Legislator Case Law & Legislation
1595/2012 AI generated

1595/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1595/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Μαΐου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/12/2003 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 914/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5941/2007 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 17/6/2008 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

1595/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Λ.), 3) υπ' αριθμ. Ε 4700/23-3-2011 του δικ. Επιμελητή Πρωτοδικείου Αθηνών ... (για την 3η Π. Β.), 4) υπ' αριθμ. 849 Β/31-3-2011 της δικαστικής Επιμελήτριας Πρωτοδικείου Αιγίου ... (για την 4η Γ. Κ.), 5) υπ' αριθμ. Ε 4718/28-3-2011 του δικ. Επιμελητή Πρωτοδικείου Αθηνών ... (για την 5η Μ. Μ.), 6) υπ' αριθμ. Ε 4701/23-3-2011 του δικ. Επιμελητή Πρωτοδικείου Αθηνών ... (για την 6η Σ.

Keywords

AI generated
project funding research programme research contract funding of occupational pension schemes programme agreement sponsorship contract
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1595 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1595/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Μαΐου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟ ΙΔΡΥΜΑ ΑΘΗΝΑΣ" (ΤΕΙ - Α) που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Βαη Καραφυλλίδου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Ρ., 2) Ν. Λ., 3) Π. Β., 4) Γ. Κ., 5) Μ. Μ., 6) Σ. Α., 7) Γ. Χ., 8) Ν. Β., 9) Μ. Σ., 10) Ε. Σ., 11) Ε. Δ., 12) Ε. Κ., 13) Κ. Κ., 14) Ι. Μ., 15) Δ. Δ., 16) Π. Π., 17) Α. Ρ., 18) Δ. Ρ., 19) Ν. Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/12/2003 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 914/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5941/2007 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 17/6/2008 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, το αναιρεσείον παραστάθηκε, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Τρούσας ανέγνωσε την από 12/11/2009 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Βασιλείου Λυκούδη, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν όλοι οι λόγοι αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως νόμιμα επαναφέρεται προς συζήτηση με την από 22-12-2010 κλήση του αναιρεσείοντος, μετά τη ματαίωση της συζήτησης κατά τη δικάσιμο της 14-12-2010. Κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το οικείο πινάκιο στη σειρά της δεν εμφανίστηκαν οι αναιρεσίβλητοι με πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσαν, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ δήλωση μη παραστάσεως κατά τη δικάσιμο αυτή, αν και κλητεύθηκαν νομοτύπως και εμπροθέσμως, με παραγγελία του επισπεύδοντος τη συζήτηση αναιρεσείοντος, για να παραστούν κατά την ορισθείσα δικάσιμο της 11-10-2011, από την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε για την παρούσα δικάσιμο.

Η επίδοση ακριβούς αντιγράφου της κλήσεως αυτής στους αναιρεσίβλητους προκύπτει από τις προσκομιζόμενες με επίκληση από το αναιρεσείον εκθέσεις επιδόσεως: 1) υπ' αριθμ. Ε 4692/23-3-2011 του δικαστικού Επιμελητή Πρωτοδικείου Αθηνών ... (για τον 1° Α. Ρ.), 2) υπ' αριθμ. 9902 γ/16-3-2011 της δικ. Επιμελήτριας Πρωτοδικείου Αγρινίου ... (για την 2η Ν.

Λ.), 3) υπ' αριθμ. Ε 4700/23-3-2011 του δικ. Επιμελητή Πρωτοδικείου Αθηνών ... (για την 3η Π. Β.), 4) υπ' αριθμ. 849 Β/31-3-2011 της δικαστικής Επιμελήτριας Πρωτοδικείου Αιγίου ... (για την 4η Γ. Κ.), 5) υπ' αριθμ. Ε 4718/28-3-2011 του δικ. Επιμελητή Πρωτοδικείου Αθηνών ... (για την 5η Μ. Μ.), 6) υπ' αριθμ. Ε 4701/23-3-2011 του δικ. Επιμελητή Πρωτοδικείου Αθηνών ... (για την 6η Σ.

Α.), 7) υπ' αριθμ. 4703/23-3-2011 του δικ. Επιμελητή Πρωτοδικείου Αθηνών ... (για την 7η Γ. Χ.), 8) υπ' αριθμ. Ε 4697/23-3-2011 του δικ. Επιμελητή Πρωτοδικείου Αθηνών ... (για την 8η Ν. Β.), 9) υπ' αριθμ. Ε 4683/22-3-2011 του δικ. Επιμελητή Πρωτοδικείου Αθηνών ... (για την 9η Μ. Σ.), 10) υπ' αριθμ. 4699/23-3-2011 του δικ. Επιμελητή Πρωτοδικείου Αθηνών ... (για την 10η Ε.

Σ.), 11) υπ' αριθμ. Ε 4730/30-3-2011 του δικ. Επιμελητή Πρωτοδικείου Αθηνών ... (για την 11η Ε. Δ.), 12) υπ' αριθμ. Ε 4695/23-3-2011 του δικ. Επιμελητή Πρωτοδικείου Αθηνών ... (για την 12η Ε. Κ.), 13) υπ' αριθμ. 8592 Β/22-3-2011 του δικ. Επιμελητή Πρωτοδικείου Λαμίας ... (για την 13η Κ. Κ.), 14) υπ' αριθμ. Ε 4698/23-3-2011 του δικ. Επιμελητή Πρωτοδικείου Αθηνών ... (για την 14η Ι.

Μ.), 15) υπ' αριθμ. Ε 4702/23-3-2011 του δικ. Επιμελητή Πρωτοδικείου Αθηνών ... (για την 15η Δ. Δ.), 16) υπ' αριθμ. Ε 4693/23-3-2011 του δικ. Επιμελητή Πρωτοδικείου Αθηνών ... (για την 16η Π. Π.), 17) υπ' αριθμ. Ε 4694/23-3-2011 του δικ, Επιμελητή Πρωτοδικείου Αθηνών ... (για τον 17ο Α. Ρ.), 18) υπ' αριθμ. Ε 4696/23-3-2011 του δικ. Επιμελητή Πρωτοδικείου Αθηνών ... (για τον 18ο Δ.

