Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds and common sense violation regarding testamentary capacity.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeals' decision regarding a will's validity. The appellant argued the testator lacked capacity due to cancer treatment, but the court found the appeal inadmissible because the lower court's assessment of evidence was not reviewable. The court ruled that violations of common sense only constitute grounds for appeal if they concern legal interpretation, not factual evaluation.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 19 of the Code of Civil Procedure; An appeal based on violation of common sense is admissible only if it concerns the interpretation of legal rules or the subsumption of facts, not the evaluation of evidence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1596 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1596/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου), Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Χαράλαμπο Παπαηλιού και Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Μαΐου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος-καθού η κλήση: Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Πρωτοπαππά ο οποίος ανακάλεσε την από 19-5-2008 δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ και παραστάθηκε αυτοπροσώπως.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Καλούντος: ...., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Αλφαντάκη και 2. Kαθού η κλήση: ....., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-7-1996 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1239/1997 προδικαστική, 3935/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5801/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 28-4-2005 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 494/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επαναφέρει προς συζήτηση ο 1ος αναιρεσίβλητος-καλών με την από 8-5-2007 κλήση του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Παπαηλιού ανέγνωσε την από 17-1-2007 έκθεσή του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου τούτου Αρεοπαγίτη, Ιωάννη Ιωαννίδη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 576 § 2, 568 § 1 και 498 § 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι ο Άρειος Πάγος οφείλει να εξετάσει αυτεπαγγέλτως αν κλήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως ο μη εμφανισθείς αντίδικος του επισπεύδοντος τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως και σε καταφατική περίπτωση να προχωρήσει στη συζήτηση παρά την απουσία του.
Στην προκείμενη περίπτωση από τις προσαγόμενες .... και ...... εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας Αθηνών......, αποδεικνύεται, ότι μετά από έγγραφη παραγγελία του πληρεξουσίου δικηγόρου του πρώτου αναιρεσίβλητου, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως με τις πράξεις καταθέσεως και ορισμού δικασίμου και κλήσεως προς συζήτηση αυτής κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στον δεύτερο αναιρεσίβλητο.
Επομένως, αφού αυτός δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκε με οποιοδήποτε νόμιμο τρόπο κατά την προκείμενη δικάσιμο, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της αιτήσεως παρά την απουσία του, σαν να ήταν και αυτός παρών. ΕΠΕΙΔΗ κατά μεν το άρθρο 1718 ΑΚ διαθήκη για τη σύνταξη της οποίας δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις του άρθρου 1719 έως 1757 είναι άκυρη, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, κατά δε το άρθρο 1719 παρ. 4 του αυτού Κώδικος όπως αυτό ίσχυε προ της με το άρθρο 30 του ν. 2447/1996 τροποποιήσεώς του "ανίκανοι να συντάσσουν διαθήκη είναι όσοι κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης δεν έχουν συνείδηση των πράξεών τους ή δεν έχουν τη χρήση του λογικού λόγω πνευματικής ασθένειας".
Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως, έλλειψη συνειδήσεως των πραττομένων υπάρχει όταν ο διαθέτης από θόλωση της διανοίας από κάποιο νοσηρό ή μη αίτιο, σε βαθμό συγχύσεως, αδυνατεί να διαγνώσει την ουσία και το περιεχόμενο της πράξεως του επιχειρεί, δηλαδή της διαθήκης, χωρίς να απαιτείται γενικώς και πλήρης έλλειψη της συνειδήσεως, αρκούσης της σε μεγάλο βαθμό συγχύσεως εκείνης (συνειδήσεως), στέρηση δε της χρήσεως του λογικού λόγω πνευματικής ασθένειας υπάρχει όταν ένεκα της τελευταίας (πνευματικής ασθένειας) ο διαθέτης ευρίσκεται σε κατάσταση αδυναμίας λογικής σταθμίσεως και ελευθέρου προσδιορισμού της βουλήσεως.
Περαιτέρω εκ της άνω διατάξεως του άρθρου 1719 παρ. 4 ΑΚ, προκύπτει ότι προς σύνταξη εγκύρου διαθήκης, ο διαθέτης πρέπει να έχει ικανότητα προς τούτο, υπάρχουσα κατά το χρόνο καταρτίσεως της διαθήκης και καθ' όλη την διάρκειά της.
Εν προκειμένω το Εφετείο, όπως από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του τα εξής: Στις 15-3-1996 απεβίωσε στην ενταύθα "Πολυκλινική Αθηνών" η .... θυγατέρα Χ1, άγαμη και χωρίς τέκνα. Στις 10 και 11-3-1996, η εν λόγω αποβιώσασα προέβη στη σύνταξη των .... και ..... (συμπληρωματική της προηγούμενης) δημοσίων διαθηκών αντίστοιχα, ενώπιον της συμβολαιογράφου Περιστερίου Αττικής Σταυρούλας Μυγιάκη - Φουρτούνη, που μετέβη προς τούτο στην ανωτέρω κλινική.
Με αυτές (διαθήκες) εγκατέστησε κληρονόμους της τον εφεσίβλητο - ενάγοντα αδελφό της και τον δεύτερο εκκαλούντα - εναγόμενο ανεψιό της επί δήλων κληρονομιαίων ακινήτων πραγμάτων, τον δε πρώτον εκκαλούντα - εναγόμενο ανεψιό της σε ολόκληρη την υπόλοιπη κληρονομιαία περιουσία της. Η διαθέτιδα νοσηλευόταν στο Νομαρχιακό Γενικό Νοσοκομείο "Πολυκλινική Αθηνών" πάσχουσα από καρκίνο, που αρχικά είχε εκδηλωθεί στο μαστό, ένεκα του οποίου είχε υποβληθεί σε δεξιά μαστεκτομή και στη συνέχεια η νεοπλασματική νόσος προσέλαβε μεταστατικό χαρακτήρα προσβάλλοντας τους πνεύμονες και τα οστά.
