Legislator Case Law & Legislation
1596/2017 AI generated

Supreme Court allows appeal against lower court's dismissal of exclusive distribution contract damages claim.

Case Number 1596/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's dismissal of a damages claim arising from an exclusive distribution contract. The appellant argued the lower court failed to apply Article 9 of Presidential Decree 219/1991 regarding lost profits and customer compensation. The Court found the lower court's reasoning insufficient and violated the statutory rule by relying on vague assumptions rather than concrete evidence of lost revenue.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1) and 577(3) of the Code of Civil Procedure; A violation of substantive law occurs when a court fails to apply a legal rule that was applicable to the case, and an appeal is admissible if such a violation is established.

Keywords

AI generated
exclusive distribution contract lost profits damages customer compensation violation of substantive law remittal for retrial Article 9 Presidential Decree 219/1991 Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 495(4) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 65 of Law 4139/2013
Article 9(1) of Presidential Decree 219/1991

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Judgment 36/1988
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1596 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1596/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό και Γεώργιο Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: υπό εκκαθάριση τελούσας ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΕΕ", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κουτσούκη.

Της αναιρεσίβλητης: εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", ως καθολικής διαδόχου λόγω συγχώνευσης με απορρόφηση της εταιρείας "... ... ΑΕ", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Τεγόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-6-2010 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 959/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 2737/2015 του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15-10-2015 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Αποστολάκης ανέγνωσε την από 19-12-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι λόγοι αναιρέσεως α) οι πρώτος υπό στοιχεία Α από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και β) ο δεύτερος με στοιχεία 2 Β

ΙΙ αριθ. 1, 2, 3, 4 α, β, γ, 5, και 7 από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και να απορρριφθούν οι λοιποί.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ’ αριθ. 2737/2015 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία η έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης κατά της υπ’ αριθ. 959/2013 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε ερήμην αυτής, έγινε δεκτή και το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη και δίκασε την υπόθεση, απέρριψε την αγωγή. Με την τελευταία η αναιρεσείουσα ζητούσε, λόγω της επικαλούμενης καταγγελίας σύμβασης αποκλειστικής διανομής, αποζημίωση για τα διαφυγόντα κέρδη και αποζημίωση πελατείας. Εφόσον η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή (άρθρα 577§1 ΚΠολΔ) διότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), πρέπει να ερευνηθούν οι λόγοι της (άρθρο 577§3 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε ή αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα (Ολ.ΑΠ 36/1988). Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 3/1997). Με τον πρώτο των ως άνω λόγων (άρθρο 559 αριθ. 1) ελέγχεται η νομική βασιμότητα της αγωγής με βάση τις παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας περί του περιεχομένου της. Αν όμως οι τελευταίες (παραδοχές) δεν ταυτίζονται με το πραγματικό περιεχόμενο της αγωγής, η εκτίμηση του περιεχομένου της οποίας, ως διαδικαστικό της δίκης έγγραφο, ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), ιδρύεται ο δεύτερος από τους προαναφερόμενους λόγος του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ αφού δεν λήφθηκαν υπόψη περιστατικά των οποίων έγινε επίκληση ή αντιστρόφως, για να θεμελιωθεί το ορισμένο ή το νόμιμο, λήφθηκαν υπόψη περιστατικά των οποίων δεν έγινε επίκληση (ΑΠ 111/2012).

Εν προκειμένω, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα με την υπό κρίση αγωγή της -κατά το μέρος που μεταβιβάστηκε στο Εφετείο- ισχυρίσθηκε τα ακόλουθα: Ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη έχει ως αντικείμενο δραστηριότητάς της την παρασκευή και διανομή παγωτών και η ίδια (ενάγουσα) υπήρξε μία από τους πολλούς διανομείς της και συγκεκριμένα της είχε παραχωρηθεί από την 1-1-2007 αποκλειστικά η περιοχή της ..., δυνάμει της από 1-1-2007 σύμβασης ορισμένου χρόνου διάρκειας μέχρι τις 31-12-2009.

Ότι με βάση τα συμφωνηθέντα κατά την έναρξη της καλοκαιρινής περιόδου το αυτοκίνητο της ενάγουσας φορτωνόταν στο κέντρο διανομής και η εναγομένη πίστωνε την αξία μέρους του φορτίου, ενώ προς εξασφάλιση της πιστωθείσας αξίας απαιτούσε και λάμβανε δύο συναλλαγματικές ή επιταγές που κάλυπταν το πιστωμένο τίμημα.

Ότι η ενάγουσα, πριν από τη φόρτωση κάθε φορτίου, κατέβαλε την αξία αυτού τοις μετρητοίς και αμέσως η εναγομένη εκκαθάριζε την δικαιούμενη προμήθεια, ενώ στη συνέχεια η ενάγουσα πραγματοποιούσε τις πωλήσεις των παγωτών εκδίδοντας στο όνομά της τα σχετικά τιμολόγια-δελτία αποστολής. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι πριν από τη λήξη της ανωτέρω σύμβασης την 31-12-2009 η εναγομένη, εκμεταλλευόμενη τη σχέση οικονομικής εξαρτήσεως υπό την οποία τελούσε η ενάγουσα έναντι αυτής, επέβαλε την υπογραφή νέας (από 1-9-2009) σύμβασης με έναρξη ισχύος την 1-1-2010 και λήξη την 31-12-2012, αλλά με τη διαβεβαίωση ότι πρόκειται για σύμβαση όμοιου περιεχομένου με την πρώτη.

Ότι η εναγομένη, αφού εξασφάλισε την υπογραφή της δεύτερης σύμβασης, τον Οκτώβριο 2009 κάλεσε όλους τους διανομείς, μεταξύ των οποίων και την ενάγουσα, και τους ανακοίνωσε ότι από 1-1-2010 θα ίσχυε νέο σύστημα φόρτωσης και τιμολόγησης, σύμφωνα με το οποίο ο διανομέας δεν θα αγόραζε πλέον τα παγωτά αλλά θα τα παραλάμβανε με παρακαταθήκη και στο τέλος της ημέρας θα απέδιδε την εισπραχθείσα αξία τους.

Ότι η ενάγουσα διαμαρτυρήθηκε για την αλλαγή, προφορικά την 1-1-2010 και στη συνέχεια με την αποστολή της από 12-1-2010 εξώδικης διαμαρτυρίας, ζητώντας τη διατήρηση του παλαιού καθεστώτος. Ότι η εναγομένη αρνήθηκε να συνεχίσει τη συνεργασία με τους ίδιους όρους που ίσχυαν μέχρι την 31-12-2009, με αποτέλεσμα η ενάγουσα να προχωρήσει στη διακοπή της συνεργασίας τους, αλλά με υπαιτιότητα της εναγόμενης.

Ότι από την ως άνω αντισυμβατική συμπεριφορά της εναγομένης η ενάγουσα υπέστη υλική ζημία συνιστάμενη στην αποζημίωση πελατείας που αυτή δικαιούται, προσδιοριζόμενη στο συνολικό ποσό των 91.452,77 ευρώ, σύμφωνα με τα οικονομικά στοιχεία που παρατίθενται στην αγωγή και τους πίνακες που επισυνάπτονται σ’ αυτήν με βάση το μέσο όρο των προμηθειών που εισέπραξε η ενάγουσα κατά την τριετία από την έναρξη της σύμβασης την 1-1-2007 έως και τη συμβατική λήξη αυτής στις 31-12-2009.

