Supreme Court partially allows appeal on traffic accident damages, upholding proportionality but overturning non-pecuniary loss award.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed on August 29, 2022, regarding the proportionality of a 1,500 euro traffic accident compensation award. While the court found the lower court's assessment of pecuniary damages disproportionately low compared to similar cases, it rejected the argument that the specific circumstances justified such a reduction. Consequently, the court allowed the second appeal filed on July 22, 2021, which successfully challenged the non-pecuniary loss award, ordering the case remitted for re-evaluation of that specific sum.
Legislator headnote
AI generatedArticles 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may partially allow an appeal when the lower court's assessment of pecuniary damages violates the principle of proportionality but the claim regarding non-pecuniary loss is substantiated, requiring remittal for re-evaluation of the latter.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1594 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1594/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σ. Μάλαινο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Μυρσίνης Παπαχίου και των αρχαιοτέρων της συνθέσεως Αρεοπαγιτών Ασπασίας Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Σωκράτη Πλαστήρα), Αντιγόνη Τζελέπη, Ερασμία Λιούλη, Ζωή Καραχάλιου και Σπυριδούλα Λιάτη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Μαΐου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:
Α. Των αναιρεσειόντων: 1) Χ. Γ. του Ι., κατοίκου ... και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑLLIANZ ΕΛΛΑΣ Μονοπρόσωπη Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρεία" (πρώην "ΑLLIANZ ΕΛΛΑΣ ΑΑΕ") και ήδη "ΑLLIANZ Ευρωπαϊκή Πίστη Μονοπρόσωπη Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρεία", που εδρεύει στο Χαλάνδρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαρία Κελέφη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και η οποία στην εν λόγω από 30-5-2024 δήλωση, καθώς και με τις κατατεθείσες προτάσεις της δήλωσε την ως άνω μεταβολή της αναιρεσείουσας εταιρείας.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Κ. του Α., κατοίκου ... και 2) ανώνυμης εταιρείας γενικών ασφαλίσεων με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ ΑΕΓΑ", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Καραγκούνη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 28-5-2024 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.
Β. Των αναιρεσειόντων: 1) Ε. Κ. του Α., κατοίκου ... και 2) ανώνυμης εταιρείας γενικών ασφαλίσεων με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ ΑΕΓΑ", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σωτήριο Λευκαρίτη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Χ. Γ. του Ι., κατοίκου ... και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑLLIANZ ΕΛΛΑΣ ΑΑΕ" και ήδη "ΑLLIANZ Ευρωπαϊκή Πίστη Μονοπρόσωπη Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρεία" (πρώην "ΑLLIANZ ΕΛΛΑΣ Μονοπρόσωπη Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρεία"), που εδρεύει στο Χαλάνδρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαρία Κελέφη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και η οποία στην εν λόγω από 30-5-2024 δήλωση, καθώς και με τις κατατεθείσες προτάσεις της δήλωσε την ως άνω μεταβολή της αναιρεσίβλητης εταιρείας.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-5-2018 αγωγή του Ε. Κ. του Α., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκε με την από 10-9-2018 αγωγή του Χ. Γ. του Ι. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7980/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 303/2021 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι υπό στοιχ. Α αναιρεσείοντες με την από 29-8-2022 αίτησή τους και οι υπό στοιχ. Β αναιρεσείοντες με την από 22-7-2021 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση των υποθέσεων αυτών, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σ. Μάλαινο, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των υπό στοιχ. Α αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την διάταξη του άρθρου 246 του Κ.Πολ.Δ., η οποία, κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία, το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων εκκρεμών ενώπιον του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και, κατά την κρίση του, διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων (Α.Π. 1095/2024, Α.Π. 1087/2024, Α.Π. 1060/2024).
Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης αποφάσεως δικάσιμο συζητήθηκαν: α) η από 29-8-2022 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως ...-2022) αίτηση αναιρέσεως των: 1) Χ. Γ. και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας, με την επωνυμία "ALLIANZ ΕΛΛΑΣ Μονοπρόσωπη Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρεία" (πρώην "ALLIANZ ΕΛΛΑΣ ΑΑΕ") και ήδη "ALLIANZ Ευρωπαϊκή Πίστη Μονοπρόσωπη Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρεία", κατά των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε.