Ρ.) και 19) υπ' αριθμ. Ε 4656/16-3-2011 του δικ. Επιμελητή Πρωτοδικείου Αθηνών ... (για τον 19ο Ν. Κ.). Επίσης, ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως με πράξη κατάθεσης και ορισμού δικασίμου για την 24-11-2009 και κλήσεως κατ'αυτήν, από την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 14-12-2010, οπότε και ματαιώθηκε η συζήτησή της, με παραγγελία του επισπεύδοντος τη συζήτηση αναιρεσείοντος, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στους αναιρεσίβλητους, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες με επίκληση από το αναιρεσείον εκθέσεις επιδόσεως: 1) υπ' αριθμ.

Δ9684/2009 του δικ. Επιμελητή Πρωτοδικείου Αθηνών ... (για τον 1ο Α. Ρ.), 2) υπ' αριθμ. 2145 γ /2009 της δικ. Επιμελήτριας Πρωτοδικείου Αγρινίου ... (για την 2η Ν. Λ.), 3) υπ' αριθμ. Δ 9779/2009 του δικ. Επιμελητή Πρωτοδικείου Αθηνών ... (για την 3η Π. Β.), 4) υπ' αριθμ. Δ9774/2009 του δικ. Επιμελητή Πρωτοδικείου Αθηνών ... (για την 4η Γ. Κ.), 5) υπ' αριθμ.

Δ9773/2009 του δικ. Επιμελητή Πρωτοδικείου Αθηνών ... (για την 5η Μ. Μ.), 6) υπ' αριθμ. Δ9771/2009 του δικ. Επιμελητή Πρωτοδικείου Αθηνών ... (για την 6η Σ. Α.), 7) υπ' αριθμ. Δ9769/2009 του δικ. Επιμελητή Πρωτοδικείου Αθηνών ... (για την 7η Γ. Χ.), 8) υπ' αριθμ. Δ9772/2009 του δικ. Επιμελητή Πρωτοδικείου Αθηνών ... (για την 8η Ν. Β.), 9) υπ' αριθμ.

Δ 9753/2009 του δικ. Επιμελητή Πρωτοδικείου Αθηνών ... (για την 9η Μ. Σ.), 10) υπ' αριθμ. Δ9775/2009 του δικ. Επιμελητή Πρωτοδικείου Αθηνών ... (για την 10η Ε. Σ.), 11) υπ' αριθμ. Δ9776/2009 του δικ. Επιμελητή Πρωτοδικείου Αθηνών ... (για την 11η Ε. Δ.), 12) υπ' αριθμ. Δ9763/2009 του δικ. Επιμελητή Πρωτοδικείου Αθηνών ... (για την 12η Ε. Κ.), 13) υπ' αριθμ. 5518 Β/2009 του δικ.

Επιμελητή Πρωτοδικείου Λαμίας ... (για την 13η Κ. Κ.), 14) υπ' αριθμ. Δ9777/2009 του δικ. Επιμελητή Πρωτοδικείου Αθηνών ... (για την 14η Ι. Μ.), 15) υπ' αριθμ. Δ9770/2009 του δικ. Επιμελητή Πρωτοδικείου Αθηνών ... (για την 15η Δ. Δ.), 16) υπ' αριθμ. Δ9841/2009 του δικ. Επιμελητή Πρωτοδικείου Αθηνών ... (για την 16η Π. Π.), 17) υπ' αριθμ. Δ9764/2009 του δικ.

Επιμελητή Πρωτοδικείου Αθηνών ... (για τον 17ο Α. Ρ.), 18) υπ' αριθμ. Δ9685/2009 του δικ. Επιμελητή Πρωτοδικείου Αθηνών ... (για τον 18ο Δ. Ρ.) και 19) υπ' αριθμ. Δ9756/2009 του δικ. Επιμελητή Πρωτοδικείου Αθηνών ... (για τον 19ο αναιρεσίβλητο Ν. Κ.). Επομένως, πρέπει το Δικαστήριο να προχωρήσει στη συζήτηση της υποθέσεως, παρά την απουσία των νομίμως κλητευθέντων αναιρεσιβλήτων.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, (ή 560 αρ. 1 ΚΠολΔ) λόγος αναιρέσεως, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Με το λόγο αυτό ελέγχεται εάν υπήρξε σφάλμα στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού είτε αυτό διατυπώνεται ρητώς είτε εξυπονοείται, ή σφάλμα στην υπαγωγή της ελάσσονος πρότασης, την οποία συνιστούν οι πραγματικές παραδοχές, στη μείζονα πρόταση. Εξάλλου, ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ (ή 560 αρ 1 ΚΠολΔ), για να είναι ορισμένος, πρέπει να αναφέρει κατά τρόπο σαφή τον κανόνα δικαίου, του οποίου η ερμηνεία έγινε εσφαλμένα ή του οποίου έγινε εσφαλμένη εφαρμογή, σε τι συνίσταται η παραβίαση του ουσιαστικού κανόνα δικαίου, τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, καθώς και την επίδραση που είχε το σφάλμα στο διατακτικό.

Λόγος που δεν περιέχει τα παραπάνω στοιχεία είναι απορριπτέος, ως αόριστος, ενώ, κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, εκτός των αναφερόμενων σ' αυτή εξαιρέσεων, είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας. Η αοριστία της αγωγής ερευνάται μεν αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, δεν αφορά όμως τη δημόσια τάξη και συνεπώς, ο περί αυτής ισχυρισμός, για να ιδρύσει λόγο αναιρέσεως, πρέπει να έχει προταθεί στο Εφετείο και να αναγράφεται στο αναιρετήριο ότι έγινε η σχετική πρόταση.

Η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή η συνδεόμενη με την νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου ελέγχεται ως παραβίαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ή 560 ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσεώς του, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτούνται από το νόμο για την θεμελίωση του δικαιώματος ή αντίθετα αρκέσθηκε σε ολιγότερα των αξιουμένων από τον νόμο.

Η περαιτέρω ενδεχόμενη αοριστία του δικογράφου της αγωγής που αφορά την ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της, ελέγχεται από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και επομένως δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται επί εφέσεων κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων. Ειδικότερα, κατά το άρθρο 216 παρ.1 του ΚΠολΔ, το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει:

α) σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν την αγωγή ..., β)ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα. Η μη πλήρης αναφορά των περιστατικών αυτών καθιστά την αγωγή αόριστη και οδηγεί στην απόρριψή της ως απαράδεκτης για έλλειψη διαδικαστικής προϋποθέσεως, η οποία αποτελεί και προϋπόθεση του παραδεκτού της αγωγής.

