Supreme Court dismisses appeal against municipal employment contract dispute, citing inadmissibility and procedural violations.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's decision regarding a municipal employment contract. The appellant argued for direct and indirect violations of civil code provisions concerning the lending of services, but the court found these claims inadmissible as they constituted a prohibited change of the lawsuit's basis without prior presentation. Consequently, the appeal was rejected in its entirety, and the appellant was ordered to pay the municipality's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 562 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal is inadmissible if the appellant introduces new substantive claims regarding the lending of services that were not presented in the original lawsuit or the appeal, thereby violating the principle of changing the basis of the action.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1595 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1595/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νικόλαο Πουλάκη και Μαλαματένια Κουράκου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 30 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Κ. Μ. του Ν., κατοίκου ... Eκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Παπαναστασοπούλο, ο oποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΠΑΤΡΕΩΝ", που εδρεύει στην Πάτρα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Γεώργιο Γεωργόπουλο και Παρασκευή Σφαέλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-5-2017 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 438/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 251/2022 του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 11-1-2023 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Νόμιμα φέρεται για συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, με την από 2-10-2023 με αριθ. κατάθ. 112/5-10-2023 κλήση της καλούσας-αναιρεσείουσας, η υπό κρίση από 11 Ιανουαρίου 2023 με αριθμ. κατάθ. 2/13-1-2023 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 251/6-6-2022 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, της οποίας η συζήτηση προσδιορίσθηκε αρχικά για τη δικάσιμο της 26ης Σεπτεμβρίου 2023, κατά την οποία ματαιώθηκε.
Η ως άνω προσβαλλόμενη με την ένδικη αναίρεση απόφαση εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών επί της ασκηθείσας από την εκκαλούσα-ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα από 3 Νοεμβρίου 2021 με αριθ. καταθ. 368/4-11-2021 έφεσης κατά της εκδοθείσας κατά την ίδια διαδικασία με αριθμό 438/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών.
Η ως άνω απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, επί της από 9 Μαΐου 2017 με αριθ. κατάθ. 1452/14-6-2017 αγωγής της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου Ν.Π.Δ.Δ με την επωνυμία ΔΗΜΟΣ ΠΑΤΡΕΩΝ. Η ενάγουσα, με την ως άνω αγωγή της, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, με την οποία παραιτήθηκε από τα δικόγραφα των από 16-11-2014 τριών αγωγών με αριθ.
καταθ. 51/2015, 52/2015 και 53/2015, της από 10-2-2015 με αριθ.καταθ. 483/2015 αγωγής και της από 9-5-2017 με αριθ. καταθ. 1426/2017 αγωγής, ισχυρίσθηκε ότι από την 1-4-2008 προσελήφθη από τον πρώην Δήμο Ρίου, με φερόμενη ως σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, μερικής απασχόλησης, διάρκειας 18 μηνών, δηλαδή έως το Σεπτέμβριο του έτους 2009, προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες της, όπως αυτές ειδικότερα στην αγωγή αναφέρονται, στην εκτέλεση του προγράμματος "Βοήθεια στο Σπίτι".
Ότι παρά τη λήξη της σύμβασης εργασίας της συνέχισε να εργάζεται έως την 31-12-2010, στον πρώην Δήμο Ρίου και στη συνέχεια στο Δήμο Πατρέων από την 1-1-2011 έως και την 8-1-2015, οπότε και καταγγέλθηκε η σύμβαση εργασίας της άκυρα, παράνομα και καταχρηστικά, καθόσον εκτός των άλλων δεν της καταβλήθηκε η νόμιμη αποζημίωση απόλυσής της.
Ότι οι διαδοχικές συμβάσεις, με τις οποίες απασχολήθηκε αποτελούσαν εν τοις πράγμασι μία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, για χρονικό διάστημα έξι (6) ετών και εννέα (9) μηνών και με την εργασία της, κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγόμενου εργοδότη της. Ότι στην πραγματικότητα απασχολείτο υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης, καλύπτοντας οργανική θέση, ως υπάλληλος κατηγορίας Υποχρεωτικής Εκπαίδευσης, με ειδικότητα βοηθητικού προσωπικού και ότι την 8-1-2015 της κοινοποιήθηκε η από 2-1-2015 εξώδικη δήλωση-καταγγελία της σύμβασης εργασίας της, την οποία αντέκρουσε στις 12-1-2015, δηλώνοντας ότι εμμένει στη σύμβαση εργασίας της και ότι εξακολουθεί να προσφέρει τις υπηρεσίες της.
Ότι το σύνολο του νόμιμου μικτού μισθού της ανερχόταν για το διάστημα από 1 Οκτωβρίου 2009 έως 31 Δεκεμβρίου 2010 μηνιαίως στο ποσό των 1.354 ευρώ και από 1 Ιανουαρίου 2011 (μετά την εφαρμογή του Ν. 4024/2011) μηνιαίως στο ποσό των 850 ευρώ και ότι ο Δήμος Ρίου της κατέβαλλε τις μηνιαίες αποδοχές των μηνών Απριλίου 2008 έως και Σεπτεμβρίου 2009, έκτοτε δε τόσο από τον πρώην Δήμο Ρίου, όσο και από τον εναγόμενο Δήμο Πατρέων έως και την 8-1-2015, δεν έλαβε κανένα ποσό για δεδουλευμένες αποδοχές, επίδομα αδείας έτους 2010, δώρα Πάσχα ετών 2010, 2011, δώρα Χριστουγέννων ετών 2009 και 2010.
