυτό προέρχεται από το μεγάλο κτήμα "ΒΟΥΡΒΑ" έκτασης 29.438 στρεμμάτων, το οποίο, μέχρι το έτος 1924, οπότε μέρος του απαλλοτριώθηκε αναγκαστικός για την αποκατάσταση ακτημόνων καλλιεργητών Σπάτων, ήταν ιδιοκτησίας της I.
Μονής Πεντέλης, και έτσι, στην I. Μ. Πεντέλης απέμεινε έκταση 10.734 στρεμμάτων, με την επωνυμία υπόλοιπο κτήματος Βουρβά. Το τμήμα αυτό εξαγόρασε από την Ι.Μ. Πεντέλης ο "Συνεταιρισμός εξαγοράς του υπολοίπου κτήματος Βουρβά", με βάση το με αριθμό .../1924 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο και τη με αριθμό ...-1924 έγκριση του Υπουργού Γεωργίας.
Ότι ο πιο πάνω συνεταιρισμός προέβη στη συνέχεια στη διανομή αυτού στις 12 ομάδες των συνεταίρων του και με το με αριθμό .../1925 συμβόλαιο μεταβίβασε στην 11η ομάδα των συνεταίρων (ήδη δικαιοπαρόχων του αιτούντος Συνεταιρισμού "ΦΟΙΝΙΞ") και το υπ' όψη τμήμα των 300 στρεμμάτων... Συνεχίζοντας, το ίδιο έγγραφο αναφέρει, ως προς τον καθαρισμό του πιο πάνω δασοτεμαχίου, που ζήτησε ο ενάγων, προτείνεται να εγκριθεί η αφαίρεση της υπόροφης βλάστησης από αείφυλλα και φρύγανα για λόγους αντιπυρικής προστασίας, χωρίς καμιά επέμβαση στα πευκόδενδρα.
Στο τέλος, το παραπάνω έγγραφο αναφέρει ότι, ο καθαρισμός θα συντελεστεί με την επίβλεψη των αρμοδίων δασικών υπαλλήλων. Με την από 31.5.1979 απόφαση της Διεύθυνσης Προοϊστορικών και Κλασσικών Αρχαιοτήτων του Υπουργείου Πολιτισμού εγκρίθηκε η δημιουργία οικισμού στο επίδικο, σύμφωνα με τους όρους, που ανέφερε.
Στη συνέχεια, στο από 11.2.1986 έγγραφο της πιο πάνω Διεύθυνσης, με θέμα: ένταξη σε σχέδιο πόλης εκτάσεων στις θέσεις "Λιοφύτι - Έτος" του Δήμου Σπάτων και Κροϊσάρεσι - Τσορομόκο της Κοινότητας Αφιδνών, ως προς τη θέση "Λιοφύτι - Έτος", αναφέρεται ότι ισχύει η από 31.5.1979 απόφαση. Στη συνέχεια, στο από 21.1.1985 έγγραφο του Δασαρχείου Πεντέλης αναφέρεται ότι οι εκτάσεις που αγόρασε ο ενάγων συνεταιρισμός είναι κοινόχρηστες εποικιστικές και ανήκουν κατά κυριότητα στο Ελληνικό Δημόσιο.
Σύμφωνα με το άρθρο 18 του ν. 1849/1989, "Ο αστικός παραθεριστικός οικοδομικός συνεταιρισμός της πανελλήνιας ένωσης θυμάτων Γερμανικής κατοχής "Ο ΦΟΙΝΙΞ", του οποίου η ακίνητη περιουσία είχε δημευθεί από τη δικτατορία και απεδόθη σ' αυτόν με ομόφωνη απόφαση της Βουλής των Ελλήνων, αποκτά την πλήρη νομή και κυριότητα πάνω στις ιδιοκτησίες αυτές, για τυχόν οικιστική αξιοποίηση.
Τυχόν δασικές εκτάσεις, που περιλαμβάνονται στις παραπάνω ιδιοκτησίες, χαρακτηρίζονται οικοδομήσιμες, σύμφωνα με τους ισχύοντες νόμους".
