Legislator Case Law & Legislation
1595/2016 AI generated

1595/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1595/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. 131/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Χρυσούλα Παρασκευά, Αριστείδη Πελεκάνο, Αρτεμισία Παναγιώτου και Μαρία Παπασωτηρίου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1595/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της ψευδούς καταμηνύσεως απαιτείται άμεσος δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση ότι η καταμήνυση είναι ψευδής. Η ύπαρξη τέτοιου δόλου πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς στην καταδικαστική απόφαση, με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τη γνώση αυτή, διαφορετικά η απόφαση στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης, κατά την ανωτέρω έννοια, αιτιολογίας.

Keywords

AI generated
pseudonym false testimony by a party deception regarding identity anonymisation of party names forgery of official marks lack of signature
AI generated
2536/2008
Αιτιολογίας επάρκεια, Αναιρέσεων συνεκδίκαση, Δυσφήμηση συκοφαντική, Ψευδορκία μάρτυρα.
380/2025
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Κατσούλη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό, Λεωνίδα Χατζησταύρου - Εισηγητή, Παναγιώτη Λυμπερόπουλο και Ελένη Θεοδωρακοπούλου, Αρεοπαγίτες.
2101/2006
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση και Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
21/2022
Α. Του αναιρεσείοντος: Ι. Ι. του Χ. και Δ., κατοίκου … , ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Β. Των αναιρεσειουσών: 1) Δ. χήρας Χ. Σ., το γένος Λ. και Ε. Μ., 2) Μ. Σ. του Χ. και Δ., συζύγου Α. Κ., κατοίκων Θεσσαλονίκης, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπύρο Πετρίδη που ανακάλεσε την από 1-9-2021 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.
1699/2009
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1595 / 2016 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

ΑΡΙΘΜΟΣ 1595/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. 131/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Χρυσούλα Παρασκευά, Αριστείδη Πελεκάνο, Αρτεμισία Παναγιώτου και Μαρία Παπασωτηρίου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Χαράλαμπου Βουρλιώτη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Γ. Μ. του Π., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Ασημακόπουλο, περί αναιρέσεως της υπ’ αριθ. 2257 και 1576/2016 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και με πολιτικώς ενάγουσα την Μ. Λ. του Χ., κάτοικο ..., που δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο.

Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ’ αριθμ. πρωτ. .../20-5-2016 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 715/2016.

Αφού άκουσε

Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης,

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 20-5-2016 αίτηση (δήλωση) του Γ. Μ. του Π. για αναίρεση της υπ’ αριθμό 2257/2016-1576/2016 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, αλλά μόνον για την πράξη της ψευδούς καταμήνυσης, καθόσον για την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης για την οποία ο αναιρεσείων, ωσαύτως έχει καταδικαστεί, και του έχει επιβληθεί ποινή φυλάκισης έξι μηνών, έχει παραγραφεί υφ’ όρον και ήδη τέθηκε στο αρχείο με πράξη του αρμόδιου Εισαγγελέα, σύμφωνα με το ένατο άρθρο παρ. 1 και 2 του Ν. 4421/2016.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 του ΚΠΔ με την σ’ αυτήν ποινή τιμωρείται όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι’ αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό την καταδίωξη του γι’ αυτή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση της ειδικής υποστάσεως του τυποποιημένου με αυτή εγκλήματος της ψευδούς καταμήνυσης, απαιτείται να έγινε η μήνυση ή ανακοίνωση με οποιονδήποτε τρόπο σε αρχή ότι τελέστηκε από άλλον αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση, το περιεχόμενο της μηνύσεως ή ανακοινώσεως να είναι αντικειμενικώς ψευδές και ο μηνύσας ή ανακοινώσας να είχε γνώση ότι είναι ψευδές και να έκανε τη μήνυση ή ανακοίνωση με σκοπό να προκληθεί ποινική ή πειθαρχική δίωξη σε βάρος εκείνου που καταμηνύεται, χωρίς να απαιτείται και πραγμάτωση του σκοπού αυτού.

Το έγκλημα είναι τελειωμένο μόλις περιέλθει η μήνυση ή η έγκληση στην αρχή ή γίνει ανακοίνωση σε αυτήν, ανεξάρτητα αν στη συνέχεια ασκήθηκε ή όχι ποινική δίωξη κατά του μηνυομένου (εγκαλούμενου). Δεν μπορεί να ευσταθήσει κατηγορία για ψευδή καταμήνυση, μόνο αν από το περιεχόμενο αυτών που εκτίθενται στη μήνυση ή στην έγκληση και κατά τρόπον ώστε να μη παρίσταται ανάγκη να διαπιστωθεί με οποιαδήποτε ανακριτική έρευνα, ούτε και με την, κατά το άρθρο 43 παρ.2 ΚΠΔ, προκαταρκτική εξέταση, προκύπτει το ακαταδίωκτο της καταμαρτυρούμενης πράξης για οποιοδήποτε νόμιμο λόγο (ΑΠ 43/2010).

Η καταδικαστική απόφαση περιέχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως της από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ’ αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.

Για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της ψευδούς καταμηνύσεως απαιτείται άμεσος δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση ότι η καταμήνυση είναι ψευδής. Η ύπαρξη τέτοιου δόλου πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς στην καταδικαστική απόφαση, με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τη γνώση αυτή, διαφορετικά η απόφαση στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης, κατά την ανωτέρω έννοια, αιτιολογίας.

Υπάρχει, όμως και στις περιπτώσεις αυτές η εν λόγω αιτιολογία, όταν, σύμφωνα με τις παραδοχές της αποφάσεως, ο σχετικός με το ψευδές γεγονός ισχυρισμός του δράστη θεμελιώνεται σε προσωπική πεποίθηση ή αντίληψη του ίδιου ή σε δική του πράξη ή παράλειψη, οπότε είναι αυτονόητη η σχετική γνώση του δράστη χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλων, σχετικών με τη γνώση, περιστατικών.

Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ’ είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά.

Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. ‘ Οταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δε σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως, γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα.

Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ’ αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε.

Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ.ΑΠ 2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε κατ’ έφεση, όπως προκύπτει από την υπ’ αριθ. 1576/2016-2257/2016 απόφασή του δέχθηκε ανελέγκτως, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ’ είδος αναφερομένων σ’ αυτή αποδεικτικών μέσων και ειδικότερα από όλη τη σχετική με την απόδειξη κύρια διαδικασία, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, που αναγνώστηκαν, τα έγγραφα που αναγνώστηκαν, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης που εξετάστηκαν νομότυπα στο ακροατήριο καθώς και την απολογία της τρίτης κατηγορουμένης αποδείχθηκαν, κατά λέξη, τα ακόλουθα: "Ο Π.

Μ., πατέρας των κατηγορουμένων, που απεβίωσε την 12-11-1999, με την υπ’ αριθμ. .../31-1-1997 δημόσια διαθήκη του που συνάχθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου Περιστερίου Σταυρούλας Μυγιάκη-Φουρτούνη και δημοσιεύθηκε νόμιμα, μεταξύ άλλων, κατέλειπε στην πρώτη και στο δεύτερο των κατηγορουμένων, Ε. και Γ. Μ. και κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαίρετου σε καθένα από αυτούς, τον πρώτο όροφο μίας διώροφης οικίας που βρίσκεται στο χωριό ..., μετά του οικοπέδου του και των ελαιοδένδρων που βρίσκονται σ’ αυτό, ενώ στην αδελφή των ως άνω κατηγορουμένων και εξετασθείσα ως μάρτυρα, Β.

Κ., κατέλειπε τον ισόγειο όροφο της ίδιας οικίας. Την πιο πάνω κληρονομία του πατέρα τους, οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι και η προαναφερθείσα αδελφή τους Β. Κ., αποδέχθηκαν με την υπ’ αριθμ. .../18-1-2002 πράξη αποδοχής κληρονομίας της ίδιας πιο πάνω συμβολαιογράφου Περιστερίου Σταυρούλας Μυγιάκη-Φουρτούνη, η οποία μεταγράφηκε νόμιμα.