Ότι, λόγω της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της, το εναγόμενο κατέστη υπερήμερο ως προς την αποδοχή της εργασίας της από την 9-1-2015, επομένη της καταγγελίας της σύμβασής της, έως και το μήνα Οκτώβριο του έτους 2015 (πιθανή ημερομηνία συζήτησης της αγωγής), επιφυλασσόμενη για την αναζήτηση μισθών υπερημερίας για περαιτέρω χρονικό διάστημα και της οφείλει μισθούς υπερημερίας του ως άνω χρονικού διαστήματος, ανερχόμενους συνολικά στο ποσό των 8.330 ευρώ.
Άλλως, και αν ήθελε κριθεί έγκυρη η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της, το εναγόμενο οφείλει να της καταβάλει ως νόμιμη αποζημίωση απόλυσης, το ποσό των 3.966,66 ευρώ, άλλως και όλως επικουρικά, σε περίπτωση που ήθελε κριθεί άκυρη η σύμβαση εργασίας της για οποιοδήποτε λόγο, το εναγόμενο, οφείλει να της αποδώσει την ωφέλεια, κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, που τούτο απεκόμισε από την παρασχεθείσα εργασία της σε βάρος της περιουσίας της, η οποία υπολογίζεται με βάση τα όσα θα κατέβαλλε σε άλλο εργαζόμενο με τα ίδια προσόντα και ικανότητα και με τις ίδιες συνθήκες για την παροχή της ίδιας εργασίας με εκείνη, καθώς μολονότι δεχόταν τις υπηρεσίες της, παράνομα και αντισυμβατικά δεν της κατέβαλλε τις οφειλόμενες και δεδουλευμένες αποδοχές της.
Με βάση αυτό το περιεχόμενο και μετά την παραδεκτή μετατροπή του αγωγικού αιτήματος από καταψηφιστικό σε εν μέρει έντοκο αναγνωριστικό, ζητούσε η ενάγουσα : α) να αναγνωρισθεί ότι από την πρόσληψή της την 1-4-2008 μέχρι και την 31-12-2010 παρείχε τις υπηρεσίες της στο Δήμο Ρίου και από την 1-1-2011 στο Δήμο Πατρέων, β) να αναγνωρισθεί ότι συνδέεται με το Δήμο Πατρέων εξ αρχής με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, γ) να αναγνωρισθεί ότι η από 2-1-2015 καταγγελία της σύμβασης εργασίας της εκ μέρους του Δήμου Πατρέων είναι άκυρη, παράνομη και καταχρηστική, δ) να υποχρεωθεί ο εναγόμενος δήμος να αποδεχθεί στο μέλλον την εργασία της, καταβάλλοντας τις νόμιμες αποδοχές που αντιστοιχούν σε θέση εξ αρχής αορίστου χρόνου και σε περίπτωση άρνησής του να συμμορφωθεί με την εκδοθησόμενη απόφαση, να επιβληθεί σε βάρος του χρηματική ποινή για κάθε ημερήσια άρνησή του, ποσού 500 ευρώ, ε) να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του Δήμου Πατρέων να της καταβάλλει τα λεπτομερώς αναφερόμενα στην αγωγή της επιμέρους ποσά, που αντιστοιχούν σε δεδουλευμένες αποδοχές με την κύρια βάση της αγωγής, άλλως για τις οφειλόμενες αποδοχές της δυνάμει των διατάξεων του αδικαιολόγητου πλουτισμού με το νόμιμο τόκο από την πρώτη ημέρα του επόμενου μήνα για κάθε οφειλόμενο μήνα, άλλως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση.
Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με τη με αριθμό 438/2019 εκκαλούμενη απόφασή του απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη κατά το αίτημα της αναγνώρισης της σύμβασης εργασίας της ως ενιαίας σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, επιδίκασης δεδουλευμένων αποδοχών κατά την κύρια βάση της αγωγής, αποδοχών υπερημερίας και επικουρικά αποζημίωσης απόλυσης, ως απαράδεκτη κατά το αίτημα αναγνώρισης της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας λόγω παρόδου της τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας του άρθ. 6 παρ. 1 Ν. 3198/1955 και κατά τα λοιπά ως κατ' ουσίαν αβάσιμη λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης του εναγόμενου Δήμου.
Κατά της ως άνω απόφασης η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα άσκησε την από 3-11-2021 με αριθ. καταθ. 368/4-11-2021 έφεσή της ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, με την οποία παραπονείτο για εσφαλμένη ερμηνεία του νόμου και για κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ζητώντας να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση, ώστε να γίνει δεκτή η από 9-5-2017 αγωγή της.
Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη με αριθμό 251/6-6-2022 απόφασή του, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ'ουσίαν την έφεση. επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα εντός τριάντα (30) ημερών από την επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, η οποία, όπως αναφέρεται στο αναιρετήριο και δεν αμφισβητήθηκε από το αναιρεσίβλητο, έλαβε χώρα στις 22-12-2022 (αρθ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ).
Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (άρθ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Κατά την έννοια του άρθρου 648 παρ.1 ΑΚ εργοδότης στη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο αφ' ενός δικαιούται να αξιώσει από τον εργαζόμενο την παροχή της συμφωνημένης εργασίας και αφ' ετέρου υποχρεούται να πληρώσει προς αυτόν τον συμφωνημένο μισθό. Συνήθως εργοδότης είναι το πρόσωπο που συμβάλλεται με τον εργαζόμενο κατά την κατάρτιση της σύμβασης εργασίας, που ασκεί το διευθυντικό δικαίωμα κατά την εκπλήρωση της σύμβασης εργασίας και που εποπτεύει την τήρηση των όρων υπό τους οποίους τελεί η προσφορά των υπηρεσιών του εργαζόμενου. Όταν οι ρόλοι αυτοί είναι κατανεμημένοι ή ασκούνται από πλείονα του ενός πρόσωπα αποτελεί ζήτημα πραγματικό το εάν την ιδιότητα του εργοδότη έχουν περισσότεροι του ενός ή εάν εργοδότης είναι μόνον ένας, στο πρόσωπο του οποίου συγκεντρώνονται οι κυριότεροι από τους ως άνω ρόλους, ενώ τα υπόλοιπα πρόσωπα έχουν δευτερεύουσα και νομικώς μη αξιόλογη συμμετοχή στη σχέση που έχει αναπτυχθεί. (ΑΠ 755/2020, ΑΠ 805/2011).
Εξ άλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων του ως άνω άρθρου με εκείνες των άρθρων 361 και 651 ΑΚ συνάγεται ότι είναι δυνατόν με συμφωνία ή συναίνεση του εργαζόμενου οι υπηρεσίες του τελευταίου να παρέχονται για ορισμένο χρόνο σε άλλο εργοδότη (δανεισμός εργασίας). Η εν λόγω συναίνεση μπορεί να είναι και σιωπηρή, να συνάγεται δηλαδή από τη συμπεριφορά του εργαζόμενου, ο οποίος προσέρχεται και προσφέρει την εργασία του σε τρίτο. Στην περίπτωση αυτή, εφόσον δεν υπάρχει ειδικότερη συμφωνία μεταξύ αρχικού εργοδότη, εργαζόμενου και τρίτου, η οποία να ρυθμίζει κατά τρόπο διαφορετικό τα εκατέρωθεν δικαιώματα και υποχρεώσεις, αντισυμβαλλόμενος παραμένει ο αρχικός εργοδότης. Η εργασιακή σχέση εξακολουθεί να υφίσταται με τον αρχικό εργοδότη, στην εξουσία του οποίου ανήκει το δικαίωμα καταγγελίας της σύμβασης, αυτός δε βαρύνεται συγχρόνως με όλες τις υποχρεώσεις από την σύμβαση εργασίας, δηλαδή την καταβολή του μισθού, των αποδοχών αδείας, επιδομάτων εορτών κλπ (ΑΠ 706/2021, ΑΠ 755/2020, ΑΠ 800/2014, ΑΠ 1010/2010).
Συνεπώς, δημιουργείται εν προκειμένω μία τριγωνική σχέση που εντάσσεται στις τριμερείς σχέσεις εργασίας, στο πλαίσιο των οποίων ένα τρίτο πρόσωπο δίχως να είναι συμβαλλόμενος στην σύμβαση εργασίας παρεμβάλλεται στη σχέση εργασίας και αποκτά ορισμένες εργοδοτικές εξουσίες και υποχρεώσεις.
Περαιτέρω, για την έννοια του δανεισμού δεν έχει σημασία η βραχυχρόνια ή μακροχρόνια απομάκρυνση (παραχώρηση) του εργαζομένου από τον αρχικό εργοδότη του, με τον οποίο δεν αποκόπτεται ο ενοχικός δεσμός και ο οποίος εξακολουθεί να βαρύνεται με τις υποχρεώσεις από την σύμβαση εργασίας, κατά τα προεκτεθέντα, εκτός και εάν υπάρχει αντίθετη συμφωνία, ο δε εργοδότης που δανείζεται τον μισθωτό ασκεί κατά την διάρκεια της παραχώρησης το διευθυντικό δικαίωμα με τους περιορισμούς και το περιεχόμενο που θα το ασκούσε ο αρχικός εργοδότης. (ΑΠ 755/2020, ΑΠ 1116/2011).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 224 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 22 παρ. 1 ν. 3994/2011 "Είναι απαράδεκτο να μεταβληθεί η βάση της αγωγής. Με τις προτάσεις που κατατίθενται ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ή με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, μπορεί ο ενάγων να συμπληρώσει, να διευκρινίσει ή να διορθώσει τους ισχυρισμούς του, αρκεί να μην μεταβάλλεται η βάση της αγωγής", ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 526 εδ.
