Appeal dismissed because the contested judgment remains subject to annulment of default judgment and lacks finality.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for annulment of the first-instance court's judgment. The court found that the contested decision was not final because it remained subject to an annulment of default judgment procedure due to the death of one of the defendants before the appeal was served. Furthermore, the court held that the two claims joined in the appeal were not sufficiently distinct to allow separate annulment, as they shared the same prerequisite of co-ownership, creating a risk of contradictory rulings.
Legislator headnote
AI generatedArticles 286, 287, 291, 292, 573, 577 of the Code of Civil Procedure; A request for annulment is inadmissible if the contested judgment remains subject to annulment of default judgment and if joining distinct claims creates a risk of contradictory decisions.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1596 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1596/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Πέτρο Σαλίχο, Ιωάννη Φιοράκη, Παρασκευή Καλαϊτζή, Λάμπρο Καρέλο, εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Σεπτεμβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας Μ. συζ. Ε. Π., το γένος Θ. Α., κατοίκου ...), η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Οικονόμου.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Θ. Α. Λ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, 2) Ν. Α. Λ., κατοίκου ..., 3) Π. χας Β. Λ., το γένος Ε. Λ., 4) Ε. Β. Λ. και 5) Α. Β. Λ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Ταντσή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Στο σημείο αυτό εμφανίστηκε ο δικηγόρος Αναστάσιος Χριστιανόπουλος και δήλωσε ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος Θ. Α. Λ. πέθανε στις 22-3-2017 και κληρονομήθηκε με διαθήκη ως προς τα επίδικα ακίνητα από τη σύζυγό του Μ. χα Θ. Λ., το γένος Κ. Π., η οποία συνεχίζει τη δίκη που διακόπηκε βίαια και την οποία εκπροσωπεί.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 26-4-2006 και 14-8-2008 αγωγές της αναιρεσείουσας στο Μονομελές Πρωτοδικείο Έδεσσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 96/2007 μη οριστική ως προς την πρώτη αγωγή, 232/2011 οριστική και ως προς τις δυο αγωγές του παραπάνω Δικαστηρίου και 1835/2013 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 27-7-2016 αίτησή της, η συζήτηση της οποίας ορίστηκε για τις 20-9-2017, οπότε αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 6-12-2017 και εν συνεχεία για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως αναφέρεται παραπάνω και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι της αναιρεσείουσας και της Μ.ς χας Θ. Λ., που, κατά τα παραπάνω συνεχίζει την δίκη, ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, ο δε πρώτος και την καταδίκη των αναιρεσιβλήτων στη δικαστική του δαπάνη.
Εισηγητής ορίσθηκε ο Αρεοπαγίτης Λάμπρος Καρέλος.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση αίτηση στρέφεται κατά της 1835/2013 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με την απόφαση αυτή απερρίφθη, ερήμην του πρώτου αναιρεσιβλήτου Θ. Α. Λ. και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, έφεση της αναιρεσείουσας κατά της 232/2011 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας, με την οποία είχαν απορριφθεί αγωγή διανομής και αγωγή αποζημίωσης χρήσης της ίδιας (αναιρεσείουσας) κατά των αναιρεσιβλήτων.
Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί το παραδεκτό της άσκησης της αίτησης αναίρεσης (άρθρο 577 παρ. 1 κ' 2 ΚΠολΔ). Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α' , 287, 291 και 292 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται, κατά το άρθρο 573 παρ. 1 ίδιου Κώδικα και στην αναιρετική δίκη, προκύπτει, ότι η δίκη διακόπτεται, αν, μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, πεθάνει κάποιος διάδικος.
Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση στον αντίδικο του λόγου της διακοπής, με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξης. Η γνωστοποίηση γίνεται από εκείνον που έχει δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που, μέχρι τη στιγμή του θανάτου του διαδίκου, ήταν πληρεξούσιός του.
Η επανάληψη μπορεί να γίνει εκουσίως από τους κληρονόμους του θανόντος, με δήλωσή τους στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης για συζήτηση, ακόμη και ταυτόχρονα με τη δήλωση διακοπής, εφόσον παρίσταται ο αντίδικος, αλλά και με την επίδοση ιδιαίτερου δικογράφου ή και με εξώδικη δήλωση, ακόμη και σιωπηρά με την κοινοποίηση κλήσης για συζήτηση της υπόθεσης.
