1595/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ειρήνη Καλού, Γεώργιο Χοϊμέ, Μαρία Τζανακάκη και Ελένη Φραγκάκη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1595/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ι. Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης προκύπτουν τα ακόλουθα: Οι αναιρεσίβλητοι άσκησαν, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, την από 1-2-2010 αγωγή, με την οποία ζήτησαν αποζημίωση για τη θετική ζημία (η πρώτη μόνο ενάγουσα - αναιρεσίβλητη) και χρηματική ικανοποίηση (όλοι) για την αποκατάσταση της ψυχικής οδύνης, την οποία υπέστησαν από το θάνατο του συγγενούς τους Α.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1595 / 2018 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1595/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ειρήνη Καλού, Γεώργιο Χοϊμέ, Μαρία Τζανακάκη και Ελένη Φραγκάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Σεπτεμβρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της καλούσας - εφεσίβλητης - εναγομένης: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Αρνέλλο. Των καθ' ων η κλήση - εκκαλούντων - εναγόντων: 1) ..., το γένος Χ. Χ., 2) Ν. Κ. του Α., κατοίκων Ν. ... και 3) Γ. συζ. Χ. Λ., το γένος Ν. Κ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Αρκούδη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-2-2010 αγωγή των ήδη καθ' ων η κλήση, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 32423/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1680/2012 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η τότε αναιρεσείουσα και ήδη καλούσα με την από 16-1-2013 αίτησή της.
Εκδόθηκε η 149/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Εκδόθηκε η 916/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, την αναίρεση της οποίας ζήτησε η ήδη καλούσα με την από 28-5-2016 αίτησή της.
Εκδόθηκε η 1336/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 916/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και κράτησε την υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση σε νέα συζήτηση, ύστερα από επίσπευση του επιμελέστερου των διαδίκων. Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την από 27-12-2017 κλήση της καλούσας. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Γεώργιο Χοϊμέ, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της καλούσας ζήτησε την παραδοχή επί της ουσίας της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος των καθ' ων η κλήση την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης προκύπτουν τα ακόλουθα: Οι αναιρεσίβλητοι άσκησαν, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, την από 1-2-2010 αγωγή, με την οποία ζήτησαν αποζημίωση για τη θετική ζημία (η πρώτη μόνο ενάγουσα - αναιρεσίβλητη) και χρηματική ικανοποίηση (όλοι) για την αποκατάσταση της ψυχικής οδύνης, την οποία υπέστησαν από το θάνατο του συγγενούς τους Α.
Κ. (συζύγου, πατέρα και αδελφού τους, αντίστοιχα) που επήλθε κατά το αναφερόμενο σ' αυτήν αυτοκινητικό ατύχημα από αμέλεια του οδηγού του …52 ΙΧΕ αυτοκινήτου Χ. Β. (αρχικά πρώτου των εναγομένων που δεν ήταν διάδικος στην αναιρετική δίκη), ασφαλισμένου για ζημίες τρίτων στην αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία - δεύτερη εναγομένη.
Η αγωγή αυτή απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη, με την 32.423/2010 απόφαση του παραπάνω Πρωτοδικείου, αφού κρίθηκε από το πρωτοβάθμιο αυτό δικαστήριο ότι ο θανών είναι αποκλειστικά υπαίτιος του θανατηφόρου τραυματισμού του. Κατά της απόφασης αυτής οι αναιρεσίβλητοι άσκησαν την από 7-1-2011 έφεση ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο με τη 1680/2012 απόφασή του τη δέχθηκε κατ' ουσίαν, εξαφάνισε την εκκαλούμενη πρωτόδικη απόφαση και, ακολούθως, αφού έκρινε συνυπαίτιο του επίδικου ατυχήματος τον εναγόμενο οδηγό κατά ποσοστό 30%, δέχθηκε, κατά ένα μέρος, ως ουσιαστικά βάσιμη, την αγωγή.
Κατά της εν λόγω απόφασης η αναιρεσείουσα - ασφαλιστική εταιρεία άσκησε την από 16-1-2013 αναίρεση, η οποία έγινε δεκτή με την 149/2014 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου (Δ' Πολιτικού Τμήματος), κατά παραδοχή αναιρετικού λόγου, που στήριζε πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ σε σχέση με την υπαιτιότητα.
