Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding additional intervention and scope of appeal.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against a second-instance judgment, declaring the proceedings inadmissible regarding one defendant and rejecting the appeal in its entirety. The appellant argued for a specific ground of appeal, but the court found the additional intervention inadmissible and the appeal scope improperly expanded beyond the original notice of appeal. Consequently, the appeal was rejected, costs were allocated to the appellant, and the original judgment stood.
Legislator headnote
AI generatedArticles 562, 585, 590, 495 of the Code of Civil Procedure; The court must reject additional intervention if it exceeds the scope of the original notice of appeal and declare an appeal inadmissible if the grounds proposed extend beyond the limits set by the law for the specific stage of proceedings.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1595 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1595/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μυρσίνη Παπαχίου και Ιωάννη Δουρουκλάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: υπό εκκαθάριση ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία ..., που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη, της οποίας εκκαθαρίστρια και νόμιμη εκπρόσωπος είναι η Μονοπρόσωπη Εταιρία Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία ... και τον διακριτικό τίτλο ..., που εδρεύει στη …. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φλώρα Τριανταφύλλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία ..., που εδρεύει στην... και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία ... και 2) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ..., που εδρεύει στον Δήμο ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Η πρώτη αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Καβαδέλλα, ενώ η δεύτερη αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Παγώνα - Μαρία Μάμμου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Κοινοποιουμένη προς: ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία ..., που εδρεύει στον Δήμο ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σταυρούλα Καραθάνου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Της προσθέτως υπέρ της πρώτης αναιρεσίβλητης και κατά της αναιρεσείουσας και της δεύτερης αναιρεσίβλητης παρεμβαίνουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ... και τον διακριτικό τίτλο ..., η οποία εδρεύει στη Νέα Σμύρνη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, υπό την ιδιότητά της ως διαχειρίστριας απαιτήσεων, εντολοδόχου και ειδικής πληρεξουσίας, αντιπροσώπου και αντικλήτου της αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία ..., η οποία εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα και η οποία έχει καταστεί ειδική διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία ... και τον διακριτικό τίτλο .... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Καβαδέλλα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-11-2011 ανακοπή και την από 26-6-2012 προσεπίκληση σε πρόσθετη παρέμβαση της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία ..., που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 24150/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 2954/2017 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29-3-2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της προσθέτως παρεμβαίνουσας ζήτησε την απόρριψη της αίτησης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ` αριθ. 2954/2017 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, που απέρριψε από ουσιαστικής πλευράς την από 28-12-2015 έφεση και τους από 20-7-2017 προσθέτους λόγους εφέσεως της εταιρείας με την επωνυμία ..., καθώς και την από 22-9-2017 πρόσθετη παρέμβαση υπέρ αυτής της ήδη αναιρεσείουσας κατά της υπ` αριθ. 24150/2013 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
Με την απόφαση αυτή απορρίφθηκε η από 10-11-2011 ανακοπή της εκκαλούσας με αίτημα την ακύρωση της υπ` αριθ. 29624/2011 διαταγής πληρωμής του δικαστή του Μον.Πρ.Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε με αίτηση των αντιδίκων της-καθών η ανακοπή και την υποχρέωσε να καταβάλει στην δικαιοπάροχο της πρώτης αναιρεσίβλητης, ..., νομιμοτόκως το συνολικό ποσό των 1.130.400 ευρώ.
Η υπό της προσθέτως παρεμβάσας ενώπιον του Εφετείου υπέρ της εκκαλούσας, αίτηση αναίρεσης, η οποία εξετάζεται ανεξάρτητα από το αν υπάρχει ή όχι αναιρετικός λόγος που να σχετίζεται με την απόρριψη της παρέμβασής της από το δικαστήριο της ουσίας, εφόσον δικαιολογείται έννομο συμφέρον αυτής που υπάρχει και όταν με την αναίρεση μπορεί να προστατευθεί δικαίωμά της, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ).
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 10 § 1 του ν. 3156/2003, τιτλοποίηση απαιτήσεων είναι η μεταβίβαση επιχειρηματικών απαιτήσεων λόγω πώλησης με σύμβαση που καταρτίζεται εγγράφως μεταξύ του μεταβιβάζοντος και του αποκτώντος, σε συνδυασμό με την έκδοση και διάθεση, με ιδιωτική τοποθέτηση μόνον, ομολογιών οποιουδήποτε είδους ή μορφής, η εξόφληση των οποίων πραγματοποιείται:
α) από το προϊόν είσπραξης των επιχειρηματικών απαιτήσεων που μεταβιβάζονται ή β) από δάνεια, πιστώσεις ή συμβάσεις παραγώγων χρηματοοικονομικών μέσων. Ως "ιδιωτική τοποθέτηση" θεωρείται η διάθεση των ομολογιών σε περιορισμένο κύκλο προσώπων, που δεν μπορεί να υπερβαίνει τα εκατόν πενήντα. "Μεταβιβάζων", κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, μπορεί να είναι έμπορος με εγκατάσταση στην Ελλάδα και "αποκτών" νομικό μόνο πρόσωπο - ανώνυμη εταιρία - με σκοπό την απόκτηση και την τιτλοποίηση των απαιτήσεων (Εταιρία Ειδικού Σκοπού).
Η εταιρία καταβάλλει το τίμημα και "τιτλοποιεί" τις απαιτήσεις εκδίδοντας αξιόγραφα "ομολογίες" ονομαστικής αξίας τουλάχιστον 100.000 € η κάθε μία (βλ. παρ. 5 του άρθρου αυτού). Στην πιο απλή μορφή της, η τιτλοποίηση συνίσταται στην εκχώρηση (μεταβίβαση λόγω πωλήσεως) απαιτήσεων από έναν ή περισσότερους τομείς δραστηριότητας μιας εταιρίας προς μια άλλη εταιρία, η οποία έχει ως ειδικό σκοπό την αγορά των εν λόγω απαιτήσεων έναντι τιμήματος.
Το τίμημα καταβάλλεται από το προϊόν της διάθεσης σε επενδυτές ομολογιών, στο πλαίσιο ομολογιακού δανείου που η λήπτρια εταιρία εκδίδει για το σκοπό αυτό. Η πώληση των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων διέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 513 επ. του ΑΚ, η δε μεταβίβαση από τις διατάξεις των άρθρων 455 επ. του ΑΚ, εφόσον οι διατάξεις αυτές δεν αντίκεινται στις διατάξεις του νόμου αυτού (§ 6).
Η σύμβαση μεταβίβασης των τιτλοποιούμενων απαιτήσεων καταχωρίζεται σε περίληψη που περιέχει τα ουσιώδη στοιχεία αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 3 του ν. 2844/2000 (§ 8). Από την καταχώριση της σχετικής σύμβασης σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο επέρχεται η μεταβίβαση των τιτλοποιούμενων απαιτήσεων, εκτός αν άλλως ορίζεται στους όρους της σύμβασης, η μεταβίβαση αναγγέλλεται εγγράφως από τον μεταβιβάζοντα ή την εταιρεία ειδικού σκοπού στον οφειλέτη (§ 9).
Ως αναγγελία λογίζεται η καταχώριση της σύμβασης στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του ν. 2844/2000, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 8 του ιδίου άρθρου. Πριν από την αναγγελία δεν αποκτώνται έναντι τρίτων δικαιώματα που απορρέουν από τη μεταβίβαση (εκχώρηση) λόγω πώλησης της παρ. 1. Η ανωτέρω καταχώριση γίνεται με δημοσίευση (κατάθεση εντύπου, η μορφή του οποίου καθορίστηκε με την 161337/30-10-2003 - ΦΕΚ Β' 1688/2003 υπουργική απόφαση και ήδη με την 20783/09-11-2020 - ΦΕΚ Β' 4944/09-11-2020- απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης) στο ενεχυροφυλακείο του τόπου της κατοικίας ή της έδρας του μεταβιβάζοντος, ως ενεχυροφυλακεία δε έως την ίδρυση τους με π.
δ. ορίζονται τα κατά τόπους λειτουργούντα σήμερα υποθηκοφυλακεία ή κτηματολογικά γραφεία της έδρας των Πρωτοδικείων. Συνοπτικώς, τα στοιχεία που περιέχονται στο άνω έντυπο με την προκαθορισμένη μορφή είναι: α) τα στοιχεία των συμβαλλομένων, β) οι όροι της σύμβασης (λ.χ. νόμισμα και ποσό του τιμήματος της αγοράς), γ) ο τύπος των επιχειρηματικών απαιτήσεων, δ) το οφειλόμενο κεφάλαιο ανά επιχειρηματική απαίτηση και ανά σύνολο, ε) τα στοιχεία των οφειλετών και οι παρεπόμενες εμπράγματες και ενοχικές απαιτήσεις .
Περαιτέρω, ο ως άνω νόμος προβλέπει ότι επί μία τέτοιας μεταβιβάσεως επιχειρηματικών απαιτήσεων από Τράπεζα σε μία εταιρεία ειδικού σκοπού είναι δυνατό να ανατεθεί με έγγραφη σύμβαση, η οποία σημειώνεται στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του ν. 2844/2000 (§ 16), η διαχείριση των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων σε πιστωτικό ή χρηματοδοτικό ίδρυμα, το οποίο στην περίπτωση που η εταιρεία ειδικού σκοπού (αποκτήσεως) δεν εδρεύει στην Ελλάδα, πρέπει να είναι εγκατεστημένο στην Ελλάδα.
Ειδικότερα, για την ως άνω σύμβαση διαχειρίσεως, η οποία κατά τα εννοιολογικά της στοιχεία ταυτίζεται με τη σύμβαση εντολής (713 επ. ΑΚ) και αντιπροσωπεύσεως (211 επ. ΑΚ), η παράγραφος 14 του ως άνω άρθρου 10, ορίζει τα ακόλουθα: "Με σύμβαση που συνάπτεται εγγράφως η είσπραξη και εν γένει διαχείριση των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων μπορεί να ανατίθεται σε πιστωτικό ή χρηματοδοτικό Ίδρυμα που παρέχει νομίμως υπηρεσίες σύμφωνα με το σκοπό του στον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, στον μεταβιβάζοντα ή και σε τρίτο, εφόσον ο τελευταίος είτε είναι εγγυητής των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων είτε ήταν επιφορτισμένο με τη διαχείριση ή την είσπραξη των απαιτήσεων πριν τη μεταβίβασή τους στον αποκτώντα.
Αν η εταιρεία ειδικού σκοπού δεν εδρεύει στην Ελλάδα και οι μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις είναι απαιτήσεις κατά καταναλωτών πληρωτέες στην Ελλάδα, τα πρόσωπα στα οποία ανατίθεται η διαχείριση πρέπει να έχουν εγκατάσταση στην Ελλάδα. Σε περίπτωση υποκατάστασης του διαχειριστή, ο υποκατάστατος ευθύνεται αλληλεγγύως και εις ολόκληρου με τον διαχειριστή".
Από τα παραπάνω, είναι σαφές ότι η ως άνω εταιρεία διαχειρίσεως ενεργεί πράξεις διαχειρίσεως ως αντιπρόσωπος και για λογαριασμό της εταιρείας ειδικού σκοπού (αποκτήσεως). Ο νόμος, στην περίπτωση της μεταβίβασης απαιτήσεων με σκοπό την τιτλοποίηση κατά τους ορισμούς του ν. 3156/2003, δεν απονέμει στην εταιρεία διαχειρίσεως (με την οποία συμβάλλεται η εταιρεία αποκτήσεως) την ιδιότητα του μη δικαιούχου ή μη υπόχρεου διαδίκου, έστω και έμμεσα χωρίς πανηγυρική διατύπωση ώστε η τελευταία να ασκεί ως μη δικαιούχος διάδικος, κατά παραχώρηση του νομοθέτη, αγωγές και άλλα ένδικα βοηθήματα ενώπιον των δικαστηρίων για τα δικαιώματα της εταιρείας αποκτήσεως, αιτούμενη έννομη προστασία στο όνομά του, όπως ρητά πράττει για τις εταιρίες διαχειρίσεως του ν. 4354/2015 στο άρθρο 2 § 4 αυτού.
