1596/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 25 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/12/2005 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2017/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3505/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 23/7/2010 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 1695/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση η αναιρεσίβλητη με την από 26/10/2011 κλήση της.
Legislator headnote
AI generated1596/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κάθε μισθωτός, κατά την ένταξή του στο τακτικό προσωπικό, κατατάσσεται σε μισθολογικό κλιμάκιο, βαθμίδα, κατηγορία και κλάδο προς πλήρωση οργανικής θέσεως. Η κατάταξη σε μισθολογικό κλιμάκιο αποτελεί αποκλειστικά μισθολογική διαβάθμιση και δεν παρέχει δικαίωμα ασκήσεως καθηκόντων ορισμένης θέσεως στη διάρθρωση των υπηρεσιών της επιχείρησης.
Full text
Απόφαση 1596 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1596/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Δημήτριο Μουστάκα, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 25 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. Σ. του Σ., κατοίκου ..., 2) Κ. Π. του Χ., κατοίκου ..., 3) Α. Α. του Α., κατοίκου ..., 4) Χ. Π. του Γ., κατοίκου ..., 5) Μ. Μ. του Α., κατοίκου ..., 6) Κ. Π. του Θ., κατοίκου ..., 7) Δ. Μ. του Β., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ανδρέα Περράκη και κατέθεσαν προτάσεις, 8) Θ. Γ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Ανδρέα Περράκη και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Εταιρείας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ-ΔΕΗ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Περικλή Κατσαούνη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/12/2005 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2017/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3505/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 23/7/2010 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 1695/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση η αναιρεσίβλητη με την από 26/10/2011 κλήση της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Αθηναίος ανέγνωσε την από 14/10/2011 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Χριστόφορου Κοσμίδη, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η από 23-7-2010 αίτηση των Γ. Σ. κλπ κατά της ανώνυμης εταιρείας "ΔΕΗ ΑΕ", περί αναιρέσεως της 3505/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 216 παρ.1 ΚΠολΔ, η αγωγή, εκτός άλλων στοιχείων, πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων, που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εν αγομένου. Σε αντίθετη περίπτωση, η αγωγή είναι αόριστη και το δικαστήριο οφείλει να την απορρίψει για το λόγο αυτό, έστω και αν μνημονεύεται ο νομικός κανόνας, με βάση τον οποίο ζητείται η παραδοχή του αιτήματος που υποβάλλεται.
Εξ άλλου, το ορισμένο ή μη του δικογράφου της αγωγής, ως προς την έκθεση των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση αυτής, εκτιμάται κυριαρχικώς από το δικαστήριο της ουσίας. Εξαίρεση ισχύει στην περίπτωση που το δικαστήριο αξιώνει περισσότερα στοιχεία απ' όσα πράγματι απαιτεί ο νόμος ή αρκείται σε λιγότερα ή διαφορετικά απ' αυτά, οπότε υπάρχει παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως.
Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ.1 και 3, 3, 4 παρ.1 και 8, 5 παρ.3 και 4 και 42 παρ.4 του Κανονισμού Καταστάσεως Προσωπικού της Δημόσιας Επιχείρησης Ηλεκτρισμού (ΚΚΠ/ΔΕΗ), που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Β'1274/1973) με την 2842/1973 απόφαση του Υπουργού Απασχολήσεως, κυρώθηκε με το άρθρο 2 του ν.δ. 210/1974 και επέχει ισχύ νόμου, όπως ισχύει μετά τη δημοσίευση της από 23-3-1990 ΣΣΕ Προσωπικού ΔΕΗ (ΦΕΚ Β227/1990) το προσωπικό συνδέεται με τη ΔΕΗ με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου και διακρίνεται σε τακτικό και έκτακτο.
Προσωπικό έκτακτο είναι εκείνο που προσλαμβάνεται με σύμβαση ορισμένου ή αορίστου χρόνου για την κάλυψη έκτακτων ή πρόσκαιρων αναγκών και μπορεί να ενταχθεί μετά από διετή υπηρεσία στο τακτικό προσωπικό με απόφαση του διοικητή, μετά από γνώμη του πρωτοβάθμιου συμβουλίου κρίσεως. Το τακτικό προσωπικό κατατάσσεται σε κλάδους, υποδιαιρούμενους σε κατηγορίες, που μπορούν να υποδιαιρεθούν σε βαθμίδες, στις οποίες αντιστοιχούν μισθολογικά κλιμάκια και ποσοστό οργανικών θέσεων, που καθορίζεται για κάθε κατηγορία με απόφαση του γενικού διευθυντή, ανάλογα με τις υπάρχουσες ανάγκες.