Επειδή, όμως στην αποδοχή κληρονομίας υπήρχαν λάθη, οι προαναφερθέντες κληρονόμοι του Π. Μ., με την υπ’ αριθμ. .../23-7-2003 διορθωτική πράξη αποδοχής κληρονομίας που συνετάγη ενώπιον της πολιτικώς ενάγουσας συμβολαιογράφου Περιστερίου, Μ. Λ., προέβησαν στη διόρθωση της και ειδικότερα μετά από νεώτερη και ακριβέστερη καταμέτρηση των κληρονομιαίων ακινήτων διορθώθηκε η επιφάνεια του οικοπέδου καθώς και οι επιφάνειες του ισογείου και του πρώτου ορόφου της οικοδομής, τα οποία, μετά τις γενόμενες διορθώσεις αποδέχθηκαν εκ νέου οι κληρονόμοι και ειδικότερα οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι αποδέχθηκαν, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας τους το διαμέρισμα του πρώτου πάνω από το ισόγειο, ορόφου της παραπάνω διώροφης οικοδομής επιφανείας 52,07 τ.μ, η δε Β.

Κ. το κατάστημα του ισογείου ορόφου της ίδιας οικοδομής επιφανείας 149,40 τ.μ. και μία υπόγεια αποθήκη, επιφάνειας 16,15 τ.μ., η οποία δεν είχε συμπεριληφθεί στην προηγούμενη πράξη αποδοχής. Επίσης με την ίδια διορθωτική πράξη, οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι και η αδελφή τους αποδέχθηκαν, κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου ο καθένας τους και ένα άλλο οικόπεδο, επιφανείας 279,10 τ.μ., κείμενο στο βορεινό μέρος του προαναφερθέντος πιο πάνω ακινήτου.

Την ίδια ημέρα, μεταξύ των κληρονόμων του Π. Μ., υπογράφηκε και η υπ’ αριθμ. .../23-7-2003 σύσταση οριζοντίων ιδιοκτησιών που αφορούσε το ακίνητο με τη διώροφη οικία, την οποία συνέταξε η πολιτικώς ενάγουσα συμβολαιογράφος και σύμφωνα με την οποία συστάθηκαν οι ακόλουθες οριζόντιες ιδιοκτησίες: 1) η υπό στοιχείο ...

οριζόντια ιδιοκτησία του υπογείου ορόφου που περιελάμβανε την υπόγεια αποθήκη, 2) η υπό στοιχείο ... οριζόντια ιδιοκτησία του ισογείου ορόφου που περιελάμβανε το ισόγειο κατάστημα, στις οποίες αντιστοιχούσε ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 500/00 οι οποίες περιήλθαν στη Β. Κ. και 3) η υπό στοιχείο ... οριζόντια ιδιοκτησία του πρώτου πάνω από το ισόγειο ορόφου, που περιελάμβανε το διαμέρισμα του ορόφου αυτού, στην οποία αντιστοιχούσε ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 500/00 και περιήλθε στους δύο πρώτους κατηγορουμένους κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου σε έκαστο τούτων.

Για τη σύνταξη της ως άνω πράξης σύστασης οριζοντίων ιδιοκτησιών (αλλά και εκείνη της διορθωτικής της αποδοχής κληρονομίας), οι συμβληθέντες στην πράξη αυτή προσκόμισαν στην πολιτικώς ενάγουσα συμβολαιογράφο, το από Μάϊο του 2002 τοπογραφικό διάγραμμα και σχεδιάγραμμα με κάτοψη υπογείου, ισογείου και ορόφου του πολιτικού μηχανικού και κατοίκου ..., Β.

Γ., καθώς και τον πίνακα ποσοστών συνιδιοκτησίας του ίδιου πολιτικού μηχανικού. Με βάση τον πίνακα αυτόν, τον οποίο υπέγραψαν οι συμβληθέντες και προσαρτήθηκε στη σχετική πράξη και με τη σύμφωνη γνώμη των τελευταίων, η πολιτικώς ενάγουσα προέβη στη σύσταση των οριζοντίων ιδιοκτησιών και κατένειμε επακριβώς, κατά τα αναφερόμενα σ’ αυτόν και τα ποσοστά συνιδιοκτησίας των δύο πρώτων κατηγορουμένων και της αδελφής τους στο ακίνητο, η δε σχετική συμβολαιογραφική πράξη αναγνώστηκε στους συμβληθέντες, οι οποίοι, άλλωστε, γνώριζαν το περιεχόμενο της, αφού το σχετικό σχεδιάγραμμα και ο πίνακας ποσοστών και συνιδιοκτησίας του προαναφερθέντος πολιτικού μηχανικού είχαν συνταχθεί ένα και πλέον έτος από τη σύνταξη της σχετικής συμβολαιογραφικής πράξης, ώστε είχαν λάβει γνώση αυτών από μακρού χρόνου.

Περαιτέρω, όπως αποδείχθηκε, ο δεύτερος κατηγορούμενος, μετά πάροδο πέντε μηνών από την σύσταση των προαναφερθέντων οριζοντίων ιδιοκτησιών, με το υπ’ αριθμ. .../23-12-2003 δωρητήριο συμβόλαιο που συνέταξε η πολιτικώς ενάγουσα, το ως άνω ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου του διαμερίσματος της προαναφερθείσας οικοδομής που είχε περιέλθει στον ίδιο, αντικειμενικής αξίας 5.065,98 ευρώ, μεταβίβασε με δωρεά εν ζωή στην αδελφή του Β.

Κ.. Μετά πάροδο πέντε περίπου ετών από τη σύνταξη της διορθωτικής πράξεως αποδοχής κληρονομίας και εκείνης της σύστασης των οριζοντίων ιδιοκτησιών, καθώς και του δωρητηρίου συμβολαίου και συγκεκριμένα την 7-11-2008, οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι υπέβαλαν στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών την από 5-11-2008 έγκληση τους κατά της πολιτικώς ενάγουσας, της επίσης συμβολαιογράφου Περιστερίου Σταυρούλας Μυγιάκη-Φουρτούνη και της αδελφής τους Β.

Κ., στην οποία, μεταξύ άλλων, όσον αφορά την πολιτικώς ενάγουσα Μ. Λ., που ενδιαφέρει εν προκειμένω και με σκοπό να προκαλέσουν την καταδίωξη της για τις σ’ αυτήν αναφερόμενες πράξεις, ανέφεραν τα ακόλουθα: "Κατά την ανάγνωση της υπ’ αριθ. .../2003 Διορθωτικής Πράξης της Μ. Λ., διαπιστώσαμε με έκπληξη ότι στην ως άνω πράξη η Β.

Κ. αποκτά το 1/3 του ως άνω οικοπέδου που ο πατέρας μας κατέλειπε αποκλειστικά σε εμάς κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου σε έκαστο και εμείς κατά την ίδια πράξη αποκτούμε ποσοστό 1/3 μόνο έκαστος. Η Μ. Λ. δηλαδή κατόπιν υπόδειξης και προτροπής της αδελφής μας Β. Κ. εντελώς αντίθετα από τη βούληση του πατέρα μας και κατά προφανή παραποίηση αυτής, παράνομα και αυθαίρετα και κατά παράβαση του λειτουργήματος της κατέστησε συνιδιοκτήτρια και συγκυρία στο οικόπεδο μας την Β.

Κ.. Και αυτό εν πλήρη αγνοία μας και παραπλανώντας μας με δόλιο τρόπο, "υφαρπάζοντας" ουσιαστικά τις υπογραφές μας, τη δική μου και του αδελφού μου, εκμεταλλευόμενη την εμπιστοσύνη που της δείξαμε ως δημοσία λειτουργό...(η Β. Κ.) με μετέφερε (ενν. τον Γ. Μ.) στην συμβολαιογράφο Μ. Λ., όπου σε αυτήν την κατάσταση και ενώ ήμουν μεθυσμένος προέβην με την υπ’ αριθ. .../23-12-2003 δωρεά εν ζωή σε δωρεά προς την πρώτη μηνυομένη της πλήρους κυριότητας του 1/2 εξ αδιαιρέτου του ανωτέρω διαμερίσματος.

