Legislator Case Law & Legislation
1596/2019 AI generated

Supreme Court partially allows appeal on domestic violence compensation and penalty due to new code changes.

Case Number 1596/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against a Third Instance Court decision regarding domestic violence charges. The appellants argued for the removal of a 44 euro compensation payment and a penalty adjustment based on new legal provisions. The court ruled that the new Criminal Procedure Code abolished the award of compensation for moral damage, voiding that specific clause while remanding the penalty portion for retrial.

Legislator headnote

AI generated

Art. 1 para. 1 of Law 3500/2006; Art. 2 para. 1 of the Criminal Code; Art. 511 para. 1 lit. d of the Criminal Procedure Code: When a new law abolishes a specific penalty or compensation mechanism applicable to the defendant, the court must apply the new, milder provision ex officio and remove the obsolete clause from the judgment.

Keywords

AI generated
domestic violence moral damage compensation Criminal Procedure Code ex officio application partial annulment legal retroactivity penalty reduction

Cited Legislation

AI generated
Art. 1 para. 1 of Law 3500/2006
Art. 2 para. 1 of the Criminal Code
Art. 511 para. 1 lit. d of the Criminal Procedure Code
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1596 / 2019 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1596/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Γεώργα, Ιωάννη Μαγγίνα, Ερωτόκριτο Ερωτοκρίτου, Γρηγόριο Κουτσοκώστα - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του στις 3 Απριλίου 2019, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Προβατάρη, (κωλυομένης της Εισαγγελέως) και της Γραμματέα Ευθυμίας Καλογεροπούλου,, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων, 1.Χ. Ρ. του Μ. κατοίκου ... και 2. Γ. Ρ. του Μ. οι οποίοι παραστάθηκα μετά της πληρεξούσιας δικηγόρου Χριστίνας - Μαρίας Νικολοπούλου, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4836/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Χ. Π. του Μ. κάτοικο ... ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου Δημητρίου Νινόπουλου.

Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντυες - κατηγορούμενοι, ζητάνε την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στις από 3 Ιανουαρίου 2019 (2) αίτησεις τους οι οποίες επιδόθηκαν στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 8 Ιανουαρίου 2019 και έλαβαν αντίστοιχα, αριθμούς πρωτοκόλλου 193/08.01.2019 και 194.01.2019, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με αριθμό 103/2019.

Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν η κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα..

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Εισάγονται ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου: α) η από 3-1-2019 αίτηση (ασκηθείσα με δήλωση, που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 8-1-2019) της Χ. Ρ. του Μ., κατοίκου ... και β) η από 3-1-2019 αίτηση (ασκηθείσα με δήλωση, που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 8-1-2019) του Γ. Ρ. του Μ., κατοίκου ..., για αναίρεση της απόφασης, με αριθμό 4836/2018, του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, οι οποίες πρέπει να συνεκδικαστούν, ως συναφείς.

Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 3500/2006, "Για την αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας και άλλες διατάξεις", θεωρείται ενδοοικογενειακή βία η τέλεση αξιόποινης πράξης σε βάρος μέλους της οικογένειας, σύμφωνα με τα άρθρα 6, 7, 8 και 9 του παρόντος και τα άρθρα 299 και 311 του ΠΚ, ενώ κατά την παρ. 2 εδ. α' του ίδιου άρθρου 1 του Ν. 3500/2006, οικογένεια θεωρείται η κοινότητα που αποτελείται από συζύγους ή γονείς και συγγενείς πρώτου και δεύτερου βαθμού εξ αίματος ή εξ αγχιστείας και τα εξ υιοθεσίας τέκνα τους.

Όπως δε ορίζεται στην παρ. 3, θύμα ενδοοικογενειακής βίας θεωρείται κάθε πρόσωπο της προηγουμένης παραγράφου, σε βάρος του οποίου τελείται αξιόποινη πράξη κατά τα άρθρα 6, 7, 8 και 9 του παρόντος. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 6 παρ. 1 του ίδιου Νόμου, "το μέλος της οικογένειας, το οποίο προκαλεί σε άλλο μέλος αυτής σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του, υπό την έννοια του εδαφίου β' της παρ. 1 του άρθρου 308 του Ποινικού Κώδικα, ή με συνεχή συμπεριφορά προξενεί εντελώς ελαφρά κάκωση ή βλάβη της υγείας του, με την έννοια του εδαφίου β' της παραπάνω διάταξης, τιμωρείται με φυλάκιση, τουλάχιστον, ενός έτους".

Έτσι, ποινικοποιείται η ενδοοικογενειακή σωματική βλάβη, με την έννοια της πρόκλησης από μέλος της οικογένειας σε άλλο μέλος αυτής σωματικής κάκωσης ή βλάβης της υγείας, ή εντελώς ελαφράς σωματικής κάκωσης ή βλάβης της υγείας μετά από συνεχή συμπεριφορά. Η ενδοοικογενειακή σωματική βλάβη διακρίνεται από την απλή σωματική βλάβη του άρθρου 308 του ΠΚ, ως προς το ότι στοιχεία της πρώτης είναι η τέλεσή της εντός του οικογενειακού περιβάλλοντος και για το λόγο αυτό τιμωρείται αυστηρότερα (ποινή φυλάκισης τουλάχιστον ενός έτους).

