Supreme Court dismisses appeal on labor contract termination, ruling procedural defects do not justify reopening the case.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the First Instance Court's decision regarding the invalidity of a labor contract termination. The appellant argued that the employer failed to notify the employee of their union membership before dismissal, yet the court found this argument inadmissible as it required re-evaluating the case's substance. The court held that the lower court correctly determined that the employer did not receive the written termination notice, rendering the dismissal invalid regardless of the timing of the union disclosure.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 561 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal alleging substantive violations of labor law regarding contract termination is inadmissible if it necessitates a re-examination of the case's core facts, as this violates the principle of finality.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1596 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1596/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (κωλυομένης της Αντιπροέδρου Μαριάνθης Παγουτέλη), Ελένη Χροναίου, Μαλαματένια Κουράκου Ελπίδα Σιμιτοπούλου και Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 4η Απριλίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "PRAKTIKER HELLAS MON. A.E.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στον Ταύρο Αττικής και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιωάννη Τουτζιαράκη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Ν. Ν. του Π., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Χρυσάνθης Υφαντή, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-10-2020 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 410/2021 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 3396/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27-9-2022 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ελένη Χροναίου. Η πληρεξούσια του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 27-09-2022 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη Γραμματεία του εκδόσαντος την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου 7289/805/27-09-2022 και του παρόντος Δικαστηρίου 1872/2022 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η εκδοθείσα, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών - εργατικών διαφορών (άρθρα 591 παρ. 1, 614 περ. 3 και 621-622 του ΚΠολΔ) με αριθμό 3396/2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο συνεκδίκασε:
α) την από 16-09-2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 71552/5325/17-09-2021 έφεση της εναγομένης - εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "PRAKTIKER HELLAS MON. A.E." και β) την από 21-09-2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 72497/5383/21-09-2021 αντίθετη έφεση του ενάγοντος - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσίβλητου Ν.
Π. Ν. κατά της εκδοθείσας, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την ίδια ως άνω διαδικασία, με αριθμό 410/2021 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο είχε δεχθεί εν μέρει, ως βάσιμη κατ' ουσίαν, την από 21-10-2020 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 77676/1931/22-10-2020 αγωγή του, με αντικείμενο αξιώσεις από την, μεταξύ αυτού και της εναγομένης, συναφθείσα σύμβαση ιδιωτικού δικαίου εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και συγκεκριμένα την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του και τις, εκ της ακυρότητας αυτής απορρέουσες συναφείς υποχρεώσεις της εναγομένης, την αποδοχή των υπηρεσιών του εκ μέρους της, την επιδίκαση μισθών υπερημερίας και, τέλος, την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης.
Με την προσβαλλόμενη απόφαση, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε, ως αβάσιμες κατ' ουσίαν, αμφότερες τις ως άνω εφέσεις, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα, εντός της κατά νόμο διετούς καταχρηστικής προθεσμίας ως εκ του χρόνου δημοσίευσης της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, καθόσον κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδόσαντος την απόφαση Δικαστηρίου στις 27-09-2022 και δεν προκύπτει η με επιμέλεια οποιουδήποτε διαδίκου, επίδοση της απόφασης, η οποία δημοσιεύθηκε στις 27-06-2022, ούτε άλλωστε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση αυτής (άρθρα 552, 553, 556, 558 564 παρ. 3 - όπως η παρ. 3 αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015 ΦΕΚ Α' 87/23-07-2015, με έναρξη ισχύος από 01-01-2016, άρθρο 1 άρθρο ένατο του Ν. 4335/2015 - 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ).
Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και την βασιμότητα των διαλαμβανομένων σε αυτή λόγων αναίρεσης (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 106, 111 παρ. 2, 118 εδ. 4 και 216 παρ. 1 στοιχ. α' και β' του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι για το ορισμένο της αγωγής (ή ανταγωγής), πρέπει, το δικόγραφο αυτής, εκτός από άλλα στοιχεία, να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων, που θεμελιώνουν αυτή, σύμφωνα με το νόμο και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, σε τρόπο ώστε να παρέχεται στον εναγόμενο η ευχέρεια της άμυνας και στο δικαστήριο η δυνατότητα ελέγχου του βάσιμου, κατά νόμο, αυτής. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, αρκεί, για το παραδεκτό της αγωγής, να εκτίθενται στο δικόγραφό της τα πραγματικά περιστατικά, που αποτελούν τις προϋποθέσεις εφαρμογής ορισμένης νομικής διάταξης, στην οποία και θεμελιώνεται το ασκούμενο με την αγωγή αίτημα (Α.Π. 413/2017, Α.Π. 792/2014, Α.Π. 492/2011). Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης, λόγω αοριστίας, είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν προβολής σχετικού ισχυρισμού από τον εναγόμενο. Η αοριστία δε αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλων εγγράφων της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων (Α.Π. 108/2020, Α.Π. 837/2019, Α.Π. 1864/2011).
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου υπόκειται και η εκτίμηση από το Δικαστήριο της ουσίας του περιεχομένου διαδικαστικών εγγράφων, στα οποία περιλαμβάνεται και η αγωγή, για την οποία η εσφαλμένη, ως προς τη νομιμότητα και την εν γένει θεμελίωσή της, κρίση, ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, διότι ανάγεται στη μη προσήκουσα εφαρμογή και ερμηνεία του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε.
Η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που πρέπει να εφαρμοστεί και ελέγχεται αυτεπάγγελτα από το ουσιαστικό δικαστήριο, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 εδαφ. α' του ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο, για τον σχηματισμό της κρίσης του για τη νομική επάρκεια της αγωγής και την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αξίωσε περισσότερα ή διαφορετικά στοιχεία από τα απαιτούμενα, κατά νόμο, κρίνοντας αυτήν ως αόριστη ή, αντίθετα, αρκέσθηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα, κατά νόμο, στοιχεία ή διάφορα από αυτά, κρίνοντας αυτήν ως ορισμένη.
Πρόκειται, δηλαδή, για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ως προς τη διαπίστωση ή όχι νομικής αοριστίας της αγωγής (ή της ένστασης) (σχετ. Ολ. Α.Π. 16/1998, Ολ. Α.Π. 1573/1981, Α.Π. 413/2017, Α.Π. 515/2016, Α.Π. 491/2015, Α.Π. 792/2014, Α.Π. 57/2005). Η αοριστία, όμως, της αγωγής μπορεί να μην είναι νομική, αλλά ποσοτική, όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, που αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο, σύμφωνα με το άρθρο 216 παρ. 1 στοιχ.
α' και β' του ΚΠολΔ, στηρίζεται το αίτημα της αγωγής, ή ποιοτική όταν γίνεται απλά επίκληση των όρων του νόμου, χωρίς να αναφέρονται τα θεμελιούντα την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου πραγματικά περιστατικά. Στις περιπτώσεις αυτές, η απόφαση ελέγχεται με βάση τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμοί 8 και 14 του ΚΠολΔ (Α.Π. 658/2020, Α.Π. 121/2019, Α.Π. 1366/2018, Α.Π. 1152/2017, Α.Π. 180/2016 Α.Π. 34/2015).
Σε κάθε, όμως, περίπτωση, η αοριστία του δικογράφου της αγωγής, εφόσον δεν συντρέχει περίπτωση εκ του άρθρου 562 παρ. 2 περ. β' του ΚΠολΔ, πρέπει να προτείνεται στο δικαστήριο της ουσίας για να δημιουργηθεί λόγος αναιρέσεως, σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ. 2 εδ. α' του ΚΠολΔ, δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους οι οποίοι κατ' εξαίρεση λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να προταθούν στο δικαστήριο της ουσίας και ειδικώς δεν αφορά την δημόσια τάξη (Α.Π. 373/2008, Α.Π. 259/2008).
Ο ισχυρισμός περί αοριστίας, προτεινόμενος ή επαναφερόμενος στο εφετείο, δεν αρκεί να αναφέρει ότι η αγωγή είναι αόριστη, αλλά πρέπει να αναφέρονται οι συγκεκριμένες αοριστίες, σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά, που κατά νόμο είναι αναγκαία για τη γέννηση του ασκουμένου δικαιώματος. Για να είναι, όμως, ορισμένος και άρα παραδεκτός ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να διαλαμβάνεται ότι ο περί αοριστίας ισχυρισμός προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να καθορίζεται ο νόμιμος τρόπος προβολής του, επιπλέον δε πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, το ακριβές περιεχόμενο της αγωγής, που κρίθηκε ως ορισμένη, ενώ ήταν αόριστη, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίζεται το συγκεκριμένο αίτημα παροχής έννομης προστασίας, ώστε να είναι δυνατός ο έλεγχος των αποδιδόμενων στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμελειών (Α.Π. 1305/2019, Α.Π. 182/2019 Α.Π. 1481/2019, Α.Π. 1291/2010, Α.Π. 1631/2009).
Κατά το άρθρο 14 παρ. 5 του Νόμου 1264/1982 "Για τον εκδημοκρατισμό του Συνδικαλιστικού Κινήματος και την κατοχύρωση των συνδικαλιστικών ελευθεριών των εργαζομένων", είναι άκυρη η καταγγελία της σχέσεως εργασίας: α) των μελών της Διοικήσεως, σύμφωνα με το άρθρο 92 του Α.Κ., της Συνδικαλιστικής Οργανώσεως, β) των μελών της προσωρινής, σύμφωνα με το άρθρο 79 του Α.Κ., Συνδικαλιστικής Διοικήσεως που διορίζει το δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 69 του Α.Κ.