Με άλλα λόγια δεν της απονέμει ενεργητική κατ' εξαίρεση νομιμοποίηση. Ρυθμίζει απλά τους όρους και το πλαίσιο της εκτελέσεως εξώδικων διαχειριστικών (νομικών ή υλικών) πράξεων με σκοπό την είσπραξη (για λογαριασμό της εντολέως της, δικαιούχου) των απαιτήσεων από τους οφειλέτες. Εξάλλου η ανάγκη αποσυμφορήσεως και απαλλαγής των ελληνικών συστημικών τραπεζών από τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια πελατών τους υπήρξε πιεστική, κι έτσι εισήχθη στην ελληνική έννομη τάξη με το ν. 4354/2015 (άρθρα 1-3) μία νέα, εντελώς διάφορη από την προηγούμενη, διαδικασία μεταβιβάσεως, αποκτήσεως και διαχειρίσεως μη εξυπηρετούμενων και αργότερα και εξυπηρετούμενων τραπεζικών δανείων και πιστώσεων.
Ωστόσο, με το ν. 4904/2015 δεν καταργήθηκε η καθιερωθείσα με το ν. 3156/2003 δυνατότητα αποκτήσεως και διαχειρίσεως επιχειρηματικών δανείων κ.λ.π. με τιτλοποίηση. Εξακολούθησε και εξακολουθεί να ισχύει για τις μεταβιβάσεις απαιτήσεων που γίνονται με τους δικούς του όρους και διαδικασία. Μάλιστα, για να μην υπάρξει σύγχυση για τις εφαρμοζόμενες σε κάθε περίπτωση νομοθετικές ρυθμίσεις, ρητά ορίσθηκε στο άρθρο 1 § 1 περ.
δ' του ν. 4954/2015 ότι "Οι διατάξεις του παρόντος δεν επηρεάζουν την εφαρμογή των διατάξεων των νόμων 3106/2003 (Α' 157), ν. 1905/1990 (Α' 147, 1665/1986 (Α' 194), 3606/2007 (Α' 195) και 4261/2014 (Α' 100)" (ΑΠ 909/2021 στην ΤΝΠ ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ). Περαιτέρω, με τον Ν. 4354/2015 εισήχθησαν στην ελληνική έννομη τάξη δύο διακριτά εταιρικά σχήματα οι "εταιρείες αποκτήσεως" (ΕΑΑΔΠ) και οι "εταιρείες διαχειρίσεως" απαιτήσεων εκ δανείων και πιστώσεων (ΕΔΑΔΠ), οι οποίες δραστηριοποιούνται υπό την εποπτεία της Τραπέζης της Ελλάδος, ενώ προβλέπονται δύο νέα συμβατικά μορφώματα, η σύμβαση πώλησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις και η σύμβαση διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις.
Αμφότερα τα συμβατικά μορφώματα υπόκεινται σε σοβαρούς περιορισμούς, ως προς τον τύπο, τα πρόσωπα που δικαιούνται να συμβληθούν και το περιεχόμενο τους (1 § 1 στ. α7, β', 1 § 1 στ. γ', 2 § 1 Ν. 4354/2015 κ.α.). Σύμφωνα με το άρθρο 1 § 1 στ. β" Ν. 4354/2015 συμβαλλόμενα μέρη στη σύμβαση πώλησης μπορούν να είναι μόνον πιστωτικά ιδρύματα ως πωλητές και μόνον ΕΑΑΔΠ ως αγοραστές.
Αντίστοιχα στη σύμβαση διαχείρισης δύνανται να συμβάλλονται αφενός πιστωτικά ιδρύματα ή ΕΑΑΔΠ και αφετέρου ΕΔΑΔΠ. Ειδικότερα, οι ΕΔΑΔΠ είναι ανώνυμες εταιρίες ειδικού και αποκλειστικού σκοπού που αποτελούν χρηματοδοτικά ιδρύματα και οφείλουν να λαμβάνουν ειδική άδεια λειτουργίας από την ΤτΕ (παρ.
Ια). Αντικείμενο της δραστηριότητάς τους ορίζεται η διαχείριση των απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις πιστωτικών ή χρηματοδοτικών ιδρυμάτων (άρθρο 1 παρ. Ια), οι οποίες μπορεί να είναι είτε καθυστερούμενες είτε ενήμερες. Το άρθρο 2 §§ 1-3 Ν.4354/2015 προβλέπει ότι στις Εταιρίες Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (Ε.Δ.Α.Δ.Π.) δύναται να ανατίθεται η διαχείριση απαιτήσεων από συμβάσεις δανείων ή και πιστώσεων που έχουν χορηγηθεί ή χορηγούνται από πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα, πλην του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων (2 § 1 Ν. 4354/2015 και 2 § 5 στ.
δ' Ν. 4261/2014 σε συνδυασμό). Η παραπάνω ρύθμιση εισάγει διττό περιορισμό ως προς το υποκειμενικό πεδίο εφαρμογής της. Αφενός εξουσιοδοτών μπορεί να είναι μόνον πιστωτικό ίδρυμα ή ΕΑΑΔΠ, ενώ διαχειριστής μπορεί να είναι μόνον αδειοδοτημένη ΕΔΑΔΠ (1 § 1 στ. α' Ν. 4354/2015). Αντίστοιχα, η μεταβίβαση απαιτήσεων από πιστωτικές συμβάσεις που ρυθμίζεται στο άρθρο 3 Ν.4354/2015, μπορεί να γίνεται μόνον προς αδειοδοτημένη ΕΑΑΔΠ (ή αλλοδαπή ανάλογη εταιρεία που έχει εγκατασταθεί νόμιμα στην Ελλάδα, με τις προϋποθέσεις του άρθρου 1 § 1 β στ' ββ και γγ' Ν.4354/2015).
Η σύμβαση ανάθεσης διαχείρισης απαιτήσεων υπόκειται σε συστατικό έγγραφο τύπο (2 § 2 εδ. α' Ν.4354/2015) και περιλαμβάνει κατ' ελάχιστο περιεχόμενο τα ακόλουθα: (α) τις προς διαχείριση απαιτήσεις και το τυχόν στάδιο μη εξυπηρέτησης κάθε απαίτησης (β) τις πράξεις της διαχείρισης, οι οποίες μπορεί να συνίστανται ιδίως στη νομική και λογιστική παρακολούθηση, την είσπραξη, τη διενέργεια διαπραγματεύσεων με τους οφειλέτες των προς διαχείριση απαιτήσεων και τη σύναψη συμβάσεων συμβιβασμού κατά την έννοια των άρθρων 871-872 ΑΚ ή ρύθμισης και διακανονισμού οφειλών σύμφωνα με τον Κώδικα Δεοντολογίας, όπως έχει θεσπισθεί με την υπ' αριθμ. 116/25.8.2014 απόφαση της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος κατ' εφαρμογή της παρ. 2 του άρθρου 1 του ν.4224/2013- (γ) την καταβλητέα αμοιβή διαχείρισης, η οποία σε κάθε περίπτωση δεν μπορεί να μετακυλίεται στον υπόχρεο καταβολής της απαίτησης.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η εδρεύουσα στη Ν. Σμύρνη Αττικής, ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία ... και το διακριτικό τίτλο ..., με ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 18-11-2020 και επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, κατά σύντμηση της προθεσμίας, στην αναιρεσείουσα και τις αναιρεσίβλητες, άσκησε το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της πρώτης αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία ..., επικαλούμενη ως έννομο συμφέρον της, το γεγονός ότι είναι νόμιμη διαχειρίστρια της αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία ..., ειδικής διαδόχου της προαναφερθείσης αναιρεσίβλητης τραπεζικής εταιρείας, κατόπιν μεταβίβασης στο πλαίσιο τιτλοποίησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3156/2003, η τελευταία ως ειδική διάδοχος της εφεσίβλητης τραπεζικής εταιρείας, υπέρ και κατά της οποίας ισχύει το δεδικασμένο από την παρούσα δίκη (αρθρ. 325 ΚΠολΔ).
Ειδικότερα, όπως από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει, η προσθέτως παρεμβαίνουσα εταιρεία, η οποία έχει νόμιμα αδειοδοτηθεί και ελέγχεται από την Τράπεζα της Ελλάδος, ως εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων, είναι διαχειρίστρια απαιτήσεων της πρώτης αναιρεσίβλητης τραπεζικής εταιρείας από χορηγήσεις δανείων και πιστώσεων προς οφειλέτες, που οι οφειλές τους έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμες και έχουν καταγγελθεί από την αναιρεσίβλητη, η οποία, στο πλαίσιο όμως τιτλοποίησης αξιώσεων, δυνάμει της από 1-7-2020 συμβάσεως πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων σε συνδυασμό με την από 17-7-2020 σύμβαση εκχώρησης απαιτήσεων, αντίγραφο της οποίας έχει νομίμως καταχωρηθεί στο Δημόσιο Βιβλίο του Ν.2844/2000 και ειδικότερα στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών με αριθμό Πρωτοκόλλου ..., έχει μεταβιβάσει τις απαιτήσεις αυτές στην αλλοδαπή εταιρεία με την επωνυμία ..., ανώνυμη εταιρεία ειδικού σκοπού, με έδρα το ...
και αριθμό καταχώρησης 668173, η οποία, ακολούθως, ανέθεσε την διαχείριση των ως άνω απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις στην παρεμβαίνουσα ανώνυμη εταιρεία, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 παρ. 14 του Ν. 3156/2003, δυνάμει της από 17-7-2020 σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων, αντίγραφο της οποίας έχει νομίμως καταχωρισθεί στο Δημόσιο Βιβλίο του Ν. 2844/2000, κατά τις διατάξεις του άρθρου 10 του Ν. 3156/2003 και ειδικότερα στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών με αριθμό πρωτοκόλλου ....
Στις ως άνω μεταβιβασθείσες απαιτήσεις περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, και οι απαιτήσεις της πρώτης αναιρεσίβλητης - υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση Τράπεζας, ως καθολικής διαδόχου της ..., που απορρέουν από την υπ` αριθμ. ... σύμβαση πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, που συνήψε η τελευταία με τη δεύτερη αναιρεσίβλητη εταιρεία με την επωνυμία " ..., και προς εξασφάλιση των απαιτήσεων της οποίας, αυτή εκχώρησε την εκδοθείσα υπό της ...
με αρ. ... εγγυητική επιστολή υπέρ της αναιρεσείουσας και τα εξ αυτής απορρέοντα δικαιώματα. Ωστόσο, η ως άνω πρόσθετη παρέμβαση της ..., είναι απαράδεκτη ελλείψει νομιμοποιήσεως, διότι σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην προπαρατιθέμενη νομική σκέψη, η μόνη νομιμοποιούμενη να ασκήσει πρόσθετη αυτοτελή παρέμβαση υπέρ της δικαιοπαρόχου της πρώτης αναιρεσίβλητης Τράπεζας είναι (ως ειδική διάδοχος αυτής) η αλλοδαπή εταιρεία με την επωνυμία ..., ως δικαιούχος της ένδικης απαίτησης.
Αντίθετα, σύμφωνα με τις ίδιες αιτιολογίες, η ως άνω παρεμβαίνουσα εταιρία διαχείρισης δεν δύναται να επιδιώξει την εκπλήρωση της ένδικης απαίτησης στο όνομα και για λογαριασμό της εταιρίας που κατέστη δικαιούχος της απαίτησης με εκχώρηση, αφού ο ν. 3156/2003 δεν απονέμει στην εταιρία διαχείρισης την ιδιότητα του κατ' εξαίρεση νομιμοποιούμενου διαδίκου (μη δικαιούχου), όπως ρητά πράττει για τις εταιρίες διαχειρίσεως του ν. 4354/2015 στο άρθρο 2 § 4 αυτού.
Ειδικότερα, με την παρ. 4 του άρθρου 2 του 4354/2015 ιδρύεται μία κατ' εξαίρεση νομιμοποίηση, βάσει της οποίας οι ΕΔΑΠΔ νομιμοποιούνται να ενεργούν διαδικαστικές πράξεις αντί του δικαιούχου της απαίτησης, δηλαδή των ΕΑΑΔΠ, που μετά την κατ' άρθρο 3 ν. 4354/2015 κτήση των δανειακών απαιτήσεων με εκχώρηση από την αντίστοιχη (εκχωρήτρια) Τράπεζα καθίστανται ειδικοί διάδοχοι της Τράπεζας.
Η ανάθεση της διαχείρισης στην, επιλεγόμενη από την ΕΑΑΔΠ, εταιρεία ΕΔΑΠΔ θα γίνει με σύμβαση κατά τους όρους του άρθρου 2 §§ 1-3 ν. 4354/2015. Πηγή της νομιμοποιήσεώς της ΕΔΑΠΔ είναι η προαναφερόμενη συγκεκριμένη, ειδική, νομοθετική ρύθμιση, η οποία "απονέμει" στις εν λόγω εταιρίες την ιδιότητα του μη δικαιούχου ή μη υπόχρεου διαδίκου με πανηγυρική διατύπωση.