Εν προκειμένω, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος Θ. Α. Λ. πέθανε στις 22-3-2017, μετά, δηλαδή, την άσκηση, στις 29-7-2016, της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης και, ως προς τα επίδικα ακίνητα, άφησε, με διαθήκη, κληρονόμο του τη σύζυγό του Μ. χα Θ. Λ., το γένος Κ. Π., η οποία αποδέχτηκε την κληρονομία και με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της Αναστασίου Χριστιανόπουλου, που έγινε στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και καταχωρήθηκε στα πρακτικά της δίκης, γνωστοποίησε στους λοιπούς διαδίκους το θάνατο του παραπάνω δικαιοπαρόχου της και ταυτόχρονα δήλωσε, ότι συνεχίζει για εκείνον τη διακοπείσα δίκη. Τα ανωτέρω γεγονότα, που νομιμοποιούν την παραπάνω να συνεχίσει την προκείμενη δίκη, αποδεικνύονται από τα οικεία έγγραφα που προσκομίζει, παράλληλα δε δεν αμφισβητούνται από την αναιρεσείουσα (άρθρο 261 ΚΠολΔ).
Συνεπώς, νόμιμα επαναλαμβάνεται η προκείμενη δίκη και παραδεκτά χωρεί η συζήτηση της υπόθεσης.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 553 παρ. 1β', 309 εδ. 1, 321 και 495 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που είναι τελεσίδικη κατά το χρόνο άσκησής της, κατά το χρόνο, δηλαδή, κατάθεσής της στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την εν λόγω απόφαση. Τελεσίδικη δε είναι η απόφαση, η οποία, απεκδύοντας το δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή και δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και έφεση.
Συνεπώς, η ερήμην οριστική απόφαση του Εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνο αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας, είτε διότι παρήλθε άπρακτη η, κατ' άρθρο 503 παρ. 1 ΚΠολΔ, δεκαπενθήμερη, για την άσκησή της, προθεσμία από την επίδοση της απόφασης, είτε διότι ο διάδικος που δικάστηκε ερήμην και δικαιούται σε άσκησή της, παραιτήθηκε νόμιμα από το ένδικο αυτό μέσο ή από το δικαίωμα άσκησής του, είτε διότι ασκήθηκε και απορρίφθηκε οριστικά, καθόσον έκτοτε καθίσταται η απόφαση αυτή τελεσίδικη και, επομένως, προσβλητή με αναίρεση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1β ΚΠολΔ.
Η απόδειξη της τελεσιδικίας γίνεται με τη προσκόμιση των σχετικών εκθέσεων επίδοσης ή με τη βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή στην απόφαση που επιδόθηκε, σε συνδυασμό με βεβαίωση της γραμματείας του δικαστηρίου ότι δεν ασκήθηκε ένδικο μέσο (ΟλΑΠ 18/01. ΑΠ 658/12). Εξάλλου, από τις διατάξεις του παραπάνω άρθρου 553 παρ. 1β ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρου 503 ίδιου Κώδικα, συνάγεται, ότι, στις ερήμην αποφάσεις του δευτέρου βαθμού, οι γνήσιες προθεσμίες άσκησης ανακοπής ερημοδικίας και αναίρεσης είναι διαδοχικές και, επομένως, η ερήμην απόφαση του δευτέρου βαθμού υπόκειται σε αναίρεση μόνο μετά την πάροδο της προθεσμίας άσκησης ανακοπής ερημοδικίας εναντίον της, εκτός αν ο αναιρεσείων, που ήταν ερήμην στο δεύτερο βαθμό, παραιτηθεί του δικαιώματος άσκησης ανακοπής ερημοδικίας, ακόμη και με το δικόγραφο της αναίρεσης.
Αν η ερήμην απόφαση του δευτέρου βαθμού δεν επιδοθεί, επειδή δεν προβλέπεται καταχρηστική προθεσμία για την άσκηση ανακοπής ερημοδικίας, δεν αρχίζει η προθεσμία της αναίρεσης, η οποία, αν παρ' όλα αυτά, ασκηθεί, είναι απαράδεκτη (ΑΠ 530/18). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 553 ΚΠολΔ με εκείνες των άρθρων 74, 75 παρ. 1 κ' 2 και 76 παρ. 1 ίδιου Κώδικα, συνάγεται, ότι, στην απλή ομοδικία, η οριστική απόφαση γίνεται τελεσίδικη αυτοτελώς για κάθε ομόδικο και, συνεπώς, υπόκειται σε αναίρεση κατά το μέρος που είναι τελεσίδικη, προτού δηλαδή να γίνει τελεσίδικη και ως προς τους υπόλοιπους ομοδίκους.