Κ. και 2) ανώνυμης εταιρείας γενικών ασφαλίσεων, με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ ΑΕΓΑ" και β) η από 22-7-2021 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως ...-2021) αίτηση αναιρέσεως των: 1) Ε. Κ. και 2) ανώνυμης εταιρείας γενικών ασφαλίσεων, με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ ΑΕΓΑ", κατά των αναιρεσιβλήτων: 1) Χ. Γ. και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας, με την επωνυμία "ALLIANZ ΕΛΛΑΣ Μονοπρόσωπη Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρεία" (πρώην "ALLIANZ ΕΛΛΑΣ ΑΑΕ") και ήδη "ALLIANZ Ευρωπαϊκή Πίστη Μονοπρόσωπη Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρεία", κατά της υπ' αριθμ. 303/2021 τελεσιδίκου αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρα 614 έως 620 του Κ.Πολ.Δ., όπως αντικαταστάθηκαν από το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του Ν. 4.335/2015).
Οι αιτήσεις αναιρέσεως έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), εντός της διετούς προθεσμίας από την δημοσίευση της προσβαλλομένης αποφάσεως (στις 15-2-2021), σύμφωνα με το άρθρο 564 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ. (όπως ισχύει για τα ένδικα μέσα, που ασκούνται μετά την 1-1-2016, σύμφωνα με το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του Ν. 4335/2015).
Επομένως, είναι παραδεκτές (άρθρο 577 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθούν ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 του Κ.Πολ.Δ.), συνεκδικαζόμενες, ως στρεφόμενες κατά της ιδίας αποφάσεως, διότι έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων (άρθρα 246 και 573 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.).
Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρ. 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη, υπ' αριθμ. 303/2021, τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης δικαστικής διαδρομής: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων - αναιρεσίβλητος Ε. Κ.
με την από 26-5-2018 αγωγή του, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ισχυρίσθηκε ότι ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων - αναιρεσίβλητος Χ. Γ., οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, της ιδιοκτησίας του, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική του ευθύνη από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα - αναιρεσίβλητη ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία, με την επωνυμία "ALLIANZ ΕΛΛΑΣ Μονοπρόσωπη Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρεία" (πρώην "ALLIANZ ΕΛΛΑΣ ΑΑΕ") και ήδη "ALLIANZ Ευρωπαϊκή Πίστη Μονοπρόσωπη Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρεία", από αποκλειστική υπαιτιότητά του, συγκρούσθηκε με την υπ' αριθμ.
κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα του, που οδηγούσε ο ίδιος (ενάγων), κατά το αυτοκινητικό ατύχημα που έγινε υπό τις συνθήκες, που ειδικότερα περιγράφονται στο δικόγραφό της, με αποτέλεσμα να του προκαλέσει σωματικές βλάβες και υλικές ζημίες στην δίκυκλη μοτοσυκλέτα του. Με βάση τα περιστατικά αυτά, ζήτησε, μετά από τροπή του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής του από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των εναγομένων να του καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, για θετική και αποθετική ζημία του και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης συνολικό ποσόν 89.697,43 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Επίσης, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων - αναιρεσίβλητος Χ. Γ., με την από 10-9-2018 αγωγή του, ενώπιον του ιδίου, ως άνω, Δικαστηρίου, ισχυρίσθηκε ότι αποκλειστικώς υπαίτιος για την προαναφερθείσα σύγκρουση είναι ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων - αναιρεσίβλητος Ε. Κ., του οποίου την δίκυκλη μοτοσικλέτα είχε ασφαλίσει για την έναντι τρίτων αστική της ευθύνη η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα - αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία γενικών ασφαλίσεων, με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ ΑΕΓΑ".