Ισχυρίζεται επίσης ότι και κατά τη διάρκεια λειτουργίας της σύμβασης και συγκεκριμένα κατά τα έτη 2008 και 2009 η εναγομένη, κατά παράβαση της συμβατικής υποχρεώσεώς της για έγκαιρο και πλήρη εφοδιασμό της ενάγουσας με όλα τα προϊόντα της, παρέλειπε να εκτελεί με πληρότητα τις παραγγελίες που της έδινε και της παρέδιδε μειωμένες ποσότητες παγωτών, με αποτέλεσμα την αντίστοιχη μείωση του κύκλου των πωλήσεων και εσόδων της.

Ότι εξ αιτίας αυτής της ενέργειας της εναγομένης απώλεσε αντίστοιχα εισοδήματα (διαφυγόντα κέρδη), το ποσό των οποίων ανέρχεται, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή οικονομικά δεδομένα και υπολογισμούς, σε 55.874,96 ευρώ, τα οποία διαφορετικά με πιθανότητα και κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων θα κέρδιζε.

Για τους λόγους αυτούς ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι η εναγόμενη εταιρία της οφείλει ως αποζημίωση για τα διαφυγόντα κέρδη 55.874,96 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και ως αποζημίωσης πελατείας 91.452,77 ευρώ με το νόμιμο τόκο από τη λύση της σύμβασης. Η προσβαλλόμενη απόφαση, αφού έκρινε την αγωγή ορισμένη και νόμιμη ως προς το αίτημα της αποζημίωσης πελατείας, ακολούθως απέρριψε το δεύτερο αίτημά της περί αποζημιώσεως για τα διαφυγόντα κέρδη ως μη νόμιμο και -με επάλληλη αιτιολογία- ως αόριστο, με τις εξής σκέψεις: "Ως προς το κονδύλιο της αποζημίωσης των διαφυγόντων κερδών εκ 55.874,96 ευρώ κατά το χρονικό διάστημα 2008-2009 δηλ.

σε χρόνο πριν από την ένδικη καταγγελία της που έλαβε χώρα στις 9-1-2010 δικαιολογούμενη από την παραβίαση ουσιώδους όρου της προαναφερθείσας σύμβασης μεταξύ των διαδίκων λόγω μη εκτέλεσης παραγγελιών υπαιτίως από την εναγόμενη και της μη επίτευξης των εκεί αναφερόμενων ποσοτικών στόχων, (η αγωγή) είναι μη νόμιμη, διότι δεν συνδέεται αιτιωδώς με την ως άνω καταγγελία με υπαιτιότητα της εναγομένης, η οποία (καταγγελία) κατά την ενάγουσα δικαιολογείται από την υποχρέωση υπογραφής νέας σύμβασης με διαφορετικούς όρους απ’ αυτούς που είχαν διατυπωθεί σε προηγούμενες συμβάσεις και όχι με την παραβίαση του ουσιώδους όρου της- σύμβασης για μη εκτέλεση παραγγελιών από την εναγόμενη, κάτι που προκύπτει εμμέσως και από το ότι καθ’ όλο το ως άνω χρονικό διάστημα η σύμβαση αυτή καλώς λειτούργησε μεταξύ τους.

Ανεξάρτητα από τα πιο πάνω, το αγωγικό αυτό κονδύλιο είναι και αόριστο, διότι δεν διαλαμβάνονται στην αγωγή τα περιστατικά εκείνα που προσδιορίζουν την προσδοκία ορισμένου κέρδους, με βάση την κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων πιθανότητα, ειδικότερα δεν αρκεί για την πληρότητα και το ορισμένο του δικογράφου μόνον η αναφορά:

α) του ποσοστού κέρδους επί των εισπράξεων, καθώς και του συνόλου των εισπράξεων, ανά πελάτη και συγκεντρωτικά, εφόσον δεν προσδιορίζεται ο τρόπος προσδιορισμού του αριθμού των μη παραδοθέντων προϊόντων, β) του συνόλου των πωληθέντων κιβωτίων, το τελευταίο έτος πριν την καταγγελία της σύμβασης. Ούτε αρκεί η επισημείωση στην αγωγή ότι "τα διαφυγόντα κέρδη αναλύονται από τις παραγγελίες παγωτών σε αντίστοιχες ημερομηνίες που δεν μου έδιναν παγωτά και με υπογραφή του αποθηκάριου", εφόσον η ενάγουσα διαθέτει τα παραστατικό όλων των παραγγελιών, όπως η ίδια ομολογεί στις προτάσεις της, αλλά ισχυρίζεται ότι η ενσωμάτωση τους στην αγωγή θα επιβάρυνε υπερβολικά το δικόγραφο." Ωστόσο, οι ανωτέρω αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αναφορικά με το νόμιμο του αιτήματος περί αποζημιώσεως για τα διαφυγόντα κέρδη της ενάγουσας, δεν ανταποκρίνονται στο πραγματικό περιεχόμενο της αγωγής, η εκτίμηση του περιεχομένου της οποίας, ως διαδικαστικό της δίκης έγγραφο, ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Συγκεκριμένα: Ενώ, κατά τα σαφώς ιστορούμενα στην αγωγή, η ζημία των διαφυγόντων κερδών πηγή και αιτία έχει (ως σχέση αιτίου και αιτιατού) την κατά τη διάρκεια λειτουργίας της συμβατικής σχέσης (κατά τα έτη 2008 και 2009) παραβίαση εκ μέρους της εναγομένης της συμβατικής υποχρεώσεώς της να εκτελεί με πληρότητα τις παραγγελίες που της έδινε η ενάγουσα, αφού αντισυμβατικά ενεργώντας της παρέδιδε μειωμένες ποσότητες παγωτών, με αποτέλεσμα την αντίστοιχη μείωση του κύκλου των πωλήσεων και εσόδων της ενάγουσας και περαιτέρω τη ζημία της (διαφυγόντα κέρδη), εν τούτοις το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τα ανωτέρω περιστατικά των οποίων έγινε επίκληση για να θεμελιωθεί το νόμιμο του αιτήματος.

Αντίθετα, εσφαλμένα θεώρησε ότι η ανωτέρω ζημία αιτία και πηγή είχε την εκ μέρους της εναγομένης καταγγελία της συμβάσεως που α) έλαβε χώρα σε χρόνο (9-1-2010) μεταγενέστερο του χρόνου δημιουργίας της ζημίας (διάστημα ετών 2008-2009) και β) έγινε για λόγο διαφορετικό από την επικαλούμενη συμβατική παράλειψη που υπήρξε η αιτία της ένδικης ζημίας.