Αντιστοίχως, από την παράγραφο 14 του άρθρου 10 του ν. 3156/2003, καθίσταται σαφές ότι οι προβλεπόμενες εκεί εταιρείες ενεργούν πράξεις διαχειρίσεως ως αντιπρόσωποι και για λογαριασμό της εταιρείας ειδικού σκοπού (αποκτήσεως), χωρίς να απονέμεται σε αυτές όμως η ιδιότητα του μη δικαιούχου ή μη υπόχρεου διαδίκου, έστω και έμμεσα χωρίς πανηγυρική διατύπωση ώστε ως μη δικαιούχος διάδικος, κατά παραχώρηση του νομοθέτη, να μπορούν να ασκούν αγωγές και άλλα ένδικα βοηθήματα ενώπιον των δικαστηρίων για τα δικαιώματα της εταιρείας αποκτήσεως, αιτούμενες έννομη προστασία στο όνομά τους.
Η διάταξη του άρθρου 10 παρ. 14 του ν. 3156/2003 δεν απονέμει στις προαναφερόμενες εταιρίες διαχειρίσεως ενεργητική κατ' εξαίρεση νομιμοποίηση προκειμένου να ασκήσουν τις ένδικες αυτοτελείς πρόσθετες παρεμβάσεις παρά μόνο ρυθμίζουν τους όρους και το πλαίσιο της εκτελέσεως εξώδικων διαχειριστικών (νομικών ή υλικών) πράξεων με σκοπό την είσπραξη (για λογαριασμό της εντολέως της, δικαιούχου) των απαιτήσεων από τους οφειλέτες.
Τέλος, οι διατάξεις του ν. 4354/2015 για την κατ' εξαίρεση νομιμοποίηση (ως μη δικαιούχων διαδίκων) των εταιρειών διαχείρισης δανείων δεν μπορούν να εφαρμοστούν αναλογικώς και επί των εταιρειών διαχείρισης του ν. 3165/2003, διότι η εταιρεία διαχείρισης του άρθρου 10 ν. 3156/2003 αναλαμβάνει με σύμβαση εντολής τη διαχείριση των αποκτώμενων απαιτήσεων χωρίς όπως προειπώθηκε να έχει ορισθεί εκ του νόμου μη δικαιούχος, κατ' εξαίρεση νομιμοποιούμενος, διάδικος και επομένως δεν νομιμοποιείται να ενεργεί διαδικαστικές πράξεις για λογαριασμό της εντολέως της εταιρείας, ούτε η μεταξύ τους σύμβαση και η παροχή πληρεξουσιότητας μπορεί να καθιδρύσει κατ' εξαίρεση νομιμοποίηση.
Πρόκειται για διαφορετικές νομοθετικές ρυθμίσεις που εξακολουθούν και ισχύουν παράλληλα για τις μεταβιβάσεις απαιτήσεων που γίνονται με τους δικούς του όρους και διαδικασία. Με το ν. 4354/2015 δεν καταργήθηκε η καθιερωθείσα με το ν. 3156/2003 δυνατότητα αποκτήσεως και διαχειρίσεως επιχειρηματικών δανείων κ.λπ.
με τιτλοποίηση αλλά συνεχίζει ισχύουσα παράλληλα με το δικό της όμως νομοθετικό πλαίσιο. Κατ' ακολουθίαν, των ανωτέρω η ως άνω πρόσθετη παρέμβαση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη ελλείψει νομιμοποιήσεως, ενώ πρέπει να συμψηφισθεί στο σύνολό της μεταξύ των διαδίκων η δικαστική δαπάνη του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, λόγω του ότι η ερμηνεία των εφαρμοσθέντων κανόνων δικαίου υπήρξε ιδιαιτέρως δυσχερής ( άρθρα 179 και 183 ΚΠολΔ ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 570 παρ. 1 ΚΠολΔ, οι διάδικοι δεν είναι υποχρεωμένοι να καταθέσουν προτάσεις στον Άρειο Πάγο, εκτός αν προβάλλονται ενστάσεις ως προς το παραδεκτό και το εμπρόθεσμο της αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων. Οι διάδικοι καταθέτουν τις προτάσεις τους είκοσι τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο.
Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 577 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ, το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης και, αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η ένσταση απαραδέκτου της αίτησης αναιρέσεως πρέπει, υποχρεωτικά, με ποινή το απαράδεκτο, να προβληθεί με τις έγγραφες προτάσεις, οι οποίες να έχουν κατατεθεί είκοσι τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο, ενώ, μέσα στην προθεσμία αυτή, πρέπει, κατ' άρθρ. 570 παρ. 3 ΚΠολΔ, να κατατεθούν στη γραμματεία του Αρείου Πάγου και τα έγγραφα που χρησιμεύουν για να αποκρουστεί η αναίρεση (ΑΠ 2322/2009, ΑΠ 1179/2007).
Με το ν. 4307/2014 εισήχθη η έκτακτη διαδικασία της ειδικής διαχείρισης, που ρυθμίζεται στις διατάξεις του κεφαλαίου τέταρτου, άρθρων 68 έως 77, του νόμου αυτού, με σκοπό την εκποίηση, και μεταβίβαση, εν λειτουργία, του συνόλου του ενεργητικού της υπό ειδική διαχείριση επιχείρησης ή επί μέρους λειτουργικών συνόλων της επιχείρησης (κλάδων) ή περιουσιακών της στοιχείων εφόσον αυτά δεν αποτελούν κλάδους, μέσω δημόσιου πλειοδοτικού διαγωνισμού, για την ικανοποίηση των πιστωτών της (άρθρα 73 παρ. 2, 3, 75, 76 παρ. 2 και 77 του ως άνω νόμου).
Στην διαδικασία αυτή της ειδικής διαχείρισης δύναται να υπαχθεί κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο με πτωχευτική ικανότητα σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 1 του Πτωχευτικού Κώδικα (ΠτΚ), το οποίο έχει την έδρα του στην Ελλάδα και βρίσκεται σε γενική και μόνιμη αδυναμία εκπλήρωσης ληξιπρόθεσμων χρηματικών υποχρεώσεων (άρθρο 68 παρ. 1 του ως άνω νόμου), κατόπιν αιτήσεως από πιστωτή ή πιστωτές αυτού, στους οποίους περιλαμβάνεται τουλάχιστον ένας χρηματοδοτικός φορέας, οι οποίοι εκπροσωπούν τουλάχιστον το 40% του συνόλου των απαιτήσεων σε βάρος του οφειλέτη (άρθρο 68 παρ. 2), και αποδοχής αυτής με απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου, στην περιφέρεια του οποίου ο οφειλέτης έχει την έδρα του, το οποίο δικάζει κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, με την οποία και διορίζεται ο ειδικός διαχειριστής του άρθρου 69 (άρθρα 70 παρ. 1 και 71 παρ. 1 και 2), στον οποίο και περιέρχεται (μετά τη δημοσίευση της ως άνω απόφασης αποδοχής της αίτησης υπαγωγής της επιχείρησης σε καθεστώς ειδικής διαχείρισης) στο σύνολο της η εξουσία των καταστατικών οργάνων διοίκησης και διαχείρισης της επιχείρησης και ο οποίος αναλαμβάνει την εκπροσώπηση της εταιρίας έναντι τρίτων και τη διεκπεραίωση των καθημερινών της συναλλαγών (άρθρο 72 παρ. 2).
Σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 72 του ίδιου ως άνω νόμου, στο οποίο ορίζονται οι συνέπειες αποδοχής της αίτησης υπαγωγής της επιχείρησης σε καθεστώς ειδικής διαχείρισης, "η αποδοχή της αίτησης συνεπάγεται την αυτοδίκαιη αναστολή όλων των ατομικών διώξεων κατά της επιχείρησης καθ` όλη τη διάρκεια της ειδικής διαχείρισης, συμπεριλαμβανομένων και των μέτρων διοικητικής εκτέλεσης από το Δημόσιο και τους ΦΚΑ, καθώς και των μέτρων διασφάλισης της οφειλής κατά τις διατάξεις του άρθρου 46 του ν. 4174/2013".
Εφόσον προβλέπεται γενικώς "η αναστολή όλων των ατομικών διώξεων", το περιεχόμενο των απαγορεύσεων αυτών ταυτίζεται με το περιεχόμενο της αρχής της "αναστολής των ατομικών καταδιώξεων", που ανέκαθεν ίσχυε στο πτωχευτικό δίκαιο και καθιερώθηκε ρητά στο άρθρο 25 παρ. 1 ΠτΚ, σύμφωνα με το οποίο " ... από την κήρυξη της πτώχευσης αναστέλλονται αυτοδικαίως όλα τα ατομικά καταδιωκτικά μέτρα των πιστωτών κατά του οφειλέτη προς ικανοποίηση ή εκπλήρωση πτωχευτικών απαιτήσεων τους.
Ιδίως απαγορεύεται η έναρξη ή συνέχιση της αναγκαστικής εκτέλεσης, η άσκηση αναγνωριστικών ή καταψηφιστικών αγωγών, η συνέχιση των δικών επ` αυτών, η άσκηση ή εκδίκαση ένδικων μέσων, η έκδοση πράξεων διοικητικής ή φορολογικής φύσεως, ή η εκτέλεση τους σε στοιχεία της πτωχευτικής περιουσίας"` κατ` ακολουθίαν, με την υπαγωγή της επιχείρησης σε καθεστώς ειδικής διαχείρισης και καθ` όλη τη διάρκεια αυτής, αναστέλλονται αυτοδικαίως όλα τα ατομικά καταδιωκτικά μέτρα των πιστωτών κατά της επιχείρησης και ιδίως, όπως ρητώς στο ανωτέρω άρθρο αναφέρεται, απαγορεύεται η έναρξη ή συνέχιση της αναγκαστικής εκτέλεσης, η άσκηση αναγνωριστικών ή καταψηφιστικών αγωγών, η συνέχιση των δικών επ` αυτών, η άσκηση ή εκδίκαση ένδικων μέσων, η έκδοση πράξεων διοικητικής ή φορολογικής φύσεως, ή η εκτέλεση τους σε στοιχεία της περιουσίας της επιχείρησης (πρβλ.
ΑΠ 294/2017, ΑΠ 822/2015). Σε περίπτωση που, παρά την απαγόρευση, ασκηθούν αγωγές, ένδικα μέσα ή άλλου είδους έννομα βοηθήματα, το δικαστήριο που επιλαμβάνεται αυτών οφείλει να εκδώσει σχετική οριστική απόφαση και να κηρύξει απαράδεκτη την συνέχιση της ανοιγείσας με με το κρινόμενο ένδικο βοήθημα ή μέσο διαδικασίας.(πρβλ.
ΑΠ 822/2015). Κατά την ορθότερη άποψη το δικαστήριο οφείλει να ενεργήσει αυτεπαγγέλτως, εφαρμόζοντας το αρθρ. 25 ΠτΚ και κηρύσσοντας απαράδεκτη είτε την συνέχιση της διαδικασίας είτε την συζήτηση των εισαγωγικών δικογράφων και ενδίκων μέσων. Εξ άλλου, οι ως άνω διατάξεις, που επιβάλλουν την αναστολή των ατομικών διώξεων των πιστωτών από το χρόνο της δημοσιεύσεως της κηρυττούσης την πτώχευση και την υποχρέωσή τους να ακολουθήσουν τη διαδικασία της επαληθεύσεως, είναι αναγκαστικού δικαίου λόγω του γενικοτέρου σκοπού που υπαγόρευσε τη θέσπισή τους, εγκειμένου στην ικανοποίηση των πτωχευτικών πιστωτών κατά τρόπο εξασφαλίζοντα την τήρηση της αρχής της μεταξύ αυτών ισότητας (ΑΠ 1448/2018, 808/1990).
Επομένως, η αίτηση αναίρεσης που ασκείται καθ` όλη τη διάρκεια της ειδικής διαχείρισης, κατά τη διάρκεια δηλαδή της αναστολής των ατομικών διώξεων, απορρίπτεται ως απαράδεκτη και αυτεπαγγέλτως. Αν όμως έχει ασκηθεί αίτηση αναίρεσης πριν από την υπαγωγή στην ειδική διαχείριση (οπότε αυτή είναι παραδεκτή) και φέρεται σε συζήτηση μετά και κατά τη διάρκεια αυτής, δεν απορρίπτεται, αλλά κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτησή της.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του Εφετείου και την επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, στρεφομένη και κατά της ανώνυμης εταιρείας ..., ως διαδίκου κατά την ενώπιον του Εφετείου έκκλητη δίκη, ασκήθηκε την 10-4-2018 με την κατάθεση του δικογράφου αυτής στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, συνταχθείσης της οικείας εκθέσεως καταθέσεως.
