Supreme Court partially allows appeal against second defendant for lack of legal interest in simple co-litigation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the second, third, and fourth appellants while accepting the appeal filed by the first appellant. The court found that the first appellant had a legal interest to challenge the lower court's decision, whereas the others were bound by a simple co-litigation relationship. Consequently, the judgment was annulled only regarding the first appellant, and the case was remitted to the Athens Court of Appeal for further proceedings.
Legislator headnote
AI generatedArticles 68, 73, 74, 76, 517 alpha of the Code of Civil Procedure; An appeal must be directed against all necessary co-litigants in cases of mandatory co-litigation, but only against those with a legal interest in cases of simple co-litigation.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1596 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1596/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου), Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη και Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων-καθών η κλήση: 1. Χ1, 2. Χ2, 3. Χ3 και 4. Χ4, κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αναστάσιο Κεφαλεά με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων-καλούντων: 1. Ψ1, κατοίκου ..., 2. Ψ2, κατοίκου ..., 3. Ψ3, κατοίκου ..., 4. Ψ4, κατοίκου ..., 5. Ψ5, κατοίκου ..., 6. Ψ6, κατοίκου ..., 7. Ψ7, 8. Ψ8, 9. Ψ9, κατοίκων (των 7,8,9) ..., 10. Ψ10, 11. Ψ11 και 12. Ψ12, κατοίκων (των 10,11,12) ..., 13. Ψ13, 14. Ψ14, 15. Ψ15, κατοίκων (των 13,14,15) ..., 16. Ψ16, 17. Ψ17 και 18. Ψ18, κατοίκων (των 16,17,18) ..., 19. Ψ19, κατοίκου ..., ως μόνου εξ αδιαθέτου κληρονόμου της αποβιωσάσης ΑΑ, που δήλωσε, ότι συνεχίζει εκούσια την εκ του θανάτου βιαίως διακοπείσα δίκη, 20. Ψ20, ως μόνης εξ αδιαθέτου κληρονόμου της αποβιωσάσης ΒΒ, που δήλωσε, ότι συνεχίζει εκουσίως την εκ του θανάτου της μητρός της διακοπείσα δίκη, 21. Ψ21, κατοίκου ..., ως μόνης εξ αδιαθέτου κληρονόμου της αποβιωσάσης ΓΓ, για την οποία δηλώνει, ότι συνεχίζει εκουσίως την εκ του θανάτου αυτής διακοπείσα δίκη, 22. Ψ22, κατοίκου ..., 23. Ψ23, κατοίκου ..., 24. Ψ24, κατοίκου ..., και 25. Ψ25, κατοίκου ... . Οι 2ος, 3η παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Μικρό και οι υπόλοιποι εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10 Ιουνίου 1951 αγωγή των αρχικών διαδίκων οι οποίοι δεν είναι παρόντες στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8084/1952, 6268/1996 μη οριστικές, 3767/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3323/2004, 8838/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας εφετειακής απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 25 Μαΐου 2005 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 596/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επαναφέρουν προς συζήτηση οι καλούντες με την από 28-6-2007 κλήση τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Σίδερης ανέγνωσε την από 22-11-2006 έκθεση του αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Γεωργίου Καπερώνη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι). Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 62, 73, 286 επ. και 313 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν κάποιος διάδικος αποβιώσει κατά την διάρκεια της δίκης και μέχρι το τέλος της προφορικής συζητήσεως μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση και εφόσον τηρηθούν οι νόμιμες διατυπώσεις, μεταξύ των οποίων είναι και εκείνη της γνωστοποιήσεως του θανάτου στον αντίδικο του αποβιώσαντος, επέρχεται διακοπή της δίκης και όλες οι διαδικαστικές πράξεις που επιχειρούνται μέχρι την νόμιμη επανάληψη της διαδικασίας λογίζονται άκυρες.