Στη συνέχεια, η υπόθεση παραπέμφθηκε στο ίδιο Εφετείο προς περαιτέρω εκδίκαση, το οποίο ως δικαστήριο της παραπομπής, εκδικάζοντας πλέον την έφεση των αναιρεσιβλήτων κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, μετά την αναβίωση της εκκρεμοδικίας, αφού οι διάδικοι επανήλθαν, μετά την αναίρεση της εφετειακής απόφασης, κατ' άρθρο 579 παρ. 1 ΚΠολΔ, στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε, δέχθηκε με την 916/2015 απόφασή του την έφεση κατ' ουσίαν, εξαφάνισε την εκκαλούμενη πρωτοβάθμια απόφαση και, δικάζοντας την αγωγή, τη δέχθηκε, κατά ένα μέρος, ως ουσιαστικά βάσιμη, αφού έκρινε ότι ο εναγόμενος οδηγός είναι συνυπαίτιος στο ένδικο ατύχημα κατά ποσοστό 60%.
Η τελευταία αυτή απόφαση του δικαστηρίου της παραπομπής προσβλήθηκε με την από 28-5-2016 αίτηση αναίρεσης της ασφαλιστικής εταιρείας, η οποία και έγινε δεκτή με τη 1336/2017 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου (του ίδιου πιο πάνω Τμήματος), κατά παραδοχή του πρώτου, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναιρετικού λόγου, αναφορικά, αφενός μεν με τη συνυπαιτιότητα του οδηγού του ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα αυτοκινήτου στην πρόκληση του επίδικου ατυχήματος με την παράσυρση του πεζού και τον, εξαιτίας τούτου, θανατηφόρο τραυματισμό του, αφετέρου δε της αναγκαίας αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της συνυπαιτιότητας που διαγνώστηκε και του αποτελέσματος που επήλθε.
Κατόπιν αυτών, κατ' εφαρμογή του άρθρου 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει, η υπόθεση διακρατήθηκε στο Δικαστήριο τούτο και παραπέμφθηκε προς περαιτέρω ουσιαστική εκδίκαση στο ίδιο Τμήμα σε ιδιαίτερη συζήτηση. Ήδη, με την από 27-12-2017 κλήση της εναγομένης - εφεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας νόμιμα φέρεται προς συζήτηση η έφεση των εναγόντων κατά της πρωτόδικης 32.423/2010 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, μετά την έκδοση της παραπάνω δεύτερης αναιρετικής απόφασης του Τμήματος τούτου του Αρείου Πάγου.
Η έφεση αυτή ασκήθηκε παραδεκτά (άρθρα 495 επ., 511, 513 παρ. 1β', 516 παρ. 1, 518 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ήδη έχει κριθεί και είναι γι' αυτό τυπικά δεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της, που ανάγονται σε εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, κατά το μέρος της που στρέφεται κατά της προαναφερόμενης ασφαλιστικής εταιρείας και μόνο μέσα στα όρια που διαγράφονται από την τελευταία 1336/2017 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, όπως θα εκτεθεί αναλυτικά παρακάτω (στη σκέψη
ΙΙΙ).ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφ. β' και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 ΑΚ, να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ' αρχήν, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ' ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημίωσης ή τη μείωση του ποσού της, κατά το πιο πάνω άρθρο 300 ΑΚ.
Περαιτέρω, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτήν υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του αποτελέσματος που επήλθε.
Ειδικότερα, κατά το άρθρο 19 παρ. 1, 2 και 3 του ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο που έγινε το επίδικο ατύχημα: Ο οδηγός οδικού οχήματος επιβάλλεται να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς (παρ. 1). Ο οδηγός επιβάλλεται να ρυθμίζει την ταχύτητα του οχήματός του, λαμβάνων συνεχώς υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες, ιδιαίτερα δε τη διαμόρφωση του εδάφους, την κατάσταση και τα χαρακτηριστικά της οδού, την κατάσταση και το φορτίο του οχήματός του, τις καιρικές συνθήκες και τις συνθήκες κυκλοφορίας κατά τρόπον ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματός του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορεί να προβλεφθεί και το οποίο βρίσκεται στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού.
Υποχρεούται επίσης να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του και, σε περίπτωση ανάγκης, να διακόπτει την πορεία του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν (παρ. 2). Ιδιαίτερα, ο οδηγός επιβάλλεται να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του... πλησίον των ισόπεδων οδικών κόμβων... κατά τις νυκτερινές ώρες... αν πεζοί, που βρίσκονται στην τροχιά του, καθυστερούν να απομακρυνθούν, ως και σε κάθε άλλη ειδική περίπτωση που επιβάλλεται μετριασμός ταχύτητας (παρ. 3 εδάφ.
α'). Ακόμη, κατά τη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 1 του ίδιου ΚΟΚ, "Αυτοί που χρησιμοποιούν τις οδούς πρέπει να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά που είναι ενδεχόμενο να εκθέσει σε κίνδυνο ή να παρεμβάλλει εμπόδια στην κυκλοφορία, να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα ή ζώα ή να προκαλέσει ζημιές σε δημόσιες ή ιδιωτικές περιουσίες.
Οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή...", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 38 παρ. 4 εδάφ. α' και ε' του αυτού ΚΟΚ, "οι πεζοί, προκειμένου να διασχίσουν το οδόστρωμα, υποχρεούνται α) αν υπάρχουν στο οδόστρωμα διαβάσεις πεζών, να τις χρησιμοποιούν..., ε) αν δεν υπάρχουν στο οδόστρωμα διαβάσεις πεζών, να μην κατεβαίνουν σ' αυτό, αν δεν βεβαιωθούν ότι δεν θα παρεμποδίσουν την κυκλοφορία των οχημάτων, στη συνέχεια δε να διασχίζουν το οδόστρωμα κάθετα προς τον άξονά του".
Στην προκείμενη περίπτωση, από την εκτίμηση των ένορκων καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασής του και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, σε μερικά από τα οποία γίνεται παρακάτω ειδική μνεία, χωρίς, πάντως, να παραλείπεται κανένα κατά την εκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης, μεταξύ των οποίων και α) έγγραφα της ποινικής δικογραφίας που σχηματίστηκε, τα οποία εκτιμώνται ως δικαστικά τεκμήρια, β) φωτογραφίες και γ) οι από 11-10-2009 και 25-2-2010 εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης των Ν.
Κ. (καθηγητή με βαθμό Α', μηχανολόγου - μηχανικού αυτοκινήτων, πραγματογνώμονα της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης) και Κ. Μ. (πραγματογνώμονα - διακανονιστή ζημιών ασφαλιστικών εταιρειών), αντίστοιχα, αποδείχθηκαν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Το επίδικο ατύχημα συνέβη στις 11-10-2009 και περί ώρα 19.25, στο 19,5 χιλιόμετρο της εθνικής οδού Θεσσαλονίκης - Πολυγύρου, στο ρεύμα κυκλοφορίας προς Πολύγυρο.
Η οδός, στη χιλιομετρική αυτή θέση, είναι ευθεία, διπλής κατεύθυνσης, με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, που διαχωρίζονται με διπλή συνεχή διαγράμμιση, με συνολικό πλάτος οδοστρώματος 6,50 μέτρων και πλάτος χωμάτινου ερείσματος 0,25 μ., ενώ η κατάσταση της οδού ήταν ξηρά, επικρατούσε καλοκαιρία, ήταν νύκτα, η ορατότητα δεν περιοριζόταν από φυσικά ή τεχνητά εμπόδια, η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν μέτρια, το δε ανώτερο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας ήταν αυτό των 50 χιλιομέτρων ανά ώρα, όπως καθορίζεται με ρυθμιστική της κυκλοφορίας πινακίδα Ρ-32, καθόσον επρόκειτο ακόμη για κατοικημένη περιοχή, ενώ συγχρόνως υπήρχε και πληροφοριακή πινακίδα Π-59 (τέλος περιοχής κατοίκησης).
Οι συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα το ατύχημα ήταν οι εξής: Κατά την παραπάνω χρονική στιγμή, ο Α. Κ., ηλικίας 65 ετών, σύζυγος της πρώτης, πατέρας του δεύτερου και αδελφός της τρίτης των εναγόντων, κινούνταν πεζός, με σκουρόχρωμα ρούχα, στην προαναφερόμενη χιλιομετρική θέση της εθνικής οδού, συνοδεύοντας, σε παρακείμενους αγρούς - χωράφια στα δεξιά της οδού στην κατεύθυνση αυτής προς Πολύγυρο, κοπάδι αιγοπροβάτων και έχοντας μόλις διασχίσει το οδόστρωμα της υφιστάμενης εκεί ανώνυμης ασφάλτινης οδού, κάθετης στην εθνική οδό (βλ.
ιδίως το από 25-3-2010 συμπληρωματικό πρόχειρο σχεδιάγραμμα του αρμόδιου αστυνομικού της Τροχαίας Θέρμης). Όταν τα αιγοπρόβατα πέρασαν στην αντίθετη πλευρά της οδού από υπόγεια διάβαση που υπήρχε στο σημείο εκείνο (την οποία, πάντως, λόγω του μικρού της ύψους, δεν μπορούν να χρησιμοποιήσουν οι πεζοί), αυτός, έχοντας την πρόθεση να μεταβεί στην οικία του που βρίσκεται στην αντίθετη πλευρά της οδού, επιχείρησε να τη διασχίσει από σημείο στο οποίο υπάρχει κολόνα φωτισμού, η οποία όμως δεν λειτουργούσε, χωρίς να ελέγξει καθόλου την κίνηση των οχημάτων σε αυτήν.