Την πράξη αυτή υπέγραψα ενώ βρισκόμουν σε πλήρη μέθη και μην έχοντας καμία συνείδηση των πραττομένων, έτυχε δε να μάθω τι είχε συμβεί το Φεβρουάριο του 2007 στο πλαίσιο νομικού ελέγχου της μερίδας μου στο οικείο Υποθηκοφυλακείο.... Επειδή η Μ. Λ. συνέταξε την υπ’ αριθ..../2003 Διορθωτική Πράξη καθ’ υπόδειξη της Β.

Κ. και στη συνέχεια δεν τη διάβασε μεγαλόφωνα, ως όφειλε, αλλά μας υπέδειξε να υπογράψουμε όπου εκείνη ήθελε παραβαίνοντας με αυτόν τον τρόπο με πρόθεση τα καθήκοντα της με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό της ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος και για να βλάψει εμάς, υποπίπτοντας έτσι σε υπέρβαση καθήκοντος πράξη που προβλέπεται και τιμωρείται από τον Ποινικό Νόμο, για την οποία θα πρέπει να τιμωρηθεί.

Επειδή η Μ. Λ. με την ιδιότητα της ως δημόσια λειτουργός συνέταξε συμβόλαιο, ήτοι δημόσιο έγγραφο βεβαιώνοντας με πρόθεση ψευδώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό της ή σε άλλον αθέμιτο όφελος και ταυτόχρονα να βλάψει άλλον, υποπίπτοντας με αυτόν τον τρόπο σε κατάρτιση ψευδούς βεβαίωσης και μάλιστα με την ιδιαίτερα επιβαρυντική περίσταση της παρ. 3 του άρθρου 242 του ΠΚ.

Επειδή η ως άνω συμβολαιογράφος παρείχε άμεση συνδρομή κατά την τέλεση σε βάρος μας του εγκλήματος της απάτης και κατέστη με αυτόν τον τρόπο άμεση συνεργός σε κακουργηματική απάτη, αδίκημα το οποίο προβλέπεται και τιμωρείται από τον Ποινικό Νόμο και συγκεκριμένα από τα άρθρα 46 παρ.1 και 386 παρ.1 και μάλιστα με την ιδιαιτέρως επιβαρυντική περίπτωση της παρ.3 του άρθρου 386 του ΠΚ αφού η ζημία που μας προξενήθηκε υπερβαίνει τις 73.000 ευρώ.

Επειδή η αναφερόμενη συμβολαιογράφος υπέχει εκτός από ποινική και πειθαρχική ευθύνη, σύμφωνα με το άρθρο 43 του Κώδικα Συμβολαιογράφων". Εξάλλου, η πρώτη κατηγορουμένη, Ε. Μ. εκτός της ως άνω εγκλήσεως, την 10-2-2009 κατέθεσε ενώπιον του Συμβολαιογραφικού Συλλόγου Αθηνών σε βάρος της πολιτικώς ενάγουσας, με τον ίδιο σκοπό, ήτοι την καταδίωξη της, την από 4-2-2009 αναφορά της στην οποία διέλαβε τα ακόλουθα: "Η περί ου ο λόγος συμβολαιογράφος Μ.

Λ.... προέβει κατόπιν υπόδειξης και προτροπής της αδελφής μου στην προφανή παραποίηση της διορθωτικής πράξης, παράνομα και αυθαίρετα και κατά παράβαση του λειτουργήματος της, εγκαθιστώντας συνιδιοκτήτρια και συγκυρία στο οικόπεδο μας και την αδελφή μου αντίθετα με τη βούληση του πατέρα μας. Πέραν αυτού την ίδια ημέρα, στις 23-7-03, υπογράψαμε ταυτόχρονα εκτός της υπ’ αριθμ. .../2003 διορθωτικής πράξης της ως άνω δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς και την υπ’ αριθμ. .../2003 πράξη σύστασης οριζοντίου ιδιοκτησίας της ιδίας συμβολαιογράφου στην οποία συμπεριέλαβε στην περιγραφή της κείμενης οικοδομής και κοινόχρηστους χώρους, εκτός από αυτούς που περιγράφονταν στην υπ’ αριθμ. .../31-1-1997 δημόσια διαθήκη του πατέρα μου Π.

Μ.. Κατά την υπογραφή των ανωτέρω συμβολαιογραφικών πράξεων, η συμβολαιογράφος δεν μας ανέγνωσε, ως ώφειλε, το κείμενο των συμβολαίων αλλά απλώς μας υπέδειξε το σημείο που θα υπογράφαμε, όπως κι έγινε, εν πλήρη άγνοια μας και παραπλανώντας μας με δόλιο τρόπο, "υφάρπαξε" ουσιαστικά τις υπογραφές τη δική μου και του αδελφού μου, εκμεταλλευόμενη την εμπιστοσύνη που της δείξαμε ως δημόσια λειτουργό και του γεγονότος ότι την είχε επιλέξει η αδελφή μας.

Κατά τον τρόπο αυτό η ανωτέρω συμβολαιογράφος ενεργώντας με πρόθεση κατά παράβαση των καθηκόντων της, με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό της ή σε άλλον αθέμιτο όφελος και ταυτόχρονα να βλάψει άλλον, υπέπεσε με αυτόν τον τρόπο κατά σειρά στα αδικήματα της υπέρβασης καθηκόντων, της κατάρτισης ψευδούς βεβαίωσης και κατέστη με αυτήν τη συμπεριφορά και άμεση συνεργός σε κακουργηματική απάτη".

Όσον αφορά την από 5-11-2008 έγκληση των δύο πρώτων κατηγορουμένων διενεργήθηκε προκαταρκτική εξέταση, κατά την οποία εξετάστηκε ενόρκως ως μάρτυρας στην Πταισματοδίκη Καπανδριτίου, υπέρ των δύο πρώτων κατηγορουμένων αδελφών της, η τρίτη κατηγορουμένη Ε. Κ.-Μ., η οποία, μεταξύ άλλων, κατέθεσε και τα εξής: "Γνωρίζω το περιεχόμενο την μήνυσης των μηνυτών αδελφών μου και επιβεβαιώνω αυτό ως αληθές και αναφέρομαι σε αυτό...

Επίσης δηλώνω ότι μου κάνει εντύπωση πως η πρώτη συμβολαιογράφος αλλά και η δεύτερη προβήκανε σε αυτήν την παράβαση καθήκοντος και κυρίως η δεύτερη (Λ.) και το μόνο που μπορώ να σκεφθώ είναι μόνο δόλος. Η οικειοποίηση από την αδελφή μου χώρου που δεν της ανήκει είναι το λιγότερο απαράδεκτη...". Η ως άνω έγκληση των δύο πρώτων κατηγορουμένων εν τέλει απορρίφθηκε με την υπ’ αριθμ.

Α49/09 Διάταξη του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, εν μέρει ως νόμω και εν μέρει ως ουσία αβάσιμη, ενώ όσον αφορά την από 4-2-2009 αναφορά της πρώτης κατηγορουμένης στο Συμβολαιογραφικό Σύλλογο Αθηνών, δεν προκύπτει ότι διενεργήθηκε έλεγχος σε βάρος της πολιτικώς ενάγουσας. Περαιτέρω, όπως αποδείχθηκε, όλα όσα περιέλαβαν οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι στις προαναφερθείσες έγκληση και αναφορά τους ήταν ψευδή.

Ειδικότερα, όπως προαναφέρθηκε, με την υπ’ αριθμ. .../2003 διορθωτική πράξη αποδοχής κληρονομίας που συνέταξε η πολιτικώς ενάγουσα συμβολαιογράφος, ουδόλως αυτή κατέστησε τη Β. Κ. συγκυρία, κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου στο οποίο υπήρχε η διώροφη οικοδομή, όπως αναφέρεται στην έγκληση και αναφορά των κατηγορουμένων αλλά, η αναφορά στην ως άνω διορθωτική πράξη της συγκυριότητας της αδελφής τους κατά το πιο πάνω ποσοστό αφορούσε άλλο οικόπεδο κείμενο βόρεια του τελευταίου, το οποίο επίσης ο διαθέτης με τη δημόσια διαθήκη του είχε καταλείπει στους ως άνω κληρονόμους του.