Αν δεν γίνει η γνωστοποίηση του θανάτου δεν επέρχεται διακοπή της δίκης η δε απόφαση που εκδίδεται είναι υποστατή και μπορεί να προσβληθεί με το ένδικο μέσο της αναιρέσεως. Σε περίπτωση που ο διάδικος αποβιώσει μετά το πέρας της προφορικής συζητήσεως μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση ή πολύ περισσότερο μετά την έκδοση της τελευταίας, όταν δηλαδή δεν υφίσταται πλέον εκκρεμής δικαστικός αγών, δεν υπάρχει στάδιο εφαρμογής των διατάξεων περί διακοπής της δίκης.
Σε κάθε περίπτωση τα ένδικα μέσα που ασκούνται κατά της οριστικής αποφάσεως, άρα και η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απευθύνονται, σύμφωνα με το άρθρο 558 Κ.Πολ.Δ. κατά των καθολικών διαδόχων (κληρονόμων) του αποβιώσαντος, απευθυνόμενα δε κατ' αυτού είναι άκυρα, υπό την προϋπόθεση ότι ο αναιρεσείων διάδικος είχε λάβει γνώση του θανάτου του αντιδίκου του με οποιονδήποτε τρόπο, ώστε να διαπιστώσει τους κληρονόμους του και να απευθύνει κατ' αυτών την αναίρεση.
Επομένως, η αναίρεση που απευθύνεται κατά αποβιώσαντος, χωρίς όμως να γνωρίζει τον θάνατο ο αναιρεσείων, δεν είναι άκυρη και η συζήτηση της χωρεί νομίμως με τους κληρονόμους του αποβιώσαντος, εάν αυτοί εμφανίζονται κατά την συζήτηση με την ιδιότητα αυτήν, στην θέση του αποβιώσαντος αναιρεσιβλήτου και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς (Ολ.ΑΠ 27/1987, ΑΠ 1493/1998).
Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την συζήτηση της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, που κατατέθηκε στις 26.5.2005, ο πληρεξούσιος δικηγόρος των αναιρεσιβλήτων δήλωσε ότι α) η δέκατη ένατη αναιρεσίβλητη (ΑΑ) απεβίωσε στις 1.6.2003 και κατέλιπε ως εξ αδιαθέτου κληρονόμο της τον υιό της Ψ19, β) η εικοστή αναιρεσίβλητη (ΒΒ) απεβίωσε στις 7.4.2005 και κατέλιπε ως εξ αδιαθέτου κληρονόμο της την θυγατέρα της Ψ20 και γ) η εικοστή πρώτη αναιρεσίβλητη (ΓΓ) απεβίωσε στις 23.6.2005 και κατέλιπε ως εκ διαθήκης κληρονόμο της την Ψ21, οι οποίοι δήλωσαν ότι παρίστανται και συνεχίζουν την δίκη.
Ο θάνατος των ως άνω αναιρεσιβλήτων και οι συγγενικές σχέσεις που στηρίζουν την κληρονομική διαδοχή αποδεικνύονται από τις προσκομιζόμενες οικείες ληξιαρχικές πράξεις θανάτου, τα αντίστοιχα πιστοποιητικά οικογενειακής καταστάσεως, ως και τα αντίστοιχα πσκ του Γραμματέα Πρωτοδικών Αθηνών περί μη δημοσιεύσεως διαθήκης της δέκατης ένατης και εικοστής των αναιρεσιβλήτων, δεν αμφισβητείται δε ειδικώς από τους ήδη αναιρεσείοντες (αρθρ. 261 Κ.Πολ.Δ.).
Περαιτέρω, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης προκύπτει ότι ο μεν κατά την 1.6.2003 θάνατος της δέκατης ένατης αναιρεσίβλητης έλαβε χώρα πριν από την προφορική συζήτηση της υποθέσεως (18.11.2004) μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη οριστική απόφαση, χωρίς να γίνει στην δίκη αυτήν γνωστοποίηση του θανάτου, ο δε κατά την 7.4.2005 θάνατος της εικοστής των αναιρεσιβλήτων έλαβε χώρα πριν την κατάθεση της αναιρέσεως.