και γ) των μελών της Διοικήσεως που εκλέγονται προσωρινά, κατά την ίδρυση Συνδικαλιστικής Οργανώσεως. Η απαγόρευση ισχύει κατά τη διάρκεια της θητείας και ένα χρόνο μετά την λήξη της, εκτός εάν συντρέχει ένας από τους λόγους της παρ. 10 και διαπιστωθεί κατά τη διαδικασία του άρθρου 15. Από τις διατάξεις αυτές, με τις οποίες θεσπίσθηκε αυξημένη ειδική προστασία των συνδικαλιστικών στελεχών, απέναντι στην καταγγελία της συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη, προκύπτει ότι, κατ` αρχήν, απαγορεύεται η απόλυση συνδικαλιστικών στελεχών, εκτός εάν συντρέχει ένας από τους λόγους που, περιοριστικώς, αναφέρονται στην παρ. 10 του εν λόγω άρθρου 14 και διαπιστωθεί αυτός, κατά τη διαδικασία που ορίζει το άρθρο 15 του ιδίου νόμου.
Εάν δεν συντρέχει ο λόγος αυτός και δεν διαπιστωθεί, κατά την προαναφερθείσα διαδικασία, η καταγγελία από τον εργοδότη της συνδέουσας με το συνδικαλιστικό στέλεχος συμβάσεως εργασίας είναι άκυρη και θεωρείται ότι δεν έγινε (άρθρο 180 του Α.Κ.) και ο εργοδότης, αρνούμενος, μετά την άκυρη αυτή καταγγελία, να αποδεχθεί τις υπηρεσίες του μισθωτού (συνδικαλιστικού στελέχους) περιέρχεται σε υπερημερία εργοδότη και οφείλει μισθούς υπερημερίας.
Για την προστασία αυτή απαιτούνται οι εξής προϋποθέσεις, οι οποίες αποτελούν και ουσιώδη στοιχεία της αγωγής, που πρέπει να αναφέρονται στο δικόγραφό της: α) Έγκυρη σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, β) Ο μισθωτός να είναι νόμιμα εκλεγμένο μέλος της διοικήσεως νομίμως συσταθέντος συνδικαλιστικού σωματείου, ή νόμιμα διορισμένο μέλος της προσωρινής διοικήσεώς του ή μέλος της προσωρινώς εκλεγείσας διοικήσεως υπό ίδρυση σωματείου, γ) Ο εργοδότης να τελεί σε γνώση της ιδιότητας αυτής του μισθωτού του και δ) Δυνατότητα απασχολήσεως του συνδικαλιστικού στελέχους στην επιχείρηση του εργοδότη.
Η πιο πάνω γνώση του εργοδότη, ως προς την συνδικαλιστική ιδιότητα του απολυομένου εργαζομένου, η οποία μπορεί να λάβει χώρα με οποιονδήποτε τρόπο, πρέπει, προκειμένου περί νομικού προσώπου, να υπάρχει στο νόμιμο εκπρόσωπό του δηλαδή από εκείνον που έχει ορισθεί από το νόμο ή το καταστατικό να το εκπροσωπεί, καθώς και από εκείνον, ο οποίος έχει ορισθεί, κατά τους κανόνες της προστήσεως, για να το εκπροσωπεί στον τομέα εργασίας ή τις διοικητικές υπηρεσίες του, με δικαίωμα προσλήψεως και απολύσεως του προσωπικού, ενεργώντας εξ ονόματος και για λογαριασμό του.
Πάντως, ο μισθωτός - συνδικαλιστικό στέλεχος - δεν παύει, ως εκ της ιδιότητάς του αυτής, να υπόκειται σε όλες τις υποχρεώσεις του μισθωτού (άρθρα 648 και 652 του Α.Κ.) - (Α.Π. 499/2023, Α.Π. 182/2019, Α.Π. 84/2010). Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) προκύπτουν τα ακόλουθα:
Με την από 21-10-2020 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 77676/1931/22-10-2020 αγωγή του, που κατατέθηκε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, εξέθετε ότι προσλήφθηκε από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "PRAKTIKER HELLAS MON. A.E.", που δραστηριοποιείται στο χώρο της εμπορίας και πώλησης ειδών για το σπίτι και τον κήπο, στις 26-04-2007, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, με την ειδικότητα του πωλητή, προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες του στο υποκατάστημα πώλησης αυτής στην Αθήνα, επί της ..., έναντι μηνιαίων αποδοχών, ύψους χιλίων οκτώ (1.008,00) ευρώ.
Ότι, κατά την πολυετή εργασία του στην εναγομένη, ανέπτυξε έντονη συνδικαλιστική δράση, μέσω του επιχειρησιακού σωματείου με την επωνυμία "Σωματείο Εργαζομένων στην PRAKTIKER ΕΛΛΑΣ", ενώ από το έτος 2019, οπότε και διασπάστηκε το σωματείο σε παρατάξεις, αυτός εντάχθηκε στη μειοψηφούσα παράταξη, με την επωνυμία "ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΟΙ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΙ ΣΤΗΝ PRAKTIKER ΕΛΛΑΣ".
Ότι ακολούθως και επειδή η παράταξη στην οποία ανήκε, δεν είχε την εύνοια της εναγομένης και είχε παραγκωνιστεί από αυτήν, με αποτέλεσμα την μη αποτελεσματική προάσπιση των εργασιακών δικαιωμάτων, ο ίδιος πρωτοστάτησε στη σύσταση ενός νέου κλαδικού σωματείου με στόχο τη δυναμικότερη εκπροσώπηση των εργαζομένων, που απασχολούνταν στο εμπόριο και την παροχή υπηρεσιών, σε μεγάλα καταστήματα της Περιφέρειας Αττικής.
Ότι, κατόπιν αυτού, στην ιδρυτική Γενική Συνέλευση, που έλαβε χώρα στις 28-02-2020, αποφασίστηκε η σύσταση κλαδικής συνδικαλιστικής οργάνωσης, με την επωνυμία "ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΣΤΟ ΕΜΠΟΡΙΟ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΑΡΟΧΗ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΣ ΑΤΤΙΚΗΣ", με έδρα την Αθήνα. Ότι, στην ίδια ως άνω Γενική Συνέλευση, εξελέγη μέλος της προσωρινής διοίκησης του υπό σύσταση σωματείου, καταθέτοντας, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, την από 08-09-2020 αίτηση αναγνώρισης, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 296/2020 διάταξη του Ειρηνοδίκη, με την οποία συστάθηκε το εν λόγω σωματείο.
Ότι, περαιτέρω, υπό την ιδιότητά του ως μέλους της προσωρινής διοίκησης του ως άνω κλαδικού σωματείου, ιδιότητα την οποία κατέστησε αμέσως γνωστή στην εργοδότρια εταιρεία άρχισε να καταγράφει προβλήματα και να κάνει παρεμβάσεις, αντιδρώντας σε κάθε προσπάθεια καταπάτησης των εργασιακών δικαιωμάτων.
Ότι στις 09-09-2020 ήρθε σε ρήξη με τον προϊστάμενό του Ι. Σ., σχετικά με τον τρόπο που διενεργούνταν η θερμομέτρηση, λόγω της πανδημίας, στους εργαζόμενους, ο οποίος του επιτέθηκε φραστικά και σωματικά. Ότι στις 10-09-2020 κατήγγειλε το γεγονός αυτό στην Επιθεώρηση Εργασίας, κατά τη συζήτηση άλλης εργατικής διαφοράς εις βάρος της εναγομένης, με την παρουσία και εκπροσώπου αυτής.
Ότι στις 15-09-2020 απέστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα στον Προϊστάμενο Προσωπικού και Λογιστηρίου, με το οποίο τον ενημέρωνε ότι είναι μέλος της προσωρινής διοίκησης του ως άνω σωματείου. Ότι την ίδια ημέρα η εναγομένη, αν και γνώριζε την συνδικαλιστική του ιδιότητα, ως μέλους της διοίκησης που εκλέχθηκε προσωρινά, κατήγγειλε ακύρως τη σύμβαση εργασίας του, κατά παράβαση των διατάξεων του Ν. 1264/1982 "Για τον εκδημοκρατισμό του Συνδικαλιστικού Κινήματος και την κατοχύρωση των συνδικαλιστικών ελευθέριων των εργαζομένων", δεδομένου ότι η καταγγελία αυτή δεν έγινε για κάποιον από τους, περιοριστικά αναφερόμενους, στην παρ. 10 του άρθρου 14 του εν λόγου νόμου, λόγους και χωρίς να τηρηθεί η προβλεπόμενη από το άρθρο 15 διαδικασία.
Προσέτι, δε, υποστήριξε ότι η καταγγελία της επίδικης εργασιακής σύμβασης ήταν καταχρηστική, καθώς υπαγορεύθηκε από λόγους εκδίκησης στο πρόσωπό του λόγω της συνδικαλιστικής δράσης που ανέπτυσσε υπό την ανωτέρω ιδιότητά του και συγκεκριμένα επειδή αυτός κατήγγειλε τη λεκτική και σωματική βία, που υπέστη στο χώρο εργασίας του, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή.
Με βάση το ιστορικό αυτό, ζήτησε: α) να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της από 15-09-2020 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του για τους ως άνω αναφερόμενους λόγους, β) να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες του, σύμφωνα με τους όρους εργασίας του, με την απειλή εις βάρος της χρηματικής ποινής, για την περίπτωση μη συμμόρφωσης με την παραπάνω υποχρέωσή της, γ) να υποχρεωθεί να του καταβάλει, για το χρονικό διάστημα από τον μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2020 έως και τον μήνα Μάρτιο του έτους 2021, το συνολικό χρηματικό ποσό των έξι χιλιάδων πεντακοσίων πενήντα δύο (6.552,00) ευρώ, για μισθούς υπερημερίας, λόγω της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του, με το νόμιμο τόκο από το τέλος κάθε μήνα, για τον οποίο οφείλονται οι επιμέρους μισθοί, άλλως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφληση και δ) να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει το ποσό των πέντε χιλιάδων (5.000,00) ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη από την άκυρη καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, η οποία έγινε υπό συνθήκες προσβλητικές της προσωπικότητάς του με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την ολοσχερή του εξόφληση.