α και β του ίδιου Κώδικα "Είναι απαράδεκτη στην κατ' έφεση δίκη κάθε μεταβολή της βάσης, του αντικειμένου και του αιτήματος της αγωγής και ο αντίδικος συναινεί. Το απαράδεκτο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως". Ως βάση της αγωγής, της οποίας δεν επιτρέπεται η μεταβολή, νοείται η ιστορική βάση αυτής, ήτοι το σύνολο των γεγονότων (πραγματικών περιστατικών), επί των οποίων θεμελιώνεται το αίτημα αυτής (ΟλΑΠ 2/1994) - ανεξαρτήτως του δοθέντος από τους διαδίκους νομικού χαρακτηρισμού - χωρίς την επίκληση των οποίων δεν είναι εφικτή η διάγνωση της επίδικης έννομης σχέσης (ΑΠ 201/2021, ΑΠ 321/2020, ΑΠ 1087/2014, ΑΠ 460/2013, ΑΠ 309/2011).
Μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής, που συνιστά και ταυτόχρονη μεταβολή του αντικειμένου της δίκης, κατά παράβαση της προβλεπόμενης από το άρθρο 111 του ΚΠολΔ αρχής της τήρησης προδικασίας και επάγεται το κατά τα ανωτέρω απαράδεκτο, αποτελεί κάθε μεταγενέστερη προσθήκη νέων περιστατικών, παλαιότερων ή οψιγενών, με τα οποία τροποποιείται ή αντικαθίσταται η ιστορική βάση της αγωγής με άλλη ή προστίθεται στην αγωγή και νέα ιστορική βάση (ΟλΑΠ 2/1994, ΑΠ 467/2021, ΑΠ 837/2019, ΑΠ 1183/2015, ΑΠ 962/2012, ΑΠ 389/2010).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.
Στην τελευταία δε περίπτωση η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΟλΑΠ 3/3020, ΑΠ 477/2022, ΑΠ 9/2022, ΑΠ 1575/2021, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 319/2017).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α' του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία" ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία".
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 9/2016, ΟλΑΠ 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 53/2022, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 269/2020, ΑΠ 1388/2019).
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το Δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον, υπό την επίφαση συνδρομής αναιρετικής πλημμέλειας, πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 1551/2022, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 169/2019).
Τέλος, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά το Ν.4842/2021 είναι απαράδεκτος ο λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη ή το δεδικασμένο.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει δηλαδή ν` αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, και μάλιστα ότι είχε προταθεί παραδεκτώς και νομίμως.
Συνεπώς ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος πρότασής του, ή επαναφοράς του στο ανωτέρω δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, αν ήταν νόμιμος και παραδεκτός, αν δε συντρέχει εξαιρετική περίπτωση των εδαφ. α`- γ` της παρ. 2 του άρθρου 562 ΚΠολΔ, πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο η περίπτωση αυτή (Ολ. ΑΠ 15/2000, ΑΠ 1471/2022).
Στην προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα εξής: "Η ενάγουσα [ήδη αναιρεσείουσα] είχε συνάψει με τον πρώην Δήμο Ρίου το από 01-04-2008 ιδιωτικό συμφωνητικό σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου, προκειμένου να εργασθεί υπό καθεστώς μερικής απασχόλησης και συγκεκριμένα τεσσάρων (4) ωρών ημερησίως, ως Υποχρεωτικής Εκπαίδευσης προσωπικό, για χρονικό διάστημα 18 μηνών, δηλαδή από την 01-04-2008 έως και την 30-09-2009, οπότε και έληξε η συμφωνηθείσα διάρκεια της σύμβασης εργασίας της σύμφωνα με το προαναφερόμενο ιδιωτικό συμφωνητικό.
Στην ενάγουσα προσφέρθηκε η ως άνω εργασία από το Δήμο αυτό, προκειμένου να παράσχει τις υπηρεσίες της στην υλοποίηση του προγράμματος "Βοήθεια στο Σπίτι". Επίσης αποδείχθηκε ότι κατά τη λήξη της σύμβασης αυτής και ειδικότερα [στις] 01-10-2009, η ενάγουσα κατόπιν προφορικής εντολής της τότε Δημοτικής αρχής του Δήμου αυτού και ειδικότερα του τότε Δημάρχου Ρίου, Χ.
Λ. προς την υπεύθυνη της Δομής του προγράμματος αυτού, Μ. Κ., εξακολούθησε να παρέχει την εργασία της σε εκτέλεση του ανωτέρω προγράμματος και μάλιστα με πλήρες ωράριο εργασίας, δηλαδή, από την 7:00πμ. έως την 15:00μ.μ. καθημερινά επί πέντε ημέρες κάθε εβδομάδα. Μέσα στο πλαίσιο του προγράμματος αυτού "Βοήθεια στο Σπίτι", η ενάγουσα φρόντιζε ηλικιωμένα άτομα, άπορα και ανήμπορα στην περιοχή του πρώην Δήμου Ρίου, μετέβαινε στις κατοικίες τους, φρόντιζε για την καθαριότητα, τη σίτιση, επιμελούνταν τις συνταγογραφήσεις φαρμάκων και τις πληρωμές λογαριασμών, καθώς επίσης και την εξυπηρέτηση προσωπικών τους αναγκών, αναλάμβανε δε επιπλέον καθήκοντα γραμματειακής υποστήριξης και διεκπεραίωσης φακέλων [...].
