Supreme Court allows appeal against appellate court's refusal to admit new witness affidavits submitted after first instance. The court found the appellate court erred by excluding evidence that was legally admissible under civil procedure rules. Consequently, the appeal is allowed and the case remanded for retrial.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the appellate court's decision to reject new witness affidavits submitted by the appellant. The appellant argued that these documents, presented after the first instance, were legally admissible under civil procedure rules, while the appellate court had excluded them based on timing. The court ruled that the appellate court erred in applying the law, as new evidence can be admitted in second-instance proceedings unless there is bad faith or gross negligence, thereby overturning the lower court's exclusion.
Legislator headnote
AI generatedArt. 529 para. 1 lit. a and para. 2 of the Code of Civil Procedure; Art. 559 no. 11 para. g of the Code of Civil Procedure: The appellate court must admit new witness affidavits submitted in the second instance unless the party failed to present them in the first instance due to bad faith or gross negligence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1595 / 2017 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1595/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Στυλιανή Γιαννούκου, Χαράλαμπο Μαχαίρα και Σοφία Καρυστηναίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του την 1η Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανδρέα Περράκη και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Χ. Χ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Σπηλιώτη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-6-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θηβών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 372/2007 του ίδιου δικαστηρίου και 3787/2013 του Εφετείου Αθηνών, με την οποία αυτό κηρύχθηκε αναρμόδιο κατά τόπον να δικάσει τη διαφορά και την παρέπεμψε στο Εφετείο Εύβοιας ως αρμόδιο. Με κλήση του ήδη αναιρεσιβλήτου η υπόθεση εισήχθη στο τελευταίο αυτό δικαστήριο και εκδόθηκε η 47/2015 απόφαση αυτού, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25-8-2015 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Μαχαίρας ανέγνωσε την από 2-3-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης και να απορριφθεί ο τρίτος. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξ άλλου κατά μεν το άρθρο 529 παρ. 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ. στην κατ' έφεση δίκη επιτρέπεται να γίνει επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων, κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μπορεί να αποκρούσει τα αποδεικτικά μέσα που προσάγονται πρώτη φορά σ' αυτό ως απαράδεκτα, αν κατά την κρίση του ο διάδικος δεν τα είχε προσκομίσει στην πρωτόδικη δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια.
Με τις διατάξεις αυτές εισάγεται ο δικονομικός κανόνας ότι στην κατ' έφεση δίκη είναι επιτρεπτή η επίκληση και προσκομιδή νέων αποδεικτικών μέσων, παρέχεται όμως στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο η εξουσία να αποκρούσει ως απαράδεκτα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία προσκομίζονται για πρώτη φορά σ' αυτό αν κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του ο διάδικος δεν τα προσκόμισε στην πρωτοβάθμια δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια.
Τα αποδεικτικά δε αυτά μέσα είναι παραδεκτά στην κατ' έφεση δίκη αν η νόμιμη επίκληση και προσκομιδή τους γίνει με τις ενώπιον του εφετείου υποβληθείσες έγγραφες προτάσεις των διαδίκων (Α.Π. 692/2017, 315/2015). Περαιτέρω κατά το άρθρο 671 παρ. 1 εδ. δ Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, στην ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου μόνο αν έγιναν ύστερα από προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου πριν από είκοσι τέσσερις τουλάχιστον ώρες.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής μοναδική προϋπόθεση για το παραδεκτό της εκτίμησης τέτοιων βεβαιώσεων κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών αποτελεί η προηγούμενη, πριν από είκοσι τέσσερις τουλάχιστον ώρες, κλήτευση του αντιδίκου του προκαλέσαντος την εξέταση διαδίκου.
Συνεπώς κατά την πιο πάνω ειδική διαδικασία είναι παραδεκτές ένορκες βεβαιώσεις υπό την προϋπόθεση που αναφέρθηκε, έστω και αν λήφθηκαν μετά τη συζήτηση της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο μέσα στην προθεσμία προσθήκης και αντίκρουσης. Στην περίπτωση αυτή η εντός της προθεσμίας αντίκρουσης δοθείσα ένορκη βεβαίωση (ανεξάρτητα του αν και με ποιες προϋποθέσεις λαμβάνεται υπόψη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο) επιτρεπτώς προσκομίζεται στο εφετείο και μάλιστα κατά μείζονα λόγο αφού ενώπιον αυτού επιτρέπονται και νέα αποδεικτικά μέσα, άρα και ένορκες βεβαιώσεις που δόθηκαν ακόμη και μετά την έκδοση της εκκαλούμενης απόφασης (A.Π. 692/2017, 1114/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση με την από 21-6-2006 αγωγή του ο ήδη αναιρεσίβλητος ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι η αναφερόμενη μεταβολή των όρων εργασίας του από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα εργοδότρια του, συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων αυτών, να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδέχεται τις υπηρεσίες του στη θέση που κατείχε πριν από την επικαλούμενη μεταβολή και να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη υποχρεούται να του καταβάλει το ποσό των 30.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, μετά δε από έφεση του ενάγοντος εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία το εφετείο δέχθηκε την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και αφού κράτησε την υπόθεση και δίκασε την αγωγή, την δέχθηκε μερικώς. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του εφετείου η εφεσίβλητη επικαλέσθηκε και προσκόμισε ανταποδεικτικά κατά της αγωγής τις …/24-4-2007 και …/24-4-2007 ένορκες βεβαιώσεις των Π.
Α. και Δ. Π. αντίστοιχα ενώπιον της Ειρηνοδίκου Θηβών, καθώς και τη .../23-4-2007 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Θηβών Δ. Γ., από την οποία προέκυπτε η νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση του ενάγοντος να παραστεί κατά τη λήψη τους. Το εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν έλαβε υπόψη τις ένορκες αυτές βεβαιώσεις με την αιτιολογία ότι ελήφθησαν μετά τη συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και ότι δεν προέκυπτε ότι αυτές δόθηκαν για την αντίκρουση αυτοτελών ισχυρισμών που προβλήθηκαν από τους διαδίκους το πρώτον στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και καταχωρήθηκαν στα πρακτικά.
Με την κρίση του αυτή το εφετείο υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ Κ.Πολ.Δ. αφού, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην αρχή αυτής της σκέψης, η ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου εντός της προθεσμίας αντίκρουσης προσκομισθείσα ένορκη βεβαίωση επιτρεπτώς προσκομίζεται στο εφετείο, κατά μείζονα δε λόγο διότι ενώπιον αυτού επιτρέπονται και νέα αποδεικτικά μέσα, άρα και ένορκες βεβαιώσεις που δόθηκαν ακόμη και μετά την έκδοση της εκκαλούμενης απόφασης.
Συνεπώς ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πιο πάνω πλημμέλεια, είναι βάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά παραδοχή του δεύτερου λόγου αναίρεσης, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές είναι εφικτή (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.), να συμψηφισθεί όμως στο σύνολό της η εκατέρωθεν δικαστική δαπάνη των διαδίκων (άρθρα 179 περ. β και 183 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί τη 47/2015 απόφαση του Εφετείου Ευβοίας.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Συμψηφίζει στο σύνολό της την εκατέρωθεν δικαστική δαπάνη των διαδίκων.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Μαΐου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Σεπτεμβρίου 2017.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ & νυν Πρόεδρος Αρείου Πάγου Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