Επί της υπόθεσης αυτής, η οποία συζητήθηκε κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία που ακολουθείται για την επίλυση των περιουσιακών (εργατικών) διαφορών (άρθρα 591 παρ. 1, 614 αρ. 3 και 621-622 του ΚΠολΔ, όπως αυτά ίσχυαν, ενόψει του χρόνου άσκησης της αγωγής, μετά την τροποποίησή τους από το άρθρο 1 - άρθρο τέταρτο του Ν. 4335/2015 - ΦΕΚ Α' 87/23.07.2015 ισχύον για την ειδική αυτή διαδικασία από 01.01.2016, κατά το άρθρο 1 - άρθρο ένατο του Ν. 4335/2015), το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εξέδοσε τη με αριθμό 410/2021 οριστική απόφασή του, με την οποία, αφού έκρινε ορισμένη και νόμιμη την ένδικη αγωγή, δέχθηκε εν μέρει αυτήν, ως βάσιμη κατ' ουσίαν, αναγνώρισε, για τους διαλαμβανόμενους στην απόφαση λόγους, την ακυρότητα της από 15-09-2020, εκ μέρους της εναγομένης, καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας του ενάγοντος, υποχρέωσε αυτήν να τον επαναπροσλάβει και να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες του, από τη θέση την οποία κατείχε και με τα καθήκοντα που ασκούσε πριν από την άκυρη καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, με την απειλή χρηματικής ποινής εις βάρος της, ύψους χιλίων (1.000,00) ευρώ, σε περίπτωση μη συμμόρφωσής της στην υποχρέωσή της να αποδέχεται τις υπηρεσίες του και υποχρέωσε αυτήν να του καταβάλει το συνολικό χρηματικό ποσό των έξι χιλιάδων οκτακοσίων πενήντα δύο (6.852,00) ευρώ, εκ του οποίου το μεν ποσό των έξι χιλιάδων πεντακοσίων πενήντα δύο (6.552,00) ευρώ για μισθούς υπερημερίας, το δε ποσό των τριακοσίων (300,00) ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης και τα παραπάνω χρηματικά ποσά με το νόμιμο τόκο κατά τις διακρίσεις που ειδικότερα διαλαμβάνονται στο διατακτικό της απόφασης.
Στη συνέχεια, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο επιλαμβανόμενο της υπόθεσης, μετά την άσκηση: α) της από 16-09-2021και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 71552/5325/17-09-2021 έφεσης της εναγομένης - εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "PRAKTIKER HELLAS MON. A.E." και β) της από 21-09-2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 72497/5383/21-09-2021 αντίθετης έφεσης του ενάγοντος - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσίβλητου Ν.
Π. Ν. εξέδωσε την προσβαλλόμενη με αριθμό 3396/2022 τελεσίδικη απόφασή του, με την οποία, δικάζοντας κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την ίδια ως άνω ειδική διαδικασία, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε ως αβάσιμες κατ' ουσίαν αμφότερες τις εφέσεις, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου. Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την προσβαλλομένη απόφασή του απέρριψε τον προταθέντα με τον δεύτερο λόγο της ενδίκου εφέσεώς της ισχυρισμό περί αοριστίας της ένδικης αγωγής και, ως εκ τούτου, υπέπεσε στην πλημμέλεια την προβλεπόμενη από το άρθρο 559 αριθμός 1 εδαφ.
α' του ΚΠολΔ, συνισταμένη ειδικότερα στο ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος δεν ανέφερε πότε, πως και ποιος εκπρόσωπος της εταιρείας ενημερώθηκε για την ίδρυση του εν λόγω σωματείου, πόσα ήταν τα μέλη αυτού, ώστε να προκύψει ο αριθμός των προστατευομένων μελών της προσωρινής διοίκησης, τον αριθμό των μελών της προσωρινής διοίκησης, προκειμένου να διαπιστωθεί αν ο ενάγων είχε κάποια ιδιότητα, ήτοι αν ήταν προστατευόμενο συνδικαλιστικό στέλεχος και τι προέβλεπε το καταστατικό για τη σειρά προστασίας των μελών του σωματείου.
Με το παραπάνω περιεχόμενο και αίτημα, η ένδικη αγωγή, την οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), κατά την έρευνα του σχετικού αναιρετικού λόγου, ήταν αρκούντως ορισμένη, καθότι περιείχε όλα τα από τις διατάξεις των άρθρων 216 του ΚΠολΔ απαιτούμενα για την πληρότητά της στοιχεία.
Συγκεκριμένα, εκτίθενται με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται για την θεμελίωση του δικαιώματος του ενάγοντος και ειδικότερα, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις, που αναλυτικά αναπτύχθηκαν στην προεκτεθείσα μείζονα σκέψη της παρούσας απόφασης, αναφέρεται η ύπαρξη (έγκυρης) σύμβασης εργασίας του με την εναγομένη, η ιδιότητά του, ως προστατευόμενο συνδικαλιστικό στέλεχος και δη μέλους της προσωρινής διοίκησης του υπό ίδρυση σωματείου, η γνώση από τους εκπροσώπους της εναγομένης της ιδιότητάς του αυτής, καθώς και η δυνατότητα απασχόλησής του στην επιχείρηση της εναγομένης.
Έτσι, η κατά τα άνω αναφορά των θεμελιωτικών της ασκουμένης αξίωσης πραγματικών περιστατικών, ανταποκρίνεται στην απαιτουμένη από τη διάταξη του άρθρου 216 του ΚΠολΔ "ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς", αφού με τον τρόπο αυτό εξυπηρετείται ο επιδιωκόμενος από τις εν λόγω διατάξεις σκοπός, της παροχής, δηλαδή της δυνατότητας, στο μεν δικαστήριο να ερευνήσει τη νομική βασιμότητα των αγωγικών αξιώσεων, στη δε εναγόμενη να αμυνθεί ικανοποιητικώς.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με το να κρίνει με την προσβαλλόμενη απόφασή του ως ορισμένη την έχουσα το ανωτέρω περιεχόμενο αγωγή, επικυρώνοντας κατά τούτο την ομοίως αποφανθείσα, απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, με το σκεπτικό ότι: "... η αγωγή του ενάγοντος, κατά το μέρος που με αυτή διώκεται η αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, διότι έλαβε χώρα παρά το νόμο, ενώ ο ενάγων είχε την ιδιότητα του μέλους της διοίκησης που εξελέγη προσωρινά, κατά την ίδρυση συνδικαλιστικής οργάνωσης, ήταν ορισμένη περιέχουσα όλα τα αναγκαία στοιχεία της διάταξης του άρθρου 216 παρ. 1 α' του ΚΠολΔ και της διάταξης του άρθρου 14 παρ. 5γ' ν. 1265/1982 [...], ειδικότερα δε αναφέρεται ότι η εναγομένη έλαβε γνώση της παραπάνω ιδιότητας του ενάγοντος με τον τρόπο και κατά τον χρόνο που αναφέρει.
Σημειώνεται ότι ο ενάγων δεν επικαλέστηκε στην αγωγή του ακυρότητα της απόλυσης, διότι προστατευόταν ως ιδρυτικό μέλος του υπό σύσταση σωματείου, προστασία που ερείδεται στη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 8 ν. 1264/1982 (επικαλέστηκε ιδιότητα μέλους της διοίκησης που εξελέγη προσωρινά) και, ως εκ τούτου, για το ορισμένο της αγωγής δεν χρειαζόταν να αναφερθεί πότε και πως ανακοινώθηκε στην εναγομένη ότι ο ενάγων είχε την ιδιότητα του ιδρυτικού μέλους [...]", δεν έσφαλε κατά το σχηματισμό της κρίσης του για τη νομική επάρκεια της αγωγής και την εφαρμογή του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αξιώνοντας λιγότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα κατά νόμο και, ως εκ τούτου, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 εδαφ.
α' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, παραβιάζοντας κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ως προς τη διαπίστωση ή όχι της νομικής αοριστίας της αγωγής. Κατά συνέπεια, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένως έκρινε ορισμένη την ένδικη αγωγή, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθμός 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, στο δικόγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται, κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο, η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 του ΚΠολΔ, θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση και επιπλέον να καθορίζονται τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, κατά τον αναιρεσείοντα, στοιχειοθετούν το σφάλμα που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση (Α.Π. 1274/2020, Α.Π. 56/2020).
Εάν ο αναιρετικός λόγος δεν περιέχει τα ανωτέρω στοιχεία, απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν, με παραπομπή σε άλλα έγγραφα (Α.Π. 203/2022, Α.Π. 56/2020 Α.Π. 563/2019). Απλή δε μνεία του αριθμού του άρθρου 559 ΚΠολΔ ή απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διάταξης, που προβλέπει τον λόγο αναίρεσης, χωρίς προσδιορισμό των αναγκαίων στοιχείων που απαιτούνται κατ' αυτήν, για να στοιχειοθετηθεί ο συγκεκριμένος λόγος, δεν αρκεί για την πληρότητα του λόγου αυτού (Α.Π. 1471/2022, Α.Π. 1022/2022, Α.Π. 475/2022, Α.Π. 718/2020).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 εδαφ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού (Ολ. Α.Π. 1/2016, Ολ. Α.Π. 2/2013, Ολ. Α.Π. 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση, κ.λ.π., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ. Α.Π. 27/1998), καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.
Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, αποκλειστικώς και μόνο, με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (Α.Π. 19/2020, Α.Π. 319/2017, Α.Π. 1420/2013). Ειδικότερα, στην περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης από το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, για το ορισμένο του ανωτέρω, από τον αριθμό 1 εδαφ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγου αναίρεσης, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά (ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού) και θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου, ως προς τη βασιμότητα ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, γ) το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα, ως προς την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, ήτοι η αποδιδομένη, με τον λόγο αναίρεσης, πλημμέλεια και η διαγνωσθείσα, βάσει αυτής, έννομη συνέπεια (Ολ. Α.Π. 1/2016, Ολ. Α.Π. 2/2013, Ολ. Α.Π. 20/2005, Α.Π. 1620/2022, Α.Π. 1471/2022, Α.Π. 1107/2021, Α.Π. 718/2020, Α.Π. 109/2020).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α' του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν, στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) - (Ολ.
Α.Π. 1/1999). Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της, για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας, έτσι, την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης, στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είτε είναι, κατά νόμο, αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι, όμως, όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.
Α.Π. 15/2006). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης, προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα, ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Α.Π. 109/2020, Α.Π. 269/2020, Α.Π. 1388/2019, Α.Π. 1266/2017).
Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια (Α.Π. 317/2022, Α.Π. 1388/2019).
Ούτε, εξάλλου, ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα, μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (Α.Π. 1266/2017, Α.Π. 1420/2013).
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης, από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (Α.Π. 1551/2022, Α.Π. 625/2020, Α.Π. 78/2020, Α.Π. 19/2020, Α.Π. 169/2019, Α.Π. 1388/2019).
Τέλος, λόγος αναίρεσης, που ερείδεται σε εσφαλμένη (ή αναληθή) προϋπόθεση, περίπτωση, η οποία συντρέχει όταν με αυτόν υποστηρίζεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά περιστατικά, ενώ από τον έλεγχο αυτής, στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, προκύπτει το αντίθετο, απορρίπτεται ως αβάσιμος (Α.Π. 837/2019, Α.Π. 1611/2008), ενώ λόγος αναίρεσης, που πλήττει την αιτιολογία της προσβαλλομένης απόφασης, η οποία δεν επιστηρίζει, κατά το νόμο, το διατακτικό αυτής και έχει τεθεί πλεοναστικά και, ως εκ τούτου, εκ του περισσού, είναι αλυσιτελής και συνακόλουθα απορριπτέος ως απαράδεκτος (Α.Π. 1096/2018).
Για να είναι δε ορισμένος ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος, πρέπει να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αναίρεσης: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, γ) ο ισχυρισμός και τα περιστατικά, που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια, η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη, δ) η εξειδίκευση της πλημμέλειας του δικαστηρίου της ουσίας, αν πρόκειται, δηλαδή, για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή ποίες είναι οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (Ολ.
Α.Π. 20/2005, Α.Π. 109/2020 Α.Π. 550/2017, Α.Π. 1184/2015, Α.Π. 121/2014, Α.Π. 1752/2013). Σε αμφότερες τις περιπτώσεις, δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (Ολ.
Α.Π. 28/1998, Α.Π. 19/2020, Α.Π. 319/2017, Α.Π. 901/2010). Η κατά τα άνω αοριστία του αναιρετικού λόγου, δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (Ολ. Α.Π. 27/1998, Ολ. Α.Π. 32/1996), ούτε και με τις πριν τη συζήτηση της αναίρεσης κατατεθείσες προτάσεις του αναιρεσείοντος (Α.Π. 109/2020, Α.Π. 19/2020).
Τέλος, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 8 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρο 106 του ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρο 110 παρ. 2 του ΚΠολΔ), ιδρύεται όχι μόνον όταν τα "πράγματα", δηλαδή οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και άρα, ως ουσιώδεις ισχυρισμοί, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης, που περιέχει παράπονο κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης (Ολ.
Α.Π. 25/2003, Ολ. Α.Π. 3/1997, Ολ. Α.Π. 11/1996, Α.Π. 308/2020, Α.Π. 1446/2019, Α.Π. 1614/2017, Α.Π. 1225/2004) και τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όπως συμβαίνει όταν το δικαστήριο της ουσίας κρίνει επί ανύπαρκτης βάσης αγωγής ή λόγου έφεσης (Ολ. Α.Π. 22/2005) ή λαμβάνει υπόψη θεμελιωτικά της αγωγής γεγονότα, τα οποία δεν περιέχονται σ` αυτή (Ολ.
Α.Π. 294/1981), δεν προτάθηκαν σ' αυτό από τον αναιρεσίβλητο, αλλά και όταν προτάθηκαν μεν, αλλά απαραδέκτως (Α.Π. 728/2010), όπως στην περίπτωση της μη παραδεκτής μεταβολής της αγωγικής βάσεως ή λήψεως υπόψη γεγονότων μη περιεχομένων στην αγωγή ή προτάσεως νέων ισχυρισμών, χωρίς τις προϋποθέσεις των άρθρων 269 και 527 του ΚΠολΔ.
Αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του ισχυρισμό που προτάθηκε απαραδέκτως, τον οποίο δέχθηκε κατ' ουσίαν, ιδρύονται παράλληλα και οι δύο αναιρετικοί λόγοι από τον αριθμό 8 και τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (Α.Π. 376/2018, Α.Π. 724/2011, Α.Π. 389/2010, Α.Π. 728/2010, Α.Π. 128/2008). Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 106 ΚΠολΔ, το δικαστήριο ενεργεί μόνο ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς, που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά.
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 224 του ίδιου Κώδικα, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 22 παρ. 1 ν. 3994/2011 "είναι απαράδεκτο να μεταβληθεί η βάση της αγωγής. Με τις προτάσεις που κατατίθενται ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ή με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, μπορεί ο ενάγων να συμπληρώσει να διευκρινίσει ή να διορθώσει τους ισχυρισμούς του, αρκεί να μην μεταβάλλεται η βάση της αγωγής".
Ως βάση της αγωγής, της οποίας δεν επιτρέπεται η μεταβολή, νοείται η ιστορική βάση αυτής, ήτοι το σύνολο των γεγονότων (πραγματικών περιστατικών), επί των οποίων θεμελιώνεται το αίτημα αυτής (Ολ. Α.Π. 2/1994) - ανεξαρτήτως του δοθέντος από τους διαδίκους νομικού χαρακτηρισμού - χωρίς την επίκληση των οποίων δεν είναι εφικτή η διάγνωση της επίδικης έννομης σχέσης (Α.Π. 1087/2014, Α.Π. 460/2013, Α.Π. 309/2011, Α.Π. 1261/1993).
Μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής, που συνιστά και ταυτόχρονη μεταβολή του αντικειμένου της δίκης, κατά παράβαση της προβλεπόμενης, από το άρθρο 111 του ΚΠολΔ, αρχής της τηρήσεως προδικασίας και επάγεται το κατά τα ανωτέρω απαράδεκτο αποτελεί κάθε μεταγενέστερη προσθήκη νέων περιστατικών παλαιότερων ή οψιγενών, με τα οποία τροποποιείται ή αντικαθίσταται η ιστορική βάση της αγωγής με άλλη ή προστίθεται στην αγωγή και νέα ιστορική βάση (Ολ.
Α.Π. 2/1994, ΑΠ 1183/2015, Α.Π. 962/2012, Α.Π. 389/2010). Αυτονόητη προϋπόθεση για την ίδρυση του ανωτέρω από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης είναι στην ως άνω μεταβολή να προέβη ο διάδικος και, στη συνέχεια, να κρίνει αυτήν παραδεκτή το Δικαστήριο της ουσίας και να την ερευνήσει περαιτέρω. Σε διαφορετική περίπτωση, δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος, αλλά εκείνος από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, για παρά το νόμο λήψη υπόψη "πραγμάτων", που δεν προτάθηκαν, εφόσον στην έννοια των πραγμάτων περιλαμβάνονται και οι διάφορες βάσεις της αγωγής (Α.Π. 148/2009, Α.Π. 1765/2005, Α.Π. 50/1992).
Δηλαδή ο λόγος αυτός (από τον αριθμό 8) ιδρύεται (και) εάν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του γεγονότα που δεν διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αγωγής και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Α.Π. 1152/2017 Α.Π. 1765/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε, μετά από την εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του και κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, κατ' ακριβή κατά τούτο αντιγραφή, τα εξής ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: "Η εναγομένη [ ήδη αναιρεσείουσα ] ασκεί επιχείρηση εμπορίας ειδών σπιτιού και κήπου, διατηρώντας δίκτυο καταστημάτων σε ολόκληρη την Ελλάδα.
Την 26-4-2007 σύναψε με τον ενάγοντα [ ήδη αναιρεσίβλητο ] σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, πλήρους απασχόλησης, δυνάμει της οποίας ο ενάγων απασχολήθηκε ως πωλητής, στο υποκατάστημα της ..., μέχρι την 15-9-2020, έναντι μηνιαίων αποδοχών 1.008 Ε, οπότε η εναγομένη κατήγγειλε εγγράφως τη σύμβαση εργασίας του, καταβάλλοντάς του αποζημίωση 10.584 Ε και σταμάτησε να αποδέχεται την εργασία του.