Με τη διάταξη αυτή αντιμετωπίζονται οι μορφές ενδοοικογενειακών σωματικών κακώσεων και προσλαμβάνουν τον χαρακτήρα ιδιώνυμου εγκλήματος, όταν δράστες και παθόντες είναι μέλη της ίδιας οικογένειας, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 1 παρ. 2 του ως άνω Νόμου. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 2 του ανωτέρω Ν. 3500/2006, "το μέλος της οικογένειας, το οποίο προκαλεί τρόμο ή ανησυχία σε άλλο μέλος της οικογένειας, απειλώντας το με βία ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη, τιμωρείται με φυλάκιση".

Η ενδοοικογενειακή απειλή (άρθρο 7 παρ. 2 του Ν. 3500/2006) είναι αυτεπαγγέλτως διωκόμενο (άρθρο 17 παρ. 1 του Ν. 3500/2006) μη γνήσιο ιδιαίτερο έγκλημα και αποτελεί διακεκριμένη παραλλαγή του κατ' άρθρο 333 παρ. 1 του ΠΚ αδικήματος. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με το άρθρο 333 παρ. 1 του ΠΚ, προκύπτει, ότι στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του πλημμελήματος της ενδοοικογενειακής απειλής δεν είναι η άσκηση βίας ή παράνομης πράξης εναντίον τρίτου, αλλά η απειλή άσκησης βίας ή τέλεσης άλλης παράνομης πράξης ή παράλειψης, εναντίον μέλους της οικογένειας, η οποία να περιήγαγε τον άλλον σε τρόμο ή ανησυχία.

Η απειλή δε αυτή μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο, ήτοι προφορικώς, εγγράφως, δια νευμάτων ή άλλων απειλητικών κινήσεων και με οποιαδήποτε γενικώς ενέργεια, με την οποία ο δράστης εξωτερικεύει τη θέλησή του να απειλήσει όχι οποιονδήποτε τρίτο αλλά τα μέλη της οικογένειας, όπως η έννοια αυτής (οικογένειας) αναφέρεται στην παρ. 2 εδ.

α' του άρθρου 1 του Ν. 3500/2006, στην οποία ανήκουν οι σύζυγοι, οι γονείς και τα λοιπά αναφερόμενα πρόσωπα, στα οποία έχουν προστεθεί, με το άρθρ.3 παρ.1 Ν.4531/2018 και τα πρόσωπα που συνδέονται με σύμφωνο συμβίωσης, χωρίς να απαιτείται η συγκατοίκησή τους (ΑΠ 782/2018, ΑΠ 1107/2017). Για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ενδοοικογενειακής απειλής απαιτείται ακόμη δόλος του δράστη, ο οποίος συνίσταται στην εκ μέρους αυτού γνώση, ότι η απειλούμενη ενέργειά του είναι βία ή άλλη παράνομη πράξη και στη θέληση να προκαλέσει σε άλλον τρόμο ή ανησυχία.

Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της απόφασης, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά, τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της.

Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του ΚΠοινΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά.

Πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ' επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιό βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιό ή ποιά αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή.

Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά. Η συνδρομή του δόλου, κατ' αρχήν, δεν απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία, διότι αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και αποδεικνύεται, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών και η σχετική με αυτόν αιτιολογία εμπεριέχεται στην κύρια επί της ενοχής αιτιολογία, μόνο δε όταν αξιώνονται πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και συγκεκριμένα είτε η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος), είτε η επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού (έγκλημα υπερχειλούς υποκειμενικής υπόστασης), ο δόλος απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία.

Εξάλλου, λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύσει το νόμο, δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε.

Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.

Περαιτέρω, η επιβαλλόμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης αναφέρεται, τόσο στην κρίση για την ενοχή, όσο και στην κρίση για την απόρριψη αυτοτελών ισχυρισμών του κατηγορουμένου. Αυτοτελείς είναι οι ισχυρισμοί που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, κατά τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή στον αποκλεισμό ή στη μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξης ή στη μείωση της ποινής.

Η μη απάντηση του δικαστηρίου σε αυτοτελή ισχυρισμό συνιστά έλλειψη ακρόασης, κατά το άρθρο 170 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, που επιφέρει σχετική ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο και στοιχειοθετεί το λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του ΚΠοινΔ, ενώ, όταν δεν αιτιολογείται ειδικά η απόρριψη αυτοτελούς ισχυρισμού, στοιχειοθετείται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Δ' του ΚΠοινΔ. Το δικαστήριο, όμως, δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει σε ισχυρισμό που δεν είναι αυτοτελής ή είναι αυτοτελής, αλλά δεν προβάλλεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και πλήρη, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία, κατά την οικεία διάταξη, για τη θεμελίωσή του, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογηθούν και σε περίπτωση αποδοχής να οδηγήσουν στο ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο αποτέλεσμα, ή δεν προβάλλεται παραδεκτά για άλλο λόγο ή δεν είναι νόμιμος.