Εξάλλου, όσον αφορά την υπ’ αριθμ. .../2013 σύσταση οριζοντίων ιδιοκτησιών, όπως προαναφέρθηκε, αυτή (πολιτικώς ενάγουσα) περιέγραψε τις ιδιοκτησίες και κατένειμε τα ποσοστά των κατηγορουμένων όπως ακριβώς αναγράφονταν στον πίνακα ποσοστών συνιδιοκτησίας του πολιτικού μηχανικού Β. Γ. που της προσκόμισαν οι συμβληθέντες ο οποίος μαζί με την από Μάϊο 2002 κάτοψη υπογείου, ισογείου και ορόφου του ίδιου μηχανικού, αφού υπογράφηκε από εκείνους προσαρτήθηκε στην ως άνω πράξη.

Οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι γνώριζαν την αναλήθεια των όσων περιέλαβαν στην ως άνω έγκληση και αναφορά τους, αφού είναι εγγράμματοι, γνώριζαν το περιεχόμενο της διαθήκης του πατέρα τους και ότι με βάση αυτό είχε περιέλθει σ’ αυτούς και την αδελφή τους, πλην του οικοπέδου επί του οποίου υπήρχε η διώροφη οικοδομή και άλλο οικόπεδο βόρεια του τελευταίου και μάλιστα κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, στο οποίο και αναφερόταν η διορθωτική πράξη.

Επίσης οι ίδιοι τελούσαν σε γνώση της κάτοψης υπογείου, ισογείου και ορόφου που είχε συντάξει ο πολιτικός μηχανικός Β. Γ., καθώς και του πίνακα ποσοστών συνιδιοκτησίας που την συνόδευε, που είχαν συνταχθεί ένα και πλέον έτος πριν από τη σύσταση των οριζοντίων ιδιοκτησιών, είχαν συναινέσει στον τρόπο αυτό συστάσεως των οριζοντίων ιδιοκτησιών και την κατανομή των σχετικών ποσοστών συνιδιοκτησίας και τα υπέγραψαν ανεπιφύλακτα πριν προσαρτηθούν στη σχετική πράξη.

Ενόψει επομένως του ότι οι ως άνω συμβολαιογραφικές πράξεις συντάχθηκαν σύννομα δεν υπήρχε ανάγκη μη ανάγνωσης τους και υφαρπαγής της υπογραφής τους, όπως αναληθώς ισχυρίστηκαν οι ως άνω κατηγορούμενοι, οι οποίοι γνώριζαν πολύ καλά το περιεχόμενο αυτών των πράξεων. Τέλος, όπως αποδείχθηκε σχετικά με την κατάρτιση του υπ’ αριθμ. .../23-12-2003 δωρητηρίου συμβολαίου και τον ισχυρισμό του δευτέρου κατηγορουμένου ότι κατά τον χρόνο της κατάρτισης του τελούσε σε πλήρη μέθη και δεν είχε συνείδηση των πραττομένων, αυτός γνώριζε πολύ καλά τι έπραττε και ψευδώς στην προαναφερθείσα έγκληση του διέλαβε τα περί μέθης του κ.λ.π.

Τούτο δε διότι πολύ πριν την υπογραφή του ως άνω δωρητηρίου συμβολαίου και συγκεκριμένα την 8-2-2002 είχε υπογραφεί μεταξύ του ιδίου και της αδελφής του Β. Κ. και μάλιστα στο δικηγορικό γραφείο του εξετασθέντος ως μάρτυρα δικηγόρου Κ. Κ., το με την ίδια ημερομηνία ιδιωτικό συμφωνητικό με το οποίο συμφωνήθηκε μεταξύ των δύο αδελφών η Β.

Κ. να αγοράσει από το δεύτερο κατηγορούμενο το εξ αδιαιρέτου ποσοστό του διαμερίσματος του πρώτου ορόφου της οικοδομής στον οικισμό Κ. Δ., που του ανήκε και που τελικά της μεταβιβάστηκε ως δωρεά και ότι για την αγορά αυτή η Β. Κ. του κατέβαλε, κατά τα αναφερόμενα στο ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό, ως "αρραβώνα" το ποσό των 4.402 ευρώ.

Δηλαδή προκύπτει από το ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό ότι είχε συμφωνηθεί η μεταβίβαση (πώληση) του ποσοστού συγκυριότητας του δευτέρου κατηγορουμένου στο εν λόγω διαμέρισμα στην προαναφερθείσα αδελφή του αντί του συμφωνηθέντος τιμήματος και ότι για λόγους φορολογικούς αντί για πώληση προτιμήθηκε η σύσταση δωρεάς εν ζωή.

Εκτός όμως αυτού, την 11-2-2002, τρεις δηλαδή ημέρες μετά τη σύνταξη του ως άνω ιδιωτικού συμφωνητικού ο δεύτερος κατηγορούμενος εμφανίστηκε στην πολιτικώς ενάγουσα συμβολαιογράφο και η τελευταία συνέταξε κατόπιν εντολής του το υπ’ αριθμ. .../11-2-2002 πληρεξούσιο, σύμφωνα με το οποίο αυτός κατέστησε ειδική πληρεξούσια, αντιπρόσωπο και αντίκλητο του την προαναφερθείσα αδελφή του Β.

Κ., στην οποία, μεταξύ άλλων, παραχώρησε το δικαίωμα να προβαίνει στη σύσταση οριζοντίων ιδιοκτησιών επί της οικοδομής που βρίσκεται στον οικισμό ..., και να συμφωνήσει για την κατανομή αυτών μεταξύ των συγκυρίων καθώς και να πωλεί, παραχωρεί, μεταβιβάζει και παραδίδει προς οποιονδήποτε, ακόμα και προς τον εαυτό της, σύμφωνα με το άρθρο 235 του Α.Κ "περί αυτοσυμβάσεως", αντί οποιουδήποτε τιμήματος και με οποιουσδήποτε όρους και συμφωνίες εγκρίνει το ιδανικό μερίδιο του εντολέα αδελφού της επί του παραπάνω ακινήτου, δηλαδή του 1/2 εξ αδιαιρέτου του ακίνητου το οποίο εν τέλει της μεταβιβάστηκε λόγω δωρεάς εν ζωή.

Επίσης με το ίδιο πληρεξούσιο της έδωσε την εντολή να εισπράττει το τίμημα ή και να πιστώνει με αυτό τους αγοραστές και με οποιαδήποτε ασφάλεια. Τέλος με το ίδιο πληρεξούσιο της έδωσε την εντολή να συστήνει δωρεά εν ζωή ακόμα και προς τον εαυτό της σύμφωνα με το άρθρο 235 του Α.Κ. "περί αυτοσυμβάσεως" του ιδανικού του μεριδίου επί του παραπάνω ακινήτου κατά πλήρη κυριότητα νομή και κατοχή ή κατά ψιλή κυριότητα ή κατ’ επικαρπία και με οποιουσδήποτε όρους, τρόπους ή αιρέσεις.

Από όλα τα παραπάνω προκύπτει ότι ο ισχυρισμός του δευτέρου κατηγορουμένου ότι η προαναφερθείσα αδελφή του Β. Κ. τον μετέφερε στην πολιτικώς ενάγουσα συμβολαιογράφο, όπου τελών σε πλήρη μέθη και μη έχοντας συνείδηση των πραττομένων προέβη στην κατάρτιση της δωρεάς προς αυτήν είναι εντελώς ψευδής. Επομένως, στοιχειοθετείται τόσο υποκειμενικά όσο και αντικειμενικά σε βάρος των δύο πρώτων κατηγορουμένων η αξιόποινη πράξη της ψευδούς καταμήνυσης εναντίον της πολιτικώς ενάγουσας.