Μετά την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως, με την 6890/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, αιτήσει των πιστωτών της, ... και ..., η εταιρεία αυτή τέθηκε σε καθεστώς ειδικής διαχείρισης του Ν. 4307/2014. Ως ειδικός διαχειριστής αυτής ορίστηκε η σύμπραξη των 1) Σ. Α. του Η. και 2) της εταιρείας με την επωνυμία ... (νυν ...).
Η ως άνω απόφαση καταχωρήθηκε στο Γ.Ε.ΜΗ με κωδικό αριθμό καταχώρησης ... και δημοσιεύθηκε στη ιστοσελίδα του Γ.Ε.ΜΗ. Μετά τη δημοσίευση της ανωτέρω αναφερόμενης απόφασης, περί θέσης της δεύτερης αναιρεσιβλήτου υπό ειδική διαχείριση, η εξουσία των καταστατικών οργάνων διοίκησης και διαχείρισης της εταιρείας αυτής περιήλθε, στο σύνολό της, στους διορισθέντες ειδικούς διαχειριστές, οι οποίοι και ανέλαβαν και την εκπροσώπηση της εταιρίας, έναντι τρίτων, μεταξύ δε άλλων και την εκπροσώπηση και παράσταση κατά τη συζήτηση παντός είδους ενδίκων βοηθημάτων, αγωγών, ενδίκων μέσων κ.λπ.
ενώπιον των Δικαστηρίων. Κατά την συζήτηση της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως στο ακροατήριο και ενόσω εξακολουθεί η δεύτερη αναιρεσίβλητη να τελεί υπό καθεστώς ειδικής διαχείρισης, κατά το οποίο, διαρκεί η αναστολή των ατομικών διώξεων, αυτή παρέστη νομίμως εκπροσωπούμενη από τους διορισθέντες διαχειριστές, δια της πληρεξουσίου δικηγόρου της, στην οποία έχει χορηγηθεί νομίμως σχετική πληρεξουσιότητα.
Ενόψει τούτων, η συζήτηση της υπό κρίση αιτήσεως αναίρεσης, που λαμβάνει χώρα κατά τη διάρκεια της αναστολής των ατομικών διώξεων (δηλαδή καθ' όλη τη διάρκεια της ειδικής διαχείρισης), με βάση και τις προαναφερόμενες νομικές σκέψεις, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη, κατά τον βάσιμο περί αυτού ισχυρισμό της δεύτερης αναιρεσίβλητης, που προέβαλλε με τις από 30-10-2020 προτάσεις της, που κατατέθηκαν στη Γραμματεία του Α.Π.
την 2-11-2020, δηλαδή είκοσι ημέρες πριν από την προκειμένη δικάσιμο. Δικαστικά έξοδα δεν επιβάλλονται, αφού κατά το σκέλος αυτό η απόφαση δεν είναι οριστική. Το άρθρο 361 του ΑΚ που ορίζει ότι ..."για τη σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία απαιτείται σύμβαση, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά"...εκφράζει την Αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, που πηγάζει από το άρθρο 5 παρ.1 του Συντάγματος (Ολ.ΑΠ 33/2002), συνεπεία της οποίας τα μέρη είναι ελεύθερα να διαπλάσσουν τις έννομες σχέσεις τους σε μεγάλο μέτρο και δεν είναι υποχρεωμένα να ακολουθούν τα πρότυπα που θέτει ο νόμος.
Ελευθερία των συμβάσεων σημαίνει α) ελευθερία του ατόμου να συνάπτει ή να μη συνάπτει σύμβαση, τόσο γενικά, όσο και με συγκεκριμένο πρόσωπο ως αντισυμβαλλόμενο (ελευθερία επιλογής του αντισυμβαλλόμενου) και β) ελευθερία καθορισμού του περιεχομένου της σύμβασης (ΑΠ 1518/2013, ΑΠ 1519/2013). Εξάλλου, στο πλαίσιο της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων δεν είναι νοητό να υπάρχει και δεν υπάρχει numerus clausus των ενοχικών σχέσεων.
Έτσι, στη συναλλακτική πρακτική συναντούμε, εκτός από τις ενώσεις δύο ή περισσότερων συμβάσεων και τις ανώνυμες συμβάσεις, τις αποκαλούμενες μικτές συμβάσεις, που αντιδιαστέλλονται από τις επώνυμες συμβάσεις, οι οποίες ρυθμίζονται κατά τα ουσιώδη τους στοιχεία, είτε από τον ίδιο τον Αστικό Κώδικα (λχ.πώληση, μίσθωση, σύμβαση έργου) ,είτε από ειδικούς νόμους (λχ.
Ν. 1665/1986 για τη χρηματοδοτική μίσθωση-leasing, Ν.1905/1990 για την πρακτορεία επιχειρηματικών απαιτήσεων-factoring κλπ). Εξάλλου, μικτή σύμβαση είναι η ενιαία εκείνη σύμβαση, η οποία εμφανίζει μία άγνωστη στο νόμο σύνθεση στοιχείων, που ανήκουν σε διάφορους "τύπους" συμβάσεων (επώνυμων ή και ανώνυμων). Οι μικτές συμβάσεις εμφανίζονται συνήθως με μία από τις ακόλουθες μορφές: 1.
Συμβάσεις, όπου ο ένας συμβαλλόμενος οφείλει περισσότερες παροχές, που ανήκουν η καθεμία τους σε διαφορετικό συμβατικό τύπο, αλλά η μία είναι (οικονομικώς και νομικώς) κύρια, ενώ οι άλλες παρεπόμενες (τυπικές συμβάσεις με παρεπόμενη παροχή διαφορετικού τύπου). Στις συμβάσεις αυτού του τύπου εφαρμόζεται βασικά η μέθοδος της "απορρόφησης ή αφομοίωσης", κατά την οποία θα πρέπει να διαπιστώνεται κάθε φορά, ποια είναι η οικονομικώς κύρια παροχή.
Πάντως και εδώ θα πρέπει να εξετάζεται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση μήπως ενδεχόμενη ανωμαλία σχετικά με την εξέλιξη μιας από τις οφειλόμενες παροχές (ακόμη και της παρεπόμενης) και η συνακόλουθη δημιουργία "καταργητικού λόγου" ως προς αυτήν (λ.χ. δικαιώματος καταγγελίας, υπαναχωρήσεως, κ.λπ.) επηρεάζει την τύχη της όλης συμβάσεως. 2.
Συμβάσεις, όπως οι παραπάνω, όπου όμως οι περισσότερες παροχές, που οφείλει ο ένας συμβαλλόμενος είναι οικονομικώς ισοδύναμες μεταξύ τους και νομικώς κύριες ("δίδυμες") συμβάσεις. Στις συμβάσεις αυτού του τύπου εφαρμόζεται βασικά η "μέθοδος του συνδυασμού", κατά την οποία θα πρέπει να εφαρμοστούν παράλληλα για καθεμία από τις σωρευόμενες παροχές, οι κανόνες του συμβατικού τύπου, στον οποίο αυτή ανήκει, χωρίς όμως να παραβλέπεται και η ενότητα της μικτής συμβάσεως, ιδίως όταν μία ανωμαλία σε κάποια από τις παροχές δημιουργεί έναν "καταργητικό λόγο". 3.
Συμβάσεις, όπου ο ένας συμβαλλόμενος οφείλει (κύρια) παροχή, που ανήκει σε ορισμένο συμβατικό τύπο (ή και περισσότερες παροχές που ανήκουν σε διαφορετικό συμβατικό τύπο η καθεμία), ενώ ο αντισυμβαλλόμενος του οφείλει αντιπαροχή που ανήκει σε άλλον συμβατικό τύπο. 4. Συμβάσεις, όπου η μία ενιαία παροχή του ενός συμβαλλόμενου περιέχει τα χαρακτηριστικά περισσότερων συμβατικών τύπων (συμβάσεις ενιαίας μικτής παροχής).
Στις συμβάσεις αυτών των τύπων υπό στοιχεία 3 και 4 εφαρμόζεται βασικά η παραπάνω "μέθοδος του συνδυασμού" (ΑΠ 1465/2018, ΑΠ 167/2015, ΑΠ 620/2015, ΑΠ 1024/2010). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του KΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών...".
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 KΠολΔ. Ειδικότερα, οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, διαπιστώνει ότι υπάρχει κενό στη σύμβαση ή ότι γεννιέται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βούλησης.
Παραβιάζονται οι κανόνες αυτοί, όταν το δικαστήριο, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεσα, κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δήλωσης βουλήσεως, παραλείπει να προσφύγει σε αυτούς για τη διαπίστωση της αληθινής έννοιας των δηλώσεων (ΑΠ Ολομ. 26/2004, ΑΠ 163/2015) ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά εκείνα στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους (ΑΠ Ολομ. 26/2004) ή και όταν προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και στη συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, αν και δέχεται, επίσης ανέλεγκτα, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας (ΑΠ 635/2011, ΑΠ 604/2011, ΑΠ 211/2011).
Πάντως, μόνη η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να αναφέρει ρητά στην απόφασή του ότι για την εξεύρεση της αληθινής βούλησης των συμβαλλομένων προσφεύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των παραπάνω διατάξεων του Αστικού Κώδικα δεν συνιστά παραβίαση των εν λόγω διατάξεων, αν στην απόφαση εκτίθενται τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των κανόνων αυτών (ΑΠ 413/2015).
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για την ύπαρξη κενού ή ασάφειας δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, εκτός αν, από όσα δέχεται το δικαστήριο, δεν διευκρινίζεται η θέση του ως προς το αν υπάρχει κενό ή ασάφεια, αφού από την καταφατική ή αποφατική απάντηση στο ζήτημα αυτό εξαρτάται αν θα εφαρμοστούν ή όχι οι πιο πάνω ερμηνευτικές διατάξεις (ΑΠ 215/ 2016, ΑΠ 84/2008).
Επίσης, οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών παραβιάζονται ευθέως και όταν το ερμηνευτικό πόρισμα, στο οποίο, μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας, κατέληξε το δικαστήριο, δεν είναι σύμφωνο προς την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 849/2017, ΑΠ 548/2017, ΑΠ 211/2011, ΑΠ 1210/2008). Για τη διαμόρφωση της σχετικής κρίσης του το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη, με διαφορετική, κατά περίπτωση, βαρύτητα, τα συμφέροντα των μερών και κυρίως εκείνου από αυτά, το οποίο αποβλέπει να προστατεύσει ο ερμηνευόμενος όρος, τον δικαιοπρακτικό σκοπό, τις συνήθειες και τις λοιπές τοπικές, χρονικές και άλλες συνθήκες, υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις βούλησης των συμβαλλομένων, τη φύση της σύμβασης, τις διαπραγματεύσεις που είχαν προηγηθεί, την προηγούμενη συμπεριφορά των μερών και πώς η σχετική δήλωση του ενός μέρους αναμενόταν να εκληφθεί από το άλλο μέρος.
Έτσι, κάθε δήλωση βούλησης θα πρέπει να ληφθεί με την έννοια που απαιτεί, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η συναλλακτική ευθύτητα και κατά τους κανόνες της οποίας θα μπορούσε να γίνει αντιληπτή η δήλωση βούλησης και από τον τρίτο. Το δικαστήριο της ουσίας, όταν ερμηνεύει, κατά τις αρχές της καλής πίστης, λαμβάνοντας υπόψη του και τα συναλλακτικά ήθη, τη δήλωση βούλησης, δεν είναι ανάγκη να αναλύσει και εξειδικεύσει τις αρχές αυτές ή τα συναλλακτικά ήθη και δεν δεσμεύεται στην κρίση του από τους ισχυρισμούς των διαδίκων.
Το ίδιο δικαστήριο, προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική του κρίση, δεν είναι υποχρεωμένο να αρκεστεί στο περιεχόμενο της σύμβασης, αλλά μπορεί να αντλήσει και στοιχεία εκτός της σύμβασης που θα προταθούν από τους διαδίκους (ΑΠ 211/2011). Εξάλλου, εκ πλαγίου παραβίαση, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 19 KΠολΔ, μπορεί να συντελεστεί και επί των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ (ΑΠ 1565/2017, ΑΠ 1457/2017, ΑΠ 849/2017).