Εξάλλου, η αμφισβήτηση από τον κατηγορούμενο του νομικού χαρακτηρισμού της πράξης που αποδίδεται σε βάρος του και η επίκληση από μέρους του διαφορετικού (ηπιότερου) νομικού χαρακτηρισμού δεν συνιστά αυτοτελή ισχυρισμό, αλλά άρνηση της κατηγορίας, όπως αυτή εξειδικεύεται στο κατηγορητήριο ως προς τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία της.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προμνημονευθείσας προσβαλλόμενης απόφασής του, με αριθμό 4836/2018, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται κατ' είδος σ' αυτή, δέχθηκε ανελέγκτως, ότι αποδείχθηκαν τα εξής: "Ο μηνυτής και η 1η κατηγορούμενη είναι σύζυγοι από τις 8.9.2007 και από τον γάμο τους αυτό απέκτησαν ένα τέκνο, τον Φ.

που γεννήθηκε στις 20.6.2011. Ο έγγαμος βίος τους δεν εξελίχθηκε ομαλά και ήδη από την αρχή της συμβίωσής τους δημιουργήθηκαν επεισόδια λόγω της προσκόλλησης του παθόντος στην πατρική του οικογένεια και της συνεχούς, και μετά το γάμο του, φροντίδας του προς αυτήν. Τα επεισόδια αυτά εξέφραζαν τον συσσωρευμένο θυμό της 1ης κατηγορουμένης προς τον παθόντα σύζυγό της, λόγω της ως άνω συμπεριφοράς του.

Οδηγούσαν δε σε υποτιμητική και επιθετική συμπεριφορά προς αυτόν, άλλοτε λόγω, άλλοτε έργω, ακόμη και ενώπιον των συγγενών του και των φιλικών του προσώπων, όπως κατατέθηκε, χωρίς να αντικρούεται πειστικά από την κατηγορουμένη. Αποκορύφωμα αυτής της συμπεριφοράς ήταν το επίδικο επεισόδιο στο οποίο η κατηγορουμένη, μέσα στην οικία τους, στην οποία βρισκόταν και το ανήλικο τέκνο τους, επιτέθηκε στον παθόντα και του κατάφερε δύο δήγματα (δαγκωνιές) στα δεξιά και αριστερά της ωμοπλάτης και παράλληλα τον χτύπησε με τα χέρια σε διάφορα σημεία του σώματος και στο κεφάλι.

Μετά από το επεισόδιο ο παθών πήγε στο πατρικό του σπίτι, όπου επισκέφθηκε την οικογενειακή γιατρό παθολόγο, η οποία επούλωσε και έδεσε την πληγή με γάζες που ο παθών άλλαζε κατά τις οδηγίες της και τον προμήθευσε με παυσίπονα για τον πόνο. Ο παθών προσπάθησε να κατευνάσει τα πνεύματα γι' αυτό και μετά το επεισόδιο, πριν την πατρική του οικία, επισκέφθηκε την οικία της πεθεράς του, η οποία, όπως είπε ο ίδιος, ήταν πιο λογική και προσπαθούσε πάντα να ομαλοποιεί τις καταστάσεις.

Η ενέργεια αυτή, από την πλευρά του παθόντος έγινε για να μη διαλύσει την οικογένειά του. Στη συνέχεια η 1η κατηγορουμένη άλλαξε την κλειδαριά της συζυγικής οικίας και απέπεμψε τον παθόντα. Ο δε 2ος κατηγορούμενος, αδελφός της, τον απείλησε και του δημιούργησε το φόβο ότι μπορεί να πραγματοποιήσει την απειλή του "θα σε καταστήσουμε ανάπηρο, θα υποστείς ανεπανόρθωτη βλάβη.

Κινδυνεύει άμεσα και αυτή η ίδια η ζωή σου, αν δεν εγκαταλείψεις την συζυγική οικία οριστικά, εάν τολμήσεις να αναζητήσεις ή να επικοινωνήσεις με την αδελφή μου και το τέκνο σας, αν δεν εξαφανιστείς από τη ζωή τους, το δε παιδί δεν πρόκειται να ξαναδείς στη ζωή σου". Αντίθετα δεν απεδείχθη ότι η 1η κατηγορουμένη απείλησε τον παθόντα και πρέπει να κηρυχθεί αθώα της πράξης αυτής.

Τα γεγονότα αυτά δεν αναιρούνται από κανένα άλλο αποδεικτικό στοιχείο, ο δε παθών ανήγγειλε το περιστατικό αυτό και στην αρμόδια αστυνομική αρχή, έστω και καθυστερημένα, όπως καθυστερημένα επισκέφθηκε και τον ιατροδικαστή, διότι ακόμα ήθελε να δώσει μία ευκαιρία στην έγγαμη σχέση του με την 1η κατηγορουμένη.

Επομένως οι κατηγορούμενοι τέλεσαν ο καθένας τους, τις ως άνω πράξεις και πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό της παρούσας. Περαιτέρω ο ισχυρισμός των κατηγορουμένων περί μεταβολής της κατηγορίας σε ελαφρά σωματική βλάβη και εξάλειψη του αξιοποίνου λόγω παραγραφής, λόγω μη συνδρομής του στοιχείου της "συνεχούς συμπεριφοράς" είναι απορριπτέος καθόσον όπως αποδείχθηκε ο παθών έφερε τέτοια τραύματα (βλ.