Ο ενάγων, κατά το διάστημα της απασχόλησής του στην εναγομένη, είχε αναπτύξει συνδικαλιστική δράση, όντας εξ αρχής εγγεγραμμένο μέλος στο επιχειρησιακό σωματείο με την επωνυμία " Σωματείο Εργαζομένων στην PRAKTIKER ΕΛΛΑΣ ", ενώ ήταν μέλος και του Συλλόγου Εμποροϋπαλλήλων Αθήνας. Με την ιδιότητά του αυτή, είχε διατελέσει μέλος της Επιτροπής Υγιεινής και Ασφάλειας και μέλος του Δ.Σ.
του Συλλόγου Εμποροϋπαλλήλων Αθήνας. Προκειμένου να διεκδικούνται πιο δυναμικά τα αιτήματα των εργαζομένων, πρωτοστάτησε, με άλλους εργαζόμενους της επιχείρησης της εναγομένης, στη δημιουργία δεύτερης παράταξης, εντός του επιχειρησιακού σωματείου, αλλά και στην ίδρυση νέου κλαδικού σωματείου. Έτσι, δημιουργήθηκε το 2019 στο επιχειρησιακό σωματείο η παράταξη " ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΟΙ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΙ στην PRAKTIKER ΕΛΛΑΣ ", η οποία απέσπασε δύο έδρες στο Δ.Σ., στις εκλογές που ακολούθησαν.
Επίσης, στις 28-2-2020, 25 μέλη τα οποία προέρχονταν κατά το μεγαλύτερο μέρος τους από το κατάστημα που εργαζόταν ο ενάγων, του ενάγοντος πρωτοστατούντος και συμπεριλαμβανομένου στα ιδρυτικά μέλη και μάλιστα εγγεγραμμένου πρώτου στη σειρά στην ιδρυτική πράξη, ίδρυσαν πρωτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση με την επωνυμία "ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΣΤΟ ΕΜΠΟΡΙΟ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΑΡΟΧΗ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΣ ΑΤΤΙΚΗΣ " και εξέλεξαν 9μελή προσωρινή διοικούσα επιτροπή, αποτελούμενη από τους (κατά σειρά που αναγράφονται στην ιδρυτική πράξη) Κ.
Δ., Α. Κ., Ε. Τ., Ν. Ν. (ενάγων), Α. Β., Α. Γ., Χ. Λ., Γ. Τ. και Γ. Σ., ενώ στη συνέχεια ο ενάγων που εξελέγη παμψηφεί, ορίστηκε Γενικός Γραμματέας αυτής, όπως συνάγεται από την ένορκη κατάθεση στο ακροατήριο του μάρτυρα απόδειξης Κ. Δ., επίσης μέλους της διοίκησης που εξελέγη προσωρινά κατά την ίδρυση της παραπάνω συνδικαλιστικής οργάνωσης.
Τα ανωτέρω ήταν γνωστά στους εκπροσώπους της εναγομένης, όπως προκύπτει από το ότι κάθε φορά που έπρεπε να ενημερωθούν για κάτι οι εργαζόμενοι, οι εκπρόσωποι της εναγομένης καλούσαν και τον ενάγοντα, όπως και τον Κ. Δ., ως εκπροσώπους του υπό σύσταση σωματείου. Προσέτι, την 10-9-2015 στην Επιθεώρηση Εργασίας συζητείτο εργατική διαφορά σε βάρος της εναγομένης, με θέμα τον αποκλεισμό των δύο μελών του Δ.Σ.
του επιχειρησιακού σωματείου (Δ., Β.), τα οποία ανήκαν στη μειοψηφούσα παράταξη, όπως και ο ενάγων. Την εναγομένη εκπροσώπησε ο Διευθυντής του υποκαταστήματος, όπου εργαζόταν ο ενάγων, Ν. Σ. Την ίδια ημέρα ο ενάγων βρισκόταν στην ίδια υπηρεσία για να καταθέσει προσφυγή σε βάρος της εναγομένης, ισχυριζόμενος ότι την 9-10-2015 ο προϊστάμενός του, προκειμένου να τον υποχρεώσει να θερμομετρηθεί πριν να χτυπήσει κάρτα, κατά την προσέλευσή του στην εργασία, ενώ ο ενάγων προσεφέρθη να θερμομετρηθεί μόλις τη χτυπήσει, καταφέρθηκε λεκτικά σε βάρος του και τον χτύπησε στο χέρι προκαλώντας πτώση της κάρτας και των αντικειμένων που κρατούσε.
Λόγω της παραπάνω σύμπτωσης και της συνάντησης του ενάγοντος με τους συγκεντρωθέντες για τη συζήτηση της εργατικής διαφοράς, μεταξύ των οποίων ήταν και ο εκπρόσωπος της Γ.Σ.Ε.Ε. Δ. Κ. και ο Ν. Σ., αναφέρθηκε ατύπως ότι ο ενάγων παρότι είναι μέλος της διοίκησης του υπό ίδρυση κλαδικού σωματείου υπέστη τέτοια απαξιωτική συμπεριφορά και χρησιμοποιήθηκε ως παράδειγμα, εκ μέρους των λοιπών συνδικαλιστών, για να καταδείξουν την έλλειψη σεβασμού της εργοδότριας στο πρόσωπο των συνδικαλιστών.
Η μη αναγραφή της συζήτησης αυτής στο πρακτικό της εργατικής διαφοράς των Β. και Δ., δικαιολογείται, λόγω του άτυπου χαρακτήρα της συζήτησης αυτής και λόγω του ότι δεν είχε σχέση με τα περιστατικά που εξετάζονταν, ενώ ο ενάγων δεν είχε λόγο να φέρεται ως παριστάμενος. Τέλος, ο ενάγων την 15-9-2020 και ώρα 10.38' γνωστοποίησε γραπτώς την ιδιότητα του μέλους της διοίκησης του υπό σύσταση σωματείου που εξελέγη προσωρινά, με e-mail στον Ν.
Γ., Προϊστάμενο Προσωπικού και Λογιστηρίου της εναγομένης, ενώ η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του του κοινοποιήθηκε την ίδια ημέρα αργότερα και συγκεκριμένα ώρα 13.00', όπως αποδεικνύεται από τη σφραγίδα του δικαστικού επιμελητή Ν. Μ., που ενήργησε την επίδοση της καταγγελίας στον ενάγοντα. Τα μέλη δε της προσωρινής διοίκησης του σωματείου, ανάμεσα στα οποία και ο ενάγων, ήδη προ της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, είχαν υποβάλει την από 8-9-2020 αίτησή τους στο Ειρηνοδικείο Αθηνών, για την αναγνώριση του σωματείου, η οποία στη συνέχεια έγινε δεκτή με τη με αριθμό 296/17-09-2020 διάταξη, δυνάμει της οποίας επικυρώθηκε το καταστατικό του σωματείου και διατάχθηκε η εγγραφή στο δημόσιο βιβλίο σωματείων.
Από τα ανωτέρω παρέπεται ότι ο ενάγων, κατά τον χρόνο της καταγγελίας, είχε την ιδιότητα μέλους της διοίκησης (Γενικού Γραμματέα), που εξελέγη προσωρινά, κατά την ίδρυση συνδικαλιστικής οργάνωσης, ιδιότητα που γνώριζε η εναγομένη και ήταν άκυρη η απόλυσή του, χωρίς να συντρέχει ένας από τους λόγους της παρ. 10 και διαπιστωθεί κατά τη διαδικασία του άρθρου 15 ...".
Με τον δεύτερο, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, κατά το οικείο αυτού σκέλος, η αναιρεσείουσα εταιρεία προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με το να δεχθεί ότι αυτή γνώριζε την συνδικαλιστική δράση και την ιδιότητα του αναιρεσίβλητου, ως μέλους της προσωρινής διοίκησης του σωματείου την επωνυμία "Σύλλογος Εργαζομένων στο εμπόριο και στην παροχή υπηρεσιών Περιφέρειας Αττικής" και να κρίνει, περαιτέρω, ότι η από 15-09-2020 καταγγελία της επίδικης εργασιακής σύμβασης ήταν άκυρη, παραβίασε εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 14 παρ. 5 του Ν. 1264/1982, καθόσον διέλαβε ελλιπείς αιτιολογίες.
Όσον αφορά τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, αναφέρονται στο αναιρετήριο, η, κατά την άποψη της αναιρεσείουσας, ερμηνεία των διατάξεων που ισχυρίζεται ότι παραβιάσθηκαν, καθώς και τα νομικά επιχειρήματά της, που θεμελιώνουν τα κατά την εκδοχή της, νομικά σφάλματα της προσβαλλόμενης απόφασης. Δεν αναφέρονται ωστόσο και μάλιστα με πληρότητα και σαφήνεια, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, αλλά μόνο αποσπασματικά, κατ' επιλογή της αναιρεσείουσας, οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ως αποδειχθέντα, για να στηρίξει τη φερόμενη ως λανθασμένη κρίση του, για την ουσιαστική βασιμότητα της ένδικης αγωγής.
Ειδικότερα, σε σχέση με το ουσιώδες ζήτημα της γνώσης ή μη της συνδικαλιστικής ιδιότητας του αναιρεσιβλήτου, εκ μέρους της (αναιρεσείουσας), αναφέρει αποσπασματικά ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε, επί λέξει, τα εξής: "στις 28-2-2020, 25 μέλη, ίδρυσαν πρωτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση με την επωνυμία " Σύλλογος Εργαζομένων στο εμπόριο και στην παροχή υπηρεσιών Περιφέρειας Αττικής " και εξέλεξαν 9μελή προσωρινή διοικούσα επιτροπή αποτελούμενη από τους (κατά τη σειρά που αναγράφονται στην ιδρυτική πράξη) Κ.