Συγκεκριμένα, τέτοια παραβίαση υπάρχει α) όταν δεν διευκρινίζεται επαρκώς αν υπάρχει ή όχι κενό στη δικαιοπραξία, αν το δικαστήριο έχει προβεί στην εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων και αν δεν παραθέτει σαφώς τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, β) όταν η απόφαση περιέχει ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς την εφαρμογή ή όχι των διατάξεων αυτών του ουσιαστικού δικαίου και γ) όταν το δικαστήριο έσφαλε κατά την υπαγωγή των περιστατικών που έγιναν δεκτά στην έννοια του νόμου (ΑΠ 1636/2018, ΑΠ 870/2017, ΑΠ 529/2017, ΑΠ 63/2016).
Kατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 19 KΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα.
Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος, για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 19 KΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 253/2013).
Εν προκειμένω, αναφορικά με το διαδικαστικό ιστορικό της υπόθεσης, από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επιτρεπτά επισκοπούνται, προκύπτουν τα εξής: Η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία ..., μη διάδικος στη δίκη αυτή, άσκησε την από 10-11-201 (αρ.κατ.44169/2011) ανακοπή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία ζήτησε την ακύρωση της 29624/2011 διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία είχε εκδοθεί με κοινή αίτηση της δικαιοπαρόχου της πρώτης αναιρεσίβλητης, ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ..., και της δεύτερης αναιρεσίβλητης και με την οποία είχε διαταχθεί να καταβάλει στην πρώτη το ποσό των 1.130.400 ευρώ πλέον τόκων και δικαστικής δαπάνης για απαίτηση της από κατάπτωση της αναφερομένης εγγυητικής επιστολής, που η ίδια είχε εκδώσει υπέρ της αναιρεσείουσας, στα πλαίσια της μεταξύ αυτής και της δεύτερης αναιρεσίβλητης από 29-1-2007 συμβάσεως εμπορικής μισθώσεως, ισχυριζομένη ειδικότερα, πλην άλλων, ότι η από 18-1-2011 καταγγελία της μισθώτριας-αναιρεσείουσας και η από 15-2-2011 επανάληψη καταγγελίας ήταν έγκυρες και ισχυρές σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 43 του Π.Δ 34/1995, όπως έχει τροποποιηθεί με το νόμο 3853/2010, ο δε σχετικός όρος της συμβάσεως με τον οποίο η αναιρεσείουσα είχε παραιτηθεί από το δικαίωμά της αυτό για τα τέσσερα πρώτα χρόνια της μισθώσεως, είναι ανίσχυρος και συνεπώς ακύρως εκδόθηκε η ως άνω αναφερόμενη διαταγή πληρωμής.
Με την 24150/2012 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης απορρίφθηκε ο λόγος αυτός της ανακοπής, ως αβάσιμος κατ' ουσία, (καθώς και ο δεύτερος λόγος της ανακοπής, που δεν ενδιαφέρει στην προκειμένη περίπτωση, και συνίστατο στο ότι η εκχώρηση από την δεύτερη αναιρεσίβλητη στην δικαιοπάροχο της πρώτης αναιρεσίβλητης της αξίωσης της από την ως άνω εγγυητική επιστολή και του δικαιώματός της για υποβολή δήλωσης κατάπτωσης, είναι άκυρη γιατί δεν συνεκχωρήθηκαν και οι απαιτήσεις της εκχωρήτριας από την σύμβαση, ως μη νόμιμος) και η ανακοπή στο σύνολο της.
Με την προσβαλλομένη απόφαση το Εφετείο Θεσσαλονίκης, απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσία την ασκηθείσα υπό της αναιρεσείουσας έφεση και τους προσθέτους λόγους εφέσεως, κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως, με τους οποίους η εκκαλούσα παραπονείτο για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, με την αιτιολογία ότι η συναφθείσα μεταξύ των προαναφερομένων διαδίκων από 29-1-2007 σύμβαση έχει τον χαρακτήρα μικτής δίδυμης σύμβασης, αποτελούμενη από δύο ισοδύναμες συμβάσεις, αυτής της μισθώσεως έργου και αυτής της εμπορικής μισθώσεως, η δε υπό της αναιρεσείουσας γενομένη καταγγελία κατά παράβαση του ως άνω σχετικού όρου, που συμφωνήθηκε στα πλαίσια της συμβάσεως έργου από τους συμβαλλομένους, ήταν έγκυρη και ισχυρή, με αποτέλεσμα την κατάπτωση της συμφωνηθείσης ποινικής ρήτρας και εντεύθεν της εκδοθείσης εγγυητικής επιστολής επικυρώνοντας την ομοίως αποφανθείσα πρωτόδικη απόφαση.
Περαιτέρω, από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης το Εφετείο, αναφορικά με τον χαρακτήρα της επίδικης σύμβασης, που ερευνάται στα πλαίσια των τριών πρώτων λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως, δέχθηκε τα ακόλουθα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί των πραγμάτων κρίση του : " Δυνάμει του από 29.1.2007 ιδιωτικού συμφωνητικού, που καταρτίσθηκε μεταξύ της πρώτης των καθ'ων η ανακοπή, ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ..., και της ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία ..., συμφωνήθηκε να παραχωρηθεί η χρήση, από την πρώτη στη δεύτερη, ενός διώροφου καταστήματος, αποτελούμενου από ισόγειο χώρο κύριας χρήσης εμβαδού 923,75 τ.μ.
και υπόγειο βοηθητικό χώρο εμβαδού 450,03 τ.μ., ήτοι συνολικού εμβαδού 1.373,78 τ.μ., με δύο (2) ράμπες φορτοεκφόρτωσης εμπορευμάτων καθώς και 99 θέσεις στάθμευσης στο δεύτερο υπόγειο χώρο του κτιρίου. Κατά το χρόνο κατάρτισης της εν λόγω σύμβασης δεν υφίστατο το εν λόγω κτίριο, αλλά είχε συμφωνηθεί μεταξύ των ανωτέρω συμβαλλόμενων, ότι αυτό θα ανεγειρόταν σε οικόπεδο, ιδιοκτησίας της πρώτης των καθ'ων η ανακοπή, εμβαδού 6.696,30 τ.μ., κείμενο στη διασταύρωση των οδών ...
στη Σταυρούπολη - Θεσσαλονίκης, με δαπάνες αυτής (πρώτης των καθών). Μάλιστα το εν λόγω ακίνητο θα κατασκευαζόταν, μετά την κατεδάφιση άλλου προϋφιστάμενου κτιρίου, καθ' υπόδειξη της ως άνω ετερόρρυθμης εταιρείας, μετά την αποπεράτωση του οποίου η τελευταία θα το μίσθωνε, για να το χρησιμοποιήσει ως υπεραγορά τροφίμων, για χρονικό διάστημα είκοσι πέντε (25) ετών, έναντι αρχικά ορισθέντος μηνιαίου μισθώματος 29.900,00 ευρώ, με αφετήριο χρονικό σημείο έναρξής της αυτό της καταβολής του πρώτου μισθώματος.
Σύμφωνα με το 1° άρθρο του ως άνω συμφωνητικού, τα συμβαλλόμενα μέρη συμφώνησαν ότι ο φάκελος που θα υποβληθεί στην αρμόδια Πολεοδομία προς έγκριση και έκδοση οικοδομικής άδειας θα περιλαμβάνει τα σχέδια και τις κατόψεις, όπως συμφωνήθηκαν μεταξύ τους, σε περίπτωση δε που δεν θα ήταν δυνατή η κατασκευή του σύμφωνα με τις συμφωνηθείσες προδιαγραφές, θα είχε το δικαίωμα η ετερόρρυθμη εταιρεία να υπαναχωρήσει αζημίως από τη σύμβαση.
Με το 2° άρθρο του ως άνω συμφωνητικού, η πρώτη των καθ'ων ανέλαβε την υποχρέωση να παραδώσει το μίσθιο στην αντισυμβαλλομένη της κατά τους όρους του παραπάνω συμφωνητικού και της υπογραφείσας απ' αυτές συγγραφής υποχρεώσεων. Ενώ, σύμφωνα το 3° άρθρο του ως άνω συμφωνητικού, λόγω της καθ' υπόδειξη της ετερόρρυθμης εταιρείας κατασκευής του κτιρίου, συμφωνήθηκε ότι η ετερόρρυθμη εταιρεία, μισθώτρια παραιτείται από το δικαίωμα καταγγελίας της μίσθωσης, όπως αυτό ορίζεται στη διάταξη του άρθρου 43 Π.Δ.34/1995, κατά τα τέσσερα (4) πρώτα έτη της διάρκειας της σύμβασης.
Επίσης ορίστηκε, ότι σε περίπτωση παραβίασης της ως άνω υποχρέωσης μη καταγγελίας, κατά τα πρώτα τέσσερα έτη, της συμβατικής διάρκειας, η ετερόρρυθμη εταιρεία θα κατέβαλε στην πρώτη των καθ'ων η ανακοπή, ως ποινική ρήτρα και αναπόδεκτη, αποζημίωση το άθροισμα του ποσού των μισθωμάτων τεσσάρων (4) ετών, αφαιρουμένων των μισθωμάτων, όσων μέχρι την παράδοση του μισθίου είχαν ήδη καταβληθεί (άρθρο 3° παρ.3 και 4 του ως άνω συμφωνητικού).
Ακόμη, σύμφωνα με το 4° άρθρο του ως άνω συμφωνητικού, προς εξασφάλιση της παραπάνω απαίτησης της πρώτης των καθ'ων η ανακοπή, η ετερόρρυθμη εταιρεία ανέλαβε την υποχρέωση να της παραδώσει εγγυητική επιστολή ποσού 1.435.200,00 ευρώ, η οποία θα κατέπιπτε σε περίπτωση παραβίασης των προλεχθέντων όρων, θα μειωνόταν δε το ποσό της κάθε τρίμηνο κατά το ποσό των μισθωμάτων, που εν τω μεταξύ θα είχαν καταβληθεί.
Στη συνέχεια, μετά την έκδοση της οικοδομικής άδειας, τα συμβαλλόμενα μέρη υπέγραψαν και αντάλλαξαν μεταξύ τους νέα εγκεκριμένα από το αρμόδιο γραφείο της Πολεοδομίας Θεσσαλονίκης σχέδια και κατόψεις και αποδέχθηκαν, ότι το μίσθιο θα κατασκευασθεί σύμφωνα με τα νέα αυτά σχέδια και κατόπιν τούτου, στις 6-6-2008, υπογράφηκε μεταξύ τους τροποποίηση του παραπάνω συμφωνητικού, με την οποία, βάσει της ήδη εκδοθείσας οικοδομικής άδειας, τροποποιήθηκε η περιγραφή του ακινήτου και ορίσθηκε ότι το μίσθιο κατάστημα είναι εμβαδού 1.484,95 τ.μ., αποτελούμενο από ισόγειο χώρο κύριας χρήσης εμβαδού 962,95 τ.μ.
και υπόγειο βοηθητικό χώρο εμβαδού 522 τ.μ. και προσδιορίσθηκαν εκ νέου οι δύο ράμπες φορτοεκφόρτωσης, καθώς και οι 99 θέσεις στάθμευσης, το δε μηνιαίο μίσθωμα ορίσθηκε στο ποσό των 31.400,00 ευρώ. Ακόμη αναπροσαρμόσθηκε και το ποσό της εγγυητικής επιστολής, που η ετερόρρυθμη εταιρεία ανέλαβε την υποχρέωση να παραδώσει στην πρώτη των καθ'ων η ανακοπή προς εξασφάλιση της απαίτησής της και η οποία θα κατέπιπτε σε περίπτωση παραβίασης των προλεχθέντων όρων, στο ποσό του 1.507.200,00 ευρώ.
Σε εκπλήρωση του ανωτέρω όρου η ανακόπτουσα, ..., κατόπιν σύμβασης με την ετερόρρυθμη εταιρεία, εξέδωσε υπέρ αυτής την από 31.3.2010 και με αριθμό ... εγγυητική επιστολή, ποσού 1.507.200,00 ευρώ, η οποία παραδόθηκε στην πρώτη των καθ'ων η ανακοπή. Στο κείμενο της εγγυητικής επιστολής αναφερόταν ρητά, ως προϋπόθεση κατάπτωσής της, η μη τήρηση από την Ε.Ε.
των όρων των παραγράφων 3 και 4 του άρθρου 3 της επίδικης σύμβασης, καθώς και η παραίτηση της εκδότριας της εγγυητικής επιστολής -ανακόπτουσας- από τις ενστάσεις διζήσεως και διαιρέσεως, προβλεπόταν δε ότι το παραπάνω ποσό της εγγυητικής επιστολής η ανακόπτουσα θα το τηρούσε στη διάθεση της υπέρ'ης η εγγυητική επιστολή και θα της το κατέβαλε χωρίς καμιά από μέρους της αντίρρηση ή ένσταση.