Συνεπώς, η αοριστία του δικογράφου της αγωγής, που αφορά την ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της, ελέγχεται από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ, δεν περιλαμβάνεται στους περιοριστικά αναφερόμενους από το άρθρο 560 ΚΠολΔ λόγους και δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων. Λόγος αναιρέσεως κατά αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται επί εφέσεων κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, από το άρθρο 560 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται μόνο για νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή για τη συνδεόμενη με την νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Για το ορισμένο δε του λόγου αυτού, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο κανόνας δικαίου, του οποίου η ερμηνεία έγινε εσφαλμένα ή του οποίου έγινε εσφαλμένη εφαρμογή και σε τι συνίσταται η παραβίαση του ουσιαστικού αυτού κανόνα δικαίου, καθώς και τις εσφαλμένες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης.

Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον ΝΠΔΔ, με τον πρώτο από το άρθρο 560 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. λόγο αναιρέσεως, προβάλλει την αιτίαση, ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε έφεσή του κατά αποφάσεως Ειρηνοδικείου, "παραβίασε ευθέως, άλλως εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, σύμφωνα με το οποίο η αγωγή πρέπει να έχει ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς".

Ειδικότερα το αναιρεσείον προβάλλει ότι, όπως ανέφερε στις πρωτόδικες προτάσεις του και στην προσθήκη αντίκρουση αυτών, καθώς και στις κατ' έφεση προτάσεις του, η αγωγή των αναιρεσιβλήτων ήταν αόριστη, διότι : α) ενώ ανέγραφαν ότι απασχολήθηκαν με σύμβαση εργασίας και σύμβαση έργου, δεν διευκρίνιζαν ποίος εξ αυτών απασχολήθηκε με σύμβαση έργου και ποιος με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, απαραδέκτως δε, κατά τη συζήτηση της αγωγής, οι αναιρεσίβλητοι διευκρίνισαν ότι επρόκειτο περί συμβάσεων έργου, β) δεν ανέφεραν το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα απασχόλησης ενός εκάστου, γ) ανέφεραν στην αγωγή τους ως χρόνο κατάταξης τους σε θέσεις αορίστου χρόνου "περί τον Αύγουστο 2001" ενώ στο αιτητικό της αγωγής ζητούσαν να τους καταβληθεί δώρο Χριστουγέννων 2002, δ) δεν ανέφεραν αναλυτικά τις απολαβές τους από τη σύμβαση έργου ή εργασίας, σε σύγκριση με αυτές που έπρεπε κατά τις διατάξεις του νόμου να λαμβάνουν, ώστε από τη σύγκριση, να προκύπτει η διαφορά που δικαιούνταν ο καθένας από αυτούς και ε) ανέφεραν στην αγωγή τους ως χρόνο κατάταξης τους σε θέσεις αορίστου χρόνου "περί τον Αύγουστο 2001" ενώ σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις ο υπολογισμός του επιδόματος αδείας, των Δώρων Χριστουγέννων και Πάσχα υπολογίζεται επί συγκεκριμένου διαστήματος απασχόλησης και όχι κατά προσέγγιση.

Με βάση δε τα ανωτέρω, κατά τους αναιρεσείοντες "δεν υπήρχε πλήρης και σαφής έκθεση των γεγονότων που απαιτούνται για τη νομική θεμελίωση της αγωγής" και "επομένως έσφαλε διότι παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ και για τούτο πρέπει να ακυρωθεί". Με το περιεχόμενο αυτό ο πιο πάνω λόγος, εφόσον εκτιμηθεί, ότι αφορά πράγματι λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 560 άρ.1 του ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αόριστος, αφού δεν αναφέρεται σε αυτόν ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου, του οποίου η ερμηνεία έγινε εσφαλμένα ή του οποίου έγινε εσφαλμένη εφαρμογή, και σε τι συνίσταται η παραβίαση του ουσιαστικού αυτού κανόνα δικαίου, καθώς και τις εσφαλμένες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης.

Το αναιρεσείον αναφέρει ότι παραβιάστηκε η δικονομική διάταξη του άρθρου 216 παρ.1 ΚΠολΔ (και όχι οι σχετικές ουσιαστικές διατάξεις στις οποίες στηρίζονται τα αιτούμενα με την αγωγή κονδύλια). Όμως, όπως προαναφέρθηκε, δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός όταν η αγωγή έπρεπε να απορριφθεί ως αόριστη κατά το άρθρο 216 παρ.1 ΚΠολΔικ λόγω ασαφούς έκθεσης των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο, αλλά (ιδρύεται) ο μη προβλεπόμενος για την κρινόμενη υπόθεση λόγος αναιρέσεως από το αρ. 559 αρ. 14 ΚΠολΔ.

Επιπλέον, ως προς τους πιο πάνω αναφερόμενους από το αναιρεσείον λόγους αοριστίας, με στοιχείο δ, ο προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος και ως απαράδεκτος, αφού το αναιρεσείον δεν τους είχε προβάλλει παραδεκτώς ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (προβλήθηκαν απαραδέκτως με την προσθήκη των προτάσεων μετά τη συζήτηση της αγωγής).

Κατ' ακολουθία, ο πρώτος, λόγος αναιρέσεως, από το αρθρ. 560 αρ.1 ΚΠολΔ, αληθώς όμως από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, αφού πρόκειται περί ελλείψεως εξειδικεύσεως με πληρότητα των πραγματικών περιστατικών, που αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ποσοτικής αοριστίας), με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε την ακυρότητα της ένδικης αγωγής, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Λόγο αναιρέσεως κατά αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται επί εφέσεων κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων δεν ιδρύει ούτε η εκ πλαγίου παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, ούτε η (ευθεία ή εκ πλαγίου) παράβαση δικονομικών διατάξεων, πλην των ειδικώς αναφερομένων στην διάταξη του άρθρου 560 του ΚΠολΔ (αρ.2, 3 και 4).