την ιατροδικαστική έκθεση που διαβάστηκε στο ακροατήριο) που δεν δικαιολογούν όλως ελαφρά σωματική βλάβη, όπως δε κατέθεσε το τραύμα του χρειάστηκε περίδεση και τον ταλαιπώρησε επί 10ήμερο, ο δε μάρτυς Γρ. Λέων που κατέθεσε με πρωτοβουλία των κατηγορουμένων, ουδέν νεότερο προσέθεσε. Επιπλέον, όπως κατατέθηκε, το επίδικο δεν ήταν ένα περιστασιακό και μεμονωμένο επεισόδιο, αλλά πριν από αυτό είχε προηγηθεί σειρά επεισοδίων με ύβρεις και χειροδικίες σε βάρος του παθόντος (όπως χαστούκια, σπάσιμο γυαλιών οράσεως κλπ) από την πλευρά της κατηγορουμένης".

Στη συνέχεια, το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας, εκτός της διαλαμβανόμενης στην προσβαλλόμενη απόφαση απαλλακτικής διάταξης, ως προς την πρώτη κατηγορουμένη, η οποία δεν πλήττεται και δεν αποτελεί αντικείμενο της παρούσας κατ' αναίρεση δίκης, κήρυξε την τότε πρώτη κατηγορούμενη και ήδη αναιρεσείουσα Χ.

Ρ. ένοχη, με την ελαφρυντική περίσταση ότι συμπεριφέρθηκε καλά για μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα μετά την πράξη (άρθρο 84 παρ. 2 περ. ε' του ΠΚ), για την αξιόποινη πράξη της ενδοοικογενειακής σωματικής βλάβης τελεσθείσας ενώπιον ανήλικου μέλους της οικογένειας και τον τότε δεύτερο κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα Γ.

Ρ. ένοχο, με την ελαφρυντική περίσταση ότι έζησε ως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή (άρθρο 84 παρ. 2 περ. α' του ΠΚ), για την αξιόποινη πράξη της ενδοοικογενειακής απειλής, επέβαλε δε στην μεν πρώτη ποινή φυλάκισης πέντε (5) μηνών, στο δε δεύτερο ποινή φυλάκισης τριών (3) μηνών, ανασταλείσες επί τριετία, με το ακόλουθο διατακτικό: "ΚΗΡΥΣΣΕΙ την κατηγορούμενη Χ.

Ρ. ένοχη του ότι: Στους ..., στις 14-4-2012, με πρόθεση προξένησε σε άλλο μέλος της οικογένειάς της σωματική κάκωση και βλάβη της υγείας του, και μάλιστα ενώπιον του ανήλικου τέκνου της. Συγκεκριμένα ευρισκόμενη εντός της επί της οδού ... οικίας τους, επετέθη κατά του εγκαλούντος συζύγου της Π. Χ., δαγκώνοντάς τον στην αριστερή και δεξιά ωμοπλάτη του, προκαλώντας σε αυτόν σωματικές κακώσεις στα ανωτέρω σημεία του σώματός του και δη: "Μικρές εκδορές σε στάδιο αποδρομής με κυκλική διάταξη μετά εκχυμωτικής άλω σε στάδιο προχωρημένης απορρόφησης διαστάσεων 6 X 3,5 εκμ.

πλησίον στην οπίσθια περιφέρεια της δεξιάς ωμικής άρθρωσης. Μικρές εκδορές σε στάδιο αποδρομής σε ωοειδή διάταξη μετά εκχυμωτικής άλω σε στάδιο προχωρημένης απορρόφησης διαστάσεων 6X4 εκμ. στην οπίσθια αριστερή ωμική χώρα". Η πράξη της δε αυτή, τελέσθηκε ενώπιον του ανήλικου τέκνου τους Φ. Π., γεν. στις 20/06/2011". "ΚΗΡΥΣΣΕΙ τον κατηγορούμενο Γ.

Ρ. ένοχο του ότι: Στους ..., στις 18-4-2012, απείλησε άλλο μέλος της οικογένειάς του με παράνομες πράξεις που θα επιχειρήσει εναντίον του και συγκεκριμένα απείλησε τον εγκαλούντα σύζυγό της αδερφής του και πρώτης κατηγορουμένης Χ. Ρ. και γαμπρού του, ο οποίος ονομάζεται Π. Χ., με τις φράσεις: "Θα σε καταστήσουμε ανάπηρο, θα υποστείς ανεπανόρθωτη σωματική βλάβη.

Κινδυνεύει άμεσα και αυτή ακόμη η ζωή σου, εάν δεν πεισθείς να εγκαταλείψεις οριστικά την συζυγική οικία, εάν τολμήσεις να αναζητήσεις ή να επικοινωνήσεις με εμένα (ενν. την πρώτη κατηγορούμενη Ρ. Χ.) και το τέκνο μας, εάν δεν εξαφανιστείς από τη ζωή μου (ενν. την πρώτη κατηγορούμενη Ρ. Χ.) και του τέκνου μας, το οποίο (τέκνο) δεν πρόκειται να ξαναδείς στην ζωή σου", προκαλώντας σ' αυτόν με αυτόν τον τρόπο, τρόμο και ανησυχία".

Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό, σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην εν λόγω απόφασή του, όσον αφορά στα προμνημονευόμενα εγκλήματα για τα οποία καταδικάστηκαν οι αναιρεσείοντες, την απαιτούμενη από τις διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ως άνω εγκλημάτων, οι αποδείξεις, από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις, με τις οποίες τα υπήγαγε στις ως άνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 6 παρ. 3-1 και 7 παρ. 2 του Ν. 3500/2006, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, δηλαδή με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, οπότε δεν στέρησε την απόφαση από νόμιμη βάση.

Οι ειδικότερες αντίθετες αιτιάσεις, που περιέχονται στα αναιρετήρια, είναι αβάσιμες, διότι, κατ' ορθή εφαρμογή του νόμου και με αιτιολογική επάρκεια, το Δικαστήριο της ουσίας: α) δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα Χ. Ρ. τέλεσε σε βάρος του συζύγου της Χ. Π. την αξιόποινη πράξη της απλής ενδοοικογενειακής σωματικής βλάβης τελεσθείσας ενώπιον του ανήλικου μέλους της οικογένειάς τους Φ.

Π. και όχι εκείνη (πράξη) της εντελώς ελαφράς ενδοοικογενειακής σωματικής βλάβης με συνεχή συμπεριφορά και, συνεπώς, η αιτίαση της αναιρεσείουσας Χ. Ρ. για έλλειψη αιτιολογίας για το συνεχές της συμπεριφοράς αυτής είναι αλυσιτελής, αφού δεν υπάρχει στην προσβαλλόμενη απόφαση η παραδοχή ότι η αναιρεσείουσα Χ.

Ρ. τέλεσε σε βάρος του παθόντος την αξιόποινη πράξη της εντελώς ελαφράς ενδοοικογενειακής σωματικής βλάβης με συνεχή συμπεριφορά, ενώ η αναφορά στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης περί επανειλημμένης (συνεχούς) συμπεριφοράς της αναιρεσείουσας Χ. Ρ. δεν διαφοροποιεί την προαναφερόμενη κρίση ως προς το είδος της τελεσθείσας από αυτή απλής ενδοοικογενειακής σωματικής βλάβης τελεσθείσας στη συγκεκριμένη περίπτωση ενώπιον ανήλικου μέλους της οικογένειάς τους, αφού, ενόψει της εν λόγω παραδοχής, η αναφορά αυτή δεν ασκεί επιρροή, γίνεται δε σαφές από την όλη συλλογιστική του σκεπτικού της παραπάνω απόφασης, ότι η επισημαινόμενη από την αναιρεσείουσα εν λόγω αναφορά παρατέθηκε διηγηματικά, προκειμένου να αιτιολογηθεί η μη χορήγηση σ'αυτήν της ελαφρυντικής περίστασης του προτέρου εντίμου βίου, β) για την περί ενοχής των αναιρεσειόντων κρίση του, έλαβε υπόψη του τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, που εξετάστηκαν ενόρκως στο ακροατήριό του, την ανωμοτί κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, τα έγγραφα που αναγνώστηκαν στο ακροατήριό του και τις απολογίες των κατηγορουμένων, συνεκτίμησε δε και αξιολόγησε όλα τα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να προκύπτει ότι έγινε επιλεκτική αξιολόγηση κάποιου από αυτά ή δεν λήφθηκε υπόψη κάποιο από αυτά και ειδικότερα έλαβε υπόψη του την αναγνωσθείσα στο ακροατήριο αυτού την από 24-4-2012 ιατροδικαστική έκθεση, δεδομένου ότι αυτή μνημονεύεται στη σελίδα 47 της προσβαλλόμενης απόφασης, το πόρισμα δε αυτής αναμφιβόλως συνεκτιμήθηκε από το Δικαστήριο της ουσίας, αφού συμπορεύεται προς τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης σχετικά με το είδος της σωματικής βλάβης του παθόντος, γ) με την περί ενοχής της αναιρεσείουσας Χ.

Ρ. κρίση του απάντησε στον ισχυρισμό αυτής περί μετατροπής της κατηγορίας από απλή ενδοοικογενειακή σωματική βλάβη τελεσθείσα ενώπιον ανήλικου μέλους της οικογένειας σε εντελώς ελαφρά ενδοοικογενειακή σωματική βλάβη με συνεχή συμπεριφορά, ο οποίος συνιστά αμφισβήτηση από αυτή του νομικού χαρακτηρισμού της πράξης και, συνεπώς, άρνηση της κατηγορίας και όχι αυτοτελή ισχυρισμό, δ) απέρριψε με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία το αίτημα της αναιρεσείουσας Χ.