Δ. Α. Κ. Ε. Τ. Ν. Ν., κ.λ.π., ενώ στη συνέχεια ο ενάγων που εξελέγη παμψηφεί, ορίστηκε Γενικός Γραμματέας αυτής, όπως συνάγεται από την ένορκη κατάθεση στο ακροατήριο [...]. Τα ανωτέρω ήταν γνωστά στους εκπροσώπους της εναγομένης, όπως προκύπτει από το ότι κάθε φορά που έπρεπε να συμφωνούν για κάτι οι εργαζόμενοι, καλούσαν και τον ενάγοντα, όπως και τον Κ.
Δ., ως εκπροσώπους του υπό σύσταση σωματείου ...", δεν αναφέρει, όμως, το σύνολο των σχετικών με τα περιστατικά αυτά ουσιαστικών παραδοχών του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, με βάση τις οποίες τούτο διαμόρφωσε το αποδεικτικό του πόρισμα περί της συνδικαλιστικής δράσης του αναιρεσιβλήτου και της γνώσης της συνδικαλιστικής του ιδιότητας από την εργοδότρια εταιρεία.
Κατόπιν των παραπάνω, δεν μπορεί να ελεγχθεί από το περιεχόμενο του αναιρετηρίου, αν η αποδιδόμενη στην απόφαση, με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, πλημμέλεια της εκ πλαγίου παράβασης κανόνων ουσιαστικού δικαίου, οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό. Κατά συνέπεια, ο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, είναι αόριστος και για το λόγο αυτό απορριπτέος, ως απαράδεκτος.
Επιπλέον, οι ειδικότερες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, ότι δηλαδή από την κατάθεση του μάρτυρος του ήδη αναιρεσίβλητου Κ. Δ., απόσπασμα της οποίας διαλαμβάνει στον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο, δεν προέκυψε με ποιον τρόπο ενημερώθηκε ότι είχε ιδρυθεί νέο σωματείο, ότι είχε ορισθεί προσωρινή διοίκηση, πόσα ήταν τα προστατευόμενα μέλη και ότι ο αναιρεσίβλητος είχε ορισθεί Γενικός Γραμματέας, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, διότι, υπό την επίκληση νομικής πλημμέλειας, πλήττουν εμμέσως τη μη δεκτική αναιρετικού ελέγχου εκτίμηση από το Εφετείο των πραγματικών περιστατικών, που από αυτό έγιναν δεκτά, ως αποδειχθέντα και μάλιστα την ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συναχθέντος από τις αποδείξεις αποδεικτικού πορίσματος.
Εξάλλου, η αναιρεσείουσα με τον ίδιο δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, σε συνάφεια και συνάρτηση με τον πρώτο αναιρετικό λόγο, αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 εδαφ. α' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι, κατ' εκτίμηση του όλου περιεχομένου του, το Εφετείο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και συγκεκριμένα ότι έλαβε υπόψη πραγματικά περιστατικά, τα οποία δεν περιέχονται στην αγωγή και δη τον αριθμό των μελών τα οποία ίδρυσαν την πρωτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση, τον αριθμό των μελών της προσωρινής διοίκησης και την σειρά με την οποία αναγράφονταν τα μέλη αυτά στην ιδρυτική πράξη, αλλά και ότι ο αντίδικός της εξελέγη Γενικός Γραμματέας του σωματείου.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, αφού οι ως άνω παραδοχές του Δικαστηρίου, τέθηκαν πλεοναστικά, προς επίρρωση του ήδη εξαχθέντος δικανικού συμπεράσματος περί της συνδικαλιστικής ιδιότητας του αναιρεσιβλήτου.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός, που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, να καθορίζεται ο τρόπος και ο χρόνος της πρότασης ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο ή οι λόγοι, που κατά νόμο δικαιολογούν την πρόταση αυτού, το πρώτον, στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ούτως ώστε να μπορεί να κριθεί από το αναιρετήριο, αν ο σχετικός ισχυρισμός ήταν παραδεκτός και νόμιμος (Ολ.
Α.Π. 15/2000, Α.Π. 1389/2018, Α.Π. 199/2017, Α.Π. 183/2014, Α.Π. 2319/2014, Α.Π. 114/2009), αν δε το δικαστήριο εξέτασε τον σχετικό ισχυρισμό στην ουσία του, πρέπει επιπλέον να αναφέρονται στο αναιρετήριο και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, υπό τις οποίες συντελέστηκε η επικαλούμενη παραβίαση (Α.Π. 199/2017). Το γεγονός, εξάλλου ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, δεν έχει σημασία, διότι, στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, λόγος, όμως αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί, αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από το διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
Όπως δε περαιτέρω προκύπτει από τη διάταξη αυτή, το καθιερούμενο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους προβλεπόμενους στο άρθρο 559 του ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης (Α.Π. 1499/2014), μεταξύ των οποίων και εκείνοι με τους αριθμούς 9, 10 και 11 περ. α' και β'. Ειδικότερα, όσον αφορά τους λόγους αυτούς, σημειώνονται τα εξής: Α) Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 9 του ΚΠολΔ, ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη.
Για να δημιουργηθεί ο λόγος αυτός αναίρεσης, πρέπει το δικαστήριο να επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε από τον αναιρεσείοντα και όχι από τον αναιρεσίβλητο ή να επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν από τον αναιρεσείοντα και, τέλος, να άφησε αίτηση αδίκαστη του αναιρεσείοντος (Α.Π. 582/2018, Α.Π. 795/2004 ). Ως "αίτηση", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης (Ολ.
Α.Π. 25/2003). Τέτοια αίτηση είναι, ιδίως, αυτή της αγωγής, της ανταγωγής, της κυρίας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης και κάθε ενδίκου μέσου, όπως η έφεση (Α.Π. 203/2022 Α.Π. 917/2020, Α.Π. 19/2020), όχι, όμως, και οι επί μέρους λόγοι της τελευταίας, η μη λήψη υπόψη των οποίων ιδρύει τον, εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης (Α.Π. 941/2009, Α.Π. 567/2009, Α.Π. 1586/2008, Α.Π. 1143/2003), της ανακοπής, της τριτανακοπής, όχι, όμως, κατά κανόνα, η ένσταση και η αντένσταση, οι οποίες είναι αντικείμενο του λόγου αναιρέσεως, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ Εξαίρεση υπάρχει μόνο υπέρ των γνήσιων ενστάσεων, που στηρίζονται σε αυτοτελές δικαίωμα (π.χ.
ένσταση συμψηφισμού, ως προς την ανταπαίτηση που προτείνεται σε συμψηφισμό) - (Α.Π. 1294/2018, Α.Π. 81/2006). Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου από αυτή λόγου αναίρεσης, απαιτείται η παντελής σιωπή του δικαστηρίου της ουσίας, σε αυτοτελή αίτηση των διαδίκων, να υπάρχει όχι μόνο στο αιτιολογικό, αλλά και στο διατακτικό.
Αν από το διατακτικό προκύπτει ότι η αίτηση παροχής δικαστικής προστασίας απορρίφθηκε στο σύνολό της, μολονότι δεν υπάρχει ειδική αιτιολογία, ως προς όλα τα αιτήματα (σιωπηρή απόρριψη), δεν ιδρύεται ο προκείμενος λόγος (Α.Π. 25/2023, Α.Π. 94/2020, Α.Π. 751/2019 Α.Π. 365/2018, Α.Π. 1632/2017), ενώ επίσης, δεν ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρέλειψε να απαντήσει σε ισχυρισμό αόριστο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή, που, συνεπώς, δεν ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης ή σε νομικά επιχειρήματα των διαδίκων (Α.Π. 25/2023 Α.Π. 1181/2021, Α.Π. 94/2020).
Για να είναι ορισμένος ο, εκ του αριθμού 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, αφενός μεν ότι η αίτηση υποβλήθηκε παραδεκτά και νόμιμα στο Δικαστήριο της ουσίας (Α.Π. 1161/2020, Α.Π. 687/2017), αφετέρου δε ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παρέλειψε να αποφανθεί σχετικά με την αίτηση αυτή (Α.Π. 203/2022, Α.Π. 1298/2020, Α.Π. 873/2019), Β) Ο, εκ του άρθρου 559 αριθμός 10 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά.
Η περίπτωση αυτή, η οποία στηρίζεται στην παράβαση του συστήματος συζήτησης, κατά την οποία ο δικαστής αποφασίζει με βάση εκείνα που έχουν προταθεί και αποδειχθεί, υπάρχει όταν, για τα "πράγματα", που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο, δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε απόδειξη ή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει στην απόφασή του, έστω και γενικά από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη για "πράγματα", που δέχθηκε ως αληθινά.
Ο όρος "πράγματα" είναι ταυτόσημος του αντιστοίχου όρου του άρθρου 559 αριθμός 8 του ίδιου Κώδικα, δηλαδή, θεωρούνται "πράγματα" οι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης νομίμως προταθέντες αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, θεμελιωτικοί αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως, αντενστάσεως, κ.λ.π., χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, όχι δε και οι αρνητικοί των ουσιωδών κατά τα άνω ισχυρισμών, ισχυρισμοί του διαδίκου ή τα επιχειρήματα των διαδίκων ή τα συμπεράσματα του δικαστηρίου και των διαδίκων από την εκτίμηση των αποδείξεων (Α.Π. 15/2019, Α.Π. 116/2016).
