1595/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Τίγγα και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1595/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περαιτέρω κατά το άρθρο 367 παρ.1 περ.α'- δ' ΠΚ το άδικο των προβλεπομένων στα άρθρα 361 επ. του ίδιου Κώδικα πράξεων αίρεται, μεταξύ των άλλων περιπτώσεων που προβλέπονται στο άρθρο αυτό, και όταν πρόκειται για εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νόμιμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή σε ανάλογες περιπτώσεις (περ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1595 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1595/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Τίγγα και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 10 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κ. Χ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με την πληρεξουσία δικηγόρο του Παναγιούλα Κατσαμπάνη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. της Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Σέργιο Σακαλή, 2. Κ. Γ. του Δ., κατοίκου ... και 3. Α. Σ. του Γ., κατοίκου ..., οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο - Σέργιο Σακαλή.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9 Μαρτίου 2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 855/2008 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 6200/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 25 Ιουνίου 2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας, ανέγνωσε την από 28 Μαρτίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Η πληρεξουσία του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις για την προστασία του δικαιώματος της προσωπικότητας των άρθρων 57 και 59 Α.Κ. οι οποίες ορίζουν η μεν πρώτη ότι "όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον ... . Αξίωση αποζημίωσης σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται", η δε δεύτερη ότι "στις περιπτώσεις των δύο προηγούμενων άρθρων (μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και το άρθρο 57 Α.Κ.) το δικαστήριο με την απόφαση του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επί πλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί.
Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα ή σε οτιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις", σαφώς προκύπτει ότι ικανοποίηση για την ηθική βλάβη παρέχεται μόνον όταν συντρέχει και το στοιχείο της υπαιτιότητας, το οποίο ρητώς μνημονεύεται στην προαναφερθείσα διάταξη. Οι προπαρατιθέμενες διατάξεις έχουν εφαρμογή και στις περιπτώσεις παράνομων ενεργειών (πράξεων ή παραλείψεων), με τις οποίες προσβάλλεται η προσωπικότητα υπό οποιαδήποτε εκδήλωση της, ήτοι σωματική, ψυχική, πνευματική και κοινωνική (Ολ.ΑΠ 8/1998).
Περαιτέρω κατά το άρθρο 367 παρ.1 περ.α'- δ' ΠΚ το άδικο των προβλεπομένων στα άρθρα 361 επ. του ίδιου Κώδικα πράξεων αίρεται, μεταξύ των άλλων περιπτώσεων που προβλέπονται στο άρθρο αυτό, και όταν πρόκειται για εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νόμιμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή σε ανάλογες περιπτώσεις (περ.
γ' και δ'). Η τελευταία αυτή διάταξη (ΠΚ 367), για την ενότητα δικαίου της έννομης τάξης εφαρμόζεται αναλογικά και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, όπως αυτός οριοθετείται από τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 57-59 και 914 επ. ΑΚ. Επομένως, εφόσον αίρεται ο άδικος χαρακτήρας των προαναφερόμενων αξιόποινων πράξεων, αποκλείεται και το στοιχείο του παρανόμου της επιζήμιας συμπεριφοράς ως όρος της αντίστοιχης αδικοπραξίας του αστικού δικαίου, εκτός αν περιέχουν τα στοιχεία της συκοφαντικής δυσφημήσεως, καθώς και όταν από τον τρόπο της εκδήλωσης ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως.
Η προβολή περιπτώσεως του άρθρου 367 παρ. 1 του ΠΚ αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό, καταλυτικό της αγωγής του προσβληθέντος στην προσωπικότητα του (ένσταση), λόγω άρσεως του παρανόμου της προσβολής. Η προβολή δε από τον προσβληθέντα περιπτώσεως από το άρθρο 367 παρ. 2 του Π.Κ. αποτελεί αντένσταση κατά της ενστάσεως εκ του άρθρου 367 παρ. 1 (ΑΠ 1573/2005).
Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δίκ., αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση, σ' αυτόν έννοιας μη αληθινής (μη αρμόζουσας), είτε με εσφαλμένη (μη ορθή) εφαρμογή, που υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου εφαρμόζεται ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή δεν εφαρμόζεται ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και όταν εφαρμόζεται εσφαλμένα (Ολ.Α.Π. 7/2006, 4/2005).