Από κανένα όμως αποδεικτικό μέσο δεν προκύπτει ότι οι αναιρεσείοντες κατά την άσκηση αυτής γνώριζαν τον θάνατο αυτών, οι δε κληρονόμοι τους παρίστανται νομίμως στην θέση των κληρονομηθέντων διαδίκων και δηλώνουν ότι συνεχίζουν την δίκη και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της υποθέσεως. Επομένως, η αίτηση αυτή είναι έγκυρη και κατά το μέρος της που στρέφεται κατά προσώπων που είχαν αποβιώσει πριν την άσκηση της και μπορεί να χωρήσει νομίμως η συζήτηση επί της αναιρέσεως.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 18 του ΕισΝ.Κ.Πολ.Δ. οι διατάξεις των άρθρων 286 έως 312 Κ.Πολ.Δ. εφαρμόζονται και στις δίκες που είναι εκκρεμείς κατά την εισαγωγή του. Έτσι, η βιαίως διακοπείσα δίκη πριν από την εισαγωγή του Κ.Πολ.Δ., συνεπεία θανάτου κάποιου από τους διαδίκους, θα επαναληφθεί κατά τις διατάξεις αυτού είτε εκουσίως, δια ρητής ή σιωπηρός δηλώσεως του διαδίκου υπέρ του οποίου είχε επέλθει η διακοπή, είτε αναγκαστικώς από τον αντίδικο του, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 290 και 291 του Κ.Πολ.Δ.
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 261 ΑΚ συνάγεται ότι αν η παραγραφή διακόπηκε με την άσκηση της αγωγής, η ίδια παραγραφή, δηλαδή ομοειδής με αυτή που διακόπηκε, αρχίζει σε κάθε περίπτωση και ανεξαρτήτως του είδους της ως βραχυπρόθεσμης ή συνήθους, ευθύς από την άσκηση της, διακόπτεται δε μετά από κάθε διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου και αμέσως μετά την επιχείρηση αυτής αρχίζει ισόχρονη με την αρχική παραγραφή, η οποία μπορεί να συμπληρωθεί με την παρέλευση του χρόνου που ισχύει γι' αυτή, εφόσον δεν μεσολαβήσει κάποια νέα διαδικαστική ενέργεια ή άλλος λόγος διακοπής πριν από την τελεσίδικη περάτωση της δίκης.
Επομένως, εφόσον η αξίωση έχει καταστεί επίδικη, η παραγραφή μπορεί να συμπληρωθεί σε επιδικία, αν οι διάδικοι απρακτούν. Την παραγραφή μπορούν να διακόψουν και οι διαδικαστικές πράξεις που είναι άκυρες, κατά την έννοια του άρθρου 159 Κ.Πολ.Δ., δηλαδή όταν η ακυρότητα αυτών είναι δικονομική και πρέπει να απαγγελθεί από το δικαστήριο, αφού έως την κήρυξη της ακυρότητας οι διαδικαστικές πράξεις παράγουν όλες τις έννομες συνέπειες τους.