Με τις αιτιολογίες αυτές οδηγήθηκε στο εσφαλμένο πόρισμα ότι η ένδικη ζημία δεν συνδέεται αιτιωδώς με την καταγγελία της συμβάσεως που κατά την αγωγή οφείλεται σε υπαιτιότητα της εναγομένης. Δηλαδή το Εφετείο, για την κρίση του περί του νομίμου του αιτήματος αυτού, έλαβε υπόψη του περιστατικά, των οποίων δεν έγινε επίκληση για τη θεμελίωσή του, ενώ παρέλειψε να λάβει υπόψη τα πράγματι επικαλούμενα, με αποτέλεσμα να ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, τον οποίο παραδεκτώς προβάλλει η αναιρεσείουσα (υπό στοιχείο Α) και είναι ως εκ τούτου βάσιμος.

Η ποσοτική αοριστία της αγωγής η οποία υπάρχει, όταν δεν συγκεκριμενοποιούνται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματός της, ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αριθμό 8 ή 14 του ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 15/2000, ΑΠ 961/2011). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 297-298 του ΑΚ και 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι, για να είναι ορισμένο το δικόγραφο της αγωγής αποζημιώσεως για διαφυγόντα κέρδη, πρέπει να εκτίθενται σ’ αυτό τα συγκεκριμένα περιστατικά που προσδιορίζουν την προσδοκία ορισμένου κέρδους, με βάση την κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων πιθανότητα ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί και καθιστούν πιθανό το κέρδος ως προς τα επί μέρους κονδύλια (Ολ.ΑΠ 20/1992).

Δεν είναι απαραίτητο όμως να αναγράφεται στην αγωγή και ότι ο ενάγων δεν εξοικονόμησε δαπάνη ή να αφαιρείται η εξοικονομηθείσα, ούτε να εξειδικεύονται τα προσδίδοντα τη δυναμική του προσδοκώμενου κέρδους στοιχεία με αναφορά συγκεκριμένων συναλλαγών, προσώπων και παραστατικών. Επίσης, κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, ο αιτούμενος την επιδίκαση αποζημιώσεως λόγω διαφυγόντος κέρδους πρέπει και αρκεί να προσδιορίζει αυτή με βάση ένα ή περισσότερα αριθμητικά μεγέθη (όπως είναι και η αγοραία τιμή ενός εμπορεύματος ή η αγοραία αμοιβή μιας υπηρεσίας σε ορισμένο τόπο και χρόνο), το οποίο, κατά την κοινή περί τούτου αντίληψη και το συνήθως συμβαίνον, είναι ή δύναται να γίνει γνωστό στους συναλλασσομένους του επαγγελματικού χώρου των διαδίκων και κυρίως εκείνου του εναγομένου, και, έτσι να είναι περαιτέρω δυνατό να αποτελέσει αντικείμενο δικαστικής εκτίμησης και απόδειξης (ΑΠ 961/2011, ΑΠ 1403/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση και υπό το ανωτέρω εκτεθέν περιεχόμενο της αγωγής, το εν λόγω κονδύλιο ήταν ορισμένο, διότι η αναιρεσείουσα για τη θεμελίωση του αγωγικού αυτού αιτήματός της αποζημίωσης λόγω διαφυγόντων κερδών, εκτός από τις αναφορές της κατά τα προαναφερόμενα στο λόγο προκλήσεως της ζημίας (υπαίτια παραβίαση της συμβατικής υποχρεώσεως της εναγομένης προς εκτέλεση των παραγγελιών που εν τέλει παραλείφθηκαν), εξιστορούσε επί πλέον ότι η ζημία της από την αιτία αυτή ανήλθε τελικά σε 55.874,96 ευρώ, αναλυόμενη στα κέρδη και τα "πριμ" (λόγω επίτευξης ποσοτικών στόχων) που τελικά έχασε.

Προσδιόριζε δε την ζημία της κατ’ αρχήν αναφερόμενη στην πρόσφορη υποδομή που είχε δημιουργήσει για την απρόσκοπτη λειτουργία της σύμβασης και κατά συνέπεια για την υλοποίηση των πωλήσεων που θα έκανε, αν η εναγομένη δεν παρέλειπε υπαίτια την εκτέλεση παραγγελιών που με ειδικό και ορισμένο τρόπο αναφέρει.

Ειδικότερα, επικαλέσθηκε ότι διέθετε Ι.Χ. φορτηγό αυτοκίνητο για τη διανομή των παγωτών, είχε εξασφαλισμένη την πελατεία που θα πωλούσε τα προϊόντα και ότι υπήρχε η ζήτηση των συγκεκριμένων κωδικών των προϊόντων, καθώς και (αναφορικά με τα διαφυγόντα κέρδη από μη επίτευξη ποσοτικών στόχων) τις ειδικότερες συμφωνίες ποσοτικών στόχων και των συνδεόμενων με την επίτευξή του "πριμ" (αμοιβών).

Η αναφορά των στοιχείων αυτών αρκούσε για την πληρότητα της αγωγής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 298, 361 ΑΚ , 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, όσον αφορά στην εξειδίκευση των προπαρασκευαστικών μέτρων και της προσδοκίας για την επίτευξη των διαφυγόντων κερδών, με βάση την κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων πιθανότητα.

Επίσης, για την έκταση της ζημίας αυτής αρκούσε ο προσδιορισμός αυτής με βάση συγκεκριμένα αριθμητικά μεγέθη, και κυρίως με βάση τον αριθμό των ποσοτήτων των παραγγελιών και της αξίας κάθε μίας, αφού στην αγωγή α) ως προς τη ζημία από τη μη εκτέλεση παραγγελιών, παρατίθεται αναλυτική κατάσταση με τις μη εκτελεσθείσες παραγγελίες σε κιβώτια ανά προϊόν (κωδικό), ανά ημέρα, ανά αξία κιβωτίου και συνολική αξία, και β) ως προς τα διαφυγόντα κέρδη από μη επίτευξη ποσοτικών στόχων εκτίθενται οι συμφωνηθέντες ποσοτικοί στόχοι, οι απολεσθείσες αμοιβές και τα συνδεόμενα με την επίτευξη των στόχων "πριμ".

Επομένως, εξειδικεύεται ο τρόπος προσδιορισμού της αξίας των μη εκτελεσθεισών παραγγελιών και των μη παραδοθέντων εμπορευμάτων. Αντίθετα, δεν ήταν αναγκαίος ο προσδιορισμός του συνόλου των πωληθέντων κιβωτίων το τελευταίο έτος πριν την καταγγελία της, διότι στην προκείμενη περίπτωση δεν πρόκειται για αξίωση διαφυγόντων κερδών για το μετά τη λύση της σύμβασης διάστημα, αλλά αξίωση διαφυγόντων κερδών πριν από τη λύση της σύμβασης για τα έτη 2008-2009.

Με τα δεδομένα αυτά, συγκροτείται το πραγματικό της διατάξεως του άρθρου 298 ΑΚ και το αγωγικό δικόγραφο είναι επαρκώς ορισμένο. Επομένως, το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε αυτό ως αόριστο, υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ πλημμέλεια. Κατά συνέπεια, είναι βάσιμος και ο δεύτερος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο - κατά την εκτίμηση του περιεχομένου του - προβάλλεται η ανωτέρω αιτίαση.