Ρ. για κατ' αντιπαράσταση εξέταση του παθόντος με την ίδια, δεχθέν τα ακόλουθα: "Από την εκτίμηση των καταθέσεων των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης....σε συνδυασμό με το περιεχόμενο των εγγράφων που προσκομίστηκαν και διαβάστηκαν στο ακροατήριο, τα πρακτικά και την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, τις απολογίες των κατηγορουμένων και την εν γένει διαδικασία, το Δικαστήριο κρίνει ότι τα ως άνω υπάρχοντα αποδεικτικά στοιχεία αρκούν για το σχηματισμό πλήρους δικανικής πεποίθησης και η κατ' αντιπαράσταση εξέταση των διαδίκων όχι μόνο δεν θα προσδώσει τίποτε επιπλέον στην αποδεικτική διαδικασία, αλλά θα οξύνει έτι περαιτέρω τα πνεύματα μεταξύ τους.

Επομένως, το σχετικό αίτημα πρέπει να απορριφθεί" και ζ) στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης διαλαμβάνεται και ο τρόπος, με τον οποίο ο αναιρεσείων Γ. Ρ. εξωτερίκευσε τη θέλησή του να ασκήσει βία και να τελέσει άλλες παράνομες πράξεις σε βάρος του παθόντος Χ. Π. (συζύγου της αδελφής του, Χ. Ρ.) και ειδικότερα με τις αναφερόμενες σ' αυτό (σκεπτικό) φράσεις, καθώς και η πρόκληση σ' αυτόν (παθόντα) του φόβου, ότι ο αναιρεσείων Γ.

Ρ. μπορούσε να πραγματοποιήσει την απειλή αυτή. Κατά συνέπεια, οι υποστηρίζοντες τα αντίθετα πρώτος, δεύτερος, τέταρτος, πέμπτος και έκτος από τους λόγους της υπό κρίση αίτησης της αναιρεσείουσας Χ. Ρ. και τρίτος (λόγος) της υπό κρίση αίτησης του αναιρεσείοντος Γ. Ρ., από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή και εκ πλαγίου παραβίαση των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 1, 6 παρ. 3-1 και 7 παρ. 2 του Ν. 3500/2006, είναι αβάσιμοι.

Περαιτέρω, η ειδικότερη αιτίαση του αναιρεσείοντος Γ. Ρ. περί του ότι το Δικαστήριο της ουσίας με την προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένα τον καταδίκασε για ενδοοικογενειακή απειλή, για τη στοιχειοθέτηση της οποίας απαιτείται, κατά τους ισχυρισμούς του, εκτός των άλλων, ο δράστης να είναι σύνοικος του παθόντος, εδράζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι κατά τη σαφή διατύπωση της παρ. 2 περ.

α' του άρθρου 1 του Ν. 3500/2006, στην έννοια της οικογένειας περιλαμβάνονται και οι συγγενείς δεύτερου βαθμού εξ αγχιστείας, όπως είναι ο αναιρεσείων Γ. Ρ. με τον παθόντα και πολιτικώς ενάγοντα Χ. Π., ενώ δεν απαιτείται συνοίκηση αυτού με τον παθόντα, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, όπως απαιτείται για άλλους συγγενείς, κατά τη διάταξη της παρ. 2 περ.

β' του εν λόγω άρθρου. Κατά συνέπεια, ο υποστηρίζων τα αντίθετα πρώτος λόγος της υπό κρίση αίτησης του αναιρεσείοντος Γ. Ρ., από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι αβάσιμος.

Εξάλλου, εφόσον, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η πράξη την οποία τέλεσε ο αναιρεσείων Γ. Ρ. θεμελιώνει τη νομοτυπική μορφή του αυτοτελούς ιδιώνυμου αδικήματος της ενδοοικογενειακής απειλής, κατά το άρθρο 7 παρ. 2 του Ν. 3500/2006, η ποινική δίωξη γι' αυτό δεν μπορεί να παύσει υπό όρο, κατά το άρθρο 8 παρ. 1 του Ν 4411/2016, εφόσον για το έγκλημα αυτό ο νόμος απειλεί ποινή φυλάκισης (δέκα ημερών έως πέντε ετών) και όχι ποινή φυλάκισης έως δύο (2) ετών.

Κατά συνέπεια, ο υποστηρίζων τα αντίθετα δεύτερος λόγος της υπό κρίση αίτησης του αναιρεσείοντος Γ. Ρ., από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' και ήδη Θ' του ΚΠοινΔ, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για υπέρβαση εξουσίας, είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 470 εδ. α' του ΚΠΔ, στην περίπτωση που ασκήθηκε ένδικο μέσο εναντίον καταδικαστικής απόφασης από εκείνον που καταδικάστηκε ή υπέρ αυτού, δεν μπορεί να γίνει χειρότερη η θέση του ούτε να ανακληθούν τα ευεργετήματα που δόθηκαν με την απόφαση που προσβάλλεται.

Από τη διάταξη αυτή, η παραβίαση της οποίας συνιστά υπέρβαση εξουσίας και ιδρύει το λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' και ήδη Θ' του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι χειροτερεύει η θέση του κατηγορουμένου και όταν το δικαστήριο, που κρίνει επί ενδίκου μέσου, το οποίο άσκησε ο ίδιος ή ασκήθηκε υπέρ αυτού, τον κηρύξει αθώο για ένα από τα κεφάλαια της κατηγορίας ή για μερικότερες πράξεις του εξακολουθούντος εγκλήματος, για το οποίο είχε καταδικασθεί πρωτοδίκως, διατήρησε όμως την ίδια χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη, την οποία επέστη ο εγκαλών.