Η κατά το άρθρο 289 του Κ.Πολ.Δ. ακυρότητα της διαδικαστικής πράξεως, πλην της εκδόσεως της αποφάσεως, που διενεργείται μετά την διακοπή της δίκης και πριν από την επανάληψη της δεν επέρχεται αυτοδικαίως, αλλά πρέπει να κηρυχθεί από το Δικαστήριο κατά το άρθρο 159 του ίδιου κώδικα. Συνακόλουθα, η υποβολή αιτήσεως αντικαταστάσεως διορισθέντος πραγματογνώμονα και η επ' αυτής εκδιδομένη απόφαση, όπως και η κοινοποίηση αυτών, συνεπάγονται, και αν ακόμη γίνονται μετά την διακοπή της δίκης και πριν από την επανάληψη της, την διακοπή της παραγραφής της αξιώσεως που έχει καταστεί επίδικη.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 249 Α.Κ., οι αξιώσεις παραγράφονται σε είκοσι χρόνια. Στην εικοσαετή παραγραφή υπόκεινται τόσο η διεκδικητική, όσο και η πουβλικιανή αγωγή, όπως και η απαίτηση περί νομής (condictio possessionis) του προϊσχύσαντος Β.Ρ δικαίου [ν.6 Π.(15.5, 1 ΠΑΡ.3 (12.7)], που είναι εφαρμοστέο στην συγκεκριμένη περίπτωση για τον λόγο ότι τα παραγωγικά γεγονότα της επιδίκου σχέσεως συντελέσθηκαν πριν την εισαγωγή του Α.Κ. ( άρθρα 24 και 50 Εισ.ΝΑΚ).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: Οι αρχικοί ενάγοντες, του πρώτου εκ των οποίων καθολικοί διάδοχοι είναι οι αναιρεσείοντες, άσκησαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών την από 10.6.1951 αγωγή κατά των αναιρεσιβλήτων και ζήτησαν να αναγνωρισθούν νομείς του επιδίκου και να υποχρεωθεί ο αρχικός εναγόμενος ΔΔ να αποδώσει την νομή του επιδίκου, κατά την οποία κατέστη πλουσιότερος εις βάρος της περιουσίας τους, άλλως να αναγνωρισθούν κύριοι, άλλως πουβλικιανοί νομείς του επιδίκου.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 8084/1952 προδικαστική απόφαση του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η οποία διέταξε την διενέργεια αποδείξεων με μάρτυρες και πραγματογνωμοσύνη. Κατά την μετ' απόδειξη συζήτηση της υποθέσεως οι ήδη αναιρεσίβλητοι, ως καθολικοί διάδοχοι του αρχικού εναγομένου προέβαλων νομίμως με τις προτάσεις του την ένσταση εν επιδικία των επίδικων αξιώσεων, ισχυριζόμενοι ότι μετά τη δημοσίευση της ως άνω προδικαστικής αποφάσεως (30-6-1952) έως την κοινοποίησή της (8-10-1987) δεν μεσολάβησε καμία άλλη διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του Δικαστηρίου και ανάμεσα σε αυτές τις διαδικαστικές πράξεις παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας και γι' αυτό ζήτησαν την απόρριψη της ένδικης αγωγής.
Η πρώτη αναιρεσείουσα, προς απόκρουση της ενστάσεως παραγραφής, προέτεινε παραδεκτώς με την προσθήκη των προτάσεων της ιδίας συζητήσεως την ένσταση της διακοπής αυτής, ισχυριζόμενη ότι άσκησε την από 30-12-1968 αίτηση για την αντικατάσταση πραγματογνώμονα κατά των φερομένων ως κληρονόμων του αρχικού εναγομένου, την οποία, όπως προκύπτει από τις ..., ..., ..., ..., ...
και ... εκθέσεις επιδόσεως του δικ. επιμελητού του Πρωτοδικείου Αθηνών ..., επέδωσε σ' αυτούς και ότι επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε ερήμην των αναιρεσιβλήτων η 1656/1969 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία, όπως προκύπτει από τις ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ... και ... εκθέσεις επιδόσεως του ιδίου ως άνω δικ.
επιμελητού, επιδόθηκε επίσης στους αναιρεσιβλήτους. Ακολούθως, το Εφετείο, με βάση τα περιστατικά αυτά, δέχτηκε την προταθείσα ένσταση της παραγραφής εν επιδικία των αγωγικών αξιώσεων των αναιρεσειουσών κατά των αναιρεσιβλήτων και απορρίπτοντας την αντέσταση διακοπής της παραγραφής της πρώτης αναιρεσείουσας, με την αιτιολογία ότι οι ως άνω διαδικαστικές πράξεις, γενόμενες πριν από την νόμιμη επανάληψη της δίκης, που είχε διακοπεί στις 5.8.1958 λόγω του θανάτου του αρχικού εναγομένου ΔΔ, δεν μπορούσαν να διακόψουν την παραγραφή ως αυτοδικαίως άκυρες και για τον λόγο αυτό απέρριψε, όπως και πρωτοδίκως, την αγωγή.