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς, από το αιτιολογικό της, τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του Δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Εξάλλου, το άρθρο 9 του π.δ. 219/1991 (άρθρα 17, 18 και 19 της Οδηγίας 86/653/ΕΟΚ), όπως διαμορφώθηκε με το π.δ. 312/1995, ορίζει τα εξής. "1. α) Ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας αποζημίωση εάν και εφόσον κατά τη διάρκεια αυτής έφερε νέους πελάτες ή προήγαγε σημαντικά τις υποθέσεις με τους υπάρχοντες πελάτες και ο εντολέας διατηρεί ουσιαστικά οφέλη που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς και η καταβολή της αποζημίωσης αυτής είναι δίκαιη, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων και ιδιαίτερα των προμηθειών που χάνει ο εμπορικός αντιπρόσωπος και οι οποίες προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς.

Στις περιστάσεις αυτές συμπεριλαμβάνεται επίσης και η εφαρμογή ρήτρας μη ανταγωνισμού με την έννοια του άρθρου 10 του παρόντος. β) Το ποσό της αποζημίωσης αυτής δεν μπορεί να υπερβαίνει ποσό ισοδύναμο με το μέσο ετήσιο όρο των αμοιβών που εισέπραξε ο εμπορικός αντιπρόσωπος κατά τα πέντε τελευταία έτη, αν δε η σύμβαση διήρκεσε λιγότερο από πέντε έτη, η αποζημίωση υπολογίζεται με βάση το μέσο όρο της εν λόγω περιόδου, γ) Η χορήγηση αυτής της αποζημίωσης δεν στερεί από τον εμπορικό αντιπρόσωπο την αξίωση για την ανόρθωση της περαιτέρω ζημίας την οποία υπέστη όπως ορίζεται από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα...".

Περαιτέρω, με το άρθρο 14§4 του ν. 3557/2007 ορίσθηκε ότι οι διατάξεις του π.δ. 219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων", όπως τροποποιήθηκε με τα π.δ. 249/1993, 88/1994 και 312/1995, εφαρμόζονται αναλόγως στις συμβάσεις αντιπροσωπείας για την παροχή υπηρεσιών, καθώς και στις συμβάσεις αποκλειστικής διανομής, εφόσον στο πλαίσιο αυτών ο διανομέας ενεργεί ως τμήμα της εμπορικής οργάνωσης του προμηθευτή, που κυρίως σημαίνει ότι ακολουθεί τις οδηγίες του ως προς τις τεχνικές προώθησης των πωλήσεων και την εμφάνιση των προϊόντων, δικαιούμενος να χρησιμοποιεί τα σήματά του, αλλά και υποχρεούμενος να παρέχει σ’ αυτόν πληροφορίες σχετικά με το πελατολόγιό του και τις εξελίξεις στην αγορά ευθύνης του.

Το ίδιο άλλωστε γινόταν δεκτό ερμηνευτικά και πριν τη ρύθμιση του ν. 3557/2007. Επομένως, μετά τη λύση της συμβάσεως αποκλειστικής διανομής, ο διανομέας δικαιούται να αξιώσει αποζημίωση πελατείας κατά τους όρους και τις προϋποθέσεις του άρθρου 9 του π.δ. 219/1991. Από δε τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται, ότι η αποζημίωση πελατείας είναι μια ιδιόρρυθμη αξίωση αμοιβής, που κινείται μεταξύ δύο ισοδύναμων πόλων, εκείνου της αμοιβής και εκείνου της επιείκειας, οι οποίοι δικαιολογούν τον χαρακτηρισμό της ως ένα είδος εύλογης ή δίκαιης αποζημίωσης, που προσομοιάζει με την αποζημίωση για διαφυγόν κέρδος με στοιχεία παράλληλα και από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.

Η αξίωση αυτή γεννιέται όταν συντρέξουν σωρευτικά όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις, τις οποίες πρέπει να επικαλεσθεί με τη σχετική αγωγή του και να αποδείξει ο εμπορικός αντιπρόσωπος, δηλαδή απαιτείται α) η εισφορά νέων πελατών ή η σημαντική προαγωγή των υποθέσεων με τους υπάρχοντες πελάτες από τον εμπορικό αντιπρόσωπο κατά τη διάρκεια της σύμβασης, β) η διατήρηση και μετά τη λύση της σύμβασης ουσιαστικών ωφελειών για τον αντιπροσωπευόμενο, που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς και γ) η καταβολή της αποζημίωσης να είναι δίκαιη με βάση όλες τις περιστάσεις κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης.

Ως εισφορά νέων πελατών νοείται η προσέλκυση από τη δραστηριότητα του εμπορικού αντιπροσώπου νέων πελατών, δηλαδή πελατών που δεν υπήρχαν προηγουμένως, ως σημαντική δε προαγωγή των υποθέσεων με υπάρχοντες πελάτες νοείται η ασυνήθιστη αύξηση του κύκλου των εμπορικών συναλλαγών μ’ αυτούς. Αντίστοιχα διατήρηση των ουσιαστικών ωφελειών για τον παραγωγό από υποθέσεις με τους νέους ή παλαιούς πελάτες του εμπορικού αντιπροσώπου υπάρχει όχι μόνο όταν επιβιώνουν τυχόν διαρκείς συμβάσεις, που είχε καταρτίσει με τρίτους ο εμπορικός αντιπρόσωπος, αλλά και όταν από την εκμετάλλευση του γνωστού στον παραγωγό πελατολογίου του αντιπροσώπου, υπάρχει, για την ίδια περιοχή, εν δυνάμει πελατεία με την προοπτική κέρδους γι’ αυτόν, έστω και αν τα συμβατικά προϊόντα είναι επώνυμα και συνεπώς γνωστά στο καταναλωτικό κοινό, λόγω και των διαφημιστικών ενεργειών του ίδιου του παραγωγού.

Κριτήρια τέλος για τον καθορισμό του ύψους της αποζημίωσης πελατείας συνιστούν το μέγεθος της πελατείας που παραμένει στον παραγωγό μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, η αντίστοιχη ωφέλειά του και η δημιουργία κέρδους για τον αντιπρόσωπο, αν συνεχιζόταν η σύμβαση, η σχετική δε κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς το ποσό της δίκαιης αποζημίωσης πελατείας ανήκει στη διακριτική ευχέρειά του και δεν ελέγχεται αναιρετικά, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, οπότε και δεν νοείται εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου είτε ευθέως είτε εκ πλαγίου (Ολ.ΑΠ 15 και 16/2013).

Αντίθετα, ελέγχεται αναιρετικά για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση της ανωτέρω διατάξεως το ουσιαστικό αποδεικτικό πόρισμα του δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή ή των προαναφερόμενων προϋποθέσεων γενέσεως της αξιώσεως για αποζημίωση πελατείας (ΑΠ 141/2015).

Εν προκειμένω, η προσβαλλόμενη απόφαση, κρίνοντας επί της ουσίας της διαφοράς, δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος, τα ακόλουθα: "Η εναγομένη εταιρεία εδρεύει στον ... και έχει αντικείμενο την παραγωγή, βιομηχανοποίηση και εμπορία παγωτών. Τα προϊόντα της η εναγομένη διακινεί σ’ ολόκληρη την Ελλάδα μέσω των κατά τόπους εμπορικών της συνεργατών.