Συνεπώς, η τυχόν, κατά παράβαση της διατάξεως του άρθρου 224 ΚΠολΔ, μεταβολή της βάσεως της αγωγής, δεν ιδρύει παραδεκτό λόγο αναιρέσεως κατά των πιο πάνω αποφάσεων και κατ' ακολουθία είναι απορριπτέοι, ως απαράδεκτοι: α) ο αυτός πρώτος λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος που, με τις αυτές πιο πάνω αιτιάσεις, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι παραβίασε εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 216 παρ.1 ΚΠολΔ και β) ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 560 αρ.1 του ΚΠολΔ με τις αιτιάσεις ότι η προσβαλλόμενη απόφαση "παραβίασε ευθέως άλλως εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 224 του ΚΠολΔ, διότι δέχθηκε σιωπηρά ότι παραδεκτά προέβησαν οι αναιρεσίβλητοι σε διόρθωση της αγωγής δια των προτάσεων τους, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών ως προς το ότι απασχολήθηκαν με συμβάσεις έργου (και όχι όπως ανέφεραν στην αγωγή τους με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας)" .

Με το άρθρο 17 του Ν. 2839/12-9-2000 ορίστηκαν τα εξής: 1. Προσωπικό το οποίο υπηρετεί κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, ή υπηρέτησε, μέσα στο χρονικό διάστημα από 1.8.1999 μέχρι 31.3.2000, στο Δημόσιο, τους Ο.Τ.Α. α' και β' βαθμίδας και στα Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου, με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου πλήρους απασχόλησης ή με σύμβαση μίσθωσης έργου, κατατάσσεται σε οργανικές θέσεις με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου του φορέα τελευταίας απασχόλησης, εφόσον κατά την 31.3.2000:

α) Είχε συνολική παροχή υπηρεσίας στο φορέα, με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου ή με συμβάσεις μίσθωσης έργου, τουλάχιστον είκοσι τέσσερις (24) μήνες, β) Δεν είχε μεσολαβήσει, προκειμένου για προσωπικό που απασχολήθηκε με περισσότερες της μιας συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, χρονικό διάστημα διακοπής μεταξύ των συμβάσεων, μεγαλύτερο των δύο (2) μηνών, γ) Η απαιτούμενη κατά το εδάφιο α' συνολική παροχή υπηρεσίας, προκειμένου για προσωπικό που απασχολήθηκε με συμβάσεις μίσθωσης έργου, έχει παρασχεθεί από 1.1.1995 και εφεξής, δ) Κατά την πρόσληψη ή την κατάρτιση των συμβάσεων δεν παραβιάσθηκαν οι διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας που διέπει την πρόσληψη ή την κατάρτιση της συμβάσεως, των ΠΥΣ 236/94 (ΦΕΚ 115 Α') και 55/98 (ΦΕΚ 292 Α'), καθώς και οι διατάξεις του άρθρου 21 του Ν. 2190/1994 (ΦΕΚ 28 Α') και του άρθρου 6 του Ν. 2527/1997 (ΦΕΚ 206 Α').

ε) Πρόκειται εφεξής να καλύψει πάγιες και διαρκείς ανάγκες του φορέα, σε θέσεις του οποίου κατατάσσεται ... 3. Στις διατάξεις της παρ.1 του παρόντος άρθρου υπάγεται και το προσωπικό με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου πλήρους απασχόλησης ή μίσθωσης έργου το οποίο μισθοδοτείται από προγράμματα χρηματοδοτούμενα συνολικά ή κατά ένα μέρος, από πόρους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ή διεθνών οργανισμών ή δυνάμει διεθνών συμβάσεων ή από ειδικό λογαριασμό, επιφυλασσομένων των οριζομένων στις προηγούμενες παραγράφους. ... 8.

Οι κατατασσόμενοι λαμβάνουν τις αποδοχές της νέας θέσης τους, από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξής τους. Ο χρόνος των συμβάσεων μίσθωσης έργου του εδ. α' της παρ. 1 λογίζεται για όλες τις συνέπειες ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου. ... Εξάλλου, κατά το αρ.3 παρ.11 του Ν. 3255/2004, "Για το προσωπικό που προσλήφθηκε για την εκτέλεση ερευνητικών έργων και προγραμμάτων που χρηματοδοτούνται μέσω των ειδικών λογαριασμών των Πανεπιστημίων, Τ.Ε.Ι., Ερευνητικών Κέντρων και Ερευνητικών Ινστιτούτων ή για την εκτέλεση προγραμμάτων Σπουδών Επιλογής που χρηματοδοτούνται από το Επιχειρησιακό Πρόγραμμα Εκπαίδευσης και Αρχικής Επαγγελματικής Κατάρτισης (Ε.Π.Ε.Α.Ε.Κ.) του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων (Ν. 2621/1998, άρθρο 2 παρ. 23 και Ν. 2640/1998, άρθρο 11 παρ. 4), δεν απαιτείται για την εφαρμογή της παρ. 1 του άρθρου 17 του Ν. 2839/2000 (ΦΕΚ 196 Α) η συνδρομή της προϋποθέσεως δ' της παραγράφου αυτής.

Με την ΥΑ ΚΑ/679/1996 (ΦΕΚ Β'826/1996): συστήθηκε σε καθένα από τα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα (ΑΕΙ), καθώς και τα Τεχνολογικά Εκπαιδευτικά Ιδρύματα (ΤΕΙ) της χώρας Ειδικός Λογαριασμός για την αξιοποίηση των κονδυλίων επιστημονικής έρευνας εκπαίδευσης, κατάρτισης, τεχνολογικής ανάπτυξης και παροχής σχετικών υπηρεσιών, με σκοπό τη διάθεση και διαχείριση κονδυλίων που προέρχονται από οποιαδήποτε πηγή και προορίζονται για την κάλυψη δαπανών, οποιουδήποτε είδους, που είναι απαραίτητες για τις ανάγκες ερευνητικών, εκπαιδευτικών, επιμορφωτικών, αναπτυξιακών καθώς και έργων συνεχιζόμενης κατάρτισης και έργων για την παροχή επιστημονικών, τεχνολογικών και καλλιτεχνικών υπηρεσιών, την εκπόνηση ειδικών μελετών, κλπ (αρ.2).

Οι λογαριασμοί αυτοί δεν έχουν νομική προσωπικότητα, αλλά ευρεία αυτοτέλεια και αποτελούν χωριστή ομάδα περιουσίας εντός της περιουσίας των ΑΕΙ και ΤΕΙ. Με τις διατάξεις του άρθρου 6 του Ν. 2527/1997, για τη σύναψη συμβάσεων μισθώσεως έργου από υπηρεσίες και νομικά πρόσωπα του δημοσίου τομέα με φυσικά πρόσωπα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 681 επ.