Έτσι, εισερχόμενος ένα τουλάχιστον μέτρο στο οδόστρωμα, παρεμβλήθηκε αιφνιδιαστικά, από δεξιά, στην πορεία του με αριθμό κυκλοφορίας …52 ιδιωτικής χρήσης επιβατηγού αυτοκινήτου, που απείχε έξι μέτρα περίπου απ' αυτόν (βλ. και τις πρωτόδικες, από 9-3-2010, προτάσεις της ασφαλιστικής εταιρείας, στην 4η σελίδα), το οποίο οδηγούσε ο Χ.
Γ. Β. (αρχικά πρώτος των εναγομένων και μη διάδικος στην αναιρετική δίκη) και το οποίο ήταν ασφαλισμένο, για τις προς τρίτους ζημίες, στη δεύτερη εναγομένη - εφεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία και κινούνταν, έχοντας θέσει σε λειτουργία τα φώτα διασταύρωσης (μεσαία) με επαρκή φωτισμό σε απόσταση 30 μέτρων, στο άκρο δεξιό τμήμα της εν λόγω οδού στο ρεύμα κυκλοφορίας προς Πολύγυρο, με ταχύτητα 100 περίπου χιλιομέτρων ανά ώρα, μεγαλύτερη δηλαδή από την επιτρεπόμενη των 50 χιλιομέτρων ανά ώρα, καθόσον έβαινε ακόμη σε κατοικημένη περιοχή, με αποτέλεσμα να επιπέσει ο οδηγός αυτός με το εμπρόσθιο δεξιό τμήμα του αυτοκινήτου του επί του πεζού.
Το αυτοκίνητο, μετά την πρόσκρουση, συνέχισε την πορεία του επί 22,60 μ. σε ευθεία γραμμή, στη συνέχεια εκτράπηκε προς τα αριστερά και, αφού διήνυσε α) διαγώνια στο οδόστρωμα απόσταση 22,90 μ. και, β) ακολούθως, κινούμενο στην άκρη του οδοστρώματος του αντίθετου ρεύματος κυκλοφορίας και κατά μήκος της οδού, άλλη απόσταση 14,60 μ., τελικά εκτράπηκε προς δεξιά, όπου ακινητοποιήθηκε στο άκρο δεξιό του ρεύματος κυκλοφορίας της οδού προς Πολύγυρο, διανύοντας απόσταση 42 μέτρων, ενώ το σώμα του πεζού, μετά την πρόσκρουση, ανήλθε στο εμπρόσθιο τμήμα του αμαξώματος, έσπασε το εμπρόσθιο τμήμα του ανεμοθώρακα και εκτινάχθηκε στο πρανές του αντίθετου ρεύματος κυκλοφορίας, όπου και ακινητοποιήθηκε σε απόσταση 60 περίπου μέτρων διαγώνια από το σημείο σύγκρουσης και 2,50 μ.
από την άκρη του οδοστρώματος του αντίθετου ρεύματος κυκλοφορίας. Από την προπεριγραφόμενη πρόσκρουση ο πεζός Α. Κ. υπέστη βαρύτατη κρανιοεγκεφαλική κάκωση με έξοδο σχεδόν όλης της εγκεφαλικής ουσίας, κατάγματα πλευρών, ρήξεις πνευμόνων, διατομή ανιούσης αορτής και ρήξη ήπατος, εξαιτίας των οποίων και επήλθε ο θάνατός του.
Με βάση τα πραγματικά αυτά περιστατικά που αποδείχθηκαν, το ένδικο ατύχημα και ο συνεπεία τούτου θανάσιμος τραυματισμός του πεζού οφείλεται σε υπαιτιότητα (αμέλεια) τόσο του ασφαλισμένου στην εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία οδηγού του …52 ΙΧΕ αυτοκινήτου Χ. Β., όσο και του θανόντος πεζού, δηλαδή στη μη καταβολή από αυτούς της επιμέλειας και προσοχής, που ο μέσος συνετός και ευσυνείδητος οδηγός και πεζός, αντίστοιχα, θα κατέβαλαν, κάτω από τις ίδιες περιστάσεις, κατά τους κανόνες της επιμελούς οδήγησης και της επιμελούς κυκλοφορίας των πεζών, αντίστοιχα, της κοινής πείρας και της λογικής.
Ειδικότερα, η υπαιτιότητα του ασφαλισμένου στην εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία οδηγού, ανερχόμενη σε ποσοστό 30%, συνίσταται στο ότι αυτός δεν οδηγούσε με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή του και δεν ασκούσε τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του, όπως ήταν υποχρεωμένος, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, ούτε ρύθμισε την ταχύτητά του, ανάλογα με τις παραπάνω περιστάσεις (νύκτα με ανεπαρκή τεχνητό φωτισμό, προσέγγιση στη διασταύρωση) κατά τρόπο ώστε να είναι σε θέση να διακόπτει την πορεία του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορούσε να προβλέψει, όπως πεζό εισερχόμενο στο οδόστρωμα, οπότε θα μπορούσε, μόλις ο πεζός θα παρεμβαλόταν στην πορεία του, να αποφύγει την παράσυρσή του είτε με τροχοπέδηση του αυτοκινήτου του είτε με κατάλληλο αποφευκτικό ελιγμό.
