Legislator Case Law & Legislation
1595/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility of first-instance rulings and unproven evidence errors.

Case Number 1595/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the First Instance and Court of Appeal decisions regarding a will dispute. The appellants argued the lower court failed to consider specific witness testimonies and expert reports while relying on unsubmitted evidence. The court rejected these claims because the appellate judgment explicitly confirmed it had reviewed all submitted evidence, including the specific experts and witnesses cited by the appellants.

Legislator headnote

AI generated

Art. 553(1) of the Code of Civil Procedure; Art. 1721(1) of the Civil Code: An appeal against a first-instance judgment is inadmissible if the appeal against the second-instance judgment is rejected in substance, as the second-instance judgment incorporates the first-instance judgment and concludes the trial; a will must be written entirely by hand, dated, and signed by the testator, requiring proof of the entire content's handwriting, not just the signature.

Keywords

AI generated
inadmissibility of appeal second instance judgment handwritten will requirements evidence review standard appellate court reasoning

Cited Legislation

AI generated
Art. 553(1) of the Code of Civil Procedure
Art. 1721(1) of the Civil Code

Cited Case Law

AI generated
OLAP 498/1978

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1595 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1595/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλέξανδρο Κασιώλα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Βασίλειο Νικόπουλο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Δημήτριο Κανελλόπουλο και Γεώργιο Καπερώνη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαΐου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1).... και 2) ..... Η μεν 1η εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Βασίλειο Καπερνάρο και Ηλία Κωνσταντόπουλο, η δε 2η παραστάθηκε με τους ανωτέρω πληρεξούσιους δικηγόρους της.

Της αναιρεσίβλητης: .... ατομικώς και με την ιδιότητά της ως ασκούσα τη γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου της ... , η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γρηγόρη-Ευάγγελο Καλαβρό.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-7-2000 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Νάξου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8/2001 μη οριστική,32/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 310/2005 του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση των ανωτέρω αποφάσεων ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 10-10-2005 αίτησή τους και τους από 10-12-2005 προσθέτους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Καπερώνης ανέγνωσε την από 20-1-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των από 10-10-2005 αιτήσεως αναιρέσεως και από 10-12-2005 προσθέτων λόγων αναιρέσεως. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή των, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από τη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι αν γίνει δεκτή κατά τύπους η έφεση και απορριφθεί κατ΄ ουσία ή αν γίνει δεκτή κατ΄ ουσία και εξαφανισθεί η πρωτόδικη απόφαση, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η εφετειακή απόφαση, στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη, διότι με αυτή περατώνεται οριστικά η δίκη. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη εφετειακή απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε κατά τύπους την έφεση των ήδη αναιρεσειουσών κατά των συμπροσβαλλομένων πρωτοδίκων αποφάσεων και την απέρριψε κατ΄ ουσία. Επομένως, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, ως προς το μέρος της, που στρέφεται κατά των πρωτοδίκων αποφάσεων (η πρώτη από τις οποίες μάλιστα είναι προδικαστική), που ενσωματώθηκαν στην απόφαση του Εφετείου, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.

ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 1721 παρ. 1 ΑΚ η ιδιόγραφη διαθήκη γράφεται ολόκληρη με το χέρι του διαθέτη, χρονολογείται και υπογράφεται απ' αυτόν και από τη χρονολογία πρέπει να προκύπτει η ημέρα, ο μήνας και το έτος. Επομένως ο επικαλούμενος τη διαθήκη δεν αρκεί να αποδείξει τη γνησιότητα της σ' αυτή υπογραφής, αλλά πρέπει να αποδείξει ότι και όλο το περιεχόμενο γράφτηκε ιδιοχείρως από το διαθέτη.

Η κήρυξη ως κυρίας της ιδιόγραφης διαθήκης δεν παράγει τεκμήριο γνησιότητας υπέρ του επικαλουμένου αυτήν. Τότε μόνο αποτελεί τεκμήριον, μέχρις ανταποδείξεως, όταν από τη δημοσίευση της διαθήκης παρήλθε πενταετία, χωρίς στο μεταξύ να αμφισβητηθεί η γνησιότητα της διαθήκης σε δίκη μεταξύ κάποιου, που αντλεί δικαιώματα από αυτήν και κάποιου από τους βλαπτομένους (άρθρ. 1777 ΑΚ).

Τα ανωτέρω ισχύουν και στην περίπτωση της αρνητικής αναγνωριστικής αγωγής περί ακυρότητας της διαθήκης, λόγω της μη ιδιοχείρου γραφής και υπογραφής αυτής, όπως και η ένδικη, όπου αρκεί μόνον η με αυτήν (αγωγή) αντιτασσομένη γενική άρνηση του ενάγοντος κατά του προβαλλομένου, από τη διαθήκη, δικαιώματος του εναγομένου.

Στην περίπτωση, δηλαδή, αυτή δεν είναι υποχρεωμένος ο ενάγων να αποδείξει την αναλήθεια των πραγματικών περιστατικών, που στηρίζουν το δικαίωμα του εναγομένου αλλά ο τελευταίος (εναγόμενος) υποχρεούται να αποδείξει την αλήθεια των περιστατικών αυτών, ήτοι την ιδιόχειρη, από το διαθέτη, γραφή και υπογραφή της διαθήκης.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος της κρινομένης αιτήσεως, από τον αριθ. 13 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν ότι εσφαλμένως το δικαστήριο επέβαλε σ' αυτές το βάρος αποδείξεως στις γνησιότητας της γραφής και υπογραφής του φερομένου ως διαθέτη στην ένδικη διαθήκης, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

ΙΙΙ. Για το ορισμένο του, από τον αριθ. 10 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., λόγου αναιρέσεως, πρέπει, εκτός των άλλων, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι η πλημμέλεια του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ως προς τη διατύπωση του θέματος αποδείξεως, προτάθηκε στο Εφετείο, αφού δεν πρόκειται για παράβαση, που δεν μπορούσε να προβληθεί ενώπιον του, ούτε για σφάλμα, που προκύπτει από την προσβαλλομένη, ούτε τέλος για ισχυρισμό, που αφορά τη δημόσια τάξη (άρθρ. 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.). Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείουσες στον πρώτο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως, υποστηρίζουν, κατά λέξη, μόνο τα εξής «Η πληττόμενη απόφαση παρά το νόμο εδέχθη πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, αφού δεν διετάχθη απόδειξη για την πλαστότητα, την οποία εδέχθη ως υφισταμένη (άρθρ. 559 αριθ. 10 Κ.Πολ.Δ.)», δεν ισχυρίζονται δε ότι προέβαλαν τέτοιο λόγο στο Εφετείο.

Συνεπώς, ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αόριστος. Σε κάθε περίπτωση, αφενός, από την επισκόπηση του δικογράφου της εφέσεως των ήδη αναιρεσειουσών, προκύπτει ότι οι τότε εκκαλούσες δεν προέτειναν όμοιο λόγο εφέσεως και αφετέρου, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην προηγουμένη σκέψη της παρούσας, το δικαστήριο της ουσίας δεν ήταν υποχρεωμένο και δεν μπορούσε να υποχρεώσει την ενάγουσα ήδη αναιρεσίβλητη να αποδείξει την «πλαστότητα» της διαθήκης, δέχθηκε δε τελικώς ότι οι εναγόμενες (αναιρεσείουσες) δεν απέδειξαν τη γνησιότητα της γραφής και υπογραφής του φερομένου ως διαθέτη στην ένδικη διαθήκη ..., σύμφωνα με το ταχθέν σ΄αυτές θέμα αποδείξεως (τα ίδια είχε δεχθεί και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο) και κατά λογική ακολουθία ότι η διαθήκη αυτή είναι πλαστή.

Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως (από τον αριθ. 10 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.) είναι απορριπτέος και ως αβάσιμος. IV. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτουν, εκτός άλλων, και τα εξής: Αν έγινε ή όχι επίκληση του αποδεικτικού μέσου κρίνεται από τις προτάσεις του διαδίκου και όχι από το περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως και αν δεν προσκομίζονται οι προτάσεις ο λόγος απορρίπτεται ως αβάσιμος (Ολ.ΑΠ 498/1978). Ο ανωτέρω λόγος απορρίπτεται, επίσης, ως κατ' ουσία αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση.

Συνήθως δε αρκεί, προς τούτο, η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη αξιολογήσεως καθενός και χωρίς διάκριση από ποιά μέσα προκύπτει άμεση και από ποιά έμμεση απόδειξη. Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείουσες με τους πρώτο και δεύτερο προσθέτους λόγους αναιρέσεως, επικαλούνται ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια των διατάξεων των εδαφ.

γ' και β' , αντιστοίχως, του αριθ. 11 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., διότι αφενός δεν έλαβε υπόψη «τις καταθέσεις των εξετασθέντων νόμιμα μαρτύρων και τις νόμιμα προσκομισθείσες ιδιωτικές πραγματογνωμοσύνες» και αφετέρου «έλαβε υπόψη αποδείξεις, που δεν προσκομίσθηκαν νόμιμα και συγκεκριμένως τις εκθέσεις των πραγματογνωμόνων Ιωάννας Παντελαίου, Διονυσίου Πουλαντζά και Μάγδας – Μαρίας Καμπούρη (κατ' αντίφαση προς τον προηγούμενο λόγο) και:

το από 8-2-2000 περιληπτικό σημείωμα εξόδου του Διαγνωστικού Κέντρου «ΥΓΕΙΑ», το πρόχειρο έντυπο ιστορικό του ίδιου Κέντρου, καθώς και την από 10-7-2000 γνωμάτευση του Κέντρου Υγείας Νάξου». Και οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως, ο πρώτος, από τους οποίους μάλιστα μπορεί να θεωρηθεί και αόριστος, αφού δεν μνημονεύονται συγκεκριμένως τίνων μαρτύρων, οι καταθέσεις και ποιές ιδιωτικές πραγματογνωμοσύνες (είχαν προσκομισθεί συνολικώς τέσσερις) δεν λήφθηκαν υπόψη, είναι απορριπτέοι, ως αβάσιμοι, αφού όσον αφορά τον πρώτο, από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει αδιστάκτως ότι το δικάσαν Εφετείο έλαβε υπόψη και τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, αφού, εκτός της γενικής βεβαιώσεώς του ότι, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, προέβη σε «επανεκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων (δυο από κάθε πλευρά), που περιέχονται στην εισηγητική έκθεση…..», το Εφετείο μνημονεύει ειδικά «τις καταθέσεις των μαρτύρων» (σελ. 8ης προσβαλλομένης αποφάσεως) και διεξοδικά τις επισημάνσεις και τα «συμπεράσματα» όλων των «πραγματογνωμόνων» (σελ. 8-19 προσβαλλομένης) και ειδικότερα των προμνημονευομένων Παντελαίου, Πουλαντζά και Καμπούρη (βλ.

αντιστοίχως στις σελ. 10, 17 και 18). Όσο δε αφορά τον δεύτερο και τελευταίο πρόσθετο λόγο, από τις προτάσεις των αναιρεσειουσών στο Εφετείο (βλ. σελ. 37-39), προκύπτει ότι οι ίδιες είχαν προσκομίσει και επικαλεσθεί τόσο πρωτοδίκως, όσο και κατ' έφεση, τα αναφερόμενα στο λόγο αυτό έγγραφα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την, από 10.10.2005, αίτηση των .. και .... για αναίρεση των 310/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αιγαίου και των 8/2001 και 32/2004 αποφάσεων του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Νάξου. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις …………..

……………… 2006.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