Αντίθετα, σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, η οποία υπάρχει και όταν ασκήθηκε αγωγή διανομής κοινού πράγματος, που υποχρεωτικά, κατά το άρθρο 478 ΚΠολΔ, απευθύνεται κατά όλων των κοινωνών, η οριστική απόφαση προσβάλλεται παραδεκτά με αναίρεση μόνο όταν καταστεί τελεσίδικη για όλους τους ομοδίκους (ΑΠ 658/12).
Εξάλλου, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 76 παρ. 1 και 501 ΚΠολΔ, σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, δικαίωμα να ασκήσει αιτιολογημένη ανακοπή ερημοδικίας, κατά της απόφασης που εκδόθηκε ερήμην του, έχει ο αναγκαίος ομόδικος που ήταν απών στη δίκη, έστω και αν αυτός, σύμφωνα με την πρώτη από τις παραπάνω διατάξεις, θεωρείται ότι αντιπροσωπεύθηκε στη δίκη από τους παρόντες αναγκαίους ομοδίκους του, αφού προϋπόθεση για την αντιπροσώπευση αυτή είναι να είχε αυτός κλητευθεί νόμιμα.
Προκειμένου, ειδικότερα, για δίκη διανομής κοινού πράγματος, στην οποία η σχετική αγωγή έχει διπλό χαρακτήρα, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 798, 799 ΑΚ και 480 παρ. 3, 481 αρ. 2, 483 και 489 ΚΠολΔ και η θέση κάθε κοινωνού ως ενάγοντα ή εναγομένου είναι συμπτωματική και εξαρτάται από το ποίος είχε την πρωτοβουλία να ασκήσει την αγωγή, κάθε δε κοινωνός είναι συγχρόνως ομόδικος και αντίδικος των υπόλοιπων συγκοινωνών (ΟλΑΠ 321/1983), δεν έχει εφαρμογή ο κανόνας της αντιπροσώπευσης του απόντος κοινωνού διαδίκου από τους παρόντες συγκοινωνούς, αναγκαίους ομοδίκους του.
Συνεπώς, σε κάθε περίπτωση, στη δίκη αυτή δεν μπορεί να αποκλεισθεί εκ των προτέρων το έννομο συμφέρον του απόντος συγκοινωνού διαδίκου να ασκήσει κατά της απόφασης που εκδόθηκε ερήμην του ανακοπή ερημοδικίας. Τις προϋποθέσεις δε του παραδεκτού αυτής, όπως είναι και η ύπαρξη έννομου συμφέροντος για την άσκησή της, θα κρίνει μόνο το δικαστήριο που θα δικάσει την ανακοπή ερημοδικίας, το οποίο θα κρίνει και τη βασιμότητα των λόγων της, ενώ δεν μπορεί να τις κρίνει παρεμπιπτόντως ο Άρειος Πάγος, όταν εξετάζει αν η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έχει τελεσιδικήσει (ΟλΑΠ 15/01.
ΑΠ 2202/06). Αν, συνεπώς, σε δίκη διανομής, δικάστηκε ερήμην στο Εφετείο ο ένας από τους αναγκαίους ομοδίκους συγκοινωνούς, για να υπόκειται η απόφαση σε αναίρεση, θα πρέπει να έχει γίνει τελεσίδικη και ως προς αυτόν, με κάποιον από τους τρόπους που προαναφέρθηκαν. Σε περίπτωση δε μη επίδοσης της ερήμην απόφασης στον ερημοδικασθέντα, δεν αρχίζει η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας γι' αυτόν και, αφού, για το λόγο τούτο, η απόφαση δεν έχει καταστεί τελεσίδικη και ως προς αυτόν, δεν αρχίζει η προθεσμία της αναίρεσης.
Αν δε, παρ' όλα αυτά, ασκηθεί αίτηση αναίρεσης, αυτή απορρίπτεται ως απαράδεκτη για όλους τους αναιρεσιβλήτους, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση, μη έχοντας καταστεί τελεσίδικη ως προς τον ερημοδικασθέντα, δεν έχει καταστεί τελεσίδικη ως προς όλους τους αναιρεσιβλήτους. Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι "αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση, α).....