Επιπλέον, κινούμενος στο άκρο δεξιό του προς Πολύγυρο ρεύματος κυκλοφορίας της πιο πάνω εθνικής οδού, με πολύ μεγαλύτερη από την επιτρεπόμενη των 50 χιλιομέτρων ανά ώρα ταχύτητα, η οποία προσδιορίζεται περί τα 100 χιλιόμετρα ανά ώρα, δεν μπόρεσε, αν και η οδός ήταν ευθεία, να αντιληφθεί, με τα φώτα διασταύρωσης (μεσαία), τα οποία, όπως προεκτέθηκε, είχε θέσει σε λειτουργία, εγκαίρως τον πεζό Α.
Κ., ο οποίος ήταν ορατός, μπροστά και δεξιά του, από απόσταση 30 μέτρων και, έτσι, αμέσως μόλις αντιλαμβανόταν ότι αυτός θα εισερχόταν στο οδόστρωμα και θα παρεμβαλόταν στην πορεία του, να ενεργήσει, κατά τα προαναφερόμενα, είτε τροχοπέδηση του οχήματός του, είτε αποφευκτικό ελιγμό προς τα αριστερά, τον οποίο μπορούσε να ενεργήσει, καθόσον δεν κινούνταν άλλο όχημα στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, με αποτέλεσμα, όπως προαναφέρθηκε, να επιπέσει με το εμπρόσθιο δεξιό μέρος του οχήματος που οδηγούσε επί του πεζού και να τον τραυματίσει θανάσιμα.
Π., δηλαδή, ο οδηγός αυτός τις διατάξεις των άρθρων 12 παρ. 1, 19 παρ. 1 - 3 και 20 παρ. 1 του ν. 2696/1999 (ΚΟΚ). Μάλιστα, με τη 2564/2013 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία, όπως ισχυρίζονται οι ενάγοντες, είναι αμετάκλητη (χωρίς τούτο να αμφισβητείται από την εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία), ο οδηγός Χ.
Β. κηρύχθηκε ένοχος, ανεξάρτητα από τη συνυπαιτιότητα του πεζού, για το έγκλημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών με αναστολή. Εξάλλου, η υπαιτιότητα του πεζού, ανερχόμενη σε ποσοστό 70%, συνίσταται στο ότι αυτός εισήλθε, βιαστικά και απερίσκεπτα, στο οδόστρωμα της εθνικής οδού Θεσσαλονίκης - Πολυγύρου, ενώ το ζημιογόνο αυτοκίνητο τον είχε πλησιάσει σε απόσταση έξι μέτρων περίπου, και επιχείρησε να διασχίσει κάθετα το οδόστρωμα αυτής, χωρίς προηγουμένως να ελέγξει την κίνηση των επ' αυτής οχημάτων και χωρίς να βεβαιωθεί ότι δεν θα παρακωλύσει την κυκλοφορία των οχημάτων τουλάχιστον του ρεύματος κυκλοφορίας προς Πολύγυρο, αλλά και ότι δεν θα διακινδυνεύσει τη δική του σωματική ακεραιότητα, ενώ, αν κατέβαλε την απαιτούμενη στις ανάλογες περιστάσεις από τον μέσο συνετό πεζό επιμέλεια, όπως ήταν υποχρεωμένος, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 12 παρ. 1 εδάφ.
α' και 38 παρ. 4 εδάφ. ε' του ν. 2696/1999, θα έβλεπε τα αναμμένα φώτα του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο Χ. Β., δεν θα εκτιμούσε εσφαλμένα την ταχύτητα του ζημιογόνου αυτοκινήτου και δεν θα εισερχόταν στο οδόστρωμα για να το διασχίσει, αιφνιδιάζοντας τον οδηγό, αφού το όχημα του τελευταίου τον είχε πλησιάσει σε απόσταση έξι μέτρων περίπου.
Επιπρόσθετα, αυτός όφειλε να είναι ιδιαίτερα προσεκτικός, αφού, όταν επιχείρησε να διασχίσει το οδόστρωμα, ήδη είχε νυχτώσει, ο τεχνητός φωτισμός ήταν ανεπαρκής, ενώ φορούσε και σκουρόχρωμα ρούχα. Σύμφωνα με όσα προπαρατέθηκαν, ο (αρνητικός) ισχυρισμός της δεύτερης εναγομένης - ασφαλιστικής εταιρείας για το ότι αποκλειστικά υπαίτιος του θανάσιμου τραυματισμού του είναι ο ίδιος ο πεζός Α.