Η ενάγουσα τον Ιανουάριο του έτους 2007 συνήψε με την εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία έγγραφη σύμβαση εμπορικής συνεργασίας ορισμένου χρόνου τριετούς διάρκειας και ακολούθως από το τέλος του έτους 2009 και την πάροδο της αρχικής τριετούς συνεργασίας άλλη σύμβαση ίδιας διάρκειας από 1-1-2010 έως 31-12-2012 με τους ίδιους όρους.

Η συνεργασία των διαδίκων συνίστατο στην έναντι ανταλλάγματος υποχρέωση της ενάγουσας να προωθεί αυτή αποκλειστικά τις πωλήσεις των προϊόντων παραγωγής της εναγόμενης, έχοντας όλη την απαραίτητη υποδομή (κατάστημα, κεφάλαια, επαγγελματική πείρα, υπαλληλικό και βοηθητικό προσωπικό, μέσα κίνησης και διανομής).

Συγκεκριμένα, ανέλαβε να διακινεί με ΙΧΦ αυτοκίνητο ιδιοκτησίας της, φέροντα τα χρώματα και τα εμπορικά σήματα των προϊόντων της εναγομένης, εφοδιασμένο με ισόθερμο ψυκτικό θάλαμο, ψυκτικό μηχάνημα σε καλή λειτουργία και φορητό ηλεκτρονικό υπολογιστή συνδεδεμένο με το μηχανογραφικό σύστημα της. τελευταίας, και να διαθέτει κατ’ αποκλειστικότητα, απαγορευόμενου ρητώς του ανταγωνισμού με την πώληση ομοειδών προϊόντων άλλων εταιρειών, τα παγωτά παραγωγής της εναγομένης, σε διάφορα γεωγραφικά σημεία πώλησης και δη σε περίπτερα, ψιλικατζίδικα, εστιατόρια, καφέ, φούρνους, σούπερ μάρκετ στις περιοχές της Νέου Κόσμου.

Δάφνης και Αγ. Αρτεμίου, με δρομολόγια μεταβαλλόμενα ελεύθερα, κατά την κρίση της εναγομένης. Ως αντάλλαγμα για την προώθηση και την πώληση των παγωτών της εναγομένης από την ενάγουσα, συμφωνήθηκε προμήθεια της τελευταίας επιμεριζόμενη σε : (α) αμοιβή για τη διανομή, υπολογιζόμενη τελικώς με 0,59 ευρώ ανά κιβώτιο φόρτωσης και (β) ποσοστό 7% επί του καθαρού πραγματοποιούμενοι) τζίρου, απαλλαγμένου χαρτοσήμου ή ΦΠΑ, ενώ συμφωνήθηκε και πριμ για την επίτευξη στόχων πώλησης, με ποσοστό 1% για τους διμηνιαίους και τριμηνιαίους στόχους επί του τζίρου των διαστημάτων αυτών.

Η παραπάνω αμοιβή της ενάγουσας ορίστηκε ότι θα καταβαλλόταν σ’ αυτή, είτε με έκπτωση των επί των στο όνομά της εκδιδομένων τιμολογίων, τα οποία αυτή όφειλε να εξοφλεί οπωσδήποτε αμέσους πριν από τη φόρτωση του φορτηγού της με τα εμπορεύματα, είτε ως προμήθεια επί του δελτίου αποστολής, ή τιμολογίου, εκκαθαριζόμενης μηνιαίως και καταβαλλόμενης σ’ αυτή με την μηνιαία εκκαθάριση και ταυτόχρονη έκδοση του αντίστοιχου παραστατικού- φορολογικού στοιχείου από την τελευταία.

Σε εκτέλεση της υπόψη συμφωνίας, η ενάγουσα ξεκινούσε κάθε πρωί το προκαθορισθέν δρομολόγιο της προς διανομή των παγωτών στους πελάτες της περιοχής ευθύνης της, με το φορτηγό- ψυγείο της φορτωμένο από το προηγούμενο βράδυ με παγωτά της εναγόμενης από το κέντρο διανομής προϊόντων της τελευταίας και αφού προηγουμένως είχε καταβάλει την αξία του φορτίου των παγωτών τοις μετρητοίς, τα οποία συνοδεύονταν από δελτία αποστολής που εξέδιδε η εναγομένη στα οποία αναγράφονταν οι τιμές τους όπως καθορίζονταν από την τελευταία.

Στη συνέχεια, η ενάγουσα μεταπωλούσε τα παγωτά στους πελάτες των άνω περιοχών, στην αξία που τα είχε αγοράσει με την επιπλέον προσαύξηση του ποσοστού αμοιβής της, εκδίδοντας τα σχετικά τιμολόγια πώλησης - δελτία αποστολής από τον φορητό υπολογιστή του φορτηγού, στον οποίο ήταν καταχωρημένο το πελατολόγιο της και ο οποίος κατέληγε στο μηχανογραφικό σύστημα της εναγόμενης και συνδεόταν με συσκευή εκτύπωσης.

Κατά την επιστροφή της κάθε απόγευμα, η ενάγουσα ξαναφόρτωνε το φορτηγό με τις νέες παραγγελίες, αφού κατέβαλε την αξία τους τοις μετρητοίς, και το πάρκαρε φορτωμένο πλέον, στο ειδικό χώρο που της εκμίσθωνε η εναγομένη μέχρι το επόμενο πρωί που εκτελούσε, εκ νέου το καθορισμένο δρομολόγιό της. Η αξία του πρώτου φορτίου και μόνον, δηλ.

αυτού που φορτωνόταν κατά την έναρξη της σαιζόν (μέσα Ιανουάριο) πιστωνόταν από την εναγομένη και για την εξασφάλιση του τιμήματος πώλησης του φορτίου αυτού, η ενάγουσα εξέδιδε επιταγές ή αποδεχόταν συναλλαγματικές έκδοσης της εναγομένης, ισόποσες προς το πιστωθέν τίμημα, οι οποίες εξοφλούνταν το καλοκαίρι ή στο τέλος της σαιζόν το φθινόπωρο, δεδομένου ότι η τελική εκκαθάριση της αμοιβής της ενάγουσας γινόταν στο τέλος της σαιζόν, η οποία άρχιζε περί τα μέσα μηνός Ιανουαρίου και τελείωνε περί τα τέλη Οκτωβρίου κάθε έτους.

Επιπλέον, η ενάγουσα ήταν επιφορτισμένη με τις δαπάνες συντήρησης του φορτηγού αυτοκινήτου -ψυγείου της, τις αμοιβές του προσωπικού της, ενώ υφίστατο τον κίνδυνο να ζημιωνόταν από την τυχόν μη διάθεση, απώλεια ή καταστροφή των παγωτών που διέθετε ή την αφερεγγυότητα των πελατών της, παραλλήλως δε, ήταν εκείνη που φρόντιζε για την προώθηση των συμφερόντων της εναγομένης, υπό την έννοια της ανεύρεσης νέων σημείων πώλησης, δηλ.

νέων πελατών, και τούτο ανεξαρτήτως του ότι στις τελικές διαπραγματεύσεις με αυτούς προέβαινε η εναγομένη, αλλά και για την διατήρηση της υφισταμένης πελατείας στις υπόψη περιοχές, προβαίνοντας σε τακτικές επιθεωρήσεις των σημείων πώλησης ώστε να ελέγχεται η ορθή λειτουργία τους, η επάρκεια των αποθεμάτων τους, η καλή εμφάνιση και κατάστασή τους λόγω της φύσης τους ως ευάλωτων προϊόντων και η τοποθέτηση του σχετικού διαφημιστικού υλικού.