Δεν απαιτείται πάντως, να αξιολογείται στην απόφαση κάθε αποδεικτικό μέσο ειδικά και χωριστά ή να εξειδικεύονται τα έγγραφα ή να γίνεται διάκριση ποια από αυτά λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη (Α.Π. 403/2017, Α.Π. 677/2015 Α.Π. 259/2007). Για να είναι ορισμένος και παραδεκτός ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο πραγματικός ισχυρισμός που έλαβε υπόψη το δικαστήριο χωρίς απόδειξη και ποια ήταν η ουσιώδης επίδρασή του στο διατακτικό της απόφασης, είναι δε αβάσιμος, όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σε αυτή (απόφαση) αποδεικτικά μέσα (Α.Π. 1935/2014 Α.Π. 436/2014, Α.Π. 76/2013, Α.Π. 12/2013, Α.Π. 87/2013, Α.Π. 1304/2012, Α.Π. 292/2011), ανεξάρτητα αν, ύστερα από την εκτίμησή τους, καταλήξει σε, έστω και σε εσφαλμένη, για τα "πράγματα" κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (Α.Π. 187/2023, Α.Π. 262/2020, Α.Π. 1161/2020 Α.Π. 677/2015, Α.Π. 2148/2007), Γ) Ο από τον αριθμό 11 περ.
α' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως στοιχειοθετείται και όταν το αποδεικτικό μέσο περιλαμβάνεται μεν στο άρθρο 339 του ΚΠολΔ δεν επιτρέπεται, όμως, η χρήση του στη συγκεκριμένη περίπτωση (Α.Π. 1621/2012).
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης για λήψη υπόψη από το δικαστήριο αποδεικτικών μέσων που ο νόμος δεν επιτρέπει, πρέπει να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο το αποδεικτικό αυτό μέσο, που παρανόμως λήφθηκε υπόψη και ο λόγος, για τον οποίο δεν έπρεπε να ληφθεί, να προβάλλεται δε ισχυρισμός ότι το απαράδεκτο αυτό προτάθηκε από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις αναφερόμενες στο άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ εξαιρετικές περιπτώσεις (Α.Π. 315/2008).
Εξάλλου, ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης δεν ιδρύεται αν η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίχθηκε, κυρίως, σε άλλα νόμιμα αποδεικτικά μέσα και μόνο επικουρικά σε κάποιο μη νόμιμο αποδεικτικό μέσο, το οποίο δεν άσκησε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Α.Π. 1215/2014, Α.Π. 257/2008) και Δ) Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 11 περ.
β' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που δεν προσκομίσθηκαν. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, τοιαύτη περίπτωση συντρέχει και όταν τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα (κυρίως έγγραφα), δεν προσκομίσθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας, κατά τρόπο παραδεκτό και νόμιμο, όπως, ειδικότερα, επί διαφοράς εκδικαζομένης κατά ειδική διαδικασία, όπως η διαδικασία των περιουσιακών - εργατικών διαφορών, όταν αυτά δεν προσκομίσθηκαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο κατά τη συζήτηση, οπότε λαμβάνει χώρα και η κατάθεση των προτάσεων, όπου πρέπει να γίνεται επίκληση των εγγράφων αυτών, σύμφωνα με τα άρθρα 591 παρ. 1 περ.
γ' έως στ', 614 αριθ. 3 και 256 παρ. 1 περ. δ' του ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά το Ν. 4335/2015, αλλά προσκομίσθηκαν βραδύτερον, μετά τη συζήτηση, με την προσθήκη στις προτάσεις αυτών, εκτός εάν, τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα αποδεικνύουν ισχυρισμό, που προβάλλεται σε αντίκρουση ισχυρισμού του αντιδίκου, που είχε προβληθεί με τις προτάσεις του, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο (Α.Π. 616/2015, Α.Π. 543/2014, Α.Π. 1058/2011, Α.Π. 659/2007, Α.Π. 1672/2000).
Εξάλλου, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 106, 237 παρ. 1, 346, 453 και 591 παρ. 1 στοιχ. ε' και 524 παρ.1 του ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά το Ν. 4335/2015, ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν, νοούνται και εκείνες, των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε (ιδίως τα έγγραφα).
Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου, όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Μπορεί, δε, η επίκληση αυτή να γίνει, είτε με τις προτάσεις της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, είτε με αναφορά, δια των προτάσεων αυτών, σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζομένων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, στις οποίες γίνεται ειδική, σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠολΔ, που αφορά μεν τον τρόπο επαναφοράς ισχυρισμών, πλην, όμως, εφαρμόζεται και για την επίκληση αποδεικτικών μέσων, όπως γίνεται παγίως δεκτό στη νομολογία για την ταυτότητα του νομικού λόγου (Ολ.
Α.Π. 14/2005 Ολ. Α.Π. 23/2008, Ολ. Α.Π. 9/2000, Α.Π. 794/2017). Τέλος, για το ορισμένο του ως άνω, από τον αριθμό 11 περ. β' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, περί λήψης υπόψη από το δικαστήριο αποδεικτικού μέσου, που δεν προσκομίσθηκε, πρέπει να εξειδικεύεται με το αναιρετήριο το αποδεικτικό μέσο, το οποίο, παρά το νόμο, λήφθηκε υπόψη και ειδικότερα επί εγγράφου να προκύπτει η ταυτότητα αυτού (Α.Π. 1472/2018, Α.Π. 478/2017, Α.Π. 874/2015, Α.Π. 1669/2014), να διαλαμβάνεται ο λόγος, για τον οποίο το αποδεικτικό αυτό μέσο δεν έπρεπε να ληφθεί από το δικαστήριο της ουσίας (Α.Π. 826/2015, Α.Π. 1058/2011) και, επιπλέον, να προβάλλεται ισχυρισμός ότι το απαράδεκτο αυτό προτάθηκε από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συντρέχει κάποια από τις αναφερόμενες στο άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ εξαιρετικές περιπτώσεις (Α.Π. 826/2015, Α.Π. 1058/2011, Α.Π. 839/2010, Α.Π. 1312/2012, Α.Π. 1419/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδονται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση συλλήβδην οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 9, 10 και 11 περ. α' και β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα προβάλλει αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθμός 9 και 10 του ΚΠολΔ. Επίσης, προβάλλει την αιτίαση από το άρθρο 559 αριθμός 11 περ.
α' και β' του ΚΠολΔ, ήτοι ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο την περί των πραγμάτων κρίση του στήριξε σε μη επιτρεπόμενα αποδεικτικά μέσα ή παρά το νόμο έλαβε υπόψιν αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν. Με το περιεχόμενο αυτό, οι εξεταζόμενοι λόγοι αναίρεσης, αξιολογούνται ως αόριστοι και, συνακόλουθα, απορριπτέοι ως απαράδεκτοι εφόσον η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται με το αναιρετήριο ότι, τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, κατά το μέρος με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση παράβαση του άρθρου 559 αριθμός 9 και 10 ΚΠολΔ και τους σχετικούς από το άρθρο 559 αριθμός 11 περ.
α' και β' του ΚΠολΔ περί απαραδέκτου ισχυρισμούς, είχε επικαλεστεί πρωτοδίκως και ότι έγινε επαναφορά τους στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, εφόσον δεν συνέτρεχε κάποια από τις περιπτώσεις του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, ώστε να έχει τούτο τη δυνατότητα να εκφέρει κρίση επ' αυτών, υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο.
Επιπλέον, ο εκ του άρθρου 559 αριθμός 9 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, εφόσον η αναιρεσείουσα δεν προσδιορίζει τι επιδικάσθηκε χωρίς αίτηση ή περισσότερο απ' όσο ζητήθηκε και αν αυτό αφορά σε κεφάλαιο της δίκης, ή αν το δικαστήριο άφησε συγκεκριμένη αίτηση αδίκαστη και ποια, χωρίς να γίνεται στην απόφαση οποιαδήποτε μνεία, ούτε στο αιτιολογικό, ούτε στο διατακτικό της, σχετικά με αυτή την αίτηση (πρβλ.
Α.Π. 873/2019, Α.Π. 1750/2013). Εξάλλου, ο εκ του άρθρου 550 αριθμός 10 του ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Εφετείο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, πρέπει, ομοίως, να απορριφθεί ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, διότι η αναιρεσείουσα δεν εξειδικεύει την συγκεκριμένη πλημμέλεια του δικαστηρίου της ουσίας, η οποία προσδιορίζεται μόνο από τον αριθμό 10 της ως άνω διάταξης, χωρίς να γίνεται επίκληση των περιστατικών, που την θεμελιώνουν, δεν διευκρινίζει δηλαδή ποιον ισχυρισμό περί τα "πράγματα", υπό την ως άνω έννοια, έλαβε υπόψη του το δικαστήριο χωρίς απόδειξη.
Σε κάθε περίπτωση, είναι αβάσιμος, καθόσον, από την προσβαλλόμενη απόφαση, παραδεκτά επισκοπούμενη (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), προκύπτει ότι, για το σχηματισμό της δικανικής πεποίθησής του, ως προς την ουσία της υπόθεσης, το Δικαστήριο στηρίχθηκε στα μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα, ήτοι στις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων στο ακροατήριο και όλα τα έγγραφα που νόμιμα προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, καθώς και στις ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων Σ.
Β., Χ. Κ., Δ. Κ. και Λ. Κ., οι οποίες, κατά τις παραδοχές της απόφασης ελήφθησαν νομότυπα και εμπρόθεσμα και, συνεπώς, οι παραδοχές της ερείδονται στα εν λόγω αποδεικτικά μέσα, χωρίς να είναι αναγκαίο να μνημονεύεται από ποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο σχημάτισε την κρίση του για την αλήθεια κάθε ισχυρισμού που ερεύνησε.