Κ. δεν είναι βάσιμος. Ωστόσο, η ένσταση συνυπαιτιότητας (άρθρ. 300 ΑΚ) που η ίδια εναγομένη πρότεινε (επικουρικά) παραδεκτά στο πρωτόδικο δικαστήριο (άρθρ. 262 παρ. 1, 591 παρ. 1γ', όπως ίσχυε, ΚΠολΔ) και επαναφέρει, ως εφεσίβλητη, με τις προτάσεις της ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, πρέπει να γίνει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη.
Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο, με την εκκαλούμενη απόφασή του, κρίνοντας ως μόνο υπαίτιο του ατυχήματος τον πεζό Α. Κ., απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, έσφαλε στην εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων. Γι' αυτό και πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι οι σχετικοί λόγοι της έφεσης των εναγόντων που αναφέρονται στο κεφάλαιο της υπαιτιότητας.
Ακολούθως, πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση, να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση και, αφού η υπόθεση κρατηθεί και εκδικαστεί στο παρόν Δικαστήριο (άρθρ. 535 παρ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει η αγωγή να ερευνηθεί κατά τα αιτούμενα κονδύλια της αποζημίωσης και της χρηματικής ικανοποίησης, μέσα στα όρια, όμως, που διαγράφονται από την αναιρετική 1336/2017 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, όπως θα γίνει λόγος στην επόμενη σκέψη της παρούσας.
ΙIΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 579 παρ. 1 και 581 παρ. 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο παραδοχής της αναίρεσης, δηλαδή κατά τα κεφάλαια (αιτήσεις παροχής έννομης προστασίας), τα οποία αφορά ο λόγος αναίρεσης που έγινε δεκτός, καθώς και αυτά που συνάπτονται άρρηκτα με εκείνα που αναιρέθηκαν.
Ως προς τα κεφάλαια και μόνο αυτά (αναιρεθέντα και άρρηκτα με αυτά συνδεόμενα) οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και ως προς αυτά συζητείται η υπόθεση στο δικαστήριο της παραπομπής, το οποίο δεν δύναται να επιληφθεί της υπόθεσης ως προς τα κεφάλαια που δεν αναιρέθηκαν, αφού, αν προέβαινε εκ νέου στην εξέταση αυτών, θα προσέβαλε το δεδικασμένο.
Η έκταση αυτή της αναίρεσης, δηλαδή ως προς ποία κεφάλαια αναιρέθηκε η απόφαση, προκύπτει από το συγκεκριμένο περιεχόμενο της αναιρετικής απόφασης και κατισχύει κάθε αντίθετης γενικής διατύπωσής της και μάλιστα του τυχόν χαρακτηρισμού από την ίδια για ολική αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης. Από αυτά συνάγεται ότι, αν αναιρεθεί απόφαση, κατά παραδοχή λόγου αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ (ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία) που εκδόθηκε επί αγωγής αποζημιώσεως και χρηματικής ικανοποίησης για ψυχική οδύνη που υπέστησαν τα μέλη της οικογένειας του θανόντος, εξαιτίας τροχαίου αυτοκινητικού ατυχήματος, ως προς την ένσταση των εναγομένων που προβλήθηκε προς απόκρουση της αγωγής, ότι στην επέλευση του θανατηφόρου τροχαίου συνετέλεσε και συνυπαιτιότητα του θανόντος, αναιρείται η απόφαση και ως προς το άρρηκτα με το λόγο αυτόν συνδεόμενο κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης για ψυχική οδύνη, διότι για τον καθορισμό του ύψους αυτής λαμβάνεται υπόψη και η συνδρομή του βαθμού του πταίσματος του θανόντος, καθώς και ως προς το ποσό της αποζημίωσης που επιδικάστηκε, στην τελευταία όμως αυτή περίπτωση (της αποζημίωσης) μόνο με την έννοια ότι το δικαστήριο της παραπομπής, αν κρίνει ότι στην επέλευση του ζημιογόνου αποτελέσματος συνετέλεσε και συνυπαιτιότητα του θανόντος, προβαίνει σε μείωση των ποσών της αποζημίωσης κατά το ποσοστό του πταίσματος του θανόντος, δεσμευόμενο όμως από το δεδικασμένο που προκύπτει από το κεφάλαιο της αποζημίωσης που δεν αναιρέθηκε, το ύψος της οποίας πρέπει να θέσει ως βάση και στη συνέχεια να προβεί στη μείωσή της, κατά το ποσοστό της συνυπαιτιότητας (ΑΠ 1307/2007, πρβλ.