Ο ισχυρισμός του δευτέρου τούτων ότι δεν στοιχειοθετείται σε βάρος του η αξιόποινη πράξη της ψευδούς καταμήνυσης διότι κατά το χρόνο υποβολής της από 5-11-2008 έγκλησης του στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών (7-11-2008) είχαν παραγραφεί όλες οι καταγγελλόμενες από τον ίδιο πλημμεληματικές πράξεις σε βάρος της πολιτικώς ενάγουσας που αφορούσαν την υπ’ αριθμ. .../2003 διορθωτική πράξη της αποδοχής κληρονομίας που συντάχθηκε από την ίδια την 23-7-2008, δεδομένου ότι είχε παρέλθει πενταετία από την τέλεση τους, τέτοια δε αποτελούσε και η καταγγελλομένη πράξη της απάτης με αφορμή τη σύνταξη της προαναφερθείσας διορθωτικής πράξης, εφόσον η αναφερομένη ζημία που φέρεται ότι προκλήθηκε σ’ αυτόν, σύμφωνα με την έγκληση δεν υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ αλλά προσδιορίζεται στο ποσό των 73.000 ευρώ, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Τούτο δε διότι, τότε μόνο δεν μπορεί να στηριχθεί κατηγορία για ψευδή καταμήνυση όταν, αν από αυτά που εκτίθενται στη μήνυση ή έγκληση και κατά τρόπο που να μην παρίσταται ανάγκη να διαπιστωθεί με οποιαδήποτε ανακριτική έρευνα, ούτε και με την κατ’ άρθρο 43 παρ. 2ΚΠΔ προκαταρκτική εξέταση, προκύπτει το ακαταδίωκτο της καταγγελλόμενης πράξεως από οποιοδήποτε νόμιμο λόγο (βλ.

ΑΠ 43/2010 Δημ. Νόμος), περίπτωση που δεν συντρέχει στην προκείμενη περίπτωση, αφού για την ένδικη έγκληση, αφενός μεν διενεργήθηκε προκαταρκτική εξέταση, μη προκύπτοντος από το περιεχόμενο της κατά τρόπο αναντίρρητο το ακαταδίωκτο των με αυτή καταγγελλομένων πράξεων, αφετέρου δε οι ως άνω καταγγελλόμενες πράξεις σε βάρος της πολιτικώς ενάγουσας, κατά τον χρόνο υποβολής της έγκλησης ήταν κακουργηματικού χαρακτήρα (ψευδής βεβαίωση με σκοπό οφέλους ή προκλήσεως ζημίας και απάτη άνω των 73.000 ευρώ), οι οποίες δεν είχαν υποπέσει σε παραγραφή, ενώ ως προς την πλημμέλημα της παράβασης καθήκοντος που επίσης αποδιδόταν με την έγκληση του δευτέρου κατηγορουμένου σε βάρος της πολιτικώς ενάγουσας συνέτρεχε περίπτωση φαινομένης κατ’ ιδέαν συρροής με τη ψευδή βεβαίωση εφόσον τα περιστατικά που συγκροτούσαν τις δύο πράξεις ταυτιζόταν (βλ.

και ΑΠ 859/2011 Δημ. Νόμος). Επομένως, οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι των παραπάνω πράξεων κατά συναυτουργία και της ψευδούς καταμήνυσης κατά συναυτουργία ο δεύτερος τούτων, απορριπτομένου ως αβασίμου του αυτοτελούς ισχυρισμού του δευτέρου κατηγορουμένου περί μη καταλογισμού των πράξεων σ’ αυτόν λόγω πραγματικής πλάνης, καθόσον την έγκληση για τον ίδιο και την πρώτη κατηγορουμένη, με την επιμέλεια της τελευταίας, συνέταξε και υπέβαλε η συνεργάτης του νομικού τους παραστάτη χωρίς να του γνωστοποιηθεί το περιεχόμενο της και ο ίδιος να ελέγξει και να αναγνώσει αυτό, καθόσον έπασχε από κατάθλιψη και είχε σοβαρή βλάβη στην καρδιά του, αφού από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε η βασιμότητα του, αλλά αντίθετα, όπως προέκυψε, ο ίδιος σαφώς γνώριζε το περιεχόμενο της εγκλήσεως και επιμελήθηκε της συντάξεως της, μάλιστα δε στην από 2-2-2009 ένορκη εξέταση του ως μηνυτή ενώπιον του Πταισματοδίκη Περιστερίου, προς περαιτέρω υποστήριξη αυτής, προσδιόρισε την αξία του μεταβιβασθέντος στην Β.

Κ. ποσοστού του οικοπέδου και της οριζοντίου ιδιοκτησίας, σε ποσά κατά πολύ υπερβαίνοντα τα πραγματικά, με σκοπό να απαγγελθεί κατά των εγκαλουμένων, μεταξύ των οποίων και η πολιτικώς ενάγουσα, κατηγορία κακουργηματικής μορφής. Ακολούθως το δικάσαν Δικαστήριο κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ένοχο του ότι: "Στην Αθήνα, στις 5 και 7/11/2008 ο δεύτερος κατηγορούμενος Μ.

Γ., τέλεσε την ακόλουθη αξιόποινη πράξη από κοινού ενεργώντας, εν γνώσει τους καταμήνυσαν άλλον ψευδώς ότι τέλεσε αξιόποινες πράξεις προς σκοπό όπως προκαλέσουν την καταδίωξή του για αυτές και πιο συγκεκριμένα, με την από 5-11-2008 έγκλησή τους την οποία κατέθεσαν στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών την 7-11-2008 καταμήνυσαν την εγκαλούσα Λ.

Μ. μεταξύ άλλων ότι "κατά την ανάγνωση της υπ’ αριθ. .../2003 Διορθωτικής Πράξης της Μ. Λ. διαπιστώσαμε με έκπληξη ότι στην ως άνω πράξη η Β. Κ. αποκτά το 1/3 του ως άνω οικοπέδου που ο πατέρας μας κατέλειπε αποκλειστικά σε εμάς κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου σε έκαστο και εμείς κατά την ίδια πράξη αποκτούσαμε ποσοστό 1/3 μόνο έκαστος.

Η Μ. Λ. δηλαδή, κατόπιν υπόδειξης και προτροπής της αδελφής μας Β. Κ. εντελώς αντίθετα από τη βούληση του πατέρα μας και κατά προφανή παραποίηση αυτής, παράνομα και αυθαίρετα και κατά παράβαση του λειτουργήματος της κατέστησε συνιδιοκτήτρια και συγκυρία στο οικόπεδό μας την Β. Κ.. Και αυτό εν πλήρη αγνοία μας και παραπλανώντας μας με δόλιο τρόπο, "υφαρπάζοντας" ουσιαστικά τις υπογραφές μας, τη δική μου και του αδελφού μου, εκμεταλλευόμενη την εμπιστοσύνη που της δείξαμε ως δημοσία λειτουργό... (η Β.

Κ.) με μετέφερε (ενν. τον Γ. Μ.) στην συμβολαιογράφο Μ. Λ., όπου σε αυτήν την κατάσταση και ενώ ήμουν μεθυσμένος προέβην με την υπ ‘ αριθ. .../23-12- 2003 δωρεά εν ζωή, σε δωρεά προς την πρώτη μηνυόμενη της πλήρους κυριότητας του 1/2 εξ αδιαιρέτου του ανωτέρω διαμερίσματος. Την πράξη αυτή υπέγραψα ενώ βρισκόμουν σε πλήρη μέθη και μη έχοντας καμία συνείδηση των πραττομένων, έτυχε δε να μάθω τι είχε συμβεί το Φεβρουάριο του 2007 στο πλαίσιο νομικού ελέγχου της μερίδας μου στο οικείο Υποθηκοφυλακείο...

Επειδή η Μ. Λ., συνέταξε την υπ’ αριθ. .../2003 Διορθωτική Πράξη καθ’ υπόδειξη της Β. Κ. και στη συνέχεια δεν τη διάβασε μεγαλόφωνα, ως όφειλε αλλά μας υπέδειξε να υπογράψουμε όπου εκείνη συμβολαιογράφος ήθελε παραβαίνοντας με αυτόν τον τρόπο με πρόθεση τα καθήκοντά της με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό της ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος και για να βλάψει εμάς, υποπίπτοντας έτσι υπέρβαση καθήκοντος πράξη που προβλέπεται και τιμωρείται από τον Ποινικό Νόμο, για την οποία θα πρέπει να τιμωρηθεί.

