Legislator Case Law & Legislation
1595/2008 AI generated

1595/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1595/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Μαΐου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: ......., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Πάλλη.

Legislator headnote

AI generated

1595/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως ο ως άνω λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος και ως τέτοιος πρέπει να γίνει δεκτός. Με ταύτα, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρ. 580 § 3 ΚΠολΔ).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1595 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1595/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου), Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Χαράλαμπο Παπαηλιού και Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Μαΐου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

A. Του αναιρεσείοντος: ......., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Πάλλη.

Των αναιρεσίβλητων: 1. ...., 2. ...., 3. ......, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Φίλιππο Χαμαλέλη και Βασιλική Κεφαλοπούλου και 4. ....., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Παπαδόπουλο.

B. Των αναιρεσειόντων: 1. ...., 2. ..... και 3. ......., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Φίλιππο Χαμαλέλη και Βασιλική Κεφαλοπούλου.

Των αναιρεσίβλητων: 1. ......, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Πάλλη και 2. ......, ως καθολικών διαδόχων του αποβιώσαντος Ψ, η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Παπαδόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-1-2001 αγωγή των ήδη τριών πρώτων α.αναιρεσιβλήτων-β.αναιρεσειόντων και την από 26-6-2001 αγωγή της Ψ4, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1577/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 2722/2004, 6235/2005 προδικαστικές, 1689/2006 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν Α) ο αναιρεσείων με την από 10-7-2006 αίτησή του και β) οι αναιρεσείοντες με την από 20-7-2006 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Παπαηλιού ανέγνωσε την από 12-5-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτές οι από 10-7-2006 και 20-7-2006 αιτήσεις αναιρέσεως, η πρώτη για τους πρώτο, τέταρτο, πέμπτο και έκτος λόγους και να απορριφθεί για τους υπόλοιπους, η δε δεύτερη και για τους δύο λόγους της. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Οι από 10-7-2006 και 20-7-2006 δύο αντίθετες αιτήσεις για αναίρεση της 1689/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, πρέπει να συνεκδικασθούν, αφού με αυτές προσβάλλεται η ίδια απόφαση από τους ίδιους διαδίκους και έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων (άρθρ. 246 ΚΠολΔ).

Ι.- Επί της από 10-7-2006 αιτήσεως αναιρέσεως.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της άνω διατάξεως, είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεώς τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως (Ολ.

ΑΠ 11/1996). Εξάλλου, κατά τη διάταξή του άρθρου 559 αριθμ. 9 του ίδιου Κώδικα, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον από το άρθρο 559 αριθμ. 8β και 9β ΚΠολΔ πρώτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη της πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν.

Από την επισκόπηση της από 10-1-2001 αγωγής συμπληρώσεως της νομίμου μοίρας των τριών πρώτων αναιρεσιβλήτων κατά του αναιρεσείοντος, και της τέταρτης των αναιρεσιβλήτων, προκύπτει ότι μεταξύ των ακινήτων που άφησε ο αποβιώσας στις 28-1-1999, πατέρας των ανωτέρω διαδίκων και σύζυγος από δεύτερο γάμο της τέταρτης των αναιρεσιβλήτων, Ψ, ήσαν και α) ένα ισόγειο κατάστημα, με στοιχεία ΙΣΑ, επιφανείας 139,41 τ.μ.

β) μία ισόγεια αποθήκη, με στοιχεία ΙΣ-ΒΙ, επιφάνειας 26,40 τ.μ. γ) μία οριζόντια ιδιοκτησία, με στοιχεία ΙΑ, επιφάνειας 649,76 τ.μ. και δ) μία υπόγεια αποθήκη, με στοιχεία ΥΠ1, επιφάνειας 13 τ.μ. Από την προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία εξαφάνισε κατόπιν εφέσεως των αναιρεσιβλήτων την πρωτόδικη απόφαση, που είχε απορρίψει ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την αγωγή τους, έγινε δεκτό και προκύπτει από την ίδια την απόφαση (άρθρ. 562 παρ. 2 εδ.

β' ΚΠολΔ), ότι τα ανωτέρω ακίνητα είχαν επιφάνεια 149,95 τ.μ., 27,30 τ.μ., 759,86 τ.μ. και 61,42 τ.μ. αντίστοιχα, δηλ. επιφάνειες μεγαλύτερες από εκείνες που αναφέρονταν στην αγωγή, στοιχεία όμως τα οποία δεν είχαν διορθωθεί με τις πρωτόδικες προτάσεις των αναιρεσιβλήτων, όπως προκύπτει από την επισκόπηση αυτών. Με αυτόν τον τρόπο το Εφετείο, αφενός δεν έλαβε υπόψη του την ιστορική βάση της αγωγής, σε σχέση με τα αναφερόμενα τετραγωνικά μέτρα των ως άνω ακινήτων, που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφετέρου επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν, αφού με βάση τα μέτρα αυτά που δέχθηκε, υπολόγισε την αξία των ακινήτων και, περαιτέρω, το ποσοστό της νόμιμης μοίρας που έπρεπε ο καθένας από τους από τους τρεις πρώτους αναιρεσιβλήτους να λάβει.

Επομένως ο πρώτος λόγος αναιρέσεως και κατά τα δυο ως άνω σκέλη είναι βάσιμος.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1831 παρ. παρ. 1 και 2 ΑΚ, ο υπολογισμός της νόμιμης μοίρας γίνεται με βάση την κατάσταση και την αξία της κληρονομίας κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου, αφού αφαιρεθούν τα χρέη και οι δαπάνες της κηδείας και της απογραφής της κληρονομίας. Στην κληρονομία προσθέτονται, με την αξία που είχαν κατά το χρόνο της παροχής, οτιδήποτε ο κληρονομούμενος παραχώρησε, όσο ζούσε, χωρίς αντάλλαγμα σε μεριδούχο είτε με δωρεά, είτε με άλλο τρόπο και επίσης οποιαδήποτε δωρεά που ο κληρονομούμενος έκανε στα τελευταία δέκα χρόνια πριν από το θάνατό του, εκτός αν την επέβαλαν λόγοι ευπρεπείας ή ιδιαίτερο ηθικό καθήκον.

Εξάλλου, στη νόμιμη μοίρα καταλογίζονται οι παροχές σε μεριδούχο με την αξία που είχαν όταν έγιναν, εφόσον προσθέτονται στην κληρονομία σύμφωνα με το άρθρο 1831, εκτός αν κληρονομούμενος όρισε διαφορετικά όταν έδωσε την παροχή. Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι κατά την άθροιση των χαριστικών παροχών για την εξεύρεση της πλασματικής κληρονομίας, ενώ υπολογίστηκε η αξία των δοθεισών εν ζωή λόγω δωρεάς από τον διαθέτη προς τον αναιρεσείοντα υιόν του μετοχών στο ποσό των 135.591.000 δρχ., περαιτέρω κατά τη γενική άθροιση της αξίας των διαφόρων παροχών από μέρους του διαθέτη προστίθεται αντί του ποσού των 135.591.000 δρχ., το ποσό των 192.190.400 δρχ.

Περαιτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ αφαίρεσε την αξία κάθε χαριστικής παροχής από τον αριθμητή του κλάσματος που σχημάτισε, σε σχέση με τον καθένα από τους τρεις αναιρεσίβλητους, που αναφερόταν στο ποσό της νόμιμης μοίρας με βάση την αξία της πλασματικής κληρονομίας, αφαίρεσε, περαιτέρω, το ίδιο ποσό κα από τον παρονομαστή του κλάσματος, που αναφερόταν στην πραγματική αξία της κληρονομίας, με αποτέλεσμα να εξάγεται ποσοστό δικαιώματος νομίμου μοίρας μεγαλύτερο από εκείνο που έπρεπε να είναι για τον καθένα από αυτούς.

Έτσι, το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατ' ορθή υπαγωγή, για αντιφατικές αιτιολογίες, σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, επομένως, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως και για τις δύο αυτές περιπτώσεις είναι βάσιμος.

ΙΙ. Επί της από 20-7-2006 αιτήσεως αναιρέσεως.

Από τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. παρ. 1 και 2 του ν. 5368/ 1932 περί καταθέσεως σε κοινό λογαριασμό, όπως αυτός αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν. δ 751/1971 και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 124 περ. Δ στοιχ. α' ν.δ 118/1973, σε συνδυασμό με τι διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 του ν.δ της 17.7/13-8-1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών", 411,489,490,491 και 493 ΑΚ, προκύπτει ότι σε περίπτωση χρηματικής καταθέσεως επ' ονόματι του ίδιου του καταθέτη και τρίτου ή τρίτων σε κοινό λογαριασμό και ανεξαρτήτως του αν τα κατατεθέντα χρήματα ανήκαν σε όλους υπέρ των οποίων έγινε η κατάθεση ή σε μερικούς από αυτούς, παράγεται μεταξύ του καταθέτη και του τρίτου αφενός και του δέκτη της καταθέσεως (Τράπεζας) αφετέρου ενεργητική εις ολόκληρον ενοχή, με αποτέλεσμα η ανάληψη των χρημάτων της καταθέσεως (ολικώς ή μερικώς) από έναν από τους δικαιούχους να γίνεται εξ ιδίου δικαίου, εάν δε αναληφθεί ολόκληρο το ποσό της χρηματικής καταθέσεως από έναν μόνο δικαιούχο, επέρχεται απόσβεση της απαιτήσεως καθ' ολοκληρίαν έναντι της Τράπεζας και ως προς τον άλλον, ήτοι τον μη αναλαβόντα δικαιούχο, ο οποίος αποκτά απαίτηση έναντι εκείνου που ανέλαβε ολόκληρη την κατάθεση, για καταβολή ποσού ίσου προς το μισό της καταθέσεως, εκτός εάν από τη μεταξύ τους εσωτερική σχέση προκύπτει άλλη αναλογία ή δικαίωμα επί ολοκλήρου του ποσού.

Εξάλλου, κατ' άρθρο 117 του Εισ.Ν.ΑΚ, σε περίπτωση χρηματικής κατάθεσης σε κοινό λογαριασμό του νόμου 5638 της 31 Αυγούστου/7 Σεπτεμβρίου 1932 "περί καταθέσεως εις κοινόν λογαριασμόν", η κατάθεση αν με αυτήν πραγματοποιήθηκε δωρεά, κρίνεται ως προς το δίκαιο της νόμιμης μοίρας ως δωρεά, εφόσον πρόκειται για κληρονομία καταθέτη που πέθανε μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, προβάλλεται η αιτίαση, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1710 παρ. 1, 1831 ΑΚ, 3 του ν. 5638/1932 και 117 Εισ.ΝΑΚ, τις οποίες δεν εφάρμοσε, ενώ έπρεπε. Από την επισκόπηση της αγωγής των αναιρεσειόντων κατά των αναιρεσιβλήτων προκύπτει, ότι αυτοί ιστορούσαν και ζητούσαν να συνυπολογισθούν προς εξεύρεση της νομίμου μοίρας τους και οι εκ 5.337.289 δρχ.

σε κοινό λογαριασμό καταθέσεις στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδας του διαθέτη με τον πρώτο αναιρεσίβλητο υιόν του, ως και οι εκ 39.761.374 δρχ. σε κοινό λογαριασμό καταθέσεις των ιδίων στην Τράπεζα Πίστεως, τα οποία χρήματα ήσαν δωρεές του διαθέτη προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο, ο οποίος ανέλαβε όλα τα χρήματα με διαδοχικές αναλήψεις προ του θανάτου του διαθέτη.

Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι το Εφετείο απέρριψε ως μη νόμιμο το αίτημα αυτό, με την αιτιολογία ότι τα χρήματα αυτά δεν περιλαμβάνονται στην κληρονομιαία περιουσία, ανήκουν στην κυριότητα του πρώτου εναγομένου, αφού, όταν υπάρχει κοινός λογαριασμός, χρήση αυτού μπορεί να κάνει είτε ο ένας είτε ο άλλος δικαιούχος, χωρίς να είναι αναγκαία η σύμπραξη αμφοτέρων.

Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο παραβίασε ευθέως τη διάταξη του άρθρου 117 του ΕισΝΑΚ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 1710 παρ. 1, 1831 και 1 παρ. παρ. 1 και 2 του ν. 5638/1932, τις οποίες δεν εφάρμοσε, ενώ θα έπρεπε, διότι είναι άλλο το ζήτημα ο τρόπος αναλήψεως των χρημάτων από κοινό λογαριασμό και η απαλλαγή της Τράπεζας σε περίπτωση καταβολής των χρημάτων από κοινό λογαριασμό σε ένα δικαιούχο, άλλο είναι το ζήτημα αν οι κληρονόμοι του αποθανόντος μπορούν να αξιώσουν από αυτόν που εισέπραξε τα χρήματα το τμήμα εκείνο της καταθέσεως που αναλογεί στο δικαιοπάροχό τους, με βάση τις εσωτερικές σχέσεις των καταθετών και είναι άλλο, τέλος, το ζήτημα της γενόμενης εν ζωή απόμέρους του αποβιώσαντος με την κατάθεση σε κοινό λογαριασμό δωρεάς προς τον άλλο συνδικαιούχο του λογαριασμού, το οποίο ζήτημα κρίνεται κατά τις διατάξεις της νόμιμης μοίρας, εφόσον πρόκειται για κληρονομία καταθέτη που πέθανε μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα.

Επομένως, ο ως άνω από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1167,1168,1710 και 1831 εδαφ. πρώτο του ΑΚ, συνάγεται ότι η επικαρπία επί ενός πράγματος που ανήκει στον κληρονομούμενο, η οποία επανέρχεται με τον θάνατό του στον ψιλό κύριο του πράγματος, έπεται ότι, εφόσον ο ψιλός κύριος είναι συγχρόνως και κληρονόμος του επικαρπωτή, η επικαρπία αποτελεί στοιχείο της κατά το χρόνο του θανάτου αυτού καταλειπόμενης κληρονομικής περιουσίας του και λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό της νομίμου μοίρας των μεριδούχων κατά την αξία που είχε η επικαρπία κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου επικαρπωτή.

Με τον δεύτερο από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1167,1168,1710 και 1831 εδ. α' του ΑΚ, τις οποίες εσφαλμένα εφάρμοσε. Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι ενώ αυτή δέχεται ότι η αγορά με το .....

συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Ιφιγένειας Χριστιά - Μπλή από μέρους της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων, συζύγου του κληρονομουμένου, οικοπέδου στην ..... Αττικής, έγινε αποκλειστικά με χρήματα του κληρονομουμένου, δηλ. ότι συνήφθη δωρεά του τιμήματός του από τον κληρονομούμενο προς τη σύζυγό του, και ότι οι πέντε οικοδομές που ανεγέρθησαν επί του οικοπέδου έγιναν αποκλειστικά με χρήματα του κληρονομουμένου, που δωρήθηκαν στη σύζυγό του, περαιτέρω κατά τον υπολογισμό της κληρονομιαίας περιουσίας, αφαιρεί την αξία της επικαρπίας του 50% εξ αδιαιρέτου επί των ακινήτων κατά το χρόνο των ως άνω παροχών, ενόψει του ότι το οικόπεδο περιήλθε στη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων κατά πλήρη κυριότητα σε ποσοστό 50% και κατά το υπόλοιπο 50% εξ αδιαιρέτου κατά την ψιλή κυριότητα, η δε επικαρπία κατά 50% στον κληρονομούμενο, χωρίς, ακολούθως, να υπολογίσει, κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου, την αξία της επικαρπίας, που αποτελεί στοιχείο της κατά το χρόνο του θανάτου αυτού καταλειπόμενης κληρονομικής περιουσίας, εφόσον η δεύτερη αναιρεσίβλητη ως ψιλή κυρία ήταν συγχρόνως και κληρονόμος του επικαρπωτή Ψ, σύμφωνα με τα όσα προεκτίθενται.

Το ίδιο ισχύει και για την παρακράτηση της επικαρπίας στις γονικές παροχές που έκανε εν ζωή ο κληρονομούμενος Ψ προς τον πρώτο των αναιρεσιβλήτων υιόν του, με βάση τα .... και ....... συμβόλαια της συμβολαιογράφου Αθηνών 'Ακληστης Ανδρικοπούλου, με τα οποία μεταβίβασε την ψιλή κυριότητα των περιγραφόμενων στην αναιρεσιβαλλόμενη ακινήτων, χωρίς να γίνει από αυτή υπολογισμός της αξίας της επικαρπίας κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου.

Επομένως ο ως άνω λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος και ως τέτοιος πρέπει να γίνει δεκτός. Με ταύτα, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρ. 580 § 3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Συνεκδικάζει τις από 10-7-2006 και 20-7-2006 αντίθετες αιτήσεις των διαδίκων για αναίρεση της 1689/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Αναιρεί τη 1689/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την απόφαση που αναιρέθηκε. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στην από 10-7-2006 αίτηση αναιρέσεως στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ, και τους αναιρεσίβλητους στην από 20-7-2006 αίτηση αναιρέσεως στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ομοίως ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ.-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Ιουνίου 2008.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Ιουλίου 2008.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