Αποδείχθηκε, συνεπώς, ότι η παραπάνω συνεργασία των διαδίκων έλαβε χώρα στα πλαίσια σύμβασης αποκλειστικής διανομής αορίστου χρόνου, σύμβασης δηλ., που διήρκεσε επί μακρό χρόνο, με καταρτισθείσες όμοιες κατά περιεχόμενο μερικότερες συμβάσεις ορισμένου χρόνου. Τούτο διότι, η ενάγουσα, ως ανεξάρτητη επαγγελματίας με δική της επιχείρηση με διαμορφωμένη υποδομή, ήταν ενταγμένη στο δίκτυο διανομής της εναγομένης παραγωγού, με ασθενή θέση ως αντισυμβαλλομένη και με έντονη εξάρτηση από την τελευταία αφού τηρούσε τους εμπορικούς όρους της τελευταίας, δηλ.

διαφήμιση, σήματα και τρόπο εξυπηρέτησης, ώστε το αγοραστικό κοινό ήταν εξοικειωμένο με τα πωλούμενα προϊόντα αυτά καθ’ εαυτά και όχι με την επιχειρηματία - διανομέα ενάγουσα κατ’ αποκλειστικότητα τα προϊόντα της εναγομένης και μόνον, η οποία παρεκτός του ότι έλεγχε τακτικά τη συναλλακτική της δραστηριότητα, της παρείχε συνεχή υποστήριξη, την κατηύθυνε μέσω των στελεχών της στην προώθηση των’ προϊόντων της και την εφοδίαζε με αυτά καθόλη τη διάρκεια της σύμβασης, τα οποία στη συνέχεια η ενάγουσα μεταπωλούσε σε εκ των προτέρων συμβατικώς προσδιορισθείσα γεωγραφική περιοχή, και σε γνωστό στην εναγομένη αριθμό πελατών (πελατολόγιο), στο δικό της όνομα και για δικό της λογαριασμό (ενάγουσας), αναλαμβάνοντας πλήρως, αφενός μεν την υποχρέωση να συμβάλει στην επέκταση της πελατείας της εναγομένης και την αύξηση του τζίρου της, αφού όφειλε να τηρεί τους ετήσιους στόχους πωλήσεων και να μην ανταγωνίζεται την τελευταία, αφετέρου δε και τον επιχειρηματικό κίνδυνο, αφού είχε ήδη προκαταβάλει την αξία των εμπορευμάτων που διακινούσε.

Τούτο δε, ανεξαρτήτως του χαρακτηρισμού της αμοιβής ως προμήθειας ή μικτού κέρδους από τη μεταπώληση των παγωτών και της έκδοσης ή μη τιμολογίου για τα παγωτά που μεταπωλούσε η ενάγουσα (η οποία, σε κάθε περίπτωση, αποδείχθηκε ότι εξέδιδε τέτοιο), καθόσον η έκδοση αυτού αποτελεί αποδεικτικό και όχι συστατικό τύπο για την πώληση εμπορευμάτων, είναι δε αναγκαία κατά τον Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων (ΚΒΣ- π.δ. 186/1992) έναντι φορολογικής και μόνον, ώστε εγκύρως πωλείται προϊόν δίχως έκδοση τιμολογίου ή απόδειξης λιανικής πώλησης και παραδίδεται στον αγοραστή..., ενώ τέλος, δεν ασκεί ουσιαστική επιρροή για τον νομικό χαρακτηρισμό της σύμβασης ο επιγραφόμενος στα έντυπα παραστατικά της ενάγουσας και αλλού τίτλος της επαγγελματικής δραστηριότητάς της ως "εμπόριο παγωτών επί προμηθεία με προκαθορισμένη τιμή πώλησης για λογαριασμό τρίτων" αφού αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα αγόραζε προηγουμένως τα παγωτά που (μετα)πωλούσε:

Ως εκ τούτου διέθετε αυτά, όχι για λογαριασμό τρίτης και δη της εναγομένης, αλλά για δικό της αποκλειστικά λογαριασμό. Συνακόλουθα, από τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά καθίσταται σαφές, ότι η συνδέουσα τους διαδίκους ένδικη σύμβαση αποκλειστικής διανομής ομοιάζει κατά τα ουσιώδη στοιχεία της με εκείνη της εμπορικής αντιπροσωπείας, ώστε δεδομένου ότι αυτή έχει συνομολογηθεί εγγράφως (άρθρο 8 παρ.1 π.δ. 219/1991) εφαρμόζονται αναλογικά στην προκειμένη περίπτωση και οι διατάξεις των άρθρων 8 και 9 του π.δ. 219/1991 περί εμπορικών αντιπροσώπων, προς κάλυψη του γνησίου νομοθετικού κενού ως προς ένα τμήμα του επιδίκου χρόνου και ακολούθως κατ’ εφαρμογή του ισχύσαντος άρθρου 14 παρ. 4 ν. 3557/2007...

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η μεταξύ των διαδίκων σύμβαση λειτούργησε ομαλά και η ενάγουσα συνεργάστηκε απρόσκοπτα με την εναγομένη εταιρεία καθ’ όλο το προαναφερθέν διάστημα. Όμως τον μήνα Οκτώβριο 2009 και μετά την από 1-9-2009 νέα σύμβαση η εναγόμενη κάλεσε όλους τους συνεργάτες της διανομείς, μεταξύ αυτών και την ενάγουσα και τους ανακοίνωσε προφορικά ότι αλλάζει το σύστημα της εμπορικής της πολιτικής και συγκεκριμένα ότι εφεξής οι συνεργάτες της θα έπαιρναν τα παγωτά από το κέντρο διανομής της ως παρακαταθήκη (χωρίς δηλαδή καταβολή της αξίας του φορτίου τους), θα διένειμαν στους κατά τόπο πελάτες και στο τέλος κάθε ημέρας, θα απέδιδαν στην εναγομένη όλες τις πραγματοποιηθείσες εισπράξεις, με το εμπόρευμα που τυχόν απέμενε αδιάθετο να ανήκει κατά κυριότητα στην τελευταία.

Η ενάγουσα διαμαρτυρήθηκε άμεσα για την αλλαγή της φύσης της συνεργασίας της με την εναγομένη, αποστέλλοντάς της σχετική εξώδικη δήλωση, με την οποία της επεσήμανε ότι δεν συναινούσε στη αλλαγή του καθεστώτος συνεργασίας τους απ’ αυτό του αποκλειστικού διανομέως σε αυτό του παραγγελιοδόχου μεταφοράς.

Η εναγόμενη με τη σειρά της αρνήθηκε τις αιτιάσεις της ενάγουσας και ιδίως την νομική φύση της μέχρι τότε συνεργασίας τους ως αυτή της σύμβασης αποκλειστικής διανομής, ισχυρισθείσα αναληθώς ότι ανέκαθεν της διέθετε τα προϊόντα της με το καθεστώς της παρακαταθήκης, εκδιδομένων των αντιστοίχων τιμολογίων επ’ ονόματι και για λογαριασμό της ιδίας (εναγομένης).

Η τελευταία αυτή δήλωση της εναγόμενης, η οποία ουσιαστικά αναιρούσε όλη τη βάση συνεργασίας των διαδίκων, απετέλεσε τον σπουδαίο λόγο, οφειλόμενο σε υπαιτιότητά της, για τον οποίο η ενάγουσα αναγκάσθηκε να καταγγείλει εκτάκτως, δηλ. πριν από τη λήξη της και χωρίς την τήρηση της νόμιμης προθεσμίας του άρθρου 3 παρ. 3 και 4 π.δ. 219/1991, την επίδικη αορίστου χρόνου σύμβαση, με την κοινοποίηση στις 21-1-2010 ...

της από 15.1.2010 εξώδικης δήλωσής της. Με βάση τα προεκτεθέντα, η ασκηθείσα από την ενάγουσα έκτακτη καταγγελία της σύμβασης έλαβε χώρα για σπουδαίο λόγο, καθόσον κατέστη γι’ αυτήν μη ανεκτή κατά την αντικειμενική καλή πίστη, η συνέχιση της σύμβασης μετά από την μονομερή, αυθαίρετη και χωρίς τη συναίνεσή της, μεταβολή ουσιωδών όρων της μεταξύ τους σύμβασης από την εναγομένη, που θα οδηγούσε σε απώλεια των νομίμων δικαιωμάτων της ενάγουσας, όπως αυτό της κατ’ αποκοπήν αποζημίωσης, αλλά και, ιδίως, σε δυσμενείς γι’ αυτήν συνέπειες από την παράνομη, μετά την συνομολόγηση των νέων όρων στη σύμβαση, χρήση του ΙΧΦ αυτοκινήτου - ψυγείου της, αφού η νόμιμη χρήση του προϋπέθετε κυριότητα του μεταφερομένου φορτίου της, στοιχείο που θα εξέλιπε με την νέα "ρύθμιση" της εναγομένης.

Συνεπώς, η ύπαρξη σπουδαίου λόγου καταγγελίας της σύμβασης θεράπευσε την ελαττωματικότητα από την παραβίαση των νομίμων και συμβατικών προθεσμιών της καταγγελίας..., η δε καταγγελία ως μονομερής δήλωση βούλησης με την οποία καθορίζεται η λήξη της ενοχής που αφορά διαρκή παροχή από σύμβαση ορισμένης ή αόριστης διάρκειας, όπως εν προκειμένω, ενήργησε από την περιέλευση αυτής στην εναγόμενη διαμορφώνοντας νέα νομική κατάσταση και επιφέροντας τη λύση της ενοχής για το μέλλον". "Αποδεικνύεται, όμως ότι η ενάγουσα δεν εισέφερε στην εναγόμενη νέους πελάτες, δεδομένου ότι η περιοχή δράσης της ήταν προκαθορισμένη απ’ αυτήν, όπως και τα ακριβή σημεία διανομής, αλλά και το πελατολόγιο, στο οποίο η εναγόμενη είχε -ανά πάσα στιγμή, πρόσβαση, και με το οποίο εφοδίασε την ενάγουσα όταν ανέλαβε την διακίνηση των προϊόντων της, λαμβανομένου επίσης υπόψη και του μικρού χρονικού διαστήματος της συνεργασίας των διαδίκων.

Από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου με επίκληση πίνακος πελατών από την εναγόμενη προκύπτει ότι αυτός συμπίπτει με αυτόν που επικαλείται η ενάγουσα στην αγωγή της. Προκύπτει, επίσης, ότι οι πελάτες απέβλεπαν στα προϊόντα της εναγομένης, ανεξάρτητα από το πρόσωπο του εκάστοτε διανομέα. Σε κάθε δε περίπτωση η εναγομένη διέθετε το κατάλληλο προσωπικό και την κατάλληλη υποδομή, αλλά συνεργαζόταν και με τρίτα πρόσωπα, τα οποία ήταν ακριβώς επιφορτισμένα με την προώθηση των προϊόντων και την ανεύρεση νέων πελατών, ενώ οι ενάγοντες δεν είχαν τη δυνατότητα να πράξουν κάτι ανάλογο, τουλάχιστον όχι πέραν του εντελώς περιστασιακού, δεδομένου ότι χρονικά ήταν πολύ περιορισμένη η επαφή τους με τα σημεία πώλησης, λόγω του ευπαθούς των προϊόντων που μετέφεραν και του χρονοδιαγράμματος που έπρεπε να τηρήσουν ώστε να ολοκληρώσουν επιτυχώς τη διανομή τους.

Περαιτέρω, δεν αποδεικνύεται με ακρίβεια από την ενάγουσα ποιοι ήταν οι αρχικοί και ποιοι οι νέοι πελάτες, ούτε πότε τους βρήκε, ούτε το ύψος του τζίρου που εισέφεραν αυτοί οι νέοι πελάτες. Ούτε προσδιορίζονται κατ’ είδος και ποσό τα ουσιαστικά ωφελήματα της εναγομένης μετά τη λήξη της σύμβασης... Τέλος δεν αποδεικνύεται ότι ο τζίρος της εναγομένης αρχικώς ανερχόταν σε 250.000 ευρώ το έτος 2007 και ότι με τις ενέργειες της ενάγουσας ανήλθε σε 696.000 ευρώ το έτος 2008.

Αντίθετα αποδεικνύεται ότι η ενάγουσα αμέσως μετά την ως άνω διακοπή της συνεργασίας της με την εναγόμενη συνήψε νέα συμφωνία με ανταγωνίστρια εταιρεία της τελευταίας με την επωνυμία "..." και δεν απώλεσε ουδεμία προμήθεια από τους πελάτες της εναγομένης, έτσι ώστε η επιδίκαση οιασδήποτε αποζημίωσης να μην είναι δίκαιη... ".

Με βάση της παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμο από ουσιαστική άποψη το αίτημα της αγωγής για την καταβολή αποζημιώσεως πελατείας. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε όμως το δικαστήριο της ουσίας στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, λόγω αντιφατικών και ανεπαρκών αιτιολογιών, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 9 παρ.1 του π.δ/τος 219/1991 την οποία παραβίασε εκ πλαγίου.

Ειδικότερα, διέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες αναφορικά με το ουσιώδες ζήτημα ότι η αναιρεσείουσα διανομέας δεν προώθησε σημαντικά τις υποθέσεις της αναιρεσίβλητης κατά τη διάρκεια της συνεργασίας τους, δεδομένου ότι ενώ στην αρχή δέχεται ότι η αναιρεσείουσα "...ήταν εκείνη που φρόντιζε για την προώθηση των συμφερόντων της εναγομένης, υπό την έννοια της ανεύρεσης νέων σημείων πώλησης, δηλ.

νέων πελατών, και τούτο ανεξαρτήτως του ότι στις τελικές διαπραγματεύσεις με αυτούς προέβαινε η εναγομένη, αλλά και για την διατήρηση της υφισταμένης πελατείας στις υπόψη περιοχές, προβαίνοντας σε τακτικές επιθεωρήσεις των σημείων πώλησης ώστε να ελέγχεται η ορθή λειτουργία τους, η επάρκεια των αποθεμάτων τους, η καλή εμφάνιση και κατάστασή τους λόγω της φύσης τους ως αναλλοίωτων προϊόντων και η τοποθέτηση του σχετικού διαφημιστικού υλικού" (φύλλο 15α), καταλήγει στο αντιφατικό συμπέρασμα ότι "...η ενάγουσα δεν εισέφερε στην εναγόμενη νέους πελάτες, δεδομένου ότι η περιοχή δράσης της ήταν προκαθορισμένη απ’ αυτήν, όπως και τα ακριβή σημεία διανομής, αλλά και το πελατολόγιο, στο οποίο η εναγόμενη είχε -ανά πάσα στιγμή, πρόσβαση, και με το εφοδίασε την ενάγουσα όταν ανάλαβε την διακίνηση των προϊόντων της, λαμβανομένου επίσης υπόψη και του μικρού χρονικού διαστήματος της συνεργασίας των διαδίκων" (φύλλο 17β).

Επίσης, η παραδοχή της προσβαλλόμενης, προς αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος περί μη εισφοράς νέων πελατών, περί σύμπτωσης (ταύτισης) των πελατών που επικαλείται η ενάγουσα στην αγωγή με τους πελάτες που προσκομίζει η εναγόμενη σε πίνακα ως δικούς της πελάτες", ελέγχεται ως ασαφής, διότι δεν αναφέρεται αν αυτοί είναι πελάτες που έδωσε κατά την έναρξη της συνεργασίας στην ενάγουσα και διατηρήθηκαν αμετάβλητοι κατά τη διάρκεια της συνεργασίας τους.

Είναι δε κρίσιμη η παραδοχή αυτή διότι η σύγκριση του πελατολογίου για τη διαπίστωση ή μη της αύξησης περιορίζεται ακριβώς στην έναρξη και τη λήξη της συμβάσεως. Ασαφής και αντιφατική, επί πλέον, είναι και η αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος περί μη εισφοράς από την ενάγουσα νέων πελατών με το επιχείρημα "ότι οι πελάτες απέβλεπαν στα προϊόντα της εναγομένης, ανεξάρτητα, από το πρόσωπο του εκάστοτε διανομέα".

Εκτός του ότι η φήμη ενός προϊόντος, δεδομένης της ύπαρξης και ανταγωνιστικών προϊόντων φήμης, διευκολύνει μεν την προώθηση των πωλήσεων, αλλά δεν μπορεί να υποκαταστήσει την ουσιαστική συμβολή του εμπορικού αντιπροσώπου και του αποκλειστικού διανομέα και πάντως δεν αποκλείει τη γέννηση της αξίωσης αποζημίωσης του τελευταίου (ΑΠ 355/2015), η παραδοχή αυτή έρχεται σε αντίφαση με τις προηγούμενες παραδοχές ότι:

α) η ενάγουσα ήταν εκείνη που φρόντιζε για την προώθηση των συμφερόντων της εναγομένης, υπό την έννοια της ανεύρεσης νέων σημείων πώλησης και νέων πελατών, β) η ενάγουσα είχε αναλάβει την υποχρέωση να συμβάλει στην επέκταση της πελατείας της εναγομένης και την αύξηση του τζίρου της, αφού όφειλε να τηρεί τους ετήσιους στόχους πωλήσεων και να μην ανταγωνίζεται την τελευταία, αφετέρου δε και τον επιχειρηματικό κίνδυνο, αφού είχε ήδη προκαταβάλει την αξία των εμπορευμάτων που διακινούσε και γ) συμφωνήθηκε πέρα από την σταθερή αμοιβή και πριμ για την επίτευξη στόχων πώλησης, με ποσοστό 1% για τους διμηνιαίους και τριμηνιαίους στόχους επί του τζίρου των διαστημάτων αυτών, πράγμα που σημαίνει, σε συνδυασμό με την παραδοχή ότι η μεταξύ των διαδίκων σύμβαση λειτούργησε ομαλά και η ενάγουσα συνεργάστηκε απρόσκοπτα με την εναγομένη εταιρεία καθ’ όλο το προαναφερθέν διάστημα, ότι η ενάγουσα επέτυχε τους ορισθέντες ποσοτικούς στόχους και κατ’ ακολουθίαν συνέβαλε στην επέκταση της πελατείας της εναγομένης και την αύξηση του τζίρου της.

Ομοίως, από την διατύπωση των παραδοχών ότι "....περαιτέρω, δεν αποδεικνύεται με ακρίβεια από την ενάγουσα ποιοι ήταν οι αρχικοί και ποιοι οι νέοι πελάτες, ούτε πότε τους βρήκε, ούτε το ύψος του τζίρου που εισέφεραν αυτοί οι νέοι πελάτες. Ούτε προσδιορίζονται κατ’ είδος και ποσό τα ουσιαστικά ωφελήματα της εναγομένης μετά τη λήξη της σύμβασης.

Τέλος δεν αποδεικνύεται ότι ο τζίρος της εναγομένης αρχικώς ανερχόταν σε 250.000 ευρώ το έτος 2007 και ότι με τις ενέργειες της ενάγουσας ανήλθε σε 696.000 ευρώ το έτος 2008" συνάγεται πόρισμα ενδοιαστικό και ασαφές, αφού δεν διατυπώνεται με τρόπο θετικό τι ακριβώς περί του κρισίμου αυτού ζητήματος αποδείχθηκε, αλλά εκφράζεται με τρόπο αρνητικό τι δεν αποδείχθηκε και μάλιστα "με ακρίβεια".

Με αυτές τις παραδοχές το Εφετείο με την απόφασή του παραβίασε εκ πλαγίου την διάταξη του άρθρου 9 παρ. 1 π.δ. 219/1991 που εφαρμόζεται στη ένδικη συμβατική σχέση της αποκλειστικής διανομής αναλογικά. Επομένως οι συναφείς και ενιαία εκτιμώμενοι λόγοι αναιρέσεως με στοιχεία 2 Β

ΙΙ αριθ. 1, 2, 3, 4 α,β,γ, 5 και 7 από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (κατ’ ορθή υπαγωγή) είναι βάσιμοι. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της (κεφάλαια διαφυγόντων κερδών και αποζημίωσης πελατείας) παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων, εφόσον η αναιρετική εμβέλεια των δεκτών γενομένων καταλαμβάνει και τους λοιπούς. Ακολούθως πρέπει κατά την παρ. 3 του άρθρ. 580 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρ. 65 του ν. 4139/2013, να παραπεμφθεί η υπόθεση (κατά τα ανωτέρω κεφάλαια) για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από δικαστές διαφορετικούς από αυτούς που εξέδωσαν την απόφαση αυτή, ενώ η αναιρεσίβλητη που νικήθηκε πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημα της τελευταίας, όπως ειδικότερα στο διατακτικό αναφέρεται (άρθρα 176, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί κατά την παρ. 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ η απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που καταβλήθηκε απ’ αυτήν.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ’ αριθ. 2737/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί όμως από δικαστές άλλους από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

Διατάσσει την απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που καταβλήθηκε απ’ αυτήν.

Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Μαΐου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Σεπτεμβρίου 2017.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