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΛ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ. 1/1999, 28/1997, 12/1995).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως του νομικού συλλογισμού προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως, έστω και με συνοπτικές απολογίες, από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες οι ελλείψεις που ανάγονται στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αξιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς (Ολ.Α.Π. 661/1984).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, που είχε επίσης απορρίψει την αγωγή για επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως της ηθικής βλάβης του αναιρεσείοντος λόγω προσβολής της προσωπικότητάς του, συνεπεία ψευδούς καταμηνύσεώς του από τους δύο τελευταίους αναιρεσίβλητους-εναγόμενους, κατόπιν προτροπών και παραινέσεων της πρώτης αναιρεσίβλητης-εναγομένης, το Εφετείο, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Την 4-3-1996 εμφανίσθηκε στο υποκατάστημα ...
της πρώτης εναγομένης Τράπεζας ο Ε. Γ., πελάτης της, προκειμένου να ενημερώσει το βιβλιάριο των καταθέσεων του υπ' αριθμ. ... λογαριασμού του, που τηρούσε στο ως άνω υποκατάστημα, με τους τόκους του β' εξαμήνου του έτους 1995 και να πραγματοποιήσει ανάληψη 2.000.000 δραχμών. Τότε, όταν η ταμίας της Τράπεζας του παρέδωσε πίσω το ως άνω βιβλιάριο, ενημερωμένο, αυτός διαπίστωσε ότι υπήρχε μεγάλη διαφορά στο υπόλοιπο του λογαριασμού του, που αναγράφετο σ' αυτό, δεδομένου ότι το πραγματικό υπόλοιπο ανήρχετο στο ποσό των 100.000.000 δραχμών.
Αυτός απέστειλε αυθημερόν επιστολή στην εναγομένη Τράπεζα ζητώντας τις σχετικές εξηγήσεις και την άμεση αποκατάσταση του λογαριασμού του. Αμέσως η πρώτη εναγομένη Τράπεζα ανέθεσε στους δεύτερο και τρίτο εναγομένους, Βοηθό Επιθεωρητή και Υποδιευθυντή Επιθεώρησης αντίστοιχα, να ενεργήσουν σχετική έρευνα και στη συνέχεια να συντάξουν το πόρισμα αυτής.
Μετά ταύτα οι ως άνω εναγόμενοι, λαβόντες τη σχετική εντολή, όφειλαν να διαπιστώσουν εάν οι επίμαχες αναλήψεις από το ως άνω βιβλιάριο έγιναν από τον ίδιο τον πελάτη ή έστω με τη συμμετοχή του, άλλως, σε διαφορετική περίπτωση, να διαπιστώσουν από ποιον έγιναν. Σε εκτέλεση της ως άνω εντολής, οι δεύτερος και τρίτος εναγόμενοι, αφού άρχισαν να διερευνούν κάθε πτυχή της υπόθεσης αυτής, στη συνέχεια συνέταξαν το από 22-3-1996 απόρρητο υπηρεσιακό σημείωμα, το οποίο εγχείρησαν στην εναγόμενη Τράπεζα και στο οποίο αναφέρετο το ιστορικό των γενομένων αναλήψεων από τις καταθέσεις του προαναφερομένου Ε.
Γ.. Ειδικότερα, διαπιστώθηκε ότι την 6-9-1995 και περί ώρα 11.20 εμφανίστηκε στο υποκατάστημα της εναγομένης Τράπεζας, στην οδό ..., στην ..., ένα άγνωστο άτομο, το οποίο, αφού ισχυρίστηκε ψευδώς ότι ονομάζεται Ε. Γ. και ότι είναι συνδικαιούχος του ως άνω λογαριασμού, που ανήκε πράγματι στον Ε. Γ., ζήτησε την ανάληψη 3.000.000 δραχμών, προκειμένου να τα καταβάλει ως προκαταβολή για την εκ μέρους του αγορά ακινήτου, χωρίς όμως να προσκομίσει ως όφειλε, και το οικείο βιβλιάριο καταθέσεων, αλλά ούτε και την αστυνομική ταυτότητα του δικαιούχου του λογαριασμού, αλλά το άγνωστο αυτό άτομο επέδειξε στον υπάλληλο της εναγομένης Τράπεζας το υπ' αριθμ. ...