Περαιτέρω, στο από 21.6.1994 έγγραφο της Διεύθυνσης Δασών του Δασαρχείου Πεντέλης, που αφορά σε καταγγελία του ενάγοντος, αναφέρεται ότι "...Η έκταση στην οποία αναφέρεται αποτελεί τμήμα Δημοσίου Δάσους το οποίο παραμένει άθικτο. Το υπόλοιπο τμήμα διαχειρίζεται σαν κληροτεμάχιο δασικού και αγροτικού χαρακτήρα...
Δεν γνωρίζουμε τα όρια της έκτασης του ανωτέρω Συν/σμού ούτε τα στοιχεία κατόχων τμημάτων της έκτασης που διεκδικείται η οποία βρίσκεται στη θέση Έτος Σπάτων.". Στη συνέχεια, η ίδια πιο πάνω Διεύθυνση, απαντώντας σε ερώτημα του Υπουργείου Οικονομικών (γραφείο Νομικού Συμβούλου Υπουργείου Γεωργίας), με το από 11.1.1995 έγγραφό της αναφέρει : "Η έκταση στη θέση "ΕΤΟΣ" Σπάτων την οποία διεκδικεί ο Οικοδ.
Συνεταιρισμός "Ο ΦΟΙΝΙΞ" σήμερα κατά το μεγαλύτερο μέρος του είναι δάσος συμπαγές καλυπτόμενο από χαλέπιο πεύκη και αείφυλλα πλατύφυλλα (σχίνα - πρίνα αγριελιές ασπάλαθρο κ.λ.π.)" το οποίο διαχειρίζεται σύμφωνα και με τα στοιχεία κτηματογραφήσεως εν μέρει σαν δημόσιο και εν μέρει σαν ιδιωτικό. Αποτελεί δε τον λόφο Έτος με έδαφος βραχώδες ανεπίδεκτο καλλιέργειας και κατά θέσεις γεώδες με κλίσεις από 15% έως και πάνω από 70%.
Στο δημόσιο τμήμα έχουν γίνει εγκαταστάσεις για την ανάπτυξη θηραματοπονίας με έγκριση της υπηρεσίας μας (δεξαμενή νερού κ.λ.π.) από τον κυνηγητικό σύλλογο της περιοχής και έχουν τοποθετήσει στην περιοχή λαγούς και πέρδικες...". Από τα παραπάνω έγγραφα προκύπτει ότι οι αρμόδιες υπηρεσίες του εναγόμενου, αρχικά, δεν έχουν σαφή θέση, ως προς το ιδιοκτησιακό καθεστώς του επιδίκου, καθόσον, κατά το χρόνο αγοράς του επιδίκου, αναφέρουν ότι ο ενάγων έχει την πλήρη κυριότητα και νομή του επιδίκου, στη συνέχεια δημεύουν αυτό με τη με αριθμό ΛΒ/1968 συντακτική πράξη και το αποδίδουν στον ενάγοντα με τη με αριθμό ....1976 απόφαση του αναπληρωτή Νομάρχη Διαμερίσματος Ανατολικής Αττικής, που μεταγράφηκε νόμιμα, σε εκτέλεση ομόφωνης απόφασης της Βουλής των Ελλήνων, αναφέροντας ότι η απόδοση γίνεται για οικιστική αξιοποίηση.
Στη συνέχεια, κυρίως από τη δεκαετία του 1980, οι υπηρεσίες του εναγόμενου αμφισβητούν την κυριότητα του ενάγοντας στα με αριθμούς 649 και 659 τεμάχια της διανομής του αγροκτήματος "Βουρβά", αναφέροντας αυτά ως κοινόχρηστα, ενώ, ως προς το τμήμα του τεμαχίου 647, που εξαιρέθηκε από την απαλλοτρίωση, αναφέρουν ότι είναι διακατεχόμενο από τη Μονή Πεντέλης, όπως κατέθεσε και ο μάρτυρας αυτού (εναγόμενου) στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου.
Σύμφωνα με όσα αναφέρονται παραπάνω, οι εκτάσεις, που αγόρασε ο ενάγων συνεταιρισμός, κατά ένα μέρος είναι κοινόχρηστες εποικιστικές, κατά ένα άλλο είναι συμπαγές δάσος, έχουν έδαφος βραχώδες και επικλινές, με κλίσεις από 15% έως και πάνω από 70%, ενώ, σημειώνεται ότι, η διάταξη, με την οποία αποδίδονται οι εκτάσεις αυτές στον ενάγοντα συνεταιρισμό για οικιστική αξιοποίηση, δεν ασκεί επιρροή στην ένδικη υπόθεση.