Στην προκείμενη περίπτωση, με την παραδεκτώς επισκοπούμενη, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, απόφαση, με αριθμό 24312/2017, του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, η τότε πρώτη κατηγορούμενη και ήδη αναιρεσείουσα Χ. Ρ. καταδικάστηκε πρωτοδίκως για δύο αξιόποινες πράξεις, ήτοι για την πράξη της απλής ενδοοικογενειακής σωματικής βλάβης τελεσθείσας ενώπιον ανήλικου μέλους της οικογένειας και για την πράξη της ενδοοικογενειακής απειλής, υποχρεώθηκε δε να καταβάλει στον πολιτικώς ενάγοντα, Χ.

Π., το χρηματικό ποσό των σαράντα τεσσάρων (44) ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, την οποία υπέστη από τις ως άνω αξιόποινες πράξεις. Στη συνέχεια, με την προσβαλλόμενη απόφαση, η ίδια αναιρεσείουσα Χ. Ρ. υποχρεώθηκε να καταβάλει στον πολιτικώς ενάγοντα, Χ. Π., το ίδιο χρηματικό ποσό (44 ευρώ), ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, μολονότι αυτή (αναιρεσείουσα) καταδικάστηκε μόνο για μία αξιόποινη πράξη, ήτοι για απλή ενδοοικογενειακή σωματική βλάβη τελεσθείσα ενώπιον ανήλικου μέλους της οικογένειας.

Έτσι, όμως, το δευτεροβάθμιο Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών κατέστησε χειρότερη τη θέση της αναιρεσείουσας-κατηγορούμενης Χ. Ρ. και υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η' και ήδη Θ' του ΚΠοινΔ, υπερβαίνοντας την εξουσία του. Κατά συνέπεια, ο τρίτος σχετικός λόγος της υπό κρίση αίτησης της αναιρεσείουσας Χ.

Ρ., από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' και ήδη Θ' του ΚΠοινΔ, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για υπέρβαση εξουσίας, είναι βάσιμος. Σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος, "έγκλημα δεν υπάρχει ούτε ποινή επιβάλλεται χωρίς νόμο που να ισχύει πριν από την τέλεση της πράξης και να ορίζει τα στοιχεία της.

Ποτέ δεν επιβάλλεται ποινή βαρύτερη από εκείνη που προβλεπόταν κατά την τέλεση της πράξης". Επίσης, κατά το άρθρο 7 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, "ουδείς δύναται να καταδικασθή δια πράξιν ή παράλειψιν η οποία, καθ' ην στιγμήν διεπράχθη, δεν απετέλει αδίκημα συμφώνως προς το εθνικόν ή διεθνές δίκαιον. Ούτε και επιβάλλεται βαρυτέρα ποινή από εκείνην η οποία επεβάλλετo κατά την στιγμήν της διαπράξεως του αδικήματος", ενώ κατά το άρθρο 15 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που έχει κυρωθεί με το Ν. 2462/1997, "κανείς δεν καταδικάζεται για πράξεις ή παραλείψεις, οι οποίες δεν ήταν αξιόποινες κατά το εσωτερικό ή το διεθνές δίκαιο τη στιγμή της διάπραξής τους.

Επίσης δεν επιβάλλεται βαρύτερη ποινή από εκείνην που προβλεπόταν κατά τη χρονική στιγμή της διάπραξης του ποινικού αδικήματος. Εάν, μετά τη διάπραξή του ο νόμος προβλέπει την επιβολή ελαφρύτερης ποινής, ο δράστης επωφελείται από αυτήν". Περαιτέρω, κατά το άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ, "αν από την τέλεση της πράξης έως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν δύο ή περισσότεροι νόμοι, εφαρμόζεται αυτός που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις".

Η διάταξη αυτή αναφέρεται στους ουσιαστικούς ποινικούς νόμους και όχι στους δικονομικούς, καθόσον οι δικονομικοί νόμοι έχουν αναδρομική ισχύ και ρυθμίζουν τις εκκρεμείς δίκες κατά το ατέλεστο, κατά το χρόνο της έκδοσής τους, μέρος αυτών, εκτός αν ορίζουν διαφορετικά (ΟλΑΠ 1/2014). Κατά την έννοια της ίδιας διάταξης, με την οποία καθιερώνεται η αρχή της αναδρομικότητας του επιεικέστερου ουσιαστικού ποινικού νόμου, που ίσχυσε από την τέλεση της πράξης μέχρι το χρόνο της αμετάκλητης εκδίκασης της υπόθεσης, ως επιεικέστερος νόμος θεωρείται εκείνος που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, δηλαδή εκείνος, ο οποίος με την εφαρμογή του, με βάση τις προβλεπόμενες στη συγκεκριμένη περίπτωση προϋποθέσεις, επιφέρει την ευνοϊκότερη για τον κατηγορούμενο ποινική μεταχείριση.