διαβατήριο στο όνομα Ε. Γ.. Η Διευθύντρια του υποκαταστήματος ... αποδέχθηκε αβίαστα τον ισχυρισμό του αγνώστου ατόμου ότι τα νομιμοποιητικά του έγγραφα τα είχε δήθεν ξεχάσει στην επαρχία και αρκεσθείσα μόνον στην επίδειξη του διαβατηρίου, το οποίο όμως στη συνέχεια αποδείχθηκε ότι ήταν πλαστό, και έδωσε στον άγνωστο το από αυτόν αιτηθέν ποσό των 3.000.000 δραχμών.
Το ίδιο άγνωστο άτομο παρουσιάσθηκε ξανά και περί ώρα 13.00 της ίδιας ημέρας και ζήτησε την ανάληψη επί πλέον ποσού 12.000.000 δραχμών. Τότε, και επειδή το ποσό ήταν μεγάλο, ο υπάλληλος του υποκαταστήματος αυτού Κ. Γ., με εντολή της Διευθύντριας του, ζήτησε επιβεβαίωση των στοιχείων αυτού και δη του αριθμού του ως άνω λογαριασμού και του ονόματος του πελάτη και έτσι επικοινώνησε με το υποκατάστημα του ..., όπου ετηρείτο ο επίδικος λογαριασμός, όπως προαναφέρθηκε, και δη με τον ενάγοντα, που ήταν Προϊστάμενος Ταμιολογιστών (CΗΙΕF ΤΕLLΕR) του υποκαταστήματος αυτού (...).
Ο τελευταίος αφού ανέφερε ότι υπήρχε μόνον ο αριθμός της ταυτότητας του καταθέτη στο οικείο καρτελίδιο του ανοίγματος του λογαριασμού και όχι διαβατηρίου, που είχε επιδείξει το άγνωστο πρόσωπο, στη συνέχεια επιβεβαίωσε τα λοιπά στοιχεία. Τελικά τα χρήματα δόθηκαν και δη 5.000.000 σε μετρητά και μία τραπεζική επιταγή 7.000.000 δραχμών.
Την επόμενη ημέρα (7-6-1995) και περί ώρα 13.30 εμφανίστηκε στο ίδιο υποκατάστημα ... το ίδιο άγνωστο πρόσωπο, και πάλι μόνο με το ως άνω διαβατήριο, και ζήτησε την ανάληψη ποσού 85.000.000 δραχμών. Τότε η Διευθύντρια του υποκαταστήματος αυτού προέβη σε τηλεφωνική επιβεβαίωση από το υποκατάστημα του ... και ως προς το ποσό, λόγω του σημαντικού του ύψους.
Έτσι μίλησε η ίδια και ο προαναφερθείς ταμίας στο τηλέφωνο με τον ενάγοντα, τονίζοντάς του ότι πρόκειται για ανάληψη 85.000.000 δραχμών, χωρίς βιβλιάριο και ταυτότητα. Τότε, σύμφωνα με τη δήλωση της Διευθύντριας, ο εναγόμενος απάντησε ότι "πρόκειται για πάρα πολύ καλό πελάτη και με μεγάλο υπόλοιπο" και της αναφέρθηκε ως υπόλοιπο ποσό άνω των 92.000.000 δραχμών.
Μετά ταύτα, ελλείψει επαρκών διαθεσίμων κεφαλαίων στην Τράπεζα τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή, παραδόθηκαν στο άγνωστο πρόσωπο 10.000.000 δραχμές σε μετρητά και 8 τραπεζικές επιταγές (7 των 10.000.000 δραχμών και 1 των 5.000.000 δραχμών). Τελικά εισπράχθηκαν και οι επιταγές αυτές. Στη συνέχεια οι εναγόμενοι αυτοί στο ως άνω πόρισμα τους αναφέρουν και ότι οι tellers του υποκαταστήματος ...
αρνήθηκαν κατηγορηματικά ότι έχουν κάποιο προσωπικό ενδιαφέρον να πληροφορηθούν το υπόλοιπο του επίμαχου λογαριασμού, ενώ ο Ν. Κ., ταμιολογιστής στο υποκατάστημα ..., δήλωσε ότι την 30-8-1995 (τέσσερις εργάσιμες ημέρες πριν από την πρώτη ανάληψη της 6-9-1995) ο ενάγων είχε πληκτρολογήσει ο ίδιος στο τερματικό του, προκειμένου να πληροφορηθεί το υπόλοιπο του λογαριασμού αυτού και ότι στη συνέχεια πήγε στο γραφείο του και ανέφερε το υπόλοιπο αυτό στο τηλέφωνο, γεγονός το οποίο ο ενάγων, ενώ αρνήθηκε αρχικά κάθε ενδιαφέρον του για το λογαριασμό, στη συνέχεια δεν το αμφισβήτησε, ενώ άφησε υπόνοιες για άλλους υπαλλήλους, καθώς και για τον ίδιο τον πελάτη.
Στη συνέχεια οι ίδιοι εναγόμενοι, και μετά από τη σχετική ερευνά τους, εξέφρασαν την άποψη ότι ο δράστης θα έπρεπε να έχει συνεργό κάποιο υπάλληλο -γνώστη του συστήματος ON LINE της Τράπεζας, ο οποίος πρέπει να εργάζετο στο υποκατάστημα του ..., αφού μόνον υπάλληλος μπορούσε να εντοπίσει και δη στις κρίσιμες ημερομηνίες (30-8-1995 λίγες ημέρες πριν την απάτη, όπως προαναφέρθηκε, την 6-9-1995 αμέσως μετά την ανάληψη των 12.000.000 δραχμών, την 14-9-1995, επομένη της ολοκλήρωσης της απάτες, ημέρα όμως κατά την οποία ο ενάγων απουσίαζε από το υποκατάστημα του ...
και την 1-12-1995, όταν εμφανίστηκε ο Ε. Γ. για άλλη συναλλαγή του στο υποκατάστημα αυτό και δη στον ενάγοντα), το συγκεκριμένο λογαριασμό, καθώς και να γνωρίζει διαρκώς το μεγάλο υπόλοιπο αυτού. Επίσης στην ως άνω απάτη συντέλεσε και το γεγονός ότι ο λογαριασμός ήταν από την αρχή σε ακινησία, ο δε δικαιούχος του απουσίαζε, κατά την περίοδο εκείνη, στην επαρχία, γεγονός που ο ενάγων γνώριζε.
Επίσης ήταν βέβαιο ότι, λόγω του ύψους του ποσού, θα εζητείτο οπωσδήποτε κάποια επιβεβαίωση ή πληροφορία από το υποκατάστημα του ... και τέλος ο δράστης θα γνώριζε ότι από την άλλη "μεριά του τηλεφώνου" θα ήταν συνεργάτης του. Εξάλλου, ο Ε. Γ., όπως δήλωσε και δεν αρνήθηκε ο ενάγων, είχε ενημερώσει τον τελευταίο ότι δεν σκόπευε να χρησιμοποιήσει τα χρήματα του λογαριασμού για επιχειρηματικούς λόγους, αλλά τον είχε παρακαλέσει να τον ειδοποιήσει αμέσως, μέσω του κινητού του τηλεφώνου, εάν παρουσιάζεται κάποια καλή μορφή τραπεζικής επένδυσης.
Κατόπιν η εναγομένη Τράπεζα, αφού έλαβε το διενεργηθέν, σύμφωνα με τις υποχρεώσεις που προβλέπονται από τον κανονισμό λειτουργίας της Διεύθυνσης Επιθεώρησης και τον Κώδικα Δεοντολογίας που διέπει τους επιθεωρητές, πόρισμα των λοιπών εναγομένων, απέδωσε το παρανόμως αναληφθέν χρηματικό ποσό στον Ε.
Γ. και στη συνέχεια κατέθεσε ενώπιον του αρμόδιου Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών την από 4-4-1996 μήνυσή της κατά αγνώστων δραστών. Στη συνέχεια με το υπ' αριθμ. 2626/2000 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, που μεταρρύθμισε το υπ' αριθμ. 1667/2000 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, ο ενάγων παραπέμφθηκε για να δικασθεί ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Κακουργημάτων) για την πράξη της άμεσης συνέργειας στην άδικη πράξη της απάτης κατ' εξακολούθηση σε βάρος της Τράπεζας, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια.
Σημειώνεται ότι το ως άνω βούλευμα το Συμβούλιο Εφετών αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία κατά της Διευθύντριας του υποκαταστήματος ..., ενώ έπαυσε ως προς όλους τους κατηγορουμένους οριστικά την ποινική δίωξη για τις πράξεις της πλαστογραφίας πιστοποιητικού και απιστίας (βλ. βούλευμα). Τελικά ο ενάγων κηρύχθηκε ένοχος με το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου, με την υπ' αριθμ. 652/2001 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (για κακουργήματα), καταδικασθείς σε ποινή φυλάκισης τριών (3) ετών, ενώ στη συνέχεια, κηρύχθηκε αθώος, κατά πλειοψηφία, με την υπ' αριθμ. 846/2004 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών".
Στη συνέχεια αναφέρονται ολόκληρες οι ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών ένορκες μαρτυρικές καταθέσεις των δύο τελευταίων εναγομένων, στις οποίες περιλαμβάνονται οι στα πλαίσια της εντολής της πρώτης αναιρεσίβλητης-εναγομένης από την έρευνα, που αυτοί διενήργησαν, πληροφορίες, που συνέλεξαν και οι στηριζόμενες στις πληροφορίες αυτές και στα αναμφισβήτητα γεγονότα της ανάληψης των χρημάτων από μη δικαιούχο με πλαστό διαβατήριο από διαφορετικό τραπεζικό κατάστημα εκείνου του ανοίγματος του λογαριασμού λογικές κρίσεις τους ως προς την ύπαρξη συνεργού του δράστη της απάτης εντός του καταστήματος έκδοσης του βιβλιαρίου καταθέσεων του πραγματικού δικαιούχου, με συγκλίνουσες τις σχετικές ενδείξεις στο πρόσωπο του ενάγοντος, προϊσταμένου καταθέσεων του υποκαταστήματος της πρώτης εναγομένης, όπου ανοίχθηκε ο αναφερόμενος τραπεζικός λογαριασμός του δικαιούχου Γ., πέρα από το πταίσμα της υπαλλήλου, από την οποία έγινε η ανάληψη και η οποία απολύθηκε από την εργασία της για το λόγο αυτό.
Τα πραγματικά περιστατικά και οι με αυτά συνδεόμενες λογικές κρίσεις των δύο τελευταίων αναιρεσιβλήτων - εναγομένων που δικαιολογούσαν το συμπέρασμα τους ότι συνεργός του φυσικού αυτουργού της απάτης σε βάρος της πρώτης αναιρεσίβλητης ήταν (και) ο αναιρεσείων-ενάγων συνοψίζονται στο ότι ο τελευταίος:
α)Κατά τις διαβεβαιώσεις του δικαιούχου του λογαριασμού Γ. ήταν ο μοναδικός υπάλληλος του υποκαταστήματος (...) έκδοσης του λογαριασμού του, με τον οποίο ήρθε σε επαφή. β)Γνώριζε ότι έλειπε (ο δικαιούχος) στην επαρχία κατά τους κρίσιμους χρόνους ανάληψης των χρημάτων του από μη δικαιούχο (με απάτη) και ότι ο δικαιούχος Γ., όπως κατά το άνοιγμα του λογαριασμού του τον διαβεβαίωσε, - προόριζε τα χρήματά του για αποταμίευση ή επωφελέστερη αξιοποίησή τους σε κάποιο επενδυτικό πρόγραμμα της θεματοφύλακα τράπεζας και όχι για ανάληψή τους χάριν άλλων επενδύσεων.
γ)Παρέλειψε, όταν κλήθηκε από την προϊσταμένη του Υποκ/τος διαδοχικών αναλήψεων από μη δικαιούχο των χρημάτων, δύο τουλάχιστον φορές τηλεφωνικά, για πληροφορίες ως προς το αν έπρεπε να δοθεί πίστη στον κάτοχο διαβατηρίου με τα στοιχεία ταυτότητας του δικαιούχου, να ζητήσει να συνομιλήσει με τον παριστάμενο κάτοχο του διαβατηρίου-εφόσον ήταν γνωστός του και "πολύ καλός πελάτης με μεγάλο υπόλοιπο",- του οποίου μάλιστα το μέγεθος είχε μεριμνήσει (χωρίς εμφανή αποχρώντα λόγο) να προενημερωθεί από το εσωτερικό σύστημα πληροφόρησης της τράπεζας- ώστε να επιβεβαιώσει, αν ο κάτοχος αυτός του μη επιδειχθέντος κατά το άνοιγμα του λογαριασμού του διαβατηρίου ήταν ο πραγματικός δικαιούχος του λογαριασμού και γιατί κατέστη ανακόλουθος με τις υποσχέσεις του για μη επένδυση της κατάθεσής του εκτός τραπεζικού συστήματος, εάν δε η προσπάθειά του απέβαινε αναποτελεσματική, να ζητήσει να γίνει η αναγνώριση με προσέλευση του κατόχου του διαβατηρίου στο Υποκ/μα έκδοσης του τραπεζικού βιβλιαρίου καταθέσεων του δικαιούχου Γ..
δ) Καταγγέλθηκε η σύμβαση εργασίας αυτού (αναιρεσείοντος) με την από 21-1-1999 έγγραφη καταγγελία της πρώτης αναιρεσίβλητης, λόγω διαπιστωμένης, από έκτακτο δειγματοληπτικό έλεγχο με αφορμή την ως άνω απάτη, εμπλοκής του σε υπόθεση πλαστογραφίας με χρήση κατ' εξακολούθηση και εκμετάλλευση εμπιστευμένου βιβλιαρίου τραπεζικής κατάθεσης του αδελφού του, κατά το από 26-8-1994 έως 30-3-1995 χρονικό διάστημα, η δε αγωγή του αναιρεσείοντος για αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας απορρίφθηκε αμετάκλητα με την 6870/2001 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Συνεχίζει δε το Εφετείο με τις εξής σκέψεις: "Αποδείχθηκε ότι τα όσα πραγματικά γεγονότα κατέθεσαν οι εναγόμενοι στο ακροατήριο των ποινικών δικαστηρίων, ήταν αποτέλεσμα της έρευνας που αυτοί διεξήγαγαν, στο πλαίσιο της επιθεώρησης κατά τη σύνταξη της αναφοράς τους, εφαρμόζοντας κατά γράμμα την αρχή δεοντολογίας και τους κανόνες που διέπουν το σύστημα εσωτερικού ελέγχου, χωρίς να επηρεαστούν από την Τράπεζα και τα οποία (γεγονότα) βασίζοντο σε μαρτυρίες τρίτων προσώπων, τα οποία και κατονομάζονται ως η πηγή των πληροφοριών τους.
Μάλιστα τα γεγονότα αυτά επιβεβαιώνονται και από τα ως άνω άτομα (Γ. και Ν.Κ.). Επίσης οι εναγόμενοι κατέθεσαν αξιολογικές κρίσεις και συμπεράσματα, στα οποία είχαν καταλήξει από την ως άνω έρευνα, ενώ δεν κατέθεσαν και κάποιο πραγματικό γεγονός, που είχε υποπέσει στην άμεση αντίληψη τους σχετικά με (τυχόν παράνομη) συμπεριφορά του ενάγοντος, ώστε να θεωρηθεί, σε κάθε περίπτωση, ότι αυτοί κατέθεσαν εν γνώσει τους ψευδή γεγονότα ως αληθή.
Έτσι οι εναγόμενοι δεν διέπραξαν το αδίκημα της ψευδορκίας μάρτυρα, καταθέσαντες ενόρκως εν γνώσει τους ψευδή γεγονότα ως αληθή, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο ενάγων, ενώ, μετά ταύτα, δεν μπορεί να γίνει λόγος ότι στην πράξη τους αυτή προέβησαν μετά από έντονες προτροπές και πιέσεις της εναγομένης Τράπεζας, προκειμένου να επιτύχει την καταδίκη του ενάγοντος, όπως διατείνεται ο ίδιος, ώστε να εξασφαλιστεί η νομιμότητα της προαναφερθείσας καταγγελίας σύμβασης εργασίας αυτού (ενάγοντος) εκ μέρους της Τράπεζας.
Εξάλλου αποδείχθηκε ότι η κατάθεση των εναγομένων έλαβε χώρα από δικαιολογημένο ενδιαφέρον και στο πλαίσιο της υποχρέωσης της Τράπεζας να ενεργεί τακτικούς και έκτακτους ελέγχους για την ασφάλεια των συναλλαγών και ειδικότερα προς το συμφέρον της εναγομένης Τράπεζας προς διακρίβωση της αλήθειας σχετικά με την παράνομη ανάληψη ενός τόσο σημαντικού ύψους ποσού, το οποίο μάλιστα στη συνέχεια η Τράπεζα αναγκάστηκε να αποδώσει στο δικαιούχο του λογαριασμού και ως εκ τούτου ο ισχυρισμός των εναγομένων για περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 367 παρ. 1 Π.Κ.
κρίνεται και ως ουσιαστικά βάσιμος. Αντίθετα δεν αποδείχθηκε ότι από την ως άνω συμπεριφορά των εναγομένων προκύπτει σκοπός εξύβρισης του ενάγοντος, απορριπτόμενου ως αβασίμου του σχετικού ισχυρισμού".
Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης, (που είχε επίσης απορρίψει την αγωγή του) δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 932, 346 ΑΚ, 367 του ΠΚ, καθ' όσον διέλαβε στον υπαγωγικό συλλογισμό του επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες καθιστώντας εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς τη μη συνδρομή των προϋποθέσεων προσβολής της προσωπικότητας του αναιρεσείοντος από τις υπαγορευμένες από δικαιολογημένο ενδιαφέρον των δύο τελευταίων αναιρεσιβλήτων, ως εντολοδόχων της πρώτης αναιρεσίβλητης τράπεζας, ενέργειες για τη διαπίστωση των συνθηκών καταβολής ενός σημαντικού χρηματικού ποσού σε μη δικαιούχο καταθέτη αυτού και την εμπλοκή υπαλλήλων της τράπεζας στην απάτη, όπως και για τη μη ύπαρξη σκοπού εξύβρισης του αναιρεσείοντος.
Ειδικότερα αναφέρονται στο αποδεικτικό πόρισμα του Εφετείου: 1)Ότι τα γεγονότα που ανέφεραν στο πόρισμα διοικητικού ελέγχου οι εντεταλμένοι από την πρώτη από τους αναιρεσιβλήτους δύο λοιποί από αυτούς, όπως και εκείνα που κατέθεσαν ως μάρτυρες στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων, με κατηγορούμενο τον αναιρεσείοντα για συμμετοχή σε απάτη, στηρίζονταν σε (αξιόπιστες) μαρτυρίες τρίτων προσώπων, μεταξύ των οποίων και ο παθών και όχι σε δική τους αντίληψη ούτε κατόπιν προτροπών και παραινέσεων της πρώτης αναιρεσίβλητης, ώστε να μπορεί να στηριχθεί κρίση είτε ότι τα κατατεθέντα ήταν εντελώς αναληθή, είτε στο βαθμό που υπήρξε ανακρίβεια, ότι εκείνοι γνώριζαν την αναλήθεια των γεγονότων αυτών και συνεκδοχικά ότι υπέπεσαν στο ποινικό αδίκημα της ψευδορκίας, όπως διατείνεται ο αναιρεσείων. 2) Ότι ήταν αναπόσπαστα συνδεδεμένες με τα γεγονότα, που ανέφεραν στα πλαίσια της έρευνας που διενήργησαν οι δύο τελευταίοι αναιρεσίβλητοι, οι κρίσεις αυτών για αξιόμεμπτη εμπλοκή στην απάτη σε βάρος της πρώτης αναιρεσίβλητης και του αναιρεσείοντος τότε υπαλλήλου της, ενόψει της προσωπικής γνωριμίας του με τον πραγματικό δικαιούχο του επίμαχου τραπεζικού λογαριασμού και της γνώσης του για τον μακροπρόθεσμο αποταμιευτικό σκοπό της κατάθεσης του δικαιούχου, της απουσίας του στην επαρχία, όπως και της προενημέρωσης εκείνου (αναιρεσείοντος) λίγο πριν από τις δύο τελευταίες αναλήψεις σημαντικών ποσών με τη χρήση πλαστογραφημένου διαβατηρίου του δικαιούχου, για το ακριβές μέγεθος του υπολοίπου της κατάθεσης, σε συνδυασμό με την παράλειψη αυτού (αναιρεσείοντος) να επωφεληθεί της τηλεφωνικής κλήσης, από την προϊσταμένη του Υποκ/ματος αναλήψεως των χρημάτων, προς αυτόν για επαλήθευση της ταυτότητας του παρισταμένου κατόχου του διαβατηρίου και να ζητήσει να συνομιλήσει με αυτόν προς διασκέδαση των εύλογων αμφιβολιών ως προς την πραγματική ταυτότητά του, όπως θα έπραττε οποιοσδήποτε μετρίως συνετός τραπεζικός υπάλληλος στη θέση του, αντί να προκρίνει την υπεκφυγή από αυτό το καθήκον με καθησυχαστικές διαβεβαιώσεις έμμεσης ενθάρρυνσης των υπαλλήλων του Υποκ/τος πληρωμής να προκρίνουν την "εξυπηρέτηση" του κατόχου του (πλαστού) διαβατηρίου, χωρίς την εξακρίβωση της ταυτοπροσωπείας του με τον πραγματικό δικαιούχο του Υποκ/τος έκδοσης του βιβλιαρίου καταθέσεων, με τη δικαιολογία ότι ήταν "πολύ καλός πελάτης και με μεγάλο υπόλοιπο". 3) Ότι κατά τη βάσιμη περί τούτου ένσταση των αναιρεσιβλήτων (άρθρο 367 παρ.1 ΠΚ) συντρέχει λόγος άρσης του άδικου χαρακτήρα για τις δυσμενείς κρίσεις των δύο τελευταίων από αυτούς ως προς τον αναιρεσείοντα που περιέλαβαν στο πόρισμά τους προς την πρώτη αναιρεσίβλητη, ενόψει του προς αυτή υπηρεσιακού τους καθήκοντος, οι δε ανάλογες κρίσεις στις ένορκες καταθέσεις τους ενώπιον του ποινικού Δικαστηρίου ήταν επιβεβλημένες από το καθήκον αληθείας, που ενυπάρχει στη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 224 παρ.2 ΠΚ, ενώ δεν είχε σχέση το ως άνω πόρισμα, όπως και η ένορκη κατάθεση των δύο τελευταίων αναιρεσιβλήτων στο Ποινικό Δικαστήριο, με τα περιστατικά που ανέφερε η πρώτη αναιρεσίβλητη στην καταγγελία της σύμβασης εργασίας με τον αναιρεσείοντα. 4) Ότι οι ανωτέρω κρίσεις των δύο τελευταίων αναιρεσιβλήτων για εμπλοκή του αναιρεσείοντος στην απάτη σε βάρος της πρώτης αναιρεσίβλητης, δεν συνιστούσαν εξύβριση, διότι δεν υπερέβαιναν το από τις περιστάσεις ενδεικνυόμενο μέτρο ούτε υπήρχε σκοπός εξυβρίσεως, η δε σχετική από το άρθρο 367 παρ.2 ΠΚ αντένσταση του αναιρεσείοντος-ενάγοντος ήταν ουσιαστικά αβάσιμη.
Επομένως οι αντίθετοι από το άρθρο 559 αρ.1 και 19 του ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων(άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δικ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25-6-2010 αίτηση του Κ. Χ. για αναίρεση της 6.200/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 24 Οκτωβρίου 2011.Και,
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Νοεμβρίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