ΑΠ 2079/ 2017, ΑΠ 1788/2017). Στην ερευνώμενη περίπτωση από την επισκόπηση των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την τελευταία 916/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, το δικαστήριο εκείνο, εκτιμώντας ανέλεγκτα τις αποδείξεις, αφού προηγουμένως έκρινε ότι ο πεζός Α. Κ. είναι συνυπαίτιος, κατά ποσοστό 40%, στην πρόκληση του θανατηφόρου τραυματισμού του, δέχθηκε ότι η πρώτη ενάγουσα ζημιώθηκε κατά τα εξής ποσά: 1) για έξοδα κηδείας του θανόντος συζύγου της πιο πάνω Α.
Κ., 1.337 ευρώ και 2) ως δικαιούχος διατροφής από τον εν λόγω σύζυγό της, 300 ευρώ κατά μήνα, για το χρονικό διάστημα από 11-10-2009 έως 31-12-2022, ενώ όρισε και τα ποσά της χρηματικής ικανοποίησης για καθέναν των εναγόντων. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο προέβη, στη συνέχεια, σε μείωση των παραπάνω ποσών αποζημίωσης (όχι και εκείνων της χρηματικής ικανοποίησης για ψυχική οδύνη) κατά το ποσοστό της συνυπαιτιότητας (40%) του θύματος, ορίζοντας αυτά σε 802,20 ευρώ και σε 180 ευρώ ανά μήνα, αντίστοιχα.
Όπως έχει προαναφερθεί, κατά της τελεσίδικης αυτής απόφασης η εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία άσκησε αναίρεση, επί της οποίας εκδόθηκε η 1336/2017 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου (Δ' Πολιτικού Τμήματος), με την οποία έγινε δεκτός λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ (ανεπαρκής αιτιολογία), σε σχέση, αφενός μεν, με τη συνυπαιτιότητα του οδηγού του ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα αυτοκινήτου στην πρόκληση του επίδικου ατυχήματος, αφετέρου δε, της αναγκαίας αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της συνυπαιτιότητας που διαγνώστηκε και του αποτελέσματος που επήλθε και, αφού αναιρέθηκε η πληττόμενη απόφαση του Εφετείου, μόνο για το λόγο αυτόν, ως προς το κεφάλαιο της συνυπαιτιότητας του οδηγού (άλλωστε, τα κονδύλια της αποζημίωσης και της χρηματικής ικανοποίησης δεν προσβλήθηκαν ειδικά με λόγο αναίρεσης), παραπέμφθηκε η υπόθεση στο ίδιο τμήμα του Αρείου Πάγου προς περαιτέρω εκδίκαση.
Σύμφωνα με αυτά που έκρινε η εν λόγω αναιρετική απόφαση, η απόφαση του εφετείου αναιρέθηκε μόνο ως προς το κεφάλαιο της συνυπαιτιότητας του οδηγού και τα συνεχόμενα άρρηκτα με αυτή κεφάλαια της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, καθώς και ως προς το τελικό ύψος των λοιπών επιμέρους κονδυλίων της ζημίας της πρώτης των εναγόντων που καθόρισε το Εφετείο, από τα οποία το τελευταίο, αφού υπολόγισε το ποσοστό του συντρέχοντος πταίσματος του θύματος, επιδίκασε το υπόλοιπο ως περιουσιακή ζημία της πρώτης των εναγόντων.
Κατόπιν αυτών, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στην αρχή της παρούσας σκέψης, αφού το παρόν Δικαστήριο, αντίθετα με την 916/2015 εφετειακή απόφαση, δέχθηκε μικρότερο ποσοστό συνυπαιτιότητας του οδηγού και, κατ' ανάγκη, μεγαλύτερο ποσοστό συνυπαιτιότητας του θύματος, πρέπει να γίνει μόνο επανακαθορισμός των ποσών αυτών της αποζημίωσης, χωρίς να ερευνηθούν οι αλυσιτελώς πλέον επαναφερόμενοι ισχυρισμοί της ασφαλιστικής εταιρείας που είχε προβάλει πρωτόδικα, ως προς την αοριστία, τη μη νομιμότητα κ.λπ.
των κονδυλίων αυτών της αποζημίωσης (σελίδα 17η των παρουσών προτάσεών της με αριθμητικά στοιχεία 3 και 4). Πρέπει, επομένως, τα επίμαχα ποσά αποζημίωσης να αναπροσαρμοστούν - μειωθούν κατά το ποσοστό συνυπαιτιότητας του θύματος (70%) και να επιδικαστούν στην πρώτη ενάγουσα τα ποσά των α) 401 ευρώ (κατά στρογγυλοποίηση), για έξοδα κηδείας (1.337 ευρώ επί 30%) και β) 90 ευρώ κατά μήνα, για στέρηση διατροφής για το χρονικό διάστημα από 11-10-2009 έως 31-12-2022 (300 ευρώ επί 30%).