Προς τούτο γίνεται σύγκριση των περισσοτέρων σχετικών διατάξεων στο σύνολο των προϋποθέσεων που προβλέπονται από καθεμιά από αυτές. Αν από τη σύγκριση αυτή προκύψει ότι ο κατηγορούμενος, όπως κατηγορείται, επιβαρύνεται το ίδιο από όλους τους νόμους, τότε εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ίσχυε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, διαφορετικά εφαρμόζεται ο νεότερος επιεικέστερος νόμος.

Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 511 εδ. δ' του ΚΠοινΔ, ο Άρειος Πάγος εφαρμόζει αυτεπαγγέλτως τον επιεικέστερο νόμο, που ισχύει μετά τη δημοσίευση της απόφασης. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 2 του Ν. 3500/2006, "το μέλος της οικογένειας, το οποίο προκαλεί τρόμο ή ανησυχία σε άλλο μέλος της οικογένειας, απειλώντας το με βία ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη, τιμωρείται με φυλάκιση".

Ήδη, όμως, με τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 463 παρ. 2 του ισχύοντος από την 1η-7-2019 νέου Ποινικού Κώδικα, που κυρώθηκε με το Ν. 4619/2019, ορίζεται ότι "όπου σε ειδικούς νόμους απειλείται ποινή φυλάκισης, προστίθεται διαζευκτικά και η χρηματική ποινή, όπως αυτή προβλέπεται στο άρθρο 57 του παρόντος Κώδικα".

Συνεπώς, στην προβλεπόμενη από το άρθρο 7 παρ. 2 του Ν. 3500/2006 ποινή φυλάκισης προστίθεται διαζευκτικά και η χρηματική ποινή και, έτσι, η διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 του Ν. 3500/2006 καθίσταται ηπιότερη ως προς την ποινή. Σύμφωνα, επομένως, με τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 του ΠΚ και 511 εδ. δ' του ΚΠοινΔ, το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου πρέπει αυτεπαγγέλτως να εφαρμόσει την ως άνω ηπιότερη για τον αναιρεσείοντα Γ. Ρ. διάταξη.

Σύμφωνα με όλα αυτά και, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος για έρευνα, πρέπει: α) κατά μερική παραδοχή της αίτησης αναίρεσης της Χ. Ρ., να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, με αριθμό 4836/2018, του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, ως προς τη διάταξή της, με την οποία η αναιρεσείουσα Χ. Ρ. υποχρεώθηκε να καταβάλει στον πολιτικώς ενάγοντα, Χ.

Π., το χρηματικό ποσό των σαράντα τεσσάρων (44 ευρώ), ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, απαλειφθεί δε από τον Άρειο Πάγο η σχετική διάταξη από το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, εφόσον δεν συντρέχει περίπτωση παραπομπής της υπόθεσης, κατά το εν λόγω αναιρούμενο μέρος, στο Δικαστήριο της ουσίας, διότι μετά τη νομοθετική μεταβολή, που επήλθε με την έναρξη εφαρμογής, από την 1η-7-2019, του νέου Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, που κυρώθηκε με το Ν. 4620/2019, δεν προβλέπεται πλέον επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, β) κατά μερική παραδοχή της αίτησης αναίρεσης του Γ.

Ρ., να αναιρεθεί εν μέρει η προμνημονευθείσα προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς τις αφορώσες σ' αυτόν διατάξεις περί ποινής και να παραπεμφθεί, κατά το αναιρούμενο, ως προς το Γ. Ρ., μέρος, η υπόθεση για νέα κατά τούτο συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, συγκροτούμενο, εφόσον τούτο είναι δυνατό, από τους ίδιους Δικαστές, αφού η απόφαση αναιρείται ως προς το Γ.

Ρ. μόνο ως προς το σκέλος της ποινής (άρθρα 522, 590 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠοινΔ) και γ) να απορριφθούν, κατά τα λοιπά, οι υπό κρίση αιτήσεις αναίρεσης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει την απόφαση, με αριθμό 4836/2018, του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, ως προς τη διάταξή της, με την οποία η αναιρεσείουσα Χ. Ρ. υποχρεώθηκε να καταβάλει στον πολιτικώς ενάγοντα, Χ. Π., το χρηματικό ποσό των σαράντα τεσσάρων (44 ευρώ), ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Απαλείφει την προαναφερθείσα διάταξη από το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.

Αναιρεί εν μέρει την προμνημονευθείσα απόφαση, ως προς τις αφορώσες στον αναιρεσείοντα Γ. Ρ. διατάξεις περί ποινής.

Παραπέμπει, κατά το αναιρούμενο, ως προς το Γ. Ρ., μέρος, την υπόθεση για νέα κατά τούτο συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, συγκροτούμενο, εφόσον τούτο είναι δυνατό, από τους ίδιους Δικαστές.

Απορρίπτει, κατά τα λοιπά, την από 3-1-2019 αίτηση (ασκηθείσα με δήλωση, που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 8-1-2019) της Χ. Ρ. του Μ., κατοίκου ... και την από 3-1-2019 αίτηση (ασκηθείσα με δήλωση, που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 8-1-2019) του Γ. Ρ. του Μ., κατοίκου ..., για αναίρεση της απόφασης, με αριθμό 4836/2018, του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Ιουλίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Οκτωβρίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