Ωστόσο όμως κατά τη διάρκεια της κατά τα ανωτέρω εργασίας της και συγκεκριμένα από την 01-10-2009 και εντεύθεν η ενάγουσα, ουδέποτε έλαβε οποιαδήποτε αμοιβή για τις ως άνω παρεχόμενες από αυτήν υπηρεσίες. Περαιτέρω προέκυψε ότι η ενάγουσα συνέχισε να εργάζεται με απλή σχέση εργασίας έως και την 08-01-2015 [.....], οπότε και σταμάτησε να προσέρχεται προς εργασία, κατόπιν της κοινοποίησης προς αυτήν από το εναγόμενο Δήμο [ήδη αναιρεσίβλητο], ως καθολικού διαδόχου του πρώην Δήμου Ρίου, εξώδικης δήλωσης, δυνάμει της οποίας της δήλωνε ότι ουδόλως αναγνωρίζει οποιαδήποτε σχέση εργασίας μεταξύ τους και για το λόγο αυτό δεν της οφείλει οποιοδήποτε ποσό δεδουλευμένων αποδοχών, καλώντας την να μην προσέρχεται στο Δημοτικό Κατάστημα της Δημοτικής Ενότητας Ρίου, και να μην δηλώνει ότι υφίσταται μεταξύ τους οποιαδήποτε εργασιακή σύμβαση [...], ενώ από την άλλη η ενάγουσα απέστειλε προς τον εναγόμενο Δήμο την από 12-01-2015 εξώδικη απάντησή της [....].
Βέβαια πρέπει να επισημανθεί ότι από την ως άνω εξώδικη δήλωση του εναγόμενου Δήμου προς την ενάγουσα δεν προκύπτει ότι η δήλωση αυτή συνιστούσε καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας από πλευράς του εναγόμενου, καθώς αυτός δεν "αναγνώριζε" την ύπαρξη οποιασδήποτε μορφής εργασίας, παρεχόμενης από την ενάγουσα, ώστε να καταφύγει στην καταγγελία της.
Επιπλέον αποδείχθηκε ότι το πρόγραμμα "Βοήθεια στο Σπίτι" στην Πάτρα ήδη από την έναρξη λειτουργίας του κατά το έτος 2003, αυτό είχε υλοποιηθεί στο πλαίσιο δομών του Δήμου, αλλά από ανεξάρτητη δημοτική επιχείρηση και ειδικότερα από την Αναπτυξιακή Δημοτική Επιχείρηση Πάτρας (Α.Δ.Ε.Π.), στην οποία εντάχθηκε διοικητικά, οικονομικά και μισθολογικά, τόσο η Δομή "Βοήθεια στο Σπίτι" Νοτίου Διαμερίσματος Δήμου Πατρέων, όσο και η Δομή "Βοήθεια στο Σπίτι" Δήμου Ρίου, η επιχείρηση δε αυτή αναλάμβανε τόσο τη διαχείριση των οικονομικών, όσο και τη σύναψη ατομικών συμβάσεων εργασίας με τους απασχολούμενους στο εν λόγω πρόγραμμα εργαζόμενους [....].
Ακολούθως, η ως άνω Α.Δ.Ε.Π, στην οποία ήταν ενταγμένες οι ανωτέρω δομές, κατά το έτος 2008 διαχωρίστηκε σε Αναπτυξιακή και Κοινωφελή Δημοτική Επιχείρηση Πάτρας (ΚΔ.Ε.Π.), η τελευταία δε διαδέχθηκε στη θέση του εργοδότη την ανανέωση των ατομικών συμβάσεων των απασχολούμενων στο εν λόγω πρόγραμμα εργαζομένων έως και τα μέσα του έτους 2011, ενώ στη συνέχεια στο πλαίσιο των αλλαγών, μετατροπών και συγχωνεύσεων που επέφερε ο "Καλλικράτης", την ως άνω Δημοτική επιχείρηση, διαδέχθηκε η ΚΕΔΗΠ - ΚΑΡΝΑΒΑΛΙ, η οποία ανέλαβε και τις ανωτέρω δομές υλοποίησης του προγράμματος "Βοήθεια στο Σπίτι" και μεταφέρθηκαν σε αυτήν και οι υπό καθεστώς ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου εργαζόμενοι από τους επιμέρους πρώην δήμους, οι οποίοι συνενώθηκαν με το Δήμο Πατρέων, μεταξύ αυτών και του πρώην Δήμου Ρίου.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι το Νοέμβριο του έτους 2011 όλοι οι εργαζόμενοι του ανωτέρω προγράμματος που ανήκαν στην ως άνω ΚΕΔΗΠ - ΚΑΡΝΑΒΑΛΙ, μεταφέρθηκαν στο Ν.ΠΔ.Δ. με την επωνυμία "Κοινωνικός Οργανισμός Δήμου Πατρέων" (ΚΟ.ΔΗ.Π.), κατόπιν αντίστοιχων αποφάσεων του Δημοτικού Συμβουλίου του εναγόμενου Δήμου, ανήκουν δε έκτοτε στον ΟΕΥ [ενν.
Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας] του ΚΟ.ΔΗ.Π. και συγκεκριμένα στο Τμήμα Τρίτης Ηλικίας και στην υπηρεσιακή προβλεπόμενη ιεραρχία, ο ως άνω δε οργανισμός αποτελεί το φορέα υλοποίησης των ανωτέρω δομών και τον εργοδότη των απασχολούμενων στο πρόγραμμα "Βοήθεια στο Σπίτι" [....]. Η ενάγουσα βέβαια προσλήφθηκε την 01-04-2008 από το Δήμαρχο του πρώην Δήμου Ρίου, ωστόσο αυτή διατέθηκε προς υλοποίηση του προγράμματος "Βοήθεια στο Σπίτι" και απασχολείτο, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω αποκλειστικά για τις ανάγκες του προγράμματος, επισκεπτόμενη καθημερινώς δημότες που δέχονταν βοήθεια στο πλαίσιο αυτού, ενώ κατά το έτος 2009 η προφορική εντολή για συνέχιση της σύμβασης εργασίας της, δόθηκε από τον τότε Δήμαρχο προς την κοινωνική λειτουργό Μ.
Κ., η οποία ήταν η υπεύθυνη στο πρόγραμμα αυτό: στον πρώην Δήμο Ρίου. Ωστόσο ουδέποτε κάλυψε υπηρεσιακές ανάγκες οποιασδήποτε υπηρεσίας του Δήμου Ρίου, ενώ η παρεχόμενη από την ίδια γραμματειακή υποστήριξη της τράπεζας τροφίμων και ένδυσης, η οποία στεγαζόταν στις εγκαταστάσεις του πρώην Δήμου Ρίου, έλαβε χώρα στο πλαίσιο εκτέλεσης του προγράμματος αυτού και όχι προς κάλυψη άλλων δομών και αναγκών του ως άνω Δήμου και κατ' επέκταση του εναγόμενου διαδόχου του, Δήμου Πατρέων.
Από τα προαναφερόμενα προκύπτει ότι ο εν τοις πράγμασι φορέας απασχόλησης της ενάγουσας ήταν ο εκάστοτε φορέας υλοποίησης του ανωτέρω προγράμματος και τελευταίο το Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία Κοινωνικός Οργανισμός Δήμου Πατρέων (Κ.Ο.ΔΗ.Π.), το οποίο καθιστάμενο καθολικός διάδοχος ως προς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις, που απορρέουν από το πρόγραμμα "Βοήθεια στο Σπίτι", κατέστη πλουσιότερο από τις -παρεχόμενες από εκείνη υπηρεσίες και την αντίστοιχη μη καταβολή οποιοσδήποτε αμοιβής προς εκείνη από την 01-10-2009 έως και την 08-01-2015, οπότε και απεχώρησε από την απασχόλησή της, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω.
Συνεπώς, ο ανωτέρω φορέας, ο οποίος αποτελεί ξεχωριστό, ανεξάρτητο Ν.Π.Δ.Δ. σε σχέση με τον εναγόμενο Δήμο Πατρέων, είναι εκείνος ο οποίος νομιμοποιείται παθητικά στην υπό κρίση διαφορά και όχι ο εναγόμενος Δήμος, με τον οποίο η ενάγουσα δε συνδέεται με οποιαδήποτε σχέση εργασίας και ο οποίος ουδέποτε κατέστη πλουσιότερος σε βάρος της περιουσίας της και ουδόλως νομιμοποιείται παθητικά ως προς την άσκηση της κρινόμενης αγωγής. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ως ουσίαν αβάσιμος και ο τέταρτος λόγος της έφεσης.
Συνεπώς, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη ορθά εφάρμοσε, με βάση τα ανωτέρω, το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις. Τα δε, αντιθέτως υποστηριζόμενα από την εκκαλούσα με τους σχετικούς λόγους της έφεσής της, πρέπει να απορριφθούν ως κατ' ουσίαν αβάσιμοι, όπως και η κρινόμενη έφεση".
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τους πρώτο και δεύτερο αναιρετικούς λόγους από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αντίστοιχα, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου τους, προσάπτει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση τις αιτιάσεις ότι με το να κρίνει ότι εργοδότης αυτής δεν ήταν ο αναιρεσίβλητος ΟΤΑ με την επωνυμία "Δήμος Πατρέων" ως καθολικός διάδοχος από το έτος 2011 του "Δήμου Ρίου", παρότι με προφορική εντολή του Δημάρχου του τελευταίου, μετά τη λήξη της έγγραφης δεκαοκτάμηνης προηγούμενης σύμβασής της, η αναιρεσείουσα από 1-10-2009 συνέχισε να παρέχει την εργασία της στο πρόγραμμα "Βοήθεια στο σπίτι" έως τις 8-1-2015, που καταγγέλθηκε από τον εναγόμενο η σύμβαση εργασίας της, και ότι αυτός (αναιρεσίβλητος Δήμος Πατρέων) δεν νομιμοποιείται παθητικά προς άσκηση της ένδικης αγωγής, αλλά ότι αυτή παρείχε την εργασία της στις από το έτος 2003 συσταθείσες διαδοχικά δημοτικές επιχειρήσεις-νπδδ, με τελευταίο το ΚΟ.ΔΗ.Π, τα οποία υλοποιούσαν το ως άνω πρόγραμμα, στα οποία όμως αυτή, όπως ισχυρίζεται, είχε διατεθεί λόγω δανεισμού από τον εναγόμενο, να παρέχει την εργασία της, και ότι το ΚΟ.ΔΗ.Π νομιμοποιείται παθητικά προς άσκηση της αγωγής και απέρριψε αυτήν κατ' ουσίαν λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης, παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή:
α)τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 648, 651, 652, 653 και 669 ΑΚ, με τις οποίες καθορίζεται η νομική έννοια του εργοδότη και η καταγγελία από αυτόν της σύμβασης εργασίας, β)τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 361, 651 και 648 Α.Κ. αναφορικά με τη δυνατότητα του εργοδότη να παραχωρεί προς τρίτον τις υπηρεσίες του μισθωτού του (δανεισμός) και ότι παραβίασε και εκ πλαγίου τις ως άνω διατάξεις με ανεπαρκείς άλως ασαφείς αιτιολογίες, αναφορικά με τα ως άνω ζητήματα.
Οι ως άνω λόγοι είναι απορριπτέοι: 1) ως αβάσιμοι, καθόσον το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο κρίνοντας α)ότι το πρόγραμμα "Βοήθεια στο σπίτι" στην Πάτρα ήδη από την έναρξη λειτουργίας του κατά το έτος 2003, υλοποιείτο στο πλαίσιο δομών του Δήμου Ρίου αρχικά και στη συνέχεια του εναγόμενου Δήμου Πατρέων, ως καθολικού διαδόχου του, από ανεξάρτητες δημοτικές επιχειρήσεις-νπδδ, όπως αναλυτικά εκτέθηκε στις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, στα οποία (νπδδ) το εν λόγω πρόγραμμα εντάχθηκε διοικητικά, οικονομικά και μισθολογικά, με τελευταίο φορέα το Ν.ΠΔ.Δ.
με την επωνυμία "Κοινωνικός Οργανισμός Δήμου Πατρέων" (ΚΟ.ΔΗ.Π.), στο οποίο το Νοέμβριο του έτους 2011 μεταφέρθηκαν όλοι οι εργαζόμενοι του ανωτέρω προγράμματος, κατόπιν αντίστοιχων αποφάσεων του Δημοτικού Συμβουλίου του εναγόμενου Δήμου, ανήκουν δε έκτοτε στον Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας (ΟΕΥ) του ΚΟ.ΔΗ.Π.
και συγκεκριμένα στο Τμήμα Τρίτης Ηλικίας και στην υπηρεσιακή προβλεπόμενη ιεραρχία, ο ως άνω δε οργανισμός αποτελεί το φορέα υλοποίησης των ανωτέρω δομών και τον εργοδότη των απασχολούμενων στο πρόγραμμα "Βοήθεια στο Σπίτι", β)ότι η ενάγουσα προσλήφθηκε την 1-4-2008 από το Δήμαρχο του πρώην Δήμου Ρίου, ωστόσο αυτή απασχολείτο αποκλειστικά για τις ανάγκες του προγράμματος, επισκεπτόμενη καθημερινώς δημότες που δέχονταν βοήθεια στο πλαίσιο αυτού, ενώ κατά το έτος 2009 η προφορική εντολή για συνέχιση της σύμβασης εργασίας της, δόθηκε από τον τότε Δήμαρχο προς την κοινωνική λειτουργό Μ.
Κ., η οποία ήταν η υπεύθυνη στο πρόγραμμα αυτό: στον πρώην Δήμο Ρίου και ότι, ουδέποτε αυτή κάλυψε υπηρεσιακές ανάγκες οποιασδήποτε υπηρεσίας του Δήμου Ρίου, γ) ότι ο εν τοις πράγμασι φορέας απασχόλησης της ενάγουσας ήταν ο εκάστοτε φορέας υλοποίησης του ανωτέρω προγράμματος και τελευταίο το ως άνω Ν.Π.Δ.Δ.
με την επωνυμία Κοινωνικός Οργανισμός Δήμου Πατρέων (Κ.Ο.ΔΗ.Π.), το οποίο αποτελεί ξεχωριστό, ανεξάρτητο Ν.Π.Δ.Δ. σε σχέση με τον εναγόμενο Δήμο Πατρέων και το οποίο καθιστάμενο καθολικός διάδοχος ως προς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις, που απορρέουν από το πρόγραμμα "Βοήθεια στο Σπίτι", κατέστη πλουσιότερο από τις παρεχόμενες από την αναιρεσείουσα υπηρεσίες και την αντίστοιχη μη καταβολή οποιοσδήποτε αμοιβής προς αυτήν, από την 1-10-2009 έως και την 8-1-2015, οπότε και απεχώρησε από την απασχόλησή της, και συνεπώς είναι εκείνος ο οποίος νομιμοποιείται παθητικά στην υπό κρίση διαφορά και όχι ο εναγόμενος Δήμος, με τον οποίο η ενάγουσα δε συνδέεται με οποιαδήποτε σχέση εργασίας και ο οποίος ουδέποτε κατέστη πλουσιότερος σε βάρος της περιουσίας της και ουδόλως νομιμοποιείται παθητικά ως προς την άσκηση της κρινόμενης αγωγής, η δε από 2-1-2015 εξώδικη δήλωση του τελευταίου προς αυτήν, δεν αποτελούσε καταγγελία της σύμβασης εργασίας της, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 648, 651, 652, 653 και 669 ΑΚ, αναφορικά με την έννοια του εργοδότη και την καταγγελία της σύμβασης εργασίας, και με σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες διαμόρφωσε το αποδεικτικό της πόρισμα για έλλειψη παθητικής νομιμοποίησης του εναγόμενου και ήδη αναιρεσίβλητου ΟΤΑ-Δήμου Πατρέων, ως προς την άσκηση κατ' αυτού της ένδικης αγωγής και ως προς την επικουρική βάση αυτής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, για την περίπτωση ακυρότητας της σύμβασης εργασίας, που ερευνήθηκε, καθόσον η κύρια βάση της αγωγής από έγκυρη σύμβαση εργασίας, απορρίφθηκε, διότι δε συνέτρεχαν οι προς τούτο νόμιμες προϋποθέσεις, ως προς το κεφάλαιο δε αυτό η προσβαλλόμενη δεν πλήττεται αναιρετικά, 2) Κατά τα λοιπά οι εξεταζόμενοι λόγοι, αναφορικά με την παραβίαση των ως άνω διατάξεων είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, καθόσον με τα περιεχόμενα σ' αυτούς επιχειρήματα και τις αιτιάσεις της η αναιρεσείουσα, υπό την επίφαση της συνδρομής των ανωτέρω αναιρετικών πλημμελειών, πλήττει απαραδέκτως, την ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας ως προς τα γενόμενα δεκτά περιστατικά της έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης του αναιρεσίβλητου Δήμου, 3) Ως προς τις αιτιάσεις των πρώτου και δεύτερου λόγων της αίτησης αναίρεσης για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 361, 651 και 648 Α.Κ.
που αφορούν την δυνατότητα του εργοδότη να παραχωρεί προς τρίτον τις υπηρεσίες του μισθωτού του (δανεισμός), όπως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα ότι συνέβη με αυτήν, αφού ο αναιρεσίβλητος την παραχώρησε να εργάζεται στον εκάστοτε φορέα υλοποίησης του προγράμματος "Βοήθεια στο σπίτι", με τον ισχυρισμό αυτό επιχειρείται μεταβολή της ιστορικής και νομικής βάσης της αγωγής, στην οποία ουδόλως αναφέρονται πραγματικά περιστατικά δανεισμού, με ύπαρξη τριγωνικής σχέσης και διάκριση εξάρτησης και άσκησης του διευθυντικού δικαιώματος από τον εργοδότη, υπό την έννοια που προεκτέθηκε στην οικεία μείζονα σκέψη, προσέτι δε ο ισχυρισμός περί δανεισμού, το πρώτον προτείνεται στην παρούσα αναιρετική δίκη, αφού από την επισκόπηση της από 3-11-2021 έφεσης προκύπτει, ότι δεν περιλαμβανόταν σε λόγο έφεσης [ο οποίος, σε κάθε περίπτωση θα ήταν απορριπτέος ως απαράδεκτος, ως επαγόμενος μεταβολή της βάσης της αγωγής στον δεύτερο βαθμό], αλλά ούτε στο αναιρετήριο εκτίθεται η προγενέστερη προβολή του στο δικαστήριο της ουσίας,, δεν συντρέχει δε εν προκειμένω κάποια από τις αναφερόμενες στο άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ, περιπτώσεις προβολής ισχυρισμού το πρώτον στην αναιρετική δίκη.
Κατόπιν αυτών, και εφόσον το Μονομελές Εφετείο κατά τα προεκτιθέμενα δεν παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις προεκτεθείσες διατάξεις δεν υπέπεσε στις αποδιδόμενες αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1α και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και οι εξεταζόμενοι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης, είναι απορριπτέοι στο σύνολό τους.
Μη υπάρχοντος άλλου λόγου, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου ΟΤΑ, που κατέθεσε προτάσεις, κατόπιν σχετικού αιτήματός του (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 του ΚΠολΔ) μειωμένων, όμως, κατά το άρθρο 281 παρ. 2 του ν. 3463/2006 "Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων" σε συνδυασμό με το άρθρο 285 του ν.3852/2010, όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11 Ιανουαρίου 2023 με αριθμ. κατάθ. 2/13-1-2023 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 251/6-6-2022 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πατρών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου - ΟΤΑ Δήμου Πατρέων, τα οποία ορίζει στο ποσό των εννιακοσίων (900) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Μαΐου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου αποχωρήσαντος, η αρχαιότερη της σύνθεσης Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Οκτωβρίου 2024.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