Συνεπώς, το Εφετείο, που έκρινε με τον τρόπο αυτό, παραβίασε τις πιο πάνω διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, καθόσον η διενέργεια των ως άνω διαδικαστικών πράξεων επέφερε, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, την διακοπή της παραγραφής που είχε αρχίσει με την άσκηση της αγωγής και άρχισε νέα παραγραφή με την έκδοση της 8084/1952 ως άνω προδικαστικής αποφάσεως.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως, που κατ' ορθή εκτίμηση, εμπίπτει στον αριθμό του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι, κατά το μέρος που ασκείται από την πρώτη αναιρεσείουσα, βάσιμος. Αντιθέτως, ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος που προτείνεται από τους λοιπούς αναιρεσείοντες, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθ' όσον την αντένσταση διακοπής της παραγραφής υπέβαλε ενώπιον του Εφετείου, όπως ρητώς αναφέρεται στο δικόγραφο της αναιρέσεως, μόνο η πρώτη αναιρεσείουσα και όχι οι δεύτερη, τρίτος και τέταρτος των αναιρεσειόντων και ως εκ τούτου, υποκείμενης απλής ομοδικίας, δεν αρκεί η προβολή της αντενστάσεως περί διακοπής της παραγραφής από ένα των ομοδίκων για να έχει αποτέλεσμα και ως προς τους λοιπούς (Α.Π. 343/2007).
ΙΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 68, 73, 74, 76 και 517 α ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η έφεση απευθύνεται κατ' εκείνων που ο εκκαλών έχει έννομο συμφέρον να ζητήσει την εξαφάνιση της προσβαλλόμενης απόφασης, εκτός εάν συντρέχει περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, οπότε πρέπει η έφεση να απευθύνεται κατά πάντων των αναγκαίων ομοδίκων.
Εξάλλου, από την άσκηση της διεκδικητικής και πουβλικιανής αγωγής, ως και εκείνης με την οποία εισάγεται απαίτηση περί νομής του προϊσχύσαντος Β.Ρ. δικαίου (condictio possessionis) δημιουργείται σχέση απλής και όχι αναγκαστικής ομοδικίας, γιατί πρόκειται περί διαιρετού και όχι αδιαιρέτου δικαίου (Α.Π. 433/2007). Κατά συνέπεια, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλομένη απόφαση του, απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας, κατά το μέρος που αυτή απευθύνετο κατά των δεύτερης, τρίτου και τέταρτης των αναιρεσειόντων, μετά των οποίων αυτή συνδέεται με τον δεσμό της απλής ομοδικίας, ως απαράδεκτη, ελλείψει εννόμου συμφέροντος, ορθώς έκρινε και επομένως ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως, κατ' ορθή εκτίμηση από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να γίνει δεκτή η αναίρεση, κατά το μέρος που ασκείται από την πρώτη αναιρεσείουσα και κατ' αποδοχή του πρώτου λόγου της αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση, αφού είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ.3 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25-5-2005 αίτηση των Χ1, κ.λ.π, για αναίρεση της 8838/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος που ασκείται από τους δεύτερη, τρίτο και τέταρτη των αναιρεσειόντων.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες αυτούς στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Δέχεται την αναίρεση, κατά το μέρος που ασκείται από την πρώτη αναιρεσείουσα Χ1.
Αναιρεί, κατά τα ειδικότερα στο σκεπτικό αναφερόμενα, την προσβαλλόμενη ως άνω απόφαση.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο πιο πάνω Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στη δικαστική δαπάνη της πρώτης αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Μαρτίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Ιουνίου 2009.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