ΑΚ ή με άλλες ειδικές διατάξεις απαιτείται προηγούμενη έκδοση ΚΥΑ των αναφερομένων υπουργών στην οποία, πλην άλλων, καθορίζεται το συγκεκριμένο έργο που θα εκτελέσουν το χρονικό διάστημα που απαιτείται για την ολική ή τμηματική παράδοση του έργου και το συνολικό ποσό της αμοιβής του αναδόχου. Σύμβαση μίσθωσης έργου που καλύπτει πάγιες και διαρκείς ανάγκες είναι αυτοδικαίως και καθ' ολοκληρίαν άκυρη.

Για τη σύναψη συμβάσεως μίσθωσης έργου απαιτείται βεβαίωση της νομικής υπηρεσίας του νομικού προσώπου του δημόσιου τομέα, ότι πρόκειται για γνήσια σύμβαση έργου που δεν υποκρύπτει εξαρτημένη εργασία. Ανανέωση ή παράταση της σύμβασης μίσθωσης έργου απαγορεύεται και είναι αυτοδικαίως άκυρη. ... Ρήτρα καταβολής της εργολαβικής αμοιβής τμηματικώς κατά μήνα ή άλλο χρονικό όριο χωρίς συνάρτηση με την πρόοδο του έργου είναι αυτοδικαίως άκυρη.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. του ΑΚ και 6 του Ν. 765/1943, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ, προκύπτει ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι, με τους όρους της συμφωνίας τους, αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας που συμφωνήθηκε και στον μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο καθορισμού και καταβολής του και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο οδηγίες, ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής των υπηρεσιών του και να ασκεί εποπτεία και έλεγχο για τη διαπίστωση της συμμορφώσεως του προς αυτές (ΟλΑΠ 28/2005).

Η σύμβαση αυτή διακρίνεται από την αναφερόμενη στο άρθρο 681 ΑΚ σύμβαση μίσθωσης έργου (επί της οποίας δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας), κυρίως γιατί με τη σύμβαση εργασίας οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην εργασία που θα παρέχεται σε ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ενώ με την σύμβαση μισθώσεως έργου οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην επίτευξη του συμφωνηθέντος τελικού αποτελέσματος, η πραγμάτωση του οποίου συνεπάγεται την αυτόματη λύση της μεταξύ των συμβαλλομένων συμβατικής σχέσης.

Ο χαρακτηρισμός της συμβατικής σχέσης γίνεται από το δικαστήριο μετά από εκτίμηση όλων των συγκεκριμένων περιστάσεων, για να κριθεί - ανεξάρτητα από τον νομικό χαρακτήρα που έδωσαν - με ποια συγκεκριμένη νομική σχέση συνδέονται τα συμβαλλόμενα μέρη. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ.1 του Ν. 1082/1980, 1 παρ.2 της 19040/1981 ΑΥ Οικονομικών και Εργασίας 1 παρ.1 και 2 του ΑΝ 539/1945, 3 παρ. 16 του Ν. 4504/1966, του άρθρου μόνου του Ν. 133/1975 που κύρωσε την από 26-2-1975 ΕΓΣΣΕ, επιδόματα (δώρα) εορτών άδεια, αποδοχές αδείας και επιδόματα αδείας δικαιούνται όχι μόνο οι μισθωτοί οι απασχολούμενοι σε κάποιον εργοδότη με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά και οι προσφέροντες τις υπηρεσίες τους με βάση άκυρη σύμβαση εργασίας, δηλαδή με απλή σχέση εργασίας.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Οι εκκαλούντες (ήδη αναιρεσίβλητοι) από το 1999, ορισμένοι δε εξ αυτών και προ αυτού του έτους, είχαν συνάψει ανανεούμενες, διαδοχικές συμβάσεις με το εφεσίβλητο (ήδη αναιρεσείον) προκειμένου να καλυφθούν οι ανάγκες αυτού σε διοικητικό προσωπικό, που ανέκυψαν λόγω της διενέργειας των εκτελούμενων από τα διάφορα εκπαιδευτικά του τμήματα ερευνητικών προγραμμάτων, τα οποία χρηματοδοτούνταν από το Δημόσιο ή την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Τα προγράμματα αυτά και τις σχετικές χρηματοδοτήσεις διαχειριζόταν ο Ειδικός Λογαριασμός του εφεσίβλητου, που σημειωτέον δεν αποτελεί νομικό πρόσωπο αλλά αυτοτελή αποκεντρωμένη υπηρεσία αυτού (...), οπότε είναι αβάσιμος ο ισχυρισμός του τελευταίου ότι κακώς η αγωγή στρέφεται κατ' αυτού. Οι συμβάσεις αυτές, που καταρτίζονταν με επίκληση της Υ.Α.

ΚΑ/679/22-8-1996 για τη χρηματοδότηση ερευνητικών έργων σε Α.Ε.Ι. και Τ.Ε.Ι., φέρονταν ως συμβάσεις έργου, που εξυπηρετούσαν τα επιμέρους διενεργούμενα ερευνητικά έργα. Ειδικότερα, κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα 1) για τον πρώτο εκκαλούντα καταρτίσθηκε μία σύμβαση από 2-5-2001 έως 31-12-2001 με αμοιβή 2.360.000 δρχ, 2) για τη δεύτερη εκκαλούσα ... 3) για την τρίτη εκκαλούσα ..., 4) για την τέταρτη εκκαλούσα ... 5) για την πέμπτη εκκαλούσα ..., 6) για την έκτη εκκαλούσα ..., 7) για την έβδομη εκκαλούσα ..., 8) για την όγδοη εκκαλούσα ... 9) για την ένατη εκκαλούσα ..., 10) για τη δέκατη εκκαλούσα ..., 11) για την ενδέκατη εκκαλούσα ..., 12) για τη δωδέκατη εκκαλούσα ..., 13) για τη δέκατη τρίτη εκκαλούσα ..., 14) για τη δέκατη τέταρτη εκκαλούσα ..., 15) για τη δέκατη πέμπτη εκκαλούσα ..., 16) για τη δέκατη έκτη εκκαλούσα ..., 17) για τον δέκατο έβδομο εκκαλούντα ..., 18) για τον δέκατο όγδοο εκκαλούντα ..., 19) για τον δέκατο ένατο εκκαλούντα ... (Παρατίθενται οι συμβάσεις που καταρτίστηκαν με τις αντίστοιχες αμοιβές, που αφορούν τους λοιπούς εκκαλούντες).