Η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία ..., της οποίας καθολική διάδοχος, λόγω συγχώνευσης με απορρόφηση, είναι η δεύτερη των καθ'ων, με τη με αριθμό ... σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, χορήγησε στην πρώτη των καθ'ων πίστωση ποσού 13.500.000,00 ευρώ, προκειμένου να χρηματοδοτηθεί η ανέγερση του επίμαχου κτίσματος.
Εν συνεχεία, η τελευταία, την απαίτησή της από την ως άνω εγγυητική επιστολή, καθώς και το δικαίωμα υποβολής δήλωσης κατάπτωσης, εκχώρησε, λόγω ενεχύρου, στην πιστώτρια ..., προς εξασφάλισή της προβαίνοντας και σε αναγγελία της εκχώρησης αυτής προς την ανακόπτουσα και στην εταιρεία .... Ακολούθως, στις 4.11.2009 μεταξύ των παραπάνω συμβαλλόμενων εταιρειών υπεγράφη το πρωτόκολλο παράδοσης-παραλαβής του κτιρίου και την 1.4.2010 καταβλήθηκε το πρώτο μίσθωμα, που αφορούσε το χρονικό διάστημα από 4.3.2010 έως 31.3.2010.
Το ποσό της εγγυητικής αυτής επιστολής μειώθηκε, διαδοχικά, στο ποσό του 1.413.000,00 ευρώ, με τη με ημερομηνία 31.3.2010 επιστολή της ανακόπτουσας, στο ποσό του 1.318.800,00 ευρώ, με τη με ημερομηνία 21.7.2010 επιστολή της ιδίας, στο ποσό του 1.224.600,00 ευρώ, με τη με ημερομηνία 31.8.2010 επιστολή της ιδίας, και στο ποσό του 1.130.400,00 ευρώ, με τη με ημερομηνία 30.11.2010 επιστολή της ιδίας.
Ωστόσο, παρά την εκπλήρωση των υποχρεώσεων της πρώτης των καθ' ων και την ανεπιφύλακτη παραλαβή και εγκατάσταση ακίνητο της εταιρείας, ..., η τελευταία κατήγγειλε την επίμαχη σύμβαση με την από 18-1-2011 εξώδικη δήλωσή της, η οποία επαναλήφθηκε με την από 15-2-2011 εξώδικη απάντησή της, που κοινοποιήθηκαν νόμιμα στην πρώτη των καθ'ων η ανακοπή.
Μάλιστα, στις 6.6.2011 αποδόθηκε το επίμαχο κτίριο από την ετερόρρυθμη εταιρεία στην πρώτη των καθ'ων η ανακοπή και υπογράφηκε προς πιστοποίηση του γεγονότος αυτού, το με ίδια ημερομηνία πρωτόκολλο παράδοσης-παραλαβής μισθίου. Λόγω της γενόμενης ως άνω καταγγελίας μέσα στα πρώτα τέσσερα έτη από την έναρξη της ως άνω σύμβασης, που είχε αρχίσει από τον Μάρτιο του έτους 2010, ήτοι κατά παράβαση των προεκτεθέντων συμβατικών όρων, η πρώτη των καθών, με την από 17-3-2011 επιστολή της, κάλεσε τη δεύτερη των καθών, να ζητήσει την κατάπτωση από την ανακόπτουσα της ανωτέρω εγγυητικής επιστολής.
Έτσι, με τις από 17-3-2011 και 27-4-2011 επιστολές της, που νόμιμα κοινοποιήθηκαν στην ανακόπτουσα, η δεύτερη των καθ'ων ζήτησε από αυτή (ανακόπτουσα) την κατάπτωση της με αριθμό ... εγγυητικής επιστολής, ποσού 1.130.400,00 ευρώ. Η ανακόπτουσα, όμως, αρνήθηκε την κατάπτωση αυτής, με τις από 8.4.2011 και 6.6.2011 επιστολές της, αντίστοιχα, επικαλούμενη ότι δεν είναι νόμιμη η κατάπτωση αυτής, διότι η καταγγελία της παραπάνω σύμβασης έγινε νόμιμα και δεν έγινε κατά παράβαση του ανωτέρω συμβατικού όρου, ενόψει της επικαλούμενης ακυρότητάς του.
Εν συνεχεία, ύστερα από αίτηση των καθ'ων η ανακοπή εκδόθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής. Από το περιεχόμενο της επίδικης σύμβασης, όπως αυτό προαναφέρθηκε κατά τα κύρια σημεία του, και όπως οι αληθινές βουλήσεις των συμβληθέντων ερμηνεύονται κατά τους ορισμούς των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, προκύπτει ότι τα συμβαλλόμενα μέρη απέβλεψαν:
α) στην κατασκευή ενός έργου, ήτοι της κατασκευής εκ μέρους της πρώτης των καθ' ων ενός καταστήματος, το οποίο θα ήταν κατάλληλο να χρησιμοποιηθεί για τη στέγαση της εμπορικής επιχείρησης της αντισυμβαλλομένης της και μάλιστα πλήρως ανταποκρινόμενο στις ρητές και εκ των προτέρων τεθείσες από την τελευταία προδιαγραφές, γεγονός μάλιστα που αποτέλεσε ουσιώδη όρο της σύμβασης, ώστε τυχόν παράβασή του θα έδινε το δικαίωμα στην αντισυμβαλλόμενη να υπαναχωρήσει αζημίως από τη σύμβαση και β) στην παραχώρηση της χρήσης του επίδικου καταστήματος για ορισμένο και δη ικανό χρονικό διάστημα, έναντι αναλόγου μισθώματος, ώστε να αποσβεστεί και το κόστος κατασκευής, για το οποίο δανειοδοτήθηκε (με την προεκτεθείσα σύμβαση παροχής πιστώσεως) η κατασκευάστρια του έργου.
Οι ως άνω παροχές της πρώτης των καθ' ων δεν τελούν μεταξύ τους σε σχέση κύριας και παρεπόμενης αλλά είναι ισοδύναμες, καθόσον η υποχρέωση για την κατασκευή του κτιρίου αποτελεί πρόκριμα για την ουσιαστική πραγμάτωση της έτερης παροχής, ήτοι της παραχώρησης χρήσης. Ως εκ τούτου, η επίδικη σύμβαση, δεν συνιστά απλώς σύμβαση μίσθωσης, όπως αυτή κατονομάζεται στο κείμενό της, αλλά πρόκειται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, για μικτή σύμβαση με τη μορφή της μικτής δίδυμης σύμβασης, ήτοι έργου και μίσθωσης, και πρέπει, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην παραπάνω μείζονα σκέψη, στην επίδικη σύμβαση να εφαρμοσθεί η μέθοδος του συνδυασμού, κατά την οποία για κάθε μία από τις σωρευόμενες παροχές θα εφαρμοστούν οι κανόνες του συμβατικού τύπου στον οποίο αυτή ανήκει, χωρίς όμως να παραβλάπτεται η ενότητα της μικτής σύμβασης.
Ειδικότερα, όπως συνομολογείται και από την ανακόπτουσα, με το δικόγραφο της κρινόμενης ανακοπής, το κατάστημα η χρήση του οποίου παραχωρήθηκε στην ετερόρρυθμη εταιρία, δεν υφίστατο κατά την κατάρτιση της επίμαχης σύμβασης, αλλά αντίθετα υπήρχε άλλο κτίσμα επί του οικοπέδου, ιδιοκτησίας της πρώτης των καθ' ων η ανακοπή.
Η τελευταία ανέλαβε με τη σύμβαση την υποχρέωση, να κατεδαφίσει το υφιστάμενο κτίριο, συνολικού εμβαδού 12.500 τ.μ., και να κατασκευάσει το μετέπειτα μισθωθέν κατάστημα, καθ' υπόδειξη της ετερόρρυθμης εταιρίας, όπως, μάλιστα ρητά αναφέρθηκε στο 2° άρθρο παρ. 2 της σύμβασης αυτής, ότι δηλαδή η πρώτη των καθ' ων ανέλαβε την υποχρέωση να παραδώσει το μίσθιο στην αντισυμβαλλόμενή της κατά τους όρους της σύμβασης και της υπογραφείσας και ανταλλαγείσας μεταξύ τους συγγραφής υποχρεώσεων.
Η τελευταία εξάλλου είχε συνταχθεί από την ίδια την ετερόρρυθμη εταιρία, όπως αναφέρεται στον ίδιο ως άνω όρο. Τα ανωτέρω ενισχύονται και από το ότι, κατά την κατασκευή του εν λόγω κτιρίου χρησιμοποιήθηκε, μετά από απαίτηση της ετερόρρυθμης εταιρίας, ειδικός οπλισμός και ειδικά φορτία, που μεταφέρθηκαν από τη Γερμανία στην Ελλάδα, για το σκοπό αυτό, ενώ κατά δική της υπόδειξη κατασκευάστηκε ειδική ράμπα εισόδου, προκειμένου από αυτή να διέρχονται τα φορτηγά που χρησιμοποιεί αυτή (ετερόρρυθμη εταιρία).
Η σημασία που είχε αποδοθεί από την ετερόρρυθμη εταιρεία στην κατασκευή του παραπάνω καταστήματος, κατά τις δικές της προδιαγραφές, σύμφωνα με τις υποδείξεις της, καταδεικνύεται και από το 1° άρθρο παρ. 4 της αρχικής σύμβασης, κατά το οποίο, εάν η Πολεοδομική Αρχή ζητούσε τροποποιήσεις των σχεδίων κατά την εξέταση του σχετικού φακέλου, η πρώτη των καθ' ων θα ενημέρωνε άμεσα την αντισυμβαλλόμενή της, η οποία θα έπρεπε να απαντήσει εντός 20 ημερών, εάν αποδεχόταν τις τροποποιήσεις, σε περίπτωση δε αρνητικής της απάντησης για περαιτέρω τροποποίηση ή βελτίωση των σχεδίων θα είχε αυτή (ετερόρρυθμη εταιρία) δικαίωμα υπαναχώρησης από τη σύμβαση εντός δύο (2) μηνών από την αρχική ενημέρωσή της, χωρίς να υποχρεούται να καταβάλει και χωρίς να δικαιούται αποζημίωση.
Ακόμη, όπως ρητά προβλέφθηκε με το 16° άρθρο της σύμβασης αυτής, όπως τροποποιήθηκε με το από 6-6-2008 συμφωνητικό, η ετερόρρυθμη εταιρεία είχε δικαίωμα καταγγελίας της σύμβασης, χωρίς να οφείλει στην εκμισθώτρια αποζημίωση: α) αν δεν της παραδιδόταν το μίσθιο εντός 21 μηνών από την έκδοση της οικοδομικής αδείας, β) αν το μίσθιο, όταν παραδιδόταν, είχε σοβαρά κατασκευαστικά ελαττώματα που εμπόδιζαν την επιχειρηματική της δράση, γ) αν ανακαλούνταν η πολεοδομική άδεια.
Από τα ανωτέρω προκύπτει, ότι η ανέγερση του επίμαχου κτίσματος ήταν ανεξάρτητη και αυτοτελής ως προς τη μετέπειτα χρήση του, την ευθύνη δε γι' αυτή (ανέγερση), κατά τις υποδείξεις της ανωτέρω εταιρείας, έφερε αποκλειστικά η πρώτη των καθ' ων. Είναι αληθές βέβαια, ότι η καταλληλότητα του προς παραχώρηση ακινήτου αποτελεί ουσιώδες στοιχείο της υποχρέωσης κάθε εκμισθωτή, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 575 ΑΚ, πλην όμως στην προκειμένη περίπτωση η υποχρέωση της πρώτης των καθ' ων, κατά τα προεκτεθέντα, δεν εξαντλήθηκε στην εξασφάλιση της χρηστικότητας του κτίσματος κατά το σκοπό για το οποίο αυτό προοριζόταν, σύμφωνα με τη βούληση της ετερόρρυθμης εταιρίας, αλλά στην ανέγερση αυτού κατά τις υποδείξεις της τελευταίας, αναλαμβάνοντας την ευθύνη για την επέλευση του συμφωνηθέντος αποτελέσματος, ώστε, κατά τον κρίσιμο χρόνο παράδοσής του (κτιρίου) αυτή (ετερόρρυθμη εταιρία) δικαιούταν να ελέγξει όχι απλώς την καταλληλότητά του, αλλά και την κατά τις δικές της υποδείξεις κατασκευή του.