Τέλος, δεν προσδιορίζει στο αναιρετήριο ποια είναι τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία πάρα το νόμο, λήφθηκαν υπόψη, ούτε διαλαμβάνει τον λόγο, για τον οποίο τα αποδεικτικά αυτά μέσα δεν έπρεπε να ληφθούν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας. Πέραν, όμως, αυτού, ο λόγος αυτός, κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης δεν προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του έγγραφα, που δεν προσκομίστηκαν μετ' επικλήσεως από τους διαδίκους, αλλά, αντίθετα, κατέληξε στην δικαιοδοτική κρίση του, με βάση τα ως άνω, νομίμως προσκομισθέντα μετ' επικλήσεως αποδεικτικά μέσα, τα οποία ρητώς μνημονεύει.
Από τα άρθρα 1 και 3 του Ν. 2112/1920 και 12 και 5 του Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία, ρητή ή σιωπηρή, με την οποία λύεται η σύμβαση ιδιωτικού δικαίου εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου (άρθρα 361, 648, 669 και 272 Α.Κ.) είναι μονομερής, απευθυντέα και κατά κανόνα αναιτιώδης δικαιοπραξία, δηλαδή δεν απαιτείται να αιτιολογείται από τον καταγγέλλοντα εργοδότη και το κύρος της δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας.
Επίσης, έχει άμεση διαπλαστική ενέργεια, ήτοι μόλις περιέλθει η σχετική δήλωση βουλήσεως στον αντισυμβαλλόμενο εργαζόμενο, αδιακρίτως του τρόπου ανακοινώσεώς της σ' αυτόν (προφορικώς ή εγγράφως), λύεται για το μέλλον η έννομη σχέση είτε αμέσως (απρόθεσμη καταγγελία), είτε με την πάροδο ορισμένης προθεσμίας.
Επί ακυρότητας της καταγγελίας, η διαπλαστική της ενέργεια δεν επέρχεται, η σύμβαση εργασίας εξακολουθεί να υφίσταται και η δικαστική απόφαση, που αναγνωρίζει την ακυρότητα της καταγγελίας (άρθρα 68, 70 ΚΠολΔ, 180, 174 Α.Κ.), απλώς επιβεβαιώνει την ανυπαρξία του ως άνω αποτελέσματός της (Α.Π. 1168/2021, Α.Π. 1206/2020, Α.Π. 105/2020).
Εξάλλου, με το άρθρο 5 παρ. 3 εδ. α' του ν. 3198/1955 (όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παρ. 4 του ν. 2556/1997), η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου, που πραγματοποιείται σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού και των άρθρων 1 και 3 του ν. 2112/1920 και 669 παρ. 2 του Α.Κ., θεωρείται έγκυρη εφόσον έχει γίνει εγγράφως, έχει καταβληθεί η οφειλόμενη αποζημίωση και έχει καταχωρηθεί η απασχόληση του απολυόμενου στα τηρούμενα για το Ι.Κ.Α.
μισθολόγια ή αυτός έχει ασφαλισθεί. Ακόμη, όμως, και αν τηρηθεί ο έγγραφος τύπος (Α.Κ. 159 παρ. 1), η καταγγελία, ως μονομερής δήλωση του εργοδότη, που απευθύνεται στον εργαζόμενο και άγει στη λύση της συμβάσεως εργασίας, επάγει τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα μόνο μετά την περιέλευσή της στο πρόσωπο, στο οποίο απευθύνεται (Α.Κ. 167).
Και εφόσον πρόκειται για τυπική δήλωση, για την περιέλευση απαιτείται και αρκεί η εγχείριση του εγγράφου, που την περιέχει, στο πρόσωπο, στο οποίο αφορά. Η πραγματική γνώση του περιεχομένου του εγγράφου είναι νομικώς αδιάφορη. Ως εκ τούτου, ο εργοδότης, που επικαλείται το κύρος της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, φέρει το βάρος της απόδειξης, όχι μόνο της τήρησης του έγγραφου τύπου, αλλά και της παράδοσης του εγγράφου, που συνέταξε, στα χέρια του εργαζόμενου (ή της νομότυπης επίδοσής του, όταν η φυσική εγχείριση δεν είναι εφικτή).
Οπότε, η τυχόν αμφιβολία ως προς την εγχείριση του εγγράφου, θα πλήξει αυτόν τον ίδιο και δεν μπορεί να αρθεί από την εξ άλλων αποδεικτικών στοιχείων συναγωγή του συμπεράσματος ότι, ακόμη και αν δεν εγχειρίσθηκε το έγγραφο της καταγγελίας στον εργαζόμενο, αυτός έλαβε γνώση του περιεχομένου του με άλλο τρόπο (Α.Π. 884/2017, Α.Π. 982/2017, Α.Π. 368/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αναφορικά με το ουσιώδες ζήτημα της γνώσης της συνδικαλιστικής ιδιότητας του αναιρεσιβλήτου, εκ μέρους της αναιρεσείουσας και της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του, διότι έγινε κατά τη διάρκεια της θητείας του, ως συνδικαλιστικού στελέχους, χωρίς την τήρηση της διαδικασίας προσφυγής στην επιτροπή προστασίας συνδικαλιστικών στελεχών, δέχθηκε, όπως παραπάνω αναφέρθηκε, τα εξής: "...
Τέλος, ο ενάγων την 15-9-2020 και ώρα 10.38', γνωστοποίησε γραπτώς την ιδιότητα του μέλους της διοίκησης του υπό σύσταση σωματείου που εξελέγη προσωρινά, με e mail στον Ν. Γ., Προϊστάμενο Προσωπικού και Λογιστηρίου της εναγομένης, ενώ η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, του κοινοποιήθηκε την ίδια ημέρα αργότερα και συγκεκριμένα ώρα 13.00', όπως αποδεικνύεται από τη σφραγίδα του δικαστικού επιμελητή Ν.
Μ., που ενήργησε την επίδοση της καταγγελίας στον ενάγοντα [...] Από τα ανωτέρω παρέπεται ότι ο ενάγων, κατά τον χρόνο της καταγγελίας, είχε την ιδιότητα μέλους της διοίκησης (Γενικού Γραμματέα), που εξελέγη προσωρινά, κατά την ίδρυση συνδικαλιστικής οργάνωσης, ιδιότητα που γνώριζε η εναγομένη και ήταν άκυρη η απόλυσή του, χωρίς να συντρέχει ένας από τους λόγους της παρ. 10 και διαπιστωθεί κατά τη διαδικασία του άρθρου 15 ...".
Με τον τρίτο λόγο της ένδικης αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 361, 648, 669 και 672 του Α.Κ., κατά τις οποίες η καταγγελία έχει άμεση διαπλαστική ενέργεια, ήτοι μόλις περιέλθει η σχετική δήλωση βουλήσεως στον εργαζόμενο, αδιακρίτως του τρόπου ανακοινώσεώς της σε αυτόν (προφορικώς, εγγράφως ή δι' αγγέλου) και ότι στην προκειμένη περίπτωση, εφόσον η απόλυση του αναιρεσίβλητου κοινοποιήθηκε προφορικά την 15 Σεπτεμβρίου και ώρα 9 π.μ.
από τον Διευθυντή του καταστήματος Ν. Σ., ο οποίος τον κάλεσε να παραλάβει την έγγραφη καταγγελία και την αποζημίωση απόλυσης, οποιαδήποτε ενημέρωση περί της συνδικαλιστικής του ιδιότητας έγινε μετά την προφορική απόλυση, δεν παράγει αποτελέσματα. Ωστόσο, ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί πρωτίστως ως απαράδεκτος, καθόσον οι αιτιάσεις αυτές πλήττουν την ουσία της προσβαλλόμενης απόφασης και, συνακόλουθα, οδηγούν σε επανεκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης, ήτοι σε αποτέλεσμα που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τη θεμελιώδη αρχή του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ.
Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, διότι στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, καθόσον, όπως προκύπτει από το προπαρατεθέν σκεπτικό της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, το Εφετείο δεν διέλαβε ότι προηγήθηκε προφορική κοινοποίηση της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας στον αναιρεσίβλητο, ο οποίος σκόπιμα αρνήθηκε να παραλάβει το έγγραφο της καταγγελίας και την νόμιμη αποζημίωση απόλυσης και ότι, για πρώτη φορά, αφού είχε ολοκληρωθεί η προφορική καταγγελία της εργασιακής σύμβασης, γνωστοποίησε την ιδιότητά του, ως μέλος της προσωρινής διοίκησης του ως άνω επαγγελματικού σωματείου, όπως αβάσιμα διατείνεται η αναιρεσείουσα.
Άλλωστε, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην αμέσως προηγούμενη μείζονα νομική σκέψη, επί ακυρότητας της καταγγελίας, για την ολοκλήρωση αυτής απαιτείται να περιέλθει το έγγραφο της καταγγελίας στα χέρια του εργαζόμενου και δεν αρκεί η, με οποιοδήποτε τρόπο, άτυπη γνώση του εργαζομένου της σχετικής βούλησης του εργοδότη, να επιφέρει τη λύση της εργασιακής του σύμβασης.
Επομένως, ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ότι το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε ευθέως τις προρρηθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις κατά τα ειδικότερα στο λόγο αναιρέσεως περαιτέρω σχετικώς διαλαμβανόμενα, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, ο οποίος εκπροσωπήθηκε στη δίκη και κατέθεσε έγγραφες προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό της απόφασης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27-09-2022 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη Γραμματεία του εκδόσαντος την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου 7289/805/27-09-2022 και του παρόντος Δικαστηρίου 1872/2022 αίτηση αναίρεσης της με αριθμό 3396/2022 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Επιβάλλει εις βάρος της αναιρεσείουσας τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, το ύψος της οποίας ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Ιουνίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Οκτωβρίου 2024.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