Επειδή η Μ. Λ. με την ιδιότητά της ως δημόσια λειτουργός συνέταξε συμβόλαιο, ήτοι δημόσιο έγγραφο βεβαιώνοντας με πρόθεση ψευδώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό της ή σε άλλον αθέμιτο όφελος και ταυτόχρονα να βλάψει άλλον, υποπίπτοντας με αυτόν τον τρόπο σε κατάρτιση ψευδούς βεβαίωσης και μάλιστα με την ιδιαίτερα επιβαρυντική περίσταση της παρ. 3 του άρθρου 242 του Π.Κ.

Επειδή η ως άνω συμβολαιογράφος παρείχε άμεση συνδρομή κατά την τέλεση σε βάρος μας του εγκλήματος της απάτης, και κατέστη με αυτόν τον τρόπο άμεση συνεργός σε κακουργηματική απάτη, αδίκημα το οποίο προβλέπεται και τιμωρείται από τον Ποινικό Νόμο και συγκεκριμένα από τα άρθρα 46 παρ. 1 και 386 παρ. 1 και μάλιστα με την ιδιαιτέρως επιβαρυντική περίπτωση της παρ. 3 του άρθρου 386 του ΠΚ αφού η ζημία που μας προξενήθηκε υπερβαίνει τις 73.000 ευρώ.

Επειδή η αναφερόμενη συμβολαιογράφος υπέχει εκτός από ποινική και πειθαρχική ευθύνη, σύμφωνα με το άρθρο 43 του Κώδικα Συμβολαιογράφων", ενώ τα παραπάνω που ήσαν ψευδή εν γνώσει της αναληθείας αυτών περιελήφθησαν στην επίδικη έγκληση τους με σκοπό να προκαλέσουν την ποινική καταδίωξη της ως άνω εγκαλούσας της παράβασης καθήκοντος, της ψευδούς βεβαίωσης, καθώς και της άμεσης συνέργειας σε κακουργηματική απάτη.".

Με τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο της ουσίας, κατ’ αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την, κατά τα παραπάνω, απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ’ αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος της ψευδούς καταμηνύσεως, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 14, 17,18, 26 παρ.1 α, 27 παρ. 1, 51, 52, 79, 80 και 229 παρ.1ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ασαφή ή ελλιπή ή αντιφατική αιτιολογία.

Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση, α) εξειδικεύεται ο τρόπος με τον οποίο τελέστηκε η ψευδής καταμήνυση, με την υποβολή, δηλαδή, της από 5-11-2008 μηνύσεως του αναιρεσείοντος κατά της εγκαλούσας, καθώς και τα περιστατικά που αναφέρονται σ’ αυτήν και τα οποία, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, ήταν ψευδή, β) αναφέρεται ο επιδιωκόμενος με την, ως άνω ψευδή καταμήνυση σκοπός του αναιρεσείοντος, που ήταν η καταδίωξη της εγκαλούσας -πολιτικώς ενάγουσας, ανεξαρτήτως του ότι, τελικά, η ανωτέρω μήνυση με την υπ’ αριθ.

Α49/09 διάταξη του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών απορρίφθηκε εν μέρει ως νόμω και εν μέρει ως ουσία αβάσιμη, και επιπλέον, γ)δεδομένου ότι, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του παραπάνω εγκλήματος απαιτείται ειδικός δόλος, δηλαδή γνώση του δράστη, ότι η ανακοίνωση ή η καταμήνυση είναι ψευδής, παρατίθενται περιστατικά, τα οποία δικαιολογούν πλήρως τη γνώση του αναιρεσείοντος αναφορικά με την αναλήθεια των περιεχομένων στη μήνυση του πραγματικών περιστατικών, αφού από το σύνολο των παραδοχών της απόφασης, προκύπτει, ότι αυτός είχε άμεση και προσωπική αντίληψη, ότι τα όσα ανέφερε στη μήνυση του ήταν ψευδή.

Ειδικά δε, η γνώση αυτή του αναιρεσείοντος προκύπτει από τις παραδοχές της απόφασης, κατά τις οποίες, γνώριζε, καθότι εγγράμματος, το περιεχόμενο της νομίμως συνταχθείσης και δημοσιευθείσης υπ’ αριθ..../31-1-1997 δημόσιας διαθήκης του πατέρα του, με την οποία ο τελευταίος κατέλιπε σ’ αυτόν (αναιρεσείοντα) και την συγκατηγορούμενη αδελφή του Ε.

Μ., κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου σε καθένα, τον α’ όροφο της διώροφης οικίας στο χωριό ..., μετά του οικοπέδου της και των σ’ αυτό ελαιοδένδρων, ενώ το ισόγειο της ίδιας οικίας κατέλιπε στην αδελφή του Β. Κ., καθώς και ότι είχε περιέλθει σ’ αυτόν και στις άνω αδελφές του και ένα άλλο οικόπεδο, βόρεια του πρώτου και μάλιστα κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου στον καθένα τους, και στο οποίο, (εκτός από τη διακριτή διόρθωση της επιφάνειας της ανωτέρω οικίας και του οικοπέδου της) σαφώς αναφερόταν η .../23-7-2003 διορθωτική πράξη αποδοχής κληρονομίας, που συνέταξε η πολιτικώς ενάγουσα συμβολαιογράφος Μ.

Λ.. Επίσης, αυτός τελούσε σε γνώση της κάτοψης υπογείου, ισογείου και ορόφου που είχε συντάξει ο πολιτικός μηχανικός Β. Γ., καθώς και τον πίνακα ποσοστών συνιδιοκτησίας που την συνόδευε, που είχαν συνταχθεί ένα χρόνο περίπου πριν από την .../23-7-2003 σύσταση οριζόντιων ιδιοκτησιών που αφορούσε το προαναφερθέν ακίνητο με τη διώροφη οικία, και αυτός είχε συναινέσει στον τρόπο αυτό συστάσεως των οριζόντιων ιδιοκτησιών και της κατανομής των ποσοστών συνιδιοκτησίας και μάλιστα τα υπέγραψε ανεπιφύλακτα πριν προσαρτηθούν στη σχετική πράξη.

Επομένως, δεδομένου ότι, οι ανωτέρω επίμαχες συμβολαιογραφικές πράξεις είχαν καθόλα συνταχθεί νομίμως δεν συνέτρεχε λόγος μη αναγνώσεως τους και υφαρπαγής, δήθεν, της υπογραφής του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου, όπως αναληθώς αυτός ισχυρίστηκε, από τη στιγμή που ήταν γνώστης του περιεχομένου τους.

Επίσης είχε πλήρη γνώση και συνείδηση του τι έπραττε κατά την κατάρτιση του .../23-12-2003 δωρητηρίου συμβολαίου της ίδιας συμβ/φου (πολιτικώς ενάγουσας), και προσχηματικά και ψευδώς διέλαβε τα δήθεν περί μέθης του στην κατά της πολιτικώς εναγούσης έγκλησή του, καθόσον αυτός πριν από την υπογραφή τούτου και συγκεκριμένα την 8-2-2002 είχε υπογράψει το με ίδια ημεροχρονολογία ιδιωτικό συμφωνητικό με την αδελφή του Β.

Κ. στο γραφείο του εξετασθέντος μάρτυρα δικηγόρου Κ., με το οποίο συμφωνήθηκε μεταξύ των αδελφών, όπως η αδελφή του, Β. Κ., αγοράσει το εξ αδιαιρέτου 1/2 ποσοστό του διαμερίσματος στο χωριό ..., το οποίο του ανήκε, και τελικά για φορολογικούς λόγους, της μεταβιβάστηκε ως δωρεά, καταβάλλοντας αυτή ως τίμημα, το, κατά τα αναφερόμενα στο συμφωνητικό, ως αρραβώνα, ποσό των 4.402 ευρώ.

Άλλωστε, την 11-2-2002, τρεις δηλαδή μέρες μετά τη σύνταξη του ανωτέρω ιδιωτικού συμφωνητικού, ο αναιρεσείων- κατηγορούμενος εμφανίστηκε στην πολιτικώς ενάγουσα συμβολαιογράφο και κατόπιν εντολής του αυτή συνέταξε το υπ’ αρ. .../11-2-2003 πληρεξούσιο με το οποίο κατέστησε ειδική πληρεξούσια, αντιπρόσωπο και αντίκλητο την ανωτέρω αδελφή του, Β.