Όπως προκύπτει από το ..... ιατρικό σημείωμα του Διευθυντή της Παθολογικής Κλινικής του εν λόγω Νοσοκομείου παθολόγου ...., εκείνη εισήλθε στην Κλινική στις 5-3-1996 λόγω συνδρόμου εμέτων και αφυδάτωσης, υποβλήθηκε στη δέουσα φαρμακευτική αγωγή και σε παρακεντήσεις για την αφαίρεση μεταστατικού πλευριτικού υγρού λόγω της δύσπνοιας που είχε, κατά τη διάρκεια της νοσηλείας αντιμετωπίζοντο διάφορες παροξύνσεις της νόσου συμπτωματικά, την δε νύκτα της 14ης προς 15ης Μαρτίου εμφάνισε επιβάρυνση της νόσου και απεβίωσε στις 9 π.μ.
της 15-3-1996. Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι η διαθέτιδα, κατά τον χρόνο σύνταξης των προσβαλλομένων διαθηκών (.. και ...) δεν είχε συνείδηση των πράξεών της και ειδικότερα αδυνατούσε να διαγνώσει την ουσία και το περιεχόμενο της πράξης που επιχειρούσε, μη έχοντας συνείδηση της σημασίας και των συνεπειών της, εξ αιτίας της νόσου, από την οποία έπασχε ή εξ άλλου λόγου.
Κάτι τέτοιο δε δεν αποδεικνύεται από το μνημονευθέν ιατρικό σημείωμα. Τέλος, το γεγονός που βεβαιώνεται στο προαναφερόμενο ιατρικό σημείωμα, περί του ότι "οι θεράποντες ιατροί δεν ερωτήθησαν όταν έγινε η διαθήκη", ουδεμία ασκεί έννομη επιρροή στο κύρος των προσβαλλομένων διαθηκών, διότι από καμία διάταξη νόμου δεν προκύπτει σχετική υποχρέωση του συμβολαιογράφου.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε, ότι ήταν απορριπτέα ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η περί ακυρότητας των άνω διαθηκών αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος - ενάγοντος, που βάση μόνη είχε την ανικανότητα της ως άνω διαθέτιδος προς σύνταξη των διαθηκών αυτών λόγω ελλείψεως συνειδήσεως των πραττομένων και ακολούθως δέχθηκε ως κατ' ουσίαν βάσιμη την έφεση των ήδη αναιρεσιβλήτων - εναγομένων κατά της αποφάσεως του πρωτόδικου Δικαστηρίου, που είχε αντιθέτως κρίνει.
Με το να αποφανθεί έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις (άρθρο 1718 και 1719 ΑΚ), όπως το τελευταίο ίσχυε προ της με το άρθρο 30 του Ν. 2447/1996 τροποποιήσεώς του, ούτε εστέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως, αφού διέλαβε υπό τις άνω παραδοχές του, η εκ των οποίων περί ικανότητος της διαθέτιδος κατά τη σύνταξη της διαθήκης σαφώς βρίσκεται εν τη εννοία και αποτελεί παραδοχή για τούτο του Εφετείου, περί ικανότητος της διαθέτιδος κατά το χρόνο καταρτίσεως των δημοσίων διαθηκών, επαρκείς και όχι αντιφατικές αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων.
Απορριπτέοι, επομένως, ως αβάσιμοι είναι οι αντίθετοι 1ος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, και 2ος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, ο οποίος, κατά το μέρος, που με αυτόν προβάλλεται αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, για έλλειψη νομίμου βάσεως της προσβαλλομένης ένεκα ανεπαρκών αιτιολογιών, οι οποίες ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και της αιτιολόγηση του ως άνω σαφούς ουσιαστικού πορίσματος του Εφετείου, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
ΕΠΕΙΔΗ κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 1 εδάφιο Β ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναιρέσεως μόνον αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την σε αυτούς υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο εσφαλμένως χρησιμοποίησε ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει διδάγματα από την κοινή πείρα για την ανεύρεση της αληθινής έννοιας κανόνος δικαίου ή για την υπαγωγή σε αυτόν των πραγματικών γεγονότων και όχι όταν παραβαίνει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων. Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, μέρος δεύτερο, προβάλλεται η αιτίαση, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, διότι δέχθηκε ότι η διαθέτης είχε συνείδηση των πραττομένων κατά το χρόνο σύνταξης των διαθηκών, ενώ είναι γνωστό σ' όλους ότι τις τελευταίες ημέρες του καρκινοπαθή ασθενή χορηγούνται βαριά φάρμακα, όπως μορφίνη, που δεν επιτρέπουν την καθαρή χρήση του λογικού, και, περαιτέρω, όσοι έχουν καρκίνο του πνεύμονος δεν έχουν τη δυνατότητα να ομιλούν καθαρά, λόγω δύσπνοιας. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι δι' αυτού πλήττονται τα όσα ανέλεγκτα, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων δέχθηκε το Εφετείο.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28-4-2005 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της 5.801/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του παρόντος αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Ιουνίου 2008.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Ιουλίου 2008.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