β) των οριστικών αποφάσεων που περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή για την ανταγωγή. Αν η απόφαση είναι κατά ένα μέρος οριστική, δεν επιτρέπεται αναίρεση ούτε κατά των οριστικών διατάξεων πριν εκδοθεί οριστική απόφαση στη δίκη", συνάγεται, ότι, αν συνεκδικαστούν περισσότερες συναφείς αγωγές μεταξύ των ίδιων διαδίκων, όπως και σε περίπτωση αντικειμενικής σώρευσης αγωγών, ήτοι αν ενωθούν στο ίδιο δικόγραφο περισσότερες αιτήσεις παροχής έννομης προστασίας του ίδιου ενάγοντα κατά του ίδιου εναγομένου (άρθρο 218 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν επιτρέπεται και απορρίπτεται ως απαράδεκτη αναίρεση που ασκείται ακόμη και κατά των οριστικών διατάξεων της προσβαλλόμενης απόφασης, ήτοι εκείνων που δέχονται ή απορρίπτουν ένα μόνο ή και περισσότερα, όχι, όμως, το σύνολο των αγωγών ή αυτοτελών αιτημάτων, με την προϋπόθεση, όμως, ότι η αγωγή ή η αίτηση που κρίθηκε οριστικά είναι συναφής με εκείνη που είναι ακόμα εκκρεμής, έτσι, ώστε, από την άσκηση της αναίρεσης να δημιουργείται ενδεχόμενος κίνδυνος έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων (ΑΠ 295/07).
Εν προκειμένω, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτει, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε ερήμην του πρώτου αναιρεσιβλήτου Θ. Α. Λ., που πέθανε μετά την άσκηση της υπό κρίση αίτησης, ότι με την απόφαση αυτή απερρίφθη έφεση της αναιρεσείουσας κατά των αναιρεσιβλήτων και επικυρώθηκε η πρωτοβάθμια 232/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας, ότι με την τελευταία αυτή απόφαση συνεκδικάστηκαν και απορρίφθηκαν, ως καταχρηστικές, δυο, με ξεχωριστά δικόγραφα, αγωγές της αναιρεσείουσας κατά των αναιρεσιβλήτων, μία για τη διανομή των αναφερομένων κοινών ακινήτων και μια για την καταβολή αποζημίωσης, λόγω της αποκλειστικής από τους αναιρεσίβλητους χρήσης τους, ενώ δεν προκύπτει, ούτε κάποιος από τους διαδίκους επικαλείται είτε επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης στον ερημοδικασθέντα μ' αυτή πρώτο αναιρεσίβλητο ή, μετά το θάνατό του, στη σύζυγό του Μ., η οποία, κατά τα παραπάνω, συνεχίζει, στη θέση του, τη δίκη, είτε απόρριψη ανακοπής ερημοδικίας κάποιου από τους ανωτέρω κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, είτε παραίτησή τους από το ένδικο αυτό μέσο ή από το δικαίωμα άσκησής του.
Ενόψει τούτων και, σύμφωνα με τις σκέψεις που προεκτέθηκαν, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Ειδικότερα, εφόσον η προσβαλλόμενη απόφαση εξακολουθεί, λόγω της, κατά τα ανωτέρω, μη επίδοσής της, να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας, δεν έχει καταστεί τελεσίδικη και γι' αυτό δεν υπόκειται σε αναίρεση, ως προς μεν την αγωγή διανομής, για το σύνολο των αναιρεσιβλήτων, λόγω της μεταξύ τούτων αναγκαστικής ομοδικίας, ως προς δε την αγωγή αποζημίωσης χρήσης μόνο ως προς τον ερημοδικασθέντα πρώτο αναιρεσίβλητο, λόγω της απλής, ως προς την αγωγή αυτή, ομοδικίας. Πλην, ούτε ως προς το κεφάλαιο αυτό της προσβαλλομένης είναι παραδεκτή η υπό κρίση αίτηση, λόγω της συνάφειας των δύο αγωγών και για να αποτραπεί το ενδεχόμενο έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων, αφού και οι δύο αγωγές στηρίζονται στην ίδια προϋπόθεση, ήτοι στη συγκυριότητα των διαδίκων στα επίδικα.
Μετά από αυτά, η αίτηση πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, αφού ηττάται, στη δικαστική δαπάνη των τεσσάρων τελευταίων αναιρεσιβλήτων, κατά παραδοχή του σχετικού νομίμου αιτήματός τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27-7-2016 αίτηση της Μ. συζ. Ε. Π., το γένος Θ. Α., για αναίρεση της 1835/2013 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε η αναιρεσείουσα στο Δημόσιο Ταμείο. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των τεσσάρων τελευταίων αναιρεσιβλήτων Ν. Α. Λ., Π. χας Β. Λ., Ε. Β. Λ. και Α. Β. Λ., που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Οκτωβρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Νοεμβρίου 2018.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