Οι ανωτέρω, ανεξαρτήτως των επιμέρους ως άνω συμβάσεων, απασχολούνταν στο εφεσίβλητο συνεχώς από 1-1-1999 και εφεξής πλην του πρώτου Α. Ρ. και του δέκατου όγδοου Δ. Ρ., που στο μεταξύ υπηρέτησαν τη στρατιωτική τους θητεία, ο πρώτος από 22-11-1999 έως 2-5-2001 και ο δεύτερος από 26-3-2001 έως 31-12-2001. Οι εκκαλούντες κατ' εφαρμογήν του άρθρου 17 ν. 2839/2000 κατατάχθηκαν εντός του 2001 και του 2002 σε οργανικές θέσεις του εφεσίβλητου με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου.

Αυτοί κατά το χρονικό διάστημα των προαναφερόμενων συμβάσών τους αλλά και γενικότερα καθ' όλο το χρονικό διάστημα απασχόλησής τους στο εφεσίβλητο εργάζονταν ως διοικητικοί υπάλληλοι κάτω από τις ίδιες συνθήκες εργασίας με το τακτικό προσωπικό, με το ίδιο ωράριο εργασίας, τελώντας υπό τον έλεγχο και την εποπτεία των προϊσταμένων των οικείων τμημάτων του εφεσίβλητου, που τους έδιναν δεσμευτικές εντολές ως προς τον τρόπο, χρόνο και τόπο παροχής της εργασίας τους.

Οι εκκαλούντες δηλαδή έθεταν την εργασία τους στη διάθεση του εφεσίβλητου και δεν είχαν αναλάβει την επίτευξη οποιουδήποτε συγκεκριμένου αποτελέσματος. Σημειώνεται δε και σε σχέση με την αμοιβή των εκκαλούντων ότι αυτοί κατ' ουσίαν πληρώνονταν κάθε μήνα από το εφεσίβλητο και συγκεκριμένα το ποσό που προέκυπτε από το μερισμό του συμφωνημένου ποσού της αμοιβής με τον αριθμό των μηνών της σύμβασης.

Ενόψει των ανωτέρω κρίνεται ότι, οι εκκαλούντες παρείχαν στο εφεσίβλητο εξαρτημένη εργασία καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες αυτού, οι δε προαναφερόμενες συμβάσεις έργου μεταξύ των μερών ήταν ψευδεπίγραφες και προσχηματικές. Οι συμβάσεις αυτές τόσο από την άποψη της νομοθεσίας για τις συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τα Ν.Π.Δ.Δ. (άρθρα 14, 21 ν. 2190/1994), όσο και από την άποψη της νομοθεσίας για τις συμβάσεις έργου σ' αυτά (άρθρο 6 ν. 2527/1997) ήταν άκυρες διότι δεν συνέτρεχαν για τη σύναψή τους οι νόμιμες προϋποθέσεις.

Πρόκειται επομένως για απλές σχέσεις εργασίας, που διατηρούν αυτό το χαρακτήρα τους σύμφωνα και με την προεκτεθείσα ρύθμιση της παρ. 8 του άρθρου 17 ν. 2839/2000 (ο χρόνος των συμβάσεων μίσθωσης έργου του εδ. α' της παρ. 1 λογίζεται για όλες τις συνέπειες ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου), σε συνδυασμό με το προμνημονευόμενο επίσης άρθρο 3 παρ. 11 ν. 3255/2004 (πρβλ.

ΑΠ 374/2006 ΝΟΜΟΣ) και μάλιστα όχι μόνο για το χρονικό διάστημα μέχρι την 31-3-2000, όπως από το γράμμα του νόμου προκύπτει αλλά, κατά διασταλτική ερμηνεία αυτού, μέχρι το χρόνο κατάταξης των εκκαλούντων. Επομένως, όπως προαναφέρθηκε, οι εκκαλούντες έχουν εκ του νόμου αξίωση για λήψη επιδομάτων εορτών, άδειας και επιδόματος αδείας. ...

Οι εκκαλούντες, βάσει των συμβάσεών τους, που προαναφέρθηκαν, ελάμβαναν, όλοι πλην της ένατης, δέκατης, της δέκατης τρίτης, του δέκατου όγδοου, μηνιαίως ποσά μεγαλύτερα των 850 ευρώ, που αναφέρουν στην αγωγή, μετά δε την έκδοση των πράξεων κατάταξής τους, ενώ κατ' άρθρο 17 παρ. 8 ν. 2839/2000 έπρεπε να αμείβονται με βάση το μισθολόγιο των δημόσιων υπαλλήλων (ν. 2470/1997), συνέχισαν να αμείβονται με βάση τις συμβάσεις τους μέχρι τις ημερομηνίες δημοσίευσης στο ΦΕΚ των πράξεων κατάταξής τους, με ποσά μικρότερα των οριζομένων από ν. 2470/1997, που πάντως προβλέπει μεγαλύτερες μικτές αμοιβές των 850 ευρώ, ποσό το οποίο αναφέρεται ως καταβαλλόμενο στην αγωγή των εκκαλούντων και βάσει του οποίου αξιώνουν τις ένδικες απαιτήσεις.

Οι ανωτέρω, μέχρι την κατάταξή τους, που έγινε σε προσωποπαγείς θέσεις με τη σχετική δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως των πράξεων κατάταξής τους, δεν ελάμβαναν επιδόματα εορτών, αποδοχές άδειας και επιδόματα αδείας, ενώ οφείλεται σε όλους το μισό του επιδόματος Χριστουγέννων 2002 (βλ. τις υπ' αριθμ. 348/22-3-2004 και 1056/21-9-2004 βεβαιώσεις του τμήματος ερευνητικών προγραμμάτων του εφεσίβλητου).

Ενόψει των ανωτέρω οφείλονται στους εκκαλούντες τα ακόλουθα ποσά: ...". Με την παραπάνω κρίση του το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δέχθηκε την έφεση των αναιρεσιβλήτων κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή τους, με την οποία αξίωναν την καταβολή επιδομάτων εορτών, αδείας κλπ, δεν παραβίασε τις προπαρατεθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, όπως, επίσης, δεν παραβίασε δια της εφαρμογής τους τις γενικές διατάξεις που προβλέπουν την καταβολή δώρων εορτών κλπ στους απασχολουμένους με σχέση εργασίας μισθωτούς, όπως αβασίμως αιτιάται το αναιρεσείον με τους από το άρθρο 560 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.

τρίτο και τέταρτο λόγους αναιρέσεως για παραβίαση ευθέως, άλλως εκ πλαγίου των διατάξεων αυτών. Ειδικότερα, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως το αναιρεσείον προβάλλει ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο παραβίασε τη διάταξη του αρθρ. 17 παρ. 8 εδ. α του Ν. 2839/2000, κατά την οποία "οι κατατασσόμενοι λαμβάνουν τις αποδοχές της νέας θέσης τους, από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξής τους", ενώ με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι αυτοί δικαιούνται των επίδικων επιδομάτων.

Η αιτίαση αυτή είναι αβάσιμη, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο δεν δέχθηκε ότι οι κατασσόμενοι αναιρεσίβλητοι δικαιούνται των επίδικων επιδομάτων για τον πριν από την κατάταξή τους χρόνο, κατ' εφαρμογή της διάταξης του αρ. 18 παρ. 8 του ν. 2839/2000, αλλά με βάση τις γενικές διατάξεις που προβλέπουν την καταβολή δώρων εορτών και αποδοχές αδείας και στους απασχολουμένους και με άκυρη σύμβαση εξαρτημένη εργασία μισθωτούς.

Το ότι "οι κατατασσόμενοι λαμβάνουν τις αποδοχές της νέας θέσης τους, από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξής τους", δεν έχει την έννοια, ότι αυτοί στερούνται των εξ άλλων διατάξεων τυχόν νομίμων αξιώσεών τους κατά τον προγενέστερο της κατάταξης χρόνο. Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως το αναιρεσείον προβάλλει ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο παραβίασε ευθέως άλλως εκ πλαγίου την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 17 παρ. 1 και 3 του Ν. 2839/2000 σε συνδυασμό με το άρθρο 648 επ, 652, 681 του Α.Κ.

δεχόμενο ότι "οι συμβάσεις αυτές τόσο από την άποψη της νομοθεσίας για τις συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τα ΝΠΔΔ (άρθρα 14, 21 ν. 2190/94), όσο και από την άποψη της νομοθεσίας για τις συμβάσεις έργου σ' αυτά (άρθρο 6 ν. 2527/97) ήταν άκυρες διότι δεν συνέτρεχαν για τη σύναψή τους οι νόμιμες προϋποθέσεις".

Ειδικότερα το αναιρεσείον αναφέρει ότι ο νόμος 2839/2000 (άρθρο 17) αναφέρεται ρητά και διακεκριμένα σε δύο είδη συμβάσεων: σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και σύμβαση έργου και δεν αναγνωρίζει τις συμβάσεις έργου ως συμβάσεις που υπέκρυπταν σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά, λόγω της διάρκειας των συγκεκριμένων συμβάσεων έργου, έδωσε τη δυνατότητα στους απασχολούμενους να καταταγούν σε θέσεις αορίστου χρόνου, σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 17 παρ.1ε', αυτοί δε μετέτρεψαν τις θέσεις τους σε αορίστου χρόνου, όχι γιατί κάλυπταν στο παρελθόν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, αλλά διότι πρόκειται εφεξής να καλύψουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες και ότι, κατά το άρθρο 17 του Ν. 2839/00 μόνο κατά πλάσμα δικαίου οι ανωτέρω συμβάσεις μισθώσεως έργου εξομοιώνονται με τις συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας.

Οι αιτιάσεις αυτές είναι απορριπτέες ως αβάσιμες. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο ερεύνησε το εργασιακό καθεστώς των αναιρεσιβλήτων πριν από την κατάταξή τους, κατά τις κοινές διατάξεις του εργατικού δικαίου, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των αρ.648,652, 681 ΑΚ ,του αρ.14 και 21 του ν. 2190/94 και του αρ.6 του ν. 2527/1997, ανεξάρτητα από τις ρυθμίσεις του αρ. 17 του Ν. 2839/2000.

Δεν στήριξε δηλαδή την παραδοχή του ως προς την εργασιακή σχέση των αναιρεσιβλήτων (σχέση εργασίας και όχι σύμβαση έργου) στο ότι κατά τη πιο πάνω διάταξη οι συμβάσεις μισθώσεως έργου εξομοιώνονται με τις συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, ούτε, άλλωστε, οι διατάξεις αυτές ρυθμίζουν την προϋπάρχουσα της κατατάξεως εργασιακή σχέση των αναιρεσιβλήτων, ώστε να δύναται να γίνει λόγος για παραβίαση της διατάξεως του αρ. 17 του Ν. 2839/2000, ως προς το εξεταζόμενο θέμα.

Επομένως, οι από το άρθρο 560 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. τρίτος και τέταρτος λόγος αναιρέσεως για παραβίαση της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 17 του Ν. 2839/2000, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Ως προς την αναφερόμενη στον τέταρτο λόγο παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 648 επ., 652, 681 ΑΚ (σε συνδυασμό με το αρ. 17 του Ν. 2839/2000), ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αόριστος, αφού δεν εκτίθεται κατά τι παραβίασε η προσβαλλόμενη απόφαση τις διατάξεις αυτές.

Κατά το μέρος που προβάλλεται στους πιο πάνω 3°, και 4° λόγους αναιρέσεως ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο παραβίασε εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 17 παρ. 1 και 3 του Ν. 2839/2000, σε συνδυασμό με το άρθρο 648 επ, 652, 681 του ΑΚ, οι αιτιάσεις αυτές είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, διότι η τυχόν εκ πλαγίου παραβίαση των διατάξεων αυτών δεν ιδρύει, κατ' αρ. 560 του ΚΠολΔ, λόγο αναιρέσεως κατά αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται επί εφέσεων κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων.

Το αναιρεσείον με τον πέμπτο, από το άρθρο 560 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. λόγο αναιρέσεως, προβάλλει ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο "παραβίασε ευθέως άλλως εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ". Ειδικότερα, αφού παραθέτει την παραδεκτώς ενώπιον του Δικαστηρίου της ουσίας υποβληθείσα ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος των αντιδίκων του, προβάλλει την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε την ένστασή του αυτή, δεχόμενη ότι "καταρχήν δεν υπήρξε αδράνεια αυτών, αφού όπως προαναφέρθηκε ήδη το 2002 υπέβαλαν αίτηση προς το εφεσίβλητο...Εξάλλου οι απαιτήσεις των εκκαλούντων αποτελούν ένα πολύ μικρό ποσοστό των συνολικών δαπανών του εφεσίβλητου για τη μισθοδοσία του προσωπικού του, οπότε δεν μπορεί να γίνει λόγος ότι αυτές θα αποτελέσουν δυσβάστακτο βάρος στον προϋπολογισμό του, ενώ τα άλλα πραγματικά περιστατικά που προβάλλονται προς θεμελίωση της ενστάσεως είναι νομικώς αδιάφορα".

Όμως, όπως αιτιάται το αναιρεσείον, "η προσβαλλόμενη αντιφάσκει με τα αναφερόμενα (φύλλο 5° σελ. 10) στο ιστορικό της, όπου αναφέρει ότι οι αναιρεσίβλητοι, ήδη από το έτος 1999 ορισμένοι δε εξ αυτών και προ του 1999 εργάζονταν στο Ίδρυμα μας. Οι αναιρεσίβλητοι στην αγωγή τους αναφέρουν ότι εργάζονται από του έτους 1997.

Επομένως υπήρξε πολυετής απασχόληση των αναιρεσίβλητων μέχρι την υποβολή αίτησης κατά το έτος 2002, διάστημα κατά το οποίο ουδέποτε αναζήτησαν τα επίδικα δώρα επιδόματα κλπ. Επιπροσθέτως η κρίση της προσβαλλόμενης περί του ότι οι απαιτήσεις τους αποτελούν ένα πολύ μικρό ποσοστό των συνολικών δαπανών του Ιδρύματος για τη μισθοδοσία του προσωπικού του, αφενός είναι αόριστη διότι δεν αναφέρει οποιοδήποτε στοιχείο (αριθμό υπαλλήλων ή ύψος μισθοδοσίας) αφετέρου είναι αβάσιμη σύμφωνα με όσα προαναφέραμε".

Οι αιτιάσεις όμως αυτές δύνανται να στηρίξουν αποκλειστικά και μόνο λόγο αναιρέσεως για ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες της αποφάσεως (άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ), ως προς την απόρριψη του πιο πάνω από το άρθρο 281 ΑΚ ισχυρισμού του αναιρεσείοντος και ουδεμία σαφή και ορισμένη αιτίαση προσάπτουν για ευθεία παραβίαση της διατάξεως αυτής.

Επομένως, με τις πιο πάνω αιτιάσεις ο προβαλλόμενος λόγος είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, αφού η τυχόν εκ πλαγίου παραβίαση του άρθρου 281 ΑΚ δεν ιδρύει, κατ' αρ. 560 του ΚΠολΔ, λόγο αναιρέσεως κατά αποφάσεως του πρωτοδικείου που εκδόθηκε επί εφέσεως κατά αποφάσεως του ειρηνοδικείου, όπως είναι η προσβαλλόμενη απόφαση.

Με τον έκτο, από το άρθρο 560 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. λόγο αναιρέσεως, το αναιρεσείον, προβάλλει ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο "παραβίασε ευθέως άλλως εκ πλαγίου τις διατάξεις του άρθρου 3 του α.ν. 539/1945 και 3 του ν. 4504/1966 και 1 παρ. 1 του ν. 1082/1980 και ΥΑ 19040/1981, διότι, όπως κατά λέξη αναφέρει "η προσβαλλόμενη μη νόμιμα υπολόγισε τα αιτούμενα ποσά και μη νόμιμα επεδίκασε τα ως άνω δώρα και επιδόματα ενώ από το με αριθ.

πρωτ. 1052/21-9-04 έγγραφο της Επιτροπής Ερευνών (το οποίο επικαλεστήκαμε πρωτοδίκως και κατ' έφεση ως σχετικό 9) αναφέρονταν ότι οι διαφορές στις αμοιβές των αντιδίκων οφείλονται είτε σε απασχόληση πέραν του ωραρίου, είτε σε περικοπές λόγω απουσίας. Από κανένα έγγραφο ή μαρτυρική κατάθεση δεν προσδιορίστηκε ο ακριβής χρόνος απασχόλησης ενός εκάστου των αντιδίκων, ώστε να είναι νόμιμος ο υπολογισμός των δώρων, επιδομάτων κλπ".

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού, όπως και εξ αυτού του λόγου προκύπτει, αλλά και από την παραδεκτή επισκόπηση των ενώπιον του πρωτοβαθμίου και του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου υποβληθεισών προτάσεων, δεν προτάθηκε ενώπιον των Δικαστηρίων αυτών (άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ, χωρίς να συντρέχει περίπτωση εξαιρέσεως εκ των αναφερομένων στη διάταξη αυτή).

Επιπλέον, ως λόγος από το άρθρο 560 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αόριστος, αφού δεν αναφέρεται σε τι συνίσταται η παραβίαση των μνημονευομένων διατάξεων , ενώ η προβαλλόμενη αιτίαση για εκ πλαγίου παραβίαση των διατάξεων αυτών δεν ιδρύει, όπως προαναφέρθηκε, παραδεκτό λόγο αναιρέσεως κατ' άρθρο 560 ΚΠολΔ.

Τέλος, ο αυτός λόγος, με την επίκληση δήθεν ισχυρισμού εμπεριεχόμενου σε αποδεικτικό έγγραφο και με την επίκληση ανυπαρξίας αποδεικτικών μέσων ως προς τον χρόνο απασχόλησης των αναιρεσιβλήτων, είναι απαράδεκτος και διότι με την επίφαση της ιδρύσεώς του από το άρθρο 560 αρ.1 ΚΠολΔ λόγου, πλήττει αληθώς την περί πραγμάτων αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως. Διάταξη περί δικαστικών εξόδων δεν τίθεται διότι οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της απουσίας τους, δεν υποβλήθηκαν σε έξοδα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 17-6-2008 αίτηση των 1) Α. Ρ., 2) Ν. Λ., 3) Π. Β., 4) Γ. Κ., 5) Μ. Μ., 6) Σ. Α., 7) Γ. Χ., 8) Ν. Β., 9) Μ. Σ., 10) Ε. Σ., 11)Ε. Δ., 12)Ε. Κ., 13) Κ. Κ., 14) Ι. Μ., 15) Δ. Δ., 16) Π. Π. 17) Α. Ρ., 18) Δ. Ρ. και 19) Ν. Κ. για αναίρεση της 5941/2007 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Ιουνίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Νοεμβρίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