Κ., να προβαίνει στη σύσταση οριζόντιων ιδιοκτησιών επί της οικοδομής στο χωριό Κ. Δ., να συμφωνήσει για την κατανομή αυτών, να πωλεί, μεταβιβάζει, και παραδίδει ακόμη και προς τον εαυτό της κατά το 235 ΑΚ, αντί οιουδήποτε τιμήματος, το ιδανικό του μερίδιο στο ανωτέρω ακίνητο, ακόμη και να εισπράττει το τίμημα ή να πιστώνει τους αγοραστές, καθώς και να συστήνει δωρεά προς τον εαυτό της κατά το 235 ΑΚ, και, δ) η προσβαλλόμενη με ορθές σκέψεις και πλήρη, εκτενή και εμπεριστατωμένη αιτιολογική θεμελίωση, απέρριψε τον ισχυρισμό του κατηγορούμενου, ότι δεν στοιχειοθετείτο η ψευδής καταμήνυση για την οποία καταδικάστηκε, λόγω παραγραφής των καταγγελλόμενων με αυτή πλημμεληματικών πράξεων κατά την υποβολή της έγκλησης του, και ορθώς και αιτιολογημένα πλήρως δέχθηκε, ότι ως προς το πλημμέλημα της παράβασης καθήκοντος συνέτρεχε κατ’ ιδέα φαινομένη συρροή με την πράξη της ψευδούς καταμήνυσης, δεχθείσα κατά πιστή μεταφορά, τα εξής: "Ο ισχυρισμός του δευτέρου τούτων ότι δεν στοιχειοθετείται σε βάρος του η αξιόποινη πράξη της ψευδούς καταμήνυσης διότι κατά το χρόνο υποβολής της από 5-11-2008 έγκλησης του στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών (7-11-2008) είχαν παραγραφεί όλες οι καταγγελλόμενες από τον ίδιο πλημμεληματικές πράξεις σε βάρος της πολιτικώς ενάγουσας που αφορούσαν την υπ’ αριθμ. .../2003 διορθωτική πράξη της αποδοχής κληρονομίας που συντάχθηκε από την ίδια την 23-7-2008, δεδομένου ότι είχε παρέλθει πενταετία από την τέλεση τους, τέτοια δε αποτελούσε και η καταγγελλομένη πράξη της απάτης με αφορμή τη σύνταξη της προαναφερθείσας διορθωτικής πράξης, εφόσον η αναφερομένη ζημία που φέρεται ότι προκλήθηκε σ’ αυτόν, σύμφωνα με την έγκληση δεν υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ αλλά προσδιορίζεται στο ποσό των 73.000 ευρώ, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Τούτο δε διότι, τότε μόνο δεν μπορεί να στηριχθεί κατηγορία για ψευδή καταμήνυση όταν, αν από αυτά που εκτίθενται στη μήνυση ή έγκληση και κατά τρόπο που να μην παρίσταται ανάγκη να διαπιστωθεί με οποιαδήποτε ανακριτική έρευνα, ούτε και με την κατ’ άρθρο 43 παρ. 2 ΚΠΔ προκαταρκτική εξέταση, προκύπτει το ακαταδίωκτο της καταγγελλόμενης πράξεως από οποιοδήποτε νόμιμο λόγο (βλ.

ΑΠ 43/2010 Δημ. Νόμος), περίπτωση που δεν συντρέχει στην προκείμενη περίπτωση, αφού για την ένδικη έγκληση, αφενός μεν διενεργήθηκε προκαταρκτική εξέταση, μη προκύπτοντος από το περιεχόμενο της κατά τρόπο αναντίρρητο το ακαταδίωκτο των με αυτή καταγγελλομένων πράξεων, αφετέρου δε οι ως άνω καταγγελλόμενες πράξεις σε βάρος της πολιτικώς ενάγουσας, κατά τον χρόνο υποβολής της έγκλησης ήταν κακουργηματικού χαρακτήρα (ψευδής βεβαίωση με σκοπό οφέλους ή προκλήσεως ζημίας και απάτη άνω των 73.000 ευρώ), οι οποίες δεν είχαν υποπέσει σε παραγραφή, ενώ ως προς την πλημμέλημα της παράβασης καθήκοντος που επίσης αποδιδόταν με την έγκληση του δευτέρου κατηγορουμένου σε βάρος της πολιτικώς ενάγουσας συνέτρεχε περίπτωση φαινομένης κατ’ ιδέαν συρροής με τη ψευδή βεβαίωση εφόσον τα περιστατικά που συγκροτούσαν τις δύο πράξεις ταυτιζόταν (βλ.

και ΑΠ 859/2011 Δημ. Νόμος). Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ, σχετικοί πρώτος και πέμπτος λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμοι. Οι εμπεριεχόμενες σ’ αυτούς λοιπές αιτιάσεις περί εσφαλμένης εκτιμήσεως των αποδεικτικών μέσων, είναι απαράδεκτες, γιατί, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.

Η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αναφέρεται τόσο στην κρίση για την ενοχή όσο και στην κρίση για την απόρριψη αυτοτελών ισχυρισμών του κατηγορουμένου. Αυτοτελείς είναι οι ισχυρισμοί που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας κατά τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή στην άρση ή τη μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξης ή στη μείωση της ποινής κλπ.. Αντίθετα, δεν είναι αυτοτελείς όσοι ισχυρισμοί συνιστούν απλώς νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή αρνούνται ή αποκρούουν στοιχεία της κατηγορίας, οι οποίοι, λόγω της φύσης τους, αντιμετωπίζονται με την κύρια αιτιολογία της απόφασης για την ενοχή. Η μη απάντηση του δικαστηρίου σε αυτοτελή ισχυρισμό συνιστά έλλειψη ακρόασης κατά το άρθρο 170 παρ. 2 ΚΠΔ, που επιφέρει σχετική ακυρότητα της ακροατηριακής διαδικασίας και στοιχειοθετεί τον λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β’ ΚΠΔ, ενώ, όταν δεν αιτιολογείται ειδικά η απόρριψη αυτοτελούς ισχυρισμού, στοιχειοθετείται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ ΚΠΔ. Το δικαστήριο, όμως, δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει σε αυτοτελή ισχυρισμό, ο οποίος δεν προβάλλεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και πλήρη ή δεν προβάλλεται παραδεκτά για άλλον λόγο, ούτε έχει υποχρέωση να διαλάβει στην απόφασή του ειδική αιτιολογία γι’ αυτόν.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, που κατ’ άρθρο 141 παρ.3 του ΚΠΔ, ωσότου προσβληθούν για πλαστότητα, αποδεικνύουν όλα όσα αναγράφονται σ’ αυτά, ο συνήγορος του κατηγορουμένου, μετά την ανάγνωση των εγγράφων και πριν την εξέταση του μάρτυρα υπεράσπισης, κατέθεσε εγγράφως τους αυτοτελείς ισχυρισμούς περί συνδρομής στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος) των ελαφρυντικών περιστάσεων του προτέρου εντίμου βίου και της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη, καθώς και περί πραγματικής πλάνης (άρθρα 84 παρ.2 α, ε και άρθ. 30 παρ. 1α ΠΚ), επικαλέστηκε δε προς θεμελίωσή τους τα εξής: "Α) Αίτημα αναγνώρισης ελαφρυντικού 84 παρ. 2 β’ Π.Κ. (πρότερου εντίμου βίου).