Κάθε μισθωτός, κατά την ένταξή του στο τακτικό προσωπικό, κατατάσσεται σε μισθολογικό κλιμάκιο, βαθμίδα, κατηγορία και κλάδο προς πλήρωση οργανικής θέσεως. Η κατάταξη σε μισθολογικό κλιμάκιο αποτελεί αποκλειστικά μισθολογική διαβάθμιση και δεν παρέχει δικαίωμα ασκήσεως καθηκόντων ορισμένης θέσεως στη διάρθρωση των υπηρεσιών της επιχείρησης.
Ο συνολικός αριθμός των οργανικών θέσεων καθορίζεται κάθε φορά από το διοικητικό συμβούλιο και είναι αντίστοιχος με την εκάστοτε ισχύουσα διάρθρωση της επιχείρησης, ενώ η κατανομή αυτών ενεργείται ανάλογα με τις υφιστάμενες ανάγκες με απόφαση του διοικητή, ο οποίος μπορεί να μεταβάλλει το ποσοστό των οργανικών θέσεων.
Η κατάταξη γίνεται σε μισθολογικό κλιμάκιο της κατώτερης βαθμίδας κάθε κατηγορίας με απόφαση του διοικητή, κατόπιν προτάσεως της ιεραρχίας. Το διοικητικό συμβούλιο μετά από εισήγηση του διοικητή αποφασίζει για την ένταξη των τακτικών μισθωτών σε οποιοδήποτε μισθολογικό κλιμάκιο κάθε κατηγορίας. Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι η ένταξη του έκτακτου προσωπικού σε οργανικές θέσεις του τακτικού προσωπικού, μετά τη συμπλήρωση του ελάχιστου χρόνου υπηρεσίας, αποτελεί υποχρέωση της ΔΕΗ, η οποία απορρέει από τις διατάξεις του ΚΚΠ/ΔΕΗ και πρέπει να εκπληρώνεται από αυτήν όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπ' όψη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΚ 288, Ολ.ΑΠ 4/2007).
Περαιτέρω, όμως, συνάγεται με σαφήνεια ότι κατά την ένταξη του έκτακτου στο τακτικό προσωπικό της ΔΕΗ και την κατάταξή του σε συγκεκριμένο κλάδο, κατηγορία, βαθμίδα και μισθολογικό κλιμάκιο απαραίτητη προϋπόθεση αποτελεί, εκτός των άλλων, η ύπαρξη αντίστοιχης, κενής οργανικής θέσης (ΑΠ 1252/2008).
Συνεπώς, στο δικόγραφο αγωγής, με την οποία ζητείται να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της ΔΕΗ να κατατάξει τον ενάγοντα μισθωτό αυτής σε συγκεκριμένη κατηγορία, βαθμίδα και μισθολογικό κλιμάκιο του τακτικού προσωπικού της, με βάση τις προαναφερόμενες διατάξεις του ΚΚΠ/ΔΕΗ, απαιτείται να διαλαμβάνεται, εκτός των άλλων στοιχείων, η ύπαρξη κενής οργανικής θέσης κατά τον αναφερόμενο χρόνο ένταξης, από του οποίου ζητείται η ορθή κατάταξη, διαφορετικά η αγωγή είναι αόριστη και, ως εκ τούτου, απαράδεκτη (ΑΠ 646/2008).
Στη προκειμένη περίπτωση, από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει ότι οι αναιρεσείοντες (ενάγοντες) με την ένδικη, από 2-12-2005 αγωγή ισχυρίσθηκαν ότι στην αναφερόμενη για το καθένα ημερομηνία προσλήφθηκαν από την αναιρεσίβλητη (εναγομένη) ως έκτακτοι, τεχνικοί υπάλληλοι με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, που ανανεώθηκαν κατ' επανάληψη.
Ότι, στη συνέχεια, εντάχθηκαν στο τακτικό προσωπικό της αναιρεσίβλητης, στο κλάδο Γενικών Υπηρεσιών, στη κατηγορία ΓΥ5, στη βαθμίδα β' και στο μισθολογικό κλιμάκιο 12 και συγκεκριμένα ο πρώτος την 1-7-1997,οι δεύτερος και τρίτος την 1-8-1997,ο τέταρτος την 1-3-2000,ο πέμπτος την 10-4-1998,ο έκτος την 1-6-2000 και οι έβδομος και όγδοος την 1-4-1998,ενώ σύμφωνα με τους ισχυρισμούς τους, η κατάταξη τους, από τον εν λόγω χρόνο για τον καθένα θα έπρεπε να γίνει στον κλάδο Τεχνικών, στην κατηγορία Τ4, στη βαθμίδα ε' και στο μισθολογικό κλιμάκιο 10, διότι είχαν τα νόμιμα προσόντα και από την πρόσληψή τους ως εκτάκτων απασχολούνταν σε καθήκοντα ο πρώτος τεχνικού υπαλλήλου εναερίων δικτύων.
Ότι, αργότερα μετατάχθηκαν στην ορθή κατηγορία Τ4, έχοντας απολέσει για το ενδιάμεσο χρονικό διάστημα τις υπέρτερες αποδοχές, τις οποίες θα λάμβαναν αν κατά την ένταξή τους είχαν ορθώς καταταχθεί. Σύμφωνα με το ιστορικό αυτό, οι αναιρεσείοντες, επικαλούμενοι τις διατάξεις του ΚΚΠ/ΔΕΗ και του άρθρου 288 ΑΚ, ζήτησαν:
Α)να αναγνωρισθεί ότι κατά την ένταξή τους στο τακτικό προσωπικό της αναιρεσίβλητης έπρεπε να καταταχθούν στην ως άνω προσήκουσα κατηγορία, βαθμίδα και μισθολογικό κλιμάκιο, προαγόμενοι έκτοτε ανά τριετία στο εκάστοτε επόμενο μισθολογικό κλιμάκιο σύμφωνα με τις διατάξεις του ΚΚΠ/ΔΕΗ και Β)να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να τους καταβάλει τις προκύπτουσες μισθολογικές διαφορές, περιορίζοντας κατά τη συζήτηση στον πρώτο βαθμό το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής ως προς τον πρώτο και έκτο από αυτούς σε εν μέρει αναγνωριστικό για το πέραν των 12.000 ευρώ αιτούμενο ποσό.
Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, έκανε δεκτή την έφεση της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την εκκληθείσα απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και απέρριψε την ένδικη αγωγή στο σύνολό της, ως αόριστη, με την αιτιολογία ότι δεν εκτίθεται σ' αυτή αν κατά τους συγκεκριμένους χρόνους, που έλαβε χώρα η ένταξη των αναιρεσειόντων στο τακτικό προσωπικό της αναιρεσίβλητης, υπήρχε κενή οργανική θέση στην κατηγορία Τ4 στη βαθμίδα ε' και στο μισθολογικό κλιμάκιο 10 αυτής, όπου οι αναιρεσείοντες, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς τους, δεν κατατάχθηκαν αντίθετα προς την καλή πίστη, ενώ θα έπρεπε από τότε να έχουν καταταχθεί.
Με την κρίση αυτή, το Εφετείο εφάρμοσε ορθά τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αφού δεν αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος για την κατάταξη των μισθωτών της αναιρεσίβλητης σε συγκεκριμένη κατηγορία, βαθμίδα και μισθολογικό κλιμάκιο του τακτικού προσωπικού αυτής.
Πράγματι, με δεδομένο το ότι για την ένταξη του έκτακτου προσωπικού σε κάποια από τις κατηγορίες του τακτικού προσωπικού και για την εν συνεχεία προαγωγή ή εξέλιξή του απαιτείται η ύπαρξη κενής οργανικής θέσης, η συνδρομή της προϋπόθεσης αυτής, που είναι θεμελιωτική του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, δεν μπορεί να συναχθεί σιωπηρώς.
Το γεγονός ότι η επιχείρηση είχε ανάγκη από τις υπηρεσίες κάθε ενός εργαζόμενου, διότι τον απασχολούσε ως έκτακτο δεν υποδηλώνει και την ύπαρξη αντίστοιχης κενής οργανικής θέσης, αφού σύμφωνα με τον ΚΚΠ/ΔΕΗ το έκτακτο προσωπικό προσλαμβάνεται για την εξυπηρέτηση έκτακτων ή πρόσκαιρων αναγκών για τις οποίες δεν επαρκεί το προσωπικό που καλύπτει τις οργανικές θέσεις.
Και το γεγονός ότι αργότερα η επιχείρηση κατέταξε τον εργαζόμενο στην προσήκουσα κατηγορία, βαθμίδα και μισθολογικό κλιμάκιο, δεν σημαίνει, επίσης, ότι υπήρχε αντιστοίχως κενή οργανική θέση και κατά την προγενέστερη ημερομηνία από την οποία ο εργαζόμενος επιδιώκει την κατάταξη που αναφέρεται στην αγωγή.
Γι' αυτό, πρέπει να γίνεται ειδική μνεία στην αγωγή, ώστε να αποτελεί αντικείμενο απόδειξης, ότι κατά την ημερομηνία της ένταξης, της οποίας η ορθότητα αμφισβητείται, υπήρχε κενή οργανική θέση, στην οποία η διοίκηση της επιχείρησης, ενεργώντας αντίθετα προς την καλή πίστη, παρέλειψε να κατατάξει τον εργαζόμενο.
Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αίτησης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 29-6-2010 αίτηση για αναίρεση της 3505/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 23 Οκτωβρίου 2012.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Νοεμβρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