Προς τούτο πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι η καταλληλότητα του μισθίου κρίνεται κατά το σκοπό της μίσθωσης και το είδος της συμφωνημένης χρήσης, όπως αυτά συμβατικά έχουν προσδιορισθεί και όχι κατά τη βούληση του μισθωτή, η οποία είναι καθοριστική στην περιγραφή των προδιαγραφών από τον εργοδότη ενός υπό κατασκευή έργου, η επίτευξη του οποίου δεν συνδέεται με τη μετέπειτα χρήση του, όπως εν προκειμένω του επίμαχου καταστήματος, τις τεχνικές και κατασκευαστικές προδιαγραφές του οποίου είχε συντάξει η ίδια η ετερόρρυθμη εταιρία, κατά τα ως άνω διαληφθέντα.
Τούτο περαιτέρω συνεπάγεται ότι η σύμφωνη με τις υποδείξεις αυτές κατασκευή ήταν προϋπόθεση ,για να λειτουργήσει η σύμβαση μίσθωσης, αφού χωρίς την εκτέλεση της σύμβασης έργου δεν θα ήταν δυνατή η λειτουργία αυτής (σύμβασης μίσθωσης). Εξάλλου, όπως προεκτέθηκε, το προαναφερθέν οικονομικό αντάλλαγμα που συμφωνήθηκε να καταβάλει η ετερόρρυθμη εταιρία στην πρώτη των καθ' ων, αν και τιτλοφορήθηκε στην εν λόγω σύμβαση ως "μίσθωμα" ενσωμάτωνε ουσιαστικά, αφενός την εργολαβική αμοιβή της πρώτης των καθ' ων για την κατασκευή του έργου και αφετέρου το μίσθωμα για την παραχώρηση της χρήσης αυτού.
Η παραπάνω κρίση θεμελιώνεται τόσο στο γεγονός ότι η διάρκεια της σύμβασης ορίστηκε 25ετής, δηλ. μεγαλύτερη από τη κατά νόμο διάρκεια των εμπορικών μισθώσεων, αλλά και από το ύψος του μισθώματος, το οποίο, ενώ αρχικά είχε συμφωνηθεί στο ποσό των 29.900,00 ευρώ, στη συνέχεια αυξήθηκε στο ποσό των 31.400,00 ευρώ, κρίνεται δε τούτο, σύμφωνα και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, υψηλό, ώστε να καλύπτει τόσο την οφειλόμενη εργολαβική αμοιβή, όσο και το μίσθωμα.
Σημειωτέον ότι η συμφωνηθείσα αυτή τμηματική καταβολή της αμοιβής της πρώτης των καθ' ων, υπό τη μορφή της παροχής προθεσμίας καταβολής, συμπορεύεται με τη διάταξη του άρθρου 694 ΑΚ, λόγω του ενδοτικού χαρακτήρα αυτής (βλ. Α.Π.1130/2017 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ), και δεδομένου ότι στην επίδικη σύμβαση καθοριζόταν με σαφήνεια το ποσό εκάστου μηνιαίου ποσού, στο οποίο συμπεριλαμβανόταν και τα επιμέρους ποσά αμοιβής της, καθώς και ο ακριβής χρόνος εξόφλησης καθενός από αυτά.
Εξάλλου οι ως άνω παροχές της πρώτης των καθ' ων δεν τελούν μεταξύ τους σε σχέση κύριας και παρεπόμενης αλλά είναι ισοδύναμες μεταξύ τους, καθόσον η υποχρέωση για την κατεδάφιση του παλαιού κτιρίου και την κατασκευή του επίμαχου καταστήματος είναι πρόκριμα για την ουσιαστική πραγμάτωση της παροχής της παραχώρησης χρήσης.
Ενόψει όλων όσων προαναφέρθηκαν, η κρινόμενη σύμβαση εντάσσεται στην κατηγορία των μικτών δίδυμων συμβάσεων, αφού σε αυτή ενυπάρχουν τόσο τα στοιχεία της σύμβασης έργου, όσο και τα στοιχεία της σύμβασης μίσθωσης, η ως άνω δε κρίση του Δικαστηρίου δεν αναιρείται από το γεγονός ότι δεν μεταβιβάσθηκε κατά κυριότητα το εκτελεσθέν έργο από την πρώτη των καθ' ων στην ετερόρρυθμη εταιρία, όπως επικαλείται η ανακόπτουσα, αφού, όπως συνάγεται από τη διάταξη του άρθρου 681 ΑΚ, κύρια υποχρέωση του εργολάβου είναι η παράδοση στον εργοδότη της κατοχής του έργου και μόνο αν απαιτείται από τις περιστάσεις και η μεταβίβαση της κυριότητάς του σε αυτόν (βλ.
Απ.Γεωργιάδη, ΕΡΝΟΜΑΚ, τόμ. I, άρθρο 681, σελ. 1264, πλαγιαρ. 28), κάτι το οποίο δεν συνέβαινε στην προκειμένη περίπτωση. Ακολούθως, εφαρμόζοντας τη μέθοδο του συνδυασμού, κατά την οποία για κάθε μία από τις σωρευόμενες παροχές θα εφαρμοστούν οι κανόνες του συμβατικού τύπου στον οποίο αυτή ανήκει, χωρίς όμως να παραβλάπτεται η ενότητα της μικτής σύμβασης, θα πρέπει, ως προς την εκτέλεση του έργου και την καταβολή της αμοιβής της πρώτης των καθ' ων να εφαρμοσθούν οι διατάξεις για τη σύμβαση έργου (άρθρα 681 επ.
ΑΚ). Ενόψει μάλιστα του ότι, όπως ήδη εκτέθηκε, η παραίτηση της μισθώτριας από το δικαίωμα καταγγελίας της ανωτέρω σύμβασης, για τα πρώτα τέσσερα έτη της διάρκειάς της, συνδεόταν άρρηκτα, κατά τη βούληση των συμβαλλομένων μερών, με την εξασφάλιση της πρώτης των καθ' ων, λόγω του κινδύνου που αναλάμβανε από την κατεδάφιση του υφιστάμενου κτιρίου και την ανέγερση νέου υπό τις υποδείξεις της ετερόρρυθμης εταιρίας, ως προς το δικαίωμα αμοιβής της, που θα καταβαλλόταν τμηματικά με τον προαναφερθέντα τρόπο, δεν εφαρμόζεται εν προκειμένω η διάταξη του άρθρου 43 ΠΔ 34/1995, όπως αυτή ισχύει μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 17 ν. 3853/2010, αφού εν προκειμένω η σύμβαση εντάσσεται στην κατηγορία των μικτών δίδυμων συμβάσεων.
Τούτο δε έχει ως επακόλουθο ότι η συμφωνία , περί παραίτησης της ετερόρρυθμης εταιρίας από το δικαίωμά της να καταγγείλει τη σύμβαση, κατά τα τέσσερα πρώτα μισθωτικά έτη, τυγχάνει έγκυρη και ισχυρή, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 361, 681 επ. ΑΚ.
Συνεπώς, η επίμαχη καταγγελία της ανωτέρω σύμβασης εκ μέρους της ετερόρρυθμης εταιρίας έγινε κατά παράβαση των παρ.3 και 4 του 3ου άρθρου αυτής (σύμβασης) και συνακόλουθα συνέτρεξαν, στην προκειμένη περίπτωση, οι αναφερόμενες στην παρ.4 του άρθρου αυτού (3ου) προϋποθέσεις της κατάπτωσης της προμνησθείσας εγγυητικής επιστολής.
Επομένως, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δέχθηκε ότι η ως άνω σύμβαση αποτελούσε μικτή δίδυμη σύμβαση και συνακόλουθα ότι η συμφωνία, περί παραίτησης της ετερόρρυθμης εταιρίας από το δικαίωμά της να καταγγείλει τη σύμβαση είναι έγκυρη και ισχυρή, ορθά έκρινε, έστω και με εσφαλμένη εν μέρει αιτιολογία, αναφορικά με τη νομική θεμελίωση του δικαιώματος της για καταγγελία της ως άνω σύμβασης, που αντικαθίσταται κατά τα προαναφερόμενα (άρθ. 534 ΚΠολΔ), και σωστά εκτίμησε τις αποδείξεις και συνεπώς, όσα αντίθετα υποστηρίζονται με τον πρώτο λόγο της έφεσης και τους πρόσθετους λόγους αυτής είναι αβάσιμα και πρέπει να απορριφθούν.
Περαιτέρω πρέπει να λεχθεί ότι, εφόσον η συμφωνία, περί παραίτησης της ετερόρρυθμης εταιρίας από το δικαίωμά της να καταγγείλει τη σύμβαση είναι έγκυρη, είναι επίσης έγκυρη και νόμιμη και η συμφωνηθείσα, για την περίπτωση καταγγελίας της σύμβασης, κατά παράβαση των συμφωνηθέντων, ποινική ρήτρα και κατ' επέκταση είναι νόμιμη και η κατάπτωση της εγγυητικής επιστολής.
Επομένως, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δέχθηκε τα ίδια και απέρριψε τον πρώτο λόγο της ανακοπής ως ουσία αβάσιμο και εν συνεχεία αυτή (ανακοπή) στο σύνολό της, ορθά εφάρμοσε το νόμο και σωστά εκτίμησε τις αποδείξεις και συνεπώς όσα αντίθετα υποστηρίζονται με το δεύτερο λόγο της έφεσης, με τον οποίο ειδικότερα παραπονείται η ανακόπτουσα για την παραδοχή, από την εκκαλουμένη, ως νόμιμης της συμφωνηθείσας ποινικής ρήτρας και κατ' επέκταση ως νόμιμης και της κατάπτωσης της εγγυητικής επιστολής, ενώ αυτή αντίκειται σε αναγκαστικού δικαίου διάταξη και συγκεκριμένα στη διάταξη του άρθρου 43 Π.Δ.34/1995, ως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 17 του Ν.3853/2010, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα, αφού, σύμφωνα μ' όσα προαναφέρθηκαν, η ως άνω διάταξη δεν εφαρμόζεται εν προκειμένω".
Από τις ανωτέρω παραδοχές προκύπτει ότι το Εφετείο: Α) μετά τη διαπίστωση ότι υπάρχει ασάφεια και αμφιβολία, κατά την ανέλεγκτη κατά τούτο κρίση του, ως προς την έννοια της δήλωσης βούλησης των μερών, αναφορικά με τη νομική μορφή της ως άνω από 29-1-2007 σύμβασης, προσέφυγε με τη ρητή επίκλησή τους, στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 Α.Κ και, περαιτέρω, προέβη στην ερμηνεία της σχετικής σύμβασης, μέσω της οποίας κατέληξε στην διαπίστωση ότι, κατά την αληθινή βούληση των μερών, η με το από 29-1-2007 ιδιωτικό συμφωνητικό καταρτισθείσα μεταξύ των συμβαλλομένων σύμβαση δεν έχει τον χαρακτήρα της συμβάσεως μισθώσεως, αλλά πρόκειται για μια μικτή δίδυμη σύμβαση, αποτελούμενη από συνδυασμό της συμβάσεως έργου και αυτής της συμβάσεως μισθώσεως (άρθρα 361, 574, 681 ΑΚ) εφαρμοζομένων για την κάθε μία των διατάξεων του ΑΚ που προσαρμόζονται στην ένδικη υπόθεση.
Η κρίση του δε αυτή, με βάση όσα στοιχεία ανελέγκτως δέχθηκε ως αποδειχθέντα, είναι σύμφωνη με τους ορισμούς των ανωτέρω άρθρων του Αστικού Κώδικα, τους οποίους, επομένως, δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, αλλά ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, στην προκειμένη περίπτωση, αφού, υπό τις προαναφερόμενες παραδοχές, ερμήνευσε την επίδικη σύμβαση και κάλυψε το διαπιστωθέν κενό, κατά την αληθινή βούληση των μερών, όπως απαιτεί η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, λαμβάνοντας υπόψη του τον χαρακτήρα της ενδίκου συμβάσεως, ιδίως την φύση των συγκεκριμένων όρων της, που ερμήνευσε, τον τρόπο καθορισμού των εκατέρωθεν υποχρεώσεων, που συμφωνήθηκαν για την εκτέλεση της όλης σύμβασης, αλλά και για την κάθε μια ξεχωριστά, καθώς και το σκοπό στον οποίο απέβλεπαν τα μέρη, σταθμίζοντας, ορθώς, τα δικαιολογημένα συμφέροντά τους.
Περαιτέρω, με τις προαναφερθείσες παραδοχές του, το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του, με επάρκεια, σαφήνεια, χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά το αποδεικτικό του πόρισμα, αναφορικά με την ερμηνευτική κάλυψη του προαναφερθέντος συμβατικού κενού κατά την αληθινή βούληση των μερών.
Συνεπώς, ο πρώτος αναιρετικός λόγος, με τον οποίον αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, κατά το πρώτο σκέλος του, η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στην παραβίαση, από το Εφετείο, με κακή εφαρμογή, των ουσιαστικού δικαίου κανόνων των άρθρων 173, 200 του ΑΚ, πρέπει να` απορριφθεί ως αβάσιμος.
Απορριπτέος, επίσης, κρίνεται ο ίδιος λόγος και κατά το δεύτερο σκέλος του, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά μεν το μέρος του, με το οποίο η αναιρεσείουσα μέμφεται την αναιρεσιβαλλομένη, ότι διαλαμβάνει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες και στερείται νόμιμης βάσης, ως αβάσιμος. Κατά δε το μέρος του, με το οποίο η αναιρεσείουσα, επιχειρούσα να θεμελιώσει την από την ίδια διάταξη αναιρετική πλημμέλεια, μέμφεται το Εφετείο ότι δεν εξηγεί τους λόγους για τους οποίους τα συμβαλλόμενα μέρη οδηγήθηκαν στην παραπάνω συμφωνία, και ότι προσέδωσε διαφορετικό νόημα, εσφαλμένα και με λανθασμένα επιχειρήματα τους θεμελιώδεις όρους, για την πολυετή διάρκεια της συμβάσεως και την τμηματική καταβολή της εργολαβικής αμοιβής, την οποία δεν προσδιόρισε, πρέπει ν` απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι οι διαλαμβανόμενες σ` αυτόν αιτιάσεις συνάπτονται με την ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα με τα επιχειρήματα του Δικαστηρίου για την αιτιολόγηση του σχετικού αποδεικτικού του πορίσματος, το οποίο διατυπώνεται με σαφήνεια στην προσβαλλομένη απόφαση, καθώς (συνάπτονται) και με την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου επί της ουσίας της διαφοράς.
Β) Ο ίδιος λόγος με τον οποίο, όπως διατυπώνεται, αμφισβητείται η κρίση του Εφετείου, σχετικά με την ανάγκη ερμηνείας της ως άνω σύμβασης, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, για το αν υπάρχουν ή δεν υπάρχουν κενά ή ασάφεια στη δήλωση βούλησης των συμβαλλομένων είναι ανέλεγκτη.
Γ) Καταλήγοντας, περαιτέρω, το Εφετείο, στην ορθή κρίση, ότι η ένδικη σύμβαση, που καταρτίστηκε μεταξύ των μερών, με το από 29-1-2007 ιδιωτικό συμφωνητικό, δεν φέρει τον χαρακτήρα της συμβάσεως μίσθωσης ακινήτου, αλλά ότι πρόκειται για μικτή δίδυμη σύμβαση στην οποία ενυπάρχουν τα στοιχεία τόσο της συμβάσεως έργου όσο και της συμβάσεως μισθώσεως και στη συνέχεια, εφαρμόζοντας τη μέθοδο του συνδυασμού, έκρινε ότι η με ρητό όρο της συμβάσεως συμφωνηθείσα παραίτηση της αναιρεσείουσας από το δικαίωμα καταγγελίας της συμβάσεως κατά τα πρώτα τέσσερα έτη της διάρκειάς της είναι έγκυρη και ισχυρή (άρθρα 361, 681 επ.
ΑΚ), μη εφαρμοζομένης της διατάξεως του άρθρου 43 ΠΔ 34/1995, όπως αυτή τροποποιήθηκε από τη διάταξη του άρθρου 17 ν. 3853/2010, και συνεπώς η υπό της αναιρεσείουσας καταγγελία της συμβάσεως έγινε κατά παράβαση του σχετικού όρου αυτής και εντεύθεν επέφερε την κατάπτωση της εκδοθείσης εγγυητικής επιστολής, ερμήνευσε ορθά τις ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις των άρθρων 361, 574 επ, 681 επ.
ΑΚ, τις οποίες εφάρμοσε, καθώς και την μη εφαρμοσθείσα διάταξη του άρθρου 43 ΠΔ 34/1995 και 17 του ν. 3853/2010. Εξάλλου, το Εφετείο ούτε και εκ πλαγίου παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, ούτε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, καθόσον περιέλαβε σ` αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων.
Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση με πληρότητα και σαφήνεια εκτίθενται όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των ως άνω νόμιμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόστηκαν, ενώ δεν υφίστανται ελλείψεις και ανεπάρκεια στις αιτιολογίες αυτής σχετικά με το χαρακτηρισμό των ως άνω περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Επίσης, δεν ήταν αναγκαία η παράθεση επιπλέον αιτιολογιών, διότι οι πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζουν πλήρως την κρίση του Εφετείου, όπως ανωτέρω εκτέθηκε. Επομένως, είναι αβάσιμοι οι από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης (κατά τις ειδικότερες αιτιάσεις αναφορικά με την ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 574 ΑΚ), και οι δεύτερος και τρίτος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους η αναιρεσείουσα προβάλλει σχετικές αιτιάσεις.
Κατά τα λοιπά οι ίδιοι ως άνω λόγοι, με τους οποίους εκφέρεται διαφορετική ερμηνευτική προσέγγιση των αυτών ως άνω ουσιαστικών κανόνων, είναι και απαράδεκτοι, καθόσον οι προβαλλόμενες με αυτούς, επί πλέον αιτιάσεις, ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και τη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προαναφερόμενο σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, σχετικά με τα ουσιώδη ως άνω ζητήματα, δεν ελέγχεται από το Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 του KΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται 1) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, 2) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, 3) για ισχυρισμό που αφορά τη δημοσία τάξη.
Η διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Εξάλλου, η έννοια της δημόσιας τάξης περιλαμβάνει τους κανόνες με τους οποίους η Ελληνική Πολιτεία προστατεύει θεμελιώδεις αξίες και αντιλήψεις του έννομου βίου, πολιτειακές, ηθικές, οικονομικές ή κοινωνικές, η προσβολή των οποίων δεν είναι ανεκτή από την κρατούσα στη Χώρα γενική περί δικαίου συνείδηση.
Και στις περιπτώσεις όμως αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν αφορά τη δημόσια τάξη, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής (ΟλΑΠ 15/2000, ΑΠ 344/2019, ΑΠ 677/2018, ΑΠ 7/2018).
Περαιτέρω, οι ισχυρισμοί που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο δεν είναι αναγκαίως και δημόσιας τάξης. Η ενεργητική και παθητική νομιμοποίηση των διαδίκων εξετάζεται μεν αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο της ουσίας, πλην όμως δεν αφορά τη δημόσια τάξη και συνεπώς, ο περί αυτής ισχυρισμός, για να ιδρύσει λόγο αναίρεσης πρέπει να έχει προταθεί στο εφετείο και να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι έγινε σχετική πρόταση (ΑΠ 843/2013, ΑΠ 529/2009, ΑΠ 1743/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του KΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να δεχτεί ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη νομιμοποιείται παθητικά, ως δικαιούχος της απαιτήσεως, ενόψει ότι εχώρησε αναγγελία της εκχωρήσεως στην ανακόπτουσα, χωρίς ρητή μνεία ότι επιδόθηκε και αντίγραφο της ενεχυριακής συμβάσεως, παραβίασε, αφενός μεν, ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις διατάξεις των άρθρων 35, 36, 39, 44 του ν.δ. 17.7/13-8-1923, 408, 455, 458, 460, 461, 1248 επ., ιδίως 1247, 1248, 1252, 1253, 1254 ΑΚ, αξιώνοντας για τη νομιμοποίηση της πρώτης αναιρεσίβλητης λιγότερα στοιχεία από όσα ορίζονται στις ως άνω διατάξεις του ν.δ. 17.7/13-8-1923, αφετέρου δε εκ πλαγίου, με ανεπαρκή αιτιολογία, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της νομιμοποίησης της πρώτης αναιρεσίβλητης, κατά την έκκλητη δίκη.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος, όπως και η ίδια η αναιρεσείουσα εκθέτει στην ένδικη αίτηση αναίρεσης, δεν είχε προταθεί από την ανακόπτουσα-εκδότρια της εγγυητικής επιστολής, ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, με τα πραγματικά περιστατικά που τον στηρίζουν, αν και η ανακόπτουσα, (όπως και η αναιρεσείουσα, ως προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβάσα, για την υποστήριξη της) παραστάθηκε νόμιμα κατά τη συζήτηση της ανακοπής στο Εφετείο και κατέθεσε προτάσεις.
Σε κάθε περίπτωση βέβαια, ακόμη και αν ο ισχυρισμός αυτός είχε προταθεί ενώπιον του Εφετείου με λόγο εφέσεως, θα ήταν απαράδεκτος, κατ' άρθρο 585 παρ. 2 ΚΠολΔ, ως νέος λόγος ανακοπής, που δεν είχε προταθεί με λόγο της ανακοπής ή πρόσθετο λόγο ανακοπής, όπως προκύπτει από την προαναφερθείσα επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως και των διαδικαστικών εγγράφων.
Αντιθέτως η ανακόπτουσα για τη θεμελίωση της παθητικής νομιμοποιήσεως της πρώτης των καθών η ανακοπή και πρώτης αναιρεσίβλητης, είχε εκθέσει στην υπό κρίση ανακοπή της (σελ. 5) κατά λέξη: "Σε εξασφάλιση των απαιτήσεων της Εμπορικής Τράπεζας, προερχομένων από τις ως άνω χορηγηθείσες πιστώσεις προς την πιστούχο, υπεγράφη μεταξύ τους η υπ' αρ. ...
σύμβαση εκχώρησης απαιτήσεων λόγω ενεχύρου, που μου αναγγέλθηκε νόμιμα (10-5-2010), με την οποία, οι απαιτήσεις της πιστούχου και λήπτριας της ως άνω υπ' αρ.... Εγγυητικής Επιστολής (όπως τροποποιήθηκε), οι οποίες απέρρεαν από την υπέρ της μισθώτριας ... εκδοθείσα ως άνω Εγγυητική Επιστολή μου, συμπεριλαμβανομένου και του δικαιώματος υποβολής δήλωσης κατάπτωσης, εκχωρήθηκαν λόγω ενεχύρου στην ....
Ο εν λόγω ισχυρισμός, δεν αφορά, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, τη δημόσια τάξη, ούτε υπάγεται σε κάποια άλλη από τις εξαιρέσεις της διάταξης του άρθρου 562 παρ. 2 του KΠολΔ, που προαναφέρθηκε. Ο δε ισχυρισμός της αναιρεσείουσας, ότι παραδεκτά προτείνεται ο λόγος αυτός της αιτήσεως αναιρέσεως, καθόσον πρόκειται για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, είναι αβάσιμος, δοθέντος ότι, ενδεχόμενη αποδοχή του, θα συντελούσε απαραδέκτως σε διεύρυνση του αντικειμένου της δίκης επί της ανακοπής κατά της διαταγής πληρωμής, που κατά τη διάταξη του άρθρου 585 παρ. 2 ΚΠολΔ, οριοθετείται αποκλειστικά από τους λόγους ανακοπής και τους πρόσθετους λόγους αυτής.
Εν όψει όλων των προαναφερομένων, πρέπει, 1) να απορριφθεί η πρόσθετη παρέμβαση, συμψηφιζομένης της δικαστικής δαπάνηςμεταξύ των διαδίκων, 2) να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της υπό κρίση αναιρέσεως, ως προς τη δεύτερη αναιρεσίβλητη και 3) να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατέβαλε η αναιρεσείουσα στο Δημόσιο Ταμείο, αφού η αίτηση αναιρέσεως απορρίπτεται (άρθρο 495 παρ.4 ΚΠολΔ, όπως η παρ. 4 προσετέθη με το άρθρο 12 παρ. 2 του Ν. 4055/2012) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της πρώτης αναιρεσιβλήτου, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 13-11-2020 πρόσθετη παρέμβαση, υπέρ της πρώτης αναιρεσίβλητης, της ανώνυμης εταιρείας ....
Συμψηφίζει τη δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων.
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, ως προς τη δεύτερη αναιρεσίβλητη....
Απορρίπτει την από 29-3-2018 αίτηση της υπό εκκαθάριση ετερρόρυθμης εταιρείας με την επωνυμία ... για αναίρεση της υπ` αριθμ. 2954/2017 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της πρώτης αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.-
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Ιουνίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και τούτου αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία,
ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης
και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Σεπτεμβρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