Ο κατηγορούμενος (Γ. Μ.) έζησε έως τον χρόνο του κατά το κατηγορητήριο αδικήματος (2008) έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή. Δημιούργησε οικογένεια, απέκτησε και ανέθρεψε τρία (3) παιδιά μη υπαρχούσης οποιασδήποτε ποινικής καταδίκης στο ποινικό του μητρώο, έχοντας τούτος λευκό ποινικό μητρώο. Φρόντισε για την αποκατάσταση των τεσσάρων (4) αδελφών του. ‘ Όταν ο ένας γιος του ενεπλάκη στα ναρκωτικά τον έστειλε σε ειδικό κέντρο αποτοξίνωσης στην Ισπανία. Το μεγαλύτερο μέρος του πενιχρού μισθού του (1.044,75 ευρώ ως φύλακας στη φυλακή του Ψυχιατρείου Κρατουμένων) το διαθέτει για τις ανάγκες του άρρωστου τούτου εξαρτημένου από τα ναρκωτικά παιδιού του. Και όλα αυτά παρά το γεγονός ότι και ο ίδιος πάσχει από στεφανιαία νόσο και μόνιμο βηματοδότη και από κατάθλιψη, (βλ. την προσκομιζόμενη με επίκληση υπ’ αριθμ. 33/25-09-2008 γνωμάτευση της Πρωτοβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής με την οποία του αναγνωρίστηκε αναπηρία ποσοστού 67%). Σήμερα ο κατηγορούμενος δεν μπόρεσε να έλθει στο Δικαστήριο αφού νοσηλεύεται με βαρύ εγκεφαλικό στο Θριάσιο Γ.Ν. Ελευσίνας όπου νοσηλεύεται από 10/02/2016 (βλ. την προσκομιζόμενη με επίκληση σχετική ΒΕΒΑΙΩΣΗ ΝΟΣΗΛΕΙΑΣ του ανωτέρω Νοσοκομείου.

Β) Αίτημα αναγνώρισης ελαφρυντικού 84 παρ. 2ε Π.Κ. (καλή συμπεριφορά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά τη φερομένη πράξη του). Από το φερόμενο χρόνο τέλεσης της πράξης του (2008) ο ανωτέρω κατηγορούμενος συμπεριφέρθηκε καλώς. Την καλή του συμπεριφορά εκδήλωσε αυτόβουλα και όχι ως αποτέλεσμα φόβου ή καταναγκασμού και μάλιστα βελτίωσε την συμπεριφορά του.

Εργάστηκε μέχρι σήμερα στο δύσκολο χώρο της φυλακής του Ψυχιατρείου Κρατουμένων καίτοι θα μπορούσε να πάρει σύνταξη αφού από το έτος 2008 έχει αναγνωρισθεί με την αναφερομένη γνωμάτευση της πρωτοβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής ανάπηρος με ποσοστό 675. Παρόλα αυτά εξακολουθούσε να εργάζεται μέχρι 10/2/2016 στην υπηρεσία του ως φύλακας μέχρι που ένα βαρύ εγκεφαλικό τον ανάγκασε να εισαχθεί στο Θριάσιο Νοσοκομείο σε σοβαρή κατάσταση με αβέβαιο αποτέλεσμα.

‘ Ενσταση πραγματικής πλάνης (άρθρ. 30 παρ. 1α’ Π.Κ. Ο κατηγορούμενος (Γ. Μ. κατά το φερόμενο χρόνο της πράξης του (2008) αγνοούσε τα πραγματικά περιστατικά που την συνιστούσαν. Την έγκληση για τον ίδιο και την αδελφή του Ε. Μ. συνέταξε και υπέβαλε η συνεργάτιδα του δικηγόρος του νομικού του παραστάτη, χωρίς ο ίδιος να αναγνώσει και να ελέγξει το περιεχόμενό της.

Η άγνοια των πραγματικών περιστατικών (δεν είχε άμεση και προσωπική αντίληψη) οφείλεται στο γεγονός ότι δεν του γνωστοποιήθηκε το περιεχόμενο της αναφερομένης μηνύσεως σε βάρος της σημερινής μηνύτριας (Λ. Μ.). ‘ Αλλωστε ο ίδιος βρισκόταν σε κατάθλιψη και μόνιμη και σοβαρή βλάβη στην καρδιά του και του είχε τοποθετηθεί μόνιμος βηματοδότης (βλ.

την ανωτέρω αναφερομένη σχετική γνωμάτευση της πρωτοβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής). Την έγκληση σε βάρος της ανωτέρω (Λ. Μ.) επιμελήθηκε η αδελφή του Ε. Μ., κατηγορουμένη και αυτή μαζί με τον αδελφό της Γ. Μ., ο οποίος λόγω της κατάστασης της υγείας του ήταν αδύνατο να επιμεληθεί της εγκλήσεως. Μάλιστα η ανωτέρω συγκατηγορουμένη του αδελφή του Ε.

υπέβαλε και σχετική αναφορά στο συμβολαιογραφικό σύλλογο Αθηνών (η μηνύτρια είναι συμβολαιογράφος Αθηνών) χωρίς να συμπεριλάβει στην αναφορά της και ως αναφέροντα και τον αδελφό της συγκατηγορούμενό της Γ. Μ.". Το Δικαστήριο απέρριψε τους αυτοτελείς ισχυρισμούς του προτέρου εντίμου βίου (84 παρ. 2α ΠΚ) και της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη (84 παρ. 2ε ΠΚ) με πλήρη αιτιολογία, η οποία, κατά πιστή μεταφορά από την προσβαλλομένη είναι η εξής: "Περαιτέρω, απορριπτέο είναι και το αίτημα αναγνώρισης στο πρόσωπο των κατηγορουμένων της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2α του ίδιου Κώδικα και για τους υπόλοιπους κατηγορουμένους κάποια πειστική απόδειξη ότι ο βίος αυτών, ατομικός, οικογενειακός, επαγγελματικός και κοινωνικός πριν από την τέλεση των-ως άνω πράξεων υπήρξε έντιμος, πολύ δε περισσότερο για τον δεύτερο κατηγορούμενο, ο οποίος, όπως ο ίδιος συνομολογεί στο παρελθόν έκανε κατάχρηση αλκοόλ, μη αρκούντως του λευκού ποινικού τους μητρώου (για τους δύο τελευταίους), ενώ, τέλος, απορριπτέο είναι και το αίτημα αναγνώρισης στο πρόσωπο αυτών (κατηγορουμένων) και της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2ε Π.Κ, διότι για την αναγνώριση της ως άνω ελαφρυντικής περίστασης, δεν αρκεί η απουσία επιλήψιμης δραστηριότητας και συνηθισμένη ανθρώπινη συμπεριφορά αλλά απαιτείται θετική και επωφελής για την κοινωνία δράση και συμπεριφορά, η οποία, αναφορικά με τους ως άνω κατηγορούμενους δεν αποδείχθηκε".

Επίσης η προσβαλλομένη απόφαση απέρριψε και τον ως άνω τρίτο αυτοτελή ισχυρισμό περί πραγματικής πλάνης, με την ακόλουθη πλήρη, και εμπεριστατωμένη αιτιολογία: "απορριπτομένου ως αβασίμου του αυτοτελούς ισχυρισμού του δεύτερου κατηγορουμένου περί μη καταλογισμού των πράξεων σ’ αυτόν λόγω πραγματικής πλάνης, καθόσον την έγκληση για τον ίδιο και την πρώτη κατηγορουμένη, με την επιμέλεια της τελευταίας, συνέταξε και υπέβαλε η συνεργάτης του νομικού τους παραστάτη χωρίς να του γνωστοποιηθεί το περιεχόμενό της και ο ίδιος να ελέγξει και να αναγνώσει αυτό, καθόσον έπασχε από κατάθλιψη και είχε σοβαρή βλάβη στην καρδιά του, αφού από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε η βασιμότητά του, αλλά αντίθετα, όπως προέκυψε, ο ίδιος σαφώς γνώριζε το περιεχόμενο της εγκλήσεως και επιμελήθηκε της συντάξεώς της, μάλιστα δε στην από 2-2-2009 ένορκη εξέταση του ως μηνυτή ενώπιον του Πταισματοδίκη Περιστερίου, προς περαιτέρω υποστήριξη αυτής προσδιόρισε την αξία του μεταβιβασθέντος στην Β. Κ. ποσά κατά πολύ υπερβαίνοντα τα πραγματικά, με σκοπό να απαγγελθεί κατά των εγκαλουμένων, μεταξύ των οποίων και η πολιτικώς ενάγουσα, κατηγορία κακουργηματικής μορφή". Επομένως οι εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ συναφείς δεύτερος, τρίτος και τέταρτος λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.

Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΠΚΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 11-5-2016 αίτηση του Μ. Γ. του Π. για αναίρεση της υπ’ αριθ. 2257/2016-1576/2016 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Οκτωβρίου 2016.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 2 Νοεμβρίου 2016.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