IV. Τέλος, αποδείχθηκε ότι ο θανών, σύζυγος της πρώτης ενάγουσας, πατέρας του δεύτερου ενάγοντος και αδελφός της τρίτης ενάγουσας, κατά το χρόνο του επίδικου ατυχήματος, ήταν ηλικίας 65 ετών. Οι ενάγοντες συνδέονταν με στενούς δεσμούς αγάπης με τον θανόντα και δοκίμασαν θλίψη και πόνο από το θάνατό του. Έτσι, αν ληφθούν υπόψη οι συνθήκες κάτω από τις οποίες επήλθε ο ξαφνικός θάνατός του, η ηλικία του, η συντρέχουσα υπαιτιότητά του για την πρόκληση του ατυχήματος και τον θανάσιμο τραυματισμό του, ο στενός συναισθηματικός δεσμός των εναγόντων με τον θανόντα, ο βαθμός πταίσματος του οδηγού, η περιουσιακή και κοινωνική κατάσταση των εναγόντων, ενώ της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας η ευθύνη είναι εγγυητική, το Δικαστήριο κρίνει ότι η εύλογη χρηματική ικανοποίηση, την οποία δικαιούνται αυτοί να λάβουν για την ψυχική οδύνη που υπέστησαν από το θάνατό του, ανέρχεται, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, στο ποσό των:
α) 25.000 ευρώ, για τη σύζυγό του, πρώτη ενάγουσα, β) 15.000 ευρώ, για το γιο του, δεύτερο ενάγοντα και γ) 8.000 ευρώ, για την αδελφή του, τρίτη ενάγουσα. Τα ποσά αυτά, μετά τη στάθμιση των παραπάνω στοιχείων, κρίνονται εύλογα, δηλαδή ανάλογα με τις προαναφερόμενες συγκεκριμένες περιστάσεις της υπό κρίση περίπτωσης, αλλά και σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, κατά τις διατάξεις των άρθρων 932 εδάφ.
γ' του ΑΚ, 2 παρ. 1 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ (ΑΠ Ολομ., 10/2017 και 9/2015).
V. Μετά από αυτά, η κρινόμενη αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή, κατά ένα μέρος, ως ουσιαστικά βάσιμη και να υποχρεωθεί η εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία να καταβάλει στην πρώτη των εναγόντων το ποσό των 25.401 (25.000 + 401) ευρώ, στον δεύτερο απ' αυτούς το ποσό των 15.000 ευρώ και στην τρίτη το ποσό των 8.000 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, καθώς και να αναγνωριστεί ότι η ίδια εναγομένη οφείλει να καταβάλει στην πρώτη των εναγόντων το ποσό των 90 ευρώ ανά μήνα για το χρονικό διάστημα από 11-10-2009 μέχρι 31-12-2022. Να επισημανθεί ότι η ένσταση της εναγομένης για περιορισμένη ευθύνη της κ.λπ. μέχρι το ποσό του ασφαλίσματος των 500.000 ευρώ είναι αλυσιτελής πλέον και απορριπτέα, γιατί τα ποσά που επιδικάζονται, τελικά, στους ενάγοντες υπολείπονται του ποσού αυτού. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των εναγόντων, για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, πρέπει να επιβληθούν, κατά το σχετικό αίτημά τους, σε βάρος της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας, κατά ένα μέρος, ανάλογα με την έκταση της νίκης και της ήττας του καθενός (άρθρ. 178 παρ. 1, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.
Δέχεται τυπικά και ουσιαστικά την από 7 Ιανουαρίου 2011 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 51/10-1-2011 έφεση.
Εξαφανίζει την 32.423/2010 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, κατά το μέρος που αφορά τους διαδίκους της παρούσας δίκης. Κρατεί την υπόθεση και τη δικάζει κατ' ουσίαν.
Δέχεται, κατά ένα μέρος, την από 1 Φεβρουαρίου 2010 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 4572/2-2-2010 αγωγή κατά της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...". Υποχρεώνει την εναγομένη να καταβάλει στην πρώτη ενάγουσα το ποσό των είκοσι πέντε χιλιάδων τετρακοσίων ενός (25.401) ευρώ, στον δεύτερο ενάγοντα το ποσό των δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ και στην τρίτη ενάγουσα το ποσό των οκτώ χιλιάδων (8.000) ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Αναγνωρίζει ότι η εναγομένη οφείλει να καταβάλει στην πρώτη ενάγουσα το ποσό των ενενήντα (90) ευρώ μηνιαίως, για το χρονικό διάστημα από 11-10-2009 έως 31-12-2022. Και
Καταδικάζει την εναγομένη στην πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων των εναγόντων, και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, που ορίζει στο ποσό των τεσσάρων χιλιάδων (4.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 19 Οκτωβρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Νοεμβρίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