Ακόμη, σύμφωνα με τα παραπάνω, ο ενάγων αγόρασε έκταση, η οποία δεν ανήκε στην κυριότητα του δικαιοπαρόχου του, καθόσον πρόκειται για έκταση, εν μέρει κοινόχρηστη και εν μέρει δημόσια δασική, που διακατέχεται από την Ι.Μ. Πεντέλης και επιπλέον, ενώ αυτός επικαλείται κτήση κυριότητας του επιδίκου με παραγωγό τρόπο, δεν απέδειξε, ως όφειλε, την κυριότητα της Μονής Πεντέλης - αρχικής δικαιοπαρόχου του στο επίδικο, όταν αυτή αμφισβητήθηκε από το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο με τις προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, αμφισβήτηση, την οποία επανέφερε με λόγο της έφεσής του.
Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του έκρινε ορισμένη και νόμιμη την ένδικη αγωγή και στη συνέχεια έκανε δεκτή αυτήν, δεν εφάρμοσε ορθά το νόμο και δεν εκτίμησε σωστά τις αποδείξεις. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός ο σχετικός με την αοριστία της αγωγής λόγος της έφεσης και η κρινόμενη έφεση στο σύνολό της, ως κατ' ουσία βάσιμη".
Ακολούθως δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση , εξαφάνισε την 3829/2001 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και αφού δίκασε την από 5-9-1994 αγωγή του αναιρεσείοντος απέρριψε αυτήν ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, όπως προκύπτει σαφώς από τις παραδοχές της, έστω και αν γίνεται αναφορά και στην εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς δεν περιέχεται σε αυτήν παραδοχή ή διάταξη για αποδοχή ή απόρριψη της ένδικης αγωγής κατ' ουσίαν.
Όπως προκύπτει δε από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της από 6-8-2001 εφέσεως του ήδη αναιρεσιβλήτου, το τελευταίο με τον τρίτο λόγο εφέσεως επανέφερε, όπως δέχεται και η προσβαλλομένη απόφαση τον πρωτοδίκως προβληθέντα ισχυρισμό του περί αοριστίας της ένδικης αγωγής σχετικά με την ακριβή έκταση του επιδίκου, καθώς και τα όρια αυτής, αμφισβητώντας ρητά και την κυριότητα της απώτερης δικαιοπαρόχου του αναιρεσείοντος Ιεράς Μονής Πεντέλης, επικαλούμενο περαιτέρω ότι τα αμφισβητούμενα τεμάχια του επιδίκου ανήκουν στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου και περιήλθαν σε αυτό δυνάμει της γενομένης με την με αριθμό 4/1923 απόφαση της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων Αθηνών, απαλλοτριώσεως του αγροκτήματος ΒΟΥΡΒΑ ΣΠΑΤΩΝ για την αποκατάσταση ακτημόνων καλλιεργητών, κατά τις διατάξεις του άρθρου 22 του Ν. 2052/1920, της οριστικής διανομής των κλήρων στους δικαιούχους αποκαταστάσεως ακτήμονες καλλιεργητές γενομένης το έτος 1923, που κυρώθηκε με την υπ' αριθμ. .../1938 απόφαση του Υπουργείου Γεωργίας και δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Β136/8-7-1938, κατά τις διατάξεις του άρθρου 12 του Α.Ν. 478/1943 και ότι οι επίδικες εκτάσεις εμπεριέχονται στην άνω απαλλοτρίωση, έλαβαν κατά την οριστική διανομή του αγροκτήματος τους αριθμούς τεμαχίων 647, 649 και 659, λόγω δε της δασικής τους βλάστησης και του βραχώδους εδάφους τους που τα καθιστούσαν ανεπίδεκτα καλλιέργειας έμειναν αδιάθετα και χαρακτηρίστηκαν στο σχετικό κτηματολογικό πίνακα ως χερσολείβαδα κοινόχρηστα, πλην του 647 που εξαιρέθηκε της απαλλοτριώσεως υπέρ της Μονής Πεντέλης σαν δασική έκταση και το οποίο στη συνέχεια με την 873/1976 Γνωμ.
του Ν.Σ.Κ. χαρακτηρίστηκε ως δημόσιο διακατεχόμενο, γιατί κρίθηκε ότι η Μονή Πεντέλης δεν είχε αποκτήσει κυριότητα επ' αυτής με ένα των νομίμων τρόπων που απαιτείται για την κτήση κυριότητας επί δασικής εκτάσεως και ουδέποτε αναγνωρίστηκε κυρία τέτοιων εκτάσεων. Ωστόσο ο αναιρεσείων, που με την αγωγή του επικαλείτο τον παράγωγο τρόπο, ως τρόπο κτήσεως της κυριότητάς του ιδίου και των δικαιοπαρόχων του επί του επιδίκου, παρά την αμφισβήτηση ειδικώς της κυριότητας της απώτερης δικαιοπαρόχου του Ιεράς Μονής Πεντέλης, δεν συμπλήρωσε παραδεκτά την αγωγή με τις προτάσεις της πρώτης επ' αυτής συζήτηση ή με την προσθήκη των προτάσεών του, εφόσον δεν το είχε πράξει καθ' υποφοράν με την ίδια την αγωγή του, τον τρόπο κτήση της κυριότητας της ως άνω απώτερης δικαιοπαρόχου του, φθάνοντας μέχρι πρωτότυπο τρόπο κτήσης της κυριότητας (έκτακτη χρησικτησία) με σαφή έκθεση των γεγονότων, ήτοι υλικές πράξεις που αρμόζουν στη φύση του με διάνοια κυρίου και καλή πίστη για χρονικό διάστημα 30 ετών κατά το βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο, με αποτέλεσμα η ένδικη αγωγή να έχει καταστεί αόριστη.
Κατόπιν των ανωτέρω το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφασή του ορθά απέρριψε την ένδικη αγωγή ως αόριστη, και οι δεύτερος και τρίτος λόγοι αναίρεσης με τους οποίους ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση τις εκ των αριθμών 8 και 14 πλημμέλειες συνιστάμενες στο ότι δεν έλαβε υπόψη παρά το νόμο πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωση της αγωγής του και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, και παρά το νόμο και την επαρκή έκθεση των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής απέρριψε αυτήν ως αόριστη, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι, δεδομένου και ότι δεν προσκομίζεται από τον αναιρεσείοντα το επίμαχο διαδικαστικό έγγραφο των προτάσεων και της προσθήκης αντικρούσεώς του ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου προς έλεγχο της κατά άνω παραδεκτής συμπλήρωσης του δικογράφου της αγωγής κατά το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
V) Με τους λοιπούς λόγους αναίρεσης αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι από τους αριθμούς 19, 10, 12 και 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, πλημμέλειες συνιστάμενες στο ότι περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες, δέχθηκε ως αληθινά πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς να διατάξει αποδείξεις παραβίασε τους νόμους σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων και δεν έλαβε υπόψη του το ν. 95/1975 και το άρθρο 18 του ν. 1848/1989. Οι λόγοι αυτοί που προϋποθέτουν ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, αφορούν την ελάσσονα πρόταση της προσβαλλόμενης αποφάσεως και δεν ιδρύονται όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ή την αίτηση ως απαράδεκτη (Ολ. ΑΠ 44/1990, Α.Π. 101/2005), είναι απαράδεκτοι και απορριπτέοι, καθώς στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο απέρριψε την ένδικη αγωγή ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας.
VI) Συνακόλουθα και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 6728/2020 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών (Τμήμα Δεύτερο). Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος του αναιρεσιβλήτου, ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα αυτού, τα οποία θα καταλογισθούν μειωμένα (άρθρα 176, 183, 191παρ.2 Κ.Πολ.Δ. 22 παρ.1, 3 του ν.3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθμός 18 του Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ., όπως τούτο ισχύει μετά την έκδοση της Κ.Υ.Α. 134423ΟΙΚ./08.12.1992 των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (Φ.Ε.Κ. Β` 11/20.01.1993) που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5παρ.12 του ν. 1738/1987). κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό και να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αναίρεσης παραβόλου, κατ'άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 3-12-2022 αίτηση για αναίρεση της 6728/2020 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών (Τμήμα Δεύτερο).
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αναίρεσης, παραβόλου.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία καθορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Σεπτεμβρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Σεπτεμβρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