Με βάση τα περιστατικά αυτά, ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, για θετική ζημία του συνολικό ποσόν 3.647,40 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής του. Επί των αγωγών αυτών, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 7980/2019 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε η από 26-5-2018 αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, έγινε εν μέρει δεκτή η από 10-9-2018 αγωγή ως βάσιμη κατ' ουσίαν και υποχρεώθηκαν οι εναγομένοι με αυτήν να καταβάλουν στον ενάγοντα Χ.
Γ., εις ολόκληρον ο καθένας, συνολικό ποσό 3.244,28 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Κατά της αποφάσεως αυτής οι εναγόμενοι στην από 10-9-2018 αγωγή άσκησαν, ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, την από 12-9-2019 έφεση, με την οποία παραπονούντο για κακή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ζήτησαν την εξαφάνισή της, ώστε να γίνει δεκτή η αγωγή τους και να απορριφθεί η εναντίον τους αγωγή.
Επί της εφέσεως αυτής εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με την αίτηση αναιρέσεως, υπ' αριθμ. 303/2021, απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία έγινε τυπικώς και κατ' ουσίαν δεκτή η ασκηθείσα έφεση και αφού εξαφανίσθηκε η εκκαλουμένη απόφαση και εκδικάσθηκε η υπόθεση κατ' ουσίαν, κρίθηκε ότι συνυπαίτιοι για την πρόκληση του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος και των εξ αυτού συνεπειών είναι οι ενάγοντες των δύο αντιθέτων αγωγών και ήδη αναιρεσείοντες - αναιρεσίβλητοι Ε.
Κ. και Χ. Γ., κατά ποσοστό 70% και 30%, αντιστοίχως, έγιναν εν μέρει δεκτές οι ανωτέρω αγωγές τους ως βάσιμες κατ' ουσίαν, υποχρεώθηκαν οι εναγόμενοι με την από 10-9-2018 αγωγή, εις ολόκληρον ο καθένας, να καταβάλουν στον ενάγοντα Χ. Γ., για τις ανωτέρω αιτίες, συνολικό ποσόν 1.117 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και αναγνωρίσθηκε ότι οι εναγόμενοι με την από 26-5-2018 αγωγή υποχρεούνται να καταβάλουν στον ενάγοντα Ε.
Κ., εις ολόκληρον ο καθένας, συνολικό ποσόν 11.220 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, ο οποίος στόχο έχει την διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρο 106 του Κ.Πολ.Δ.), αλλά και την αρχή της ακροάσεως των διαδίκων (άρθρο 110 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), ιδρύεται, αν το Δικαστήριο, παρά τον νόμο, έλαβε υπ' όψιν πράγματα, που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπ' όψιν πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι, υπό την προϋπόθεση της νομίμου προτάσεώς τους, θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν ουσιαστικό ή δικονομικό δικαίωμα, που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, όχι δε και εκείνοι που συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση των ισχυρισμών ή αιτήσεων του αντιδίκου ή επιχειρήματα προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων (Ολ. Α.Π. 14/2011, Α.Π. 1231/2024, Α.Π. 1095/2024, Α.Π. 1087/2024, Α.Π. 1068/2024, Α.Π. 1064/2024, Α.Π. 749/2024, Α.Π. 331/2024).
Σε περίπτωση, δηλαδή, παραλείψεως του Δικαστηρίου να λάβει υπ' όψιν κάποιον πραγματικό ισχυρισμό, για την ίδρυση του ως άνω αναιρετικού λόγου πρέπει ο αγνοηθείς ισχυρισμός να είναι ουσιώδης και πρόσφορος να επηρεάσει ευνοϊκώς για τον αναιρεσείοντα το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως.
Συνεπώς, εάν ο προβληθείς ισχυρισμός είναι μη νόμιμος ή αόριστος, δηλαδή επουσιώδης, δεν ιδρύεται ο προβλεπόμενος από την ανωτέρω διάταξη λόγος αναιρέσεως (Α.Π. 1087/2024, Α.Π. 1068/2024, Α.Π. 1064/2024, Α.Π. 749/2024, Α.Π. 1890/2023). Πάντως, ο λόγος από το άρθρο 559 αριθμ. 8 του Κ.Πολ.Δ. δεν στοιχειοθετείται, αν το Δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπ' όψιν τον ισχυρισμό, που προτάθηκε και ευθέως τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, διότι η απόρριψη σημαίνει ότι ο ισχυρισμός έχει ληφθεί υπ' όψιν, ανεξαρτήτως αν δεν έγινε δεκτός (Ολ. Α.Π. 25/2003, Α.Π. 1095/2024, Α.Π. 1087/2024, Α.Π. 1890/2023, Α.Π. 961/2023). Ακόμη, ο ίδιος λόγος δεν στοιχειοθετείται, όταν το Δικαστήριο της ουσίας αντιμετωπίζει και απορρίπτει κατ' ουσίαν εκ των πραγμάτων προταθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή, ως αποδειχθέντων, γεγονότων αντίθετων προς αυτά, που τον συγκροτούν (Ολ. Α.Π. 11/1996, Α.Π. 1087/2024, Α.Π. 961/2023, Α.Π. 1330/2022).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο αναιρετικό λόγο της από 22-7-2021 αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 8 εδάφ. α' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο, έλαβε υπ' όψιν του πράγματα, που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και, συγκεκριμένα, υποστηρίζει ότι, αν και οι αναιρεσίβλητοι δεν επανέφεραν νομίμως ενώπιον του Εφετείου ένσταση συνυπαιτιότητάς του για το ατύχημα, όπως προκύπτει από τις ενώπιόν του έγγραφες προτάσεις τους, εν τούτοις αυτό τον έκρινε συνυπαίτιο στην πρόκλησή του κατά ποσοστό 70%.
Ο αναιρετικός λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος και δη, ως αλυσιτελής. Και τούτο, διότι, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση, κατ' άρθρον 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κρίνοντας επί των δύο αντιθέτων αγωγών των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων - αναιρεσιβλήτων και δεχόμενο την προβληθείσα σχετική ένσταση συνυπαιτιότητας του ήδη αναιρεσείοντος Ε.
Κ., έκρινε ότι συνυπαίτιοι για την σύγκρουση είναι και οι δύο οδηγοί των συγκρουσθέντων οχημάτων, χωρίς να τεθεί θέμα ενστάσεως συνυπαιτιότητας προβαλλόμενης εκ μέρους του ενάγοντος Χ. Γ. Ως εκ τούτου, το Εφετείο έκρινε επί των ισχυρισμών, που προβλήθηκαν και με τις δύο αντίθετες αγωγές των ήδη αναιρεσειόντων οδηγών, χωρίς να τίθεται θέμα παραδεκτής προβολής της σχετικής ενστάσεως συνυπαιτιότητας εκ μέρους των εναγόντων της από 10-9-2018 αγωγής.
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 του Α.Κ. προκύπτει ότι προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, το παράνομο της πράξεως ή παραλείψεως αυτού και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξεως ή της παραλείψεως και της επελθούσας ζημίας. Αμέλεια, κατ' άρθρον 330 του Α.Κ., υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή δηλαδή που πρέπει να καταβάλλεται κατά την συναλλακτική καλή πίστη από τον δράστη στον κύκλο της αρμοδιότητάς του, είτε υπάρχει προς τούτο σαφές νομικό καθήκον, είτε όχι, αρκεί να συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο από εκείνο, που επιβάλλεται από τις καταστάσεις.
Εξάλλου, αιτιώδης συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικώς να επιφέρει, κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα (Α.Π. 1230/2024, Α.Π. 1091/2024, Α.Π. 1089/2024, Α.Π. 1087/2024, Α.Π. 1085/2024, Α.Π. 1084/2024, Α.Π. 1065/2024).
Περαιτέρω, από τις ίδιες ως άνω διατάξεις συνάγεται ότι οι έννοιες της αμέλειας και του συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος είναι έννοιες νομικές. Επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την συνδρομή ή όχι πταίσματος του φερομένου ως υποχρέου προς αποζημίωση ή συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ., για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, αφενός μεν, ως προς το αν τα πραγματικά περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν αντικειμενικώς την έννοια του πταίσματος, αφετέρου δε, ως προς την ορθή υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συναφείας, κατά πόσον, δηλαδή, τα περιστατικά αυτά του πταίσματος επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, αντικειμενικώς, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος (Α.Π. 1230/2024, Α.Π. 1091/2024, Α.Π. 1089/2024, Α.Π. 1087/2024, Α.Π. 1085/2024, Α.Π. 1084/2024, Α.Π. 1065/2024, Α.Π. 1060/2024).
Αντιθέτως, ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων, που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς (Α.Π. 1230/2024, Α.Π. 1230/2024, Α.Π. 1091/2024, Α.Π. 1089/2024). Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του Ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 του Α.Κ. (Α.Π. 1091/2024, Α.Π. 1089/2024, Α.Π. 1087/2024, Α.Π. 1085/2024, Α.Π. 1084/2024, Α.Π. 1065/2024, Α.Π. 1060/2024).
Εξάλλου, η παράβαση διατάξεων του Κ.O.K. (Ν. 2696/1999) δεν θεμελιώνει αυτή καθαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί, όμως, στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξεως και του επελθόντος αποτελέσματος (Α.Π. 1091/2024, Α.Π. 1089/2024, Α.Π. 1087/2024, Α.Π. 1085/2024, Α.Π. 1084/2024, Α.Π. 1065/2024, Α.Π. 1060/2024, Α.Π. 331/2024).
Μόνη η τήρηση των ελαχίστων υποχρεώσεων που επιβάλλει ο Κ.Ο.Κ. στους οδηγούς των οχημάτων κατά την οδήγησή τους, δεν αίρει την υποχρέωσή τους να συμπεριφέρονται και πέραν των ορίων τούτων, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν για την αποτροπή ζημιογόνου γεγονότος ή την μείωση των επιζήμιων συνεπειών (Α.Π. 1091/2024, Α.Π. 1089/2024, Α.Π. 1087/2024, Α.Π. 1085/2024, Α.Π. 1084/2024, Α.Π. 331/2024).
Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. Α.Π. 1/2022, Ολ. Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 1/2016, Ολ. Α.Π. 2/2013). Με τον ως άνω λόγο αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του Δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ. Α.Π. 1/2022, Ολ. Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 5/2020, Ολ. Α.Π. 3/2020).
Στην περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται, ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το Δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στον νόμο και ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως αυτός, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει, όταν το Δικαστήριο εφάρμοσε τον νόμο, μολονότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε τον νόμο, αν και τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ. Α.Π. 2/2022, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 7/2006, Α.Π. 1232/2024, Α.Π. 1230/2024, Α.Π. 1095/2024, Α.Π. 1094/2024, Α.Π. 1092/2024).
Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως, η οποία στοιχειοθετεί τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το Δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν, στην συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα, που ήταν εφαρμοστέος, αλλά δεν εφαρμόσθηκε.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της αποφάσεως δημιουργούνται αμφιβολίες, για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στην διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση την νόμιμη βάση, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στην θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι, όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως (Ολ.
Α.Π. 6/2020, Ολ. Α.Π. 1/2020, Ολ. Α.Π. 6/2019, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 6/2006, Α.Π. 1239/2024, Α.Π. 1234/2024, Α.Π. 1232/2024). Από την ανωτέρω διάταξη, η οποία αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως, για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.
Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (Ολ. Α.Π. 2/2019, Α.Π. 1239/2024, Α.Π. 1234/2024, Α.Π. 1232/2024, Α.Π. 1231/2024, Α.Π. 1230/2024, Α.Π. 1096/2024, Α.Π. 1095/2024, Α.Π. 1094/2024, Α.Π. 1092/2024, Α.Π. 1091/2024, Α.Π. 1089/2024, Α.Π. 1087/2024).
Εξάλλου, το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και, γενικότερα, ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ. Α.Π. 6/2020, Ολ. Α.Π. 1/2020, Ολ. Α.Π. 6/2019, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 15/2006). Τα επιχειρήματα δε του Δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της ερευνώμενης διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., ούτε εξαιτίας του ότι το Δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα, μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς, επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτος (Α.Π. 1239/2024, Α.Π. 1234/2024, Α.Π. 1232/2024, Α.Π. 1231/2024, Α.Π. 1230/2024, Α.Π. 1096/2024, Α.Π. 1095/2024, Α.Π. 1094/2024, Α.Π. 1092/2024, Α.Π. 1091/2024).
Ειδικότερα, από την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υποθέσεως που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (Α.Π. 1239/2024, Α.Π. 1234/2024, Α.Π. 1232/2024, Α.Π. 1231/2024, Α.Π. 1230/2024, Α.Π. 1096/2024, Α.Π. 1095/2024, Α.Π. 1094/2024, Α.Π. 1092/2024, Α.Π. 1091/2024).
Στην ερευνώμενη υπόθεση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ) περί των πραγμάτων κρίση του, ως αποδειχθέντα, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σχετικά με τις συνθήκες που έλαβε χώρα το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα: "Στις 12 Δεκεμβρίου 2016, περί ώρα 14:45, στον Εύοσμο Θεσσαλονίκης, ο ενάγων της πρώτης ως άνω αγωγής, Ε.
Κ., οδηγώντας τη με αριθμό κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα, της ιδιοκτησίας του, η οποία ήταν ασφαλισμένη για τις ζημίες που προξενούνται σε τρίτους στη δεύτερη εναγόμενη της δεύτερης ως άνω αγωγής ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ ΑΕΓΑ", κινούνταν, με κανονική ταχύτητα, επί της οδού ..., πλησιάζοντας στον ισόπεδο κόμβο που σχηματίζει η οδός αυτή με την οδό ..., με πορεία από την οδό ...
προς την οδό ... Έμπροσθεν της μοτοσικλέτας του Ε. Κ. κινούνταν αστικό λεωφορείο του ΟΑΣΘ, ο οδηγός του οποίου είχε πρόθεση να πραγματοποιήσει αλλαγή της κατεύθυνσής του προς τα δεξιά, ώστε να εισέλθει στην οδό ... και να συνεχίσει την πορεία του προς την οδό ... Την ίδια χρονική στιγμή, ο ενάγων της δεύτερης ως άνω αγωγής, X.
Γ., οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... IΧΕ αυτοκίνητο, της ιδιοκτησίας του, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για τις ζημίες που προξενούνται σε τρίτους στη δεύτερη εναγόμενη της πρώτης ως άνω αγωγής ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "ALLIANZ ΕΛΛΑΣ ΑΑΕ", κινούνταν, με κανονική ταχύτητα, επί της οδού ..., πλησιάζοντας στον ισόποδο κόμβο που σχηματίζει η οδός αυτή με την οδό ..., με πορεία από την οδό ...
προς την οδό ..., ήτοι εκ δεξιών σε σχέση με την πορεία της μοτοσικλέτας του Ε. Κ. Στο σημείο εκείνο οι ανωτέρω οδοί είναι ευθείες, οριζόντιες, διπλής κατεύθυνσης κυκλοφορίας, με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση. Το συνολικό πλάτος ασφαλτικού οδοστρώματος της οδού ... ανέρχεται στα οκτώ μέτρα και είκοσι εκατοστά (8,20 μ.), ενώ της οδού ...
στα εννέα μέτρα (9 μ.). Το ανώτατο όριο ταχύτητας ορίζεται στα 50 χλμ./ώρα (κατοικημένη περιοχή). Η κίνηση των οχημάτων και των πεζών στην ανωτέρω διασταύρωση ρυθμίζονταν με τις σχετικές διατάξεις του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ν. 2696/1999, στο εξής Κ.Ο.Κ.) καθώς υπήρχε επί της οδού ... οριζόντια σήμανση, αποτελούμενη από δύο συνεχείς γραμμές, που διαχώριζε τις λωρίδες κυκλοφορίας αντίθετης κατεύθυνσης, η οποία διακόπτονταν στο ύψος της διασταύρωσης, και επί της οδού ..., στην είσοδο της διασταύρωσης, ρυθμιστική της κυκλοφορίας πινακίδα Ρ-2 (STOP).
Κατά τον ως άνω χρόνο επικρατούσε καλοκαιρία, η κατάσταση του οδοστρώματος ήταν ξηρή, η κυκλοφορία των οχημάτων αραιή και ο φωτισμός επαρκής (ημέρα). Όταν το αυτοκίνητο του X. Γ. έφτασε στην είσοδο της διασταύρωσης των ανωτέρω οδών, ο οδηγός του, προτιθέμενος να συνεχίσει ευθεία την πορεία του, για να διασχίσει την οδό ..., το ακινητοποίησε προ της ρυθμιστικής της κυκλοφορίας πινακίδα Ρ-2 (STOP), που υπήρχε στην πορεία του, προκειμένου να παραχωρήσει την προτεραιότητα κίνησης στα οχήματα που κινούνταν στην ανωτέρω οδό.
Όπισθεν και προς την ίδια κατεύθυνση με το αυτοκίνητο του X. Γ. κινούνταν τρία (3) ακόμα αυτοκίνητα, οι οδηγοί των οποίων έπραξαν το ίδιο, δηλαδή ακινητοποίησαν και αυτοί τα οχήματα που οδηγούσαν. Μόλις το αστικό λεωφορείο του ΟΑΣΘ έφτασε στην είσοδο της διασταύρωσης των ανωτέρω οδών, ο οδηγός του το ακινητοποίησε, διότι λόγω του μήκους του οχήματος του και της ύπαρξης ακινητοποιημένων αυτοκινήτων επί της οδού ..., στα δεξιά ως προς πορεία που ήθελε να ακολουθήσει, δεν υπήρχε αρκετός ελεύθερος χώρος - απόσταση επί του ασφαλτικού οδοστρώματος, ώστε να ολοκληρώσει την αλλαγή της κατεύθυνσής του προς τα δεξιά, που απαιτούνταν για να κινηθεί επί της οδού ....
Ο X. Γ. αδυνατούσε να κινηθεί προς τα πίσω με το αυτοκίνητό του, ώστε να δημιουργηθεί επιπλέον ελεύθερος χώρος για την κίνηση του λεωφορείου, λόγω της ύπαρξης των τριών ακινητοποιημενων αυτοκινήτων όπισθεν αυτού. Μία τέτοια ενέργεια, άλλωστε, απαγορεύεται από το άρθρο 22 του Κ.Ο.Κ. Τότε, αφού ήλεγξε την εκ δεξιών του κυκλοφορία των οχημάτων στην οδό ..., άρχισε να κινείται προς τα μπροστά, με ελάχιστη ταχύτητα (ταχύτητα πεζού), προκειμένου να διασχίσει τη διασταύρωση.
Την ίδια στιγμή ο Ε. Κ., αντιλαμβανόμενος την κινητοποίηση του λεωφορείου που υπήρχε έμπροσθεν του ως προς την πορεία του, προτιθέμενος να ενεργήσει προσπέραση του λεωφορείου και να συνεχίσει ευθεία την πορεία του, ώστε να διασχίσει την ανωτέρω διασταύρωση, επιτάχυνε την ταχύτητα της μοτοσικλέτας του, παραβίασε τη διπλή συνεχόμενη διαχωριστική λευκή γραμμή, που διαχώριζε τις λωρίδες κυκλοφορίας αντίθετης κατεύθυνσης, και εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, κινούμενος με αυξημένη για τις περιστάσεις ταχύτητα.
Ο X. Γ., μόλις το εμπρόσθιο τμήμα του αυτοκινήτου του υπερέβη τη νοητή ευθεία της αριστερής πλευράς του λεωφορείου, κατάφερε να έχει ορατότητα της εξ αριστερών του κυκλοφορίας των οχημάτων στην οδό ... και τότε αντιλήφθηκε τη μοτοσικλέτα του αντιδίκου του να κινείται προς αυτόν. Τροχοπέδησε άμεσα και ακινητοποίησε το όχημά του.
Ο Ε. Κ., από αμέλεια και συγκεκριμένα από έλλειψη της επιμέλειας και προσοχής που όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε όπως κάθε συνετός οδηγός να επιδείξει, δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, ούτε είχε τον πλήρη έλεγχο του οχήματος του, έτσι ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς.
Οδηγώντας δε απερίσκεπτα, και με αυξημένη για τις περιστάσεις ταχύτητα (ακινητοποιημένο λεωφορείο έμπροσθεν αυτού που περιόριζε την ορατότητά του, κατοικημένη περιοχή, είσοδός του σε διασταύρωση οδών), κατά τρόπο ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του μπροστά σε οποιοδήποτε εμπόδιο το οποίο ήταν δυνατόν να προβλεφθεί ή όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν, και κινούμενος στο ρεύμα κυκλοφορίας που προορίζονταν για την αντίθετη προς την κατεύθυνσή του κυκλοφορία, παρά την τροχοπέδηση που επιχείρησε, επέπεσε με το εμπρόσθιο τμήμα του οχήματος του στο εμπρόσθιο αριστερό τμήμα (φανός - προφυλακτήρας) του αυτοκινήτου X.
Γ., προκαλώντας υλικές ζημίες στα δύο οχήματα και σωματικές βλάβες στον ίδιο. Στο σημείο αυτό να σημειωθεί ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να οδηγηθεί σε ασφαλή κρίση, από τα τεθέντα υπόψην του αποδεικτικά μέσα, για την ταχύτητα με την οποία κινούνταν η μοτοσικλέτα του Ε. Κ. Πλην, όμως, την προσδιορίζει, με βάση τα ανωτέρω αποδειχθέντα, στα 40 χλμ/ώρα.
Εάν ο Ε. Κ. δεν επιχειρούσε να προσπεράσει το λεωφορείο και δεν εισέρχονταν στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας για να ολοκληρώσει την προσπέραση του, το ατύχημα προφανώς δεν θα ελάμβανε χώρα. Έγινε, έτσι, πρόξενος του ένδικου ατυχήματος, με την προαναφερόμενη δε αμελή οδική συμπεριφορά του, που τελεί σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν ζημιογόνο αποτέλεσμα, παραβίασε αυτός ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 3, 12, 16 παρ. 4, 17, 19, 20 και 26 παρ. 2 του Κ.Ο.Κ., σε συνδυασμό με τις κατ' άρθρο 3.30 εδ.
β' του ΑΚ επιβαλλόμενες υποχρεώσεις του. Όμως, και ο οδηγός του αυτοκινήτου X. Γ., βαρύνεται με συνυπαιτιότητα κατά ποσοστό 30% για την πρόκληση του ατυχήματος. Συγκεκριμένα, επέδειξε αμέλεια κατά την οδήγηση του οχήματος του, παραβιάζοντας και τα άρθρα 12 § 1 ΚΟΚ, συμπεριφορά που είχε αναμφισβήτητα αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ατυχήματος, καθώς συνέχισε να κινείται επί του οδοστρώματος, προκειμένου να διασχίσει τη διασταύρωση και να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα με αυτό της πορείας του λεωφορείου και του οδηγού της μοτοσικλέτας Ε.
Κ., χωρίς όμως να είναι σε θέση να αποκλείσει το ενδεχόμενο, παράνομης και χωρίς προηγούμενο έλεγχο προσπέρασης του οχήματος του λεωφορείου, που τυχόν θα επιχειρούσε οδηγός οχήματος που πορεύονταν πίσω απ' αυτό, (δηλαδή το λεωφορείο), όπως και έλαβε χώρα στην προκειμένη περίπτωση". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε ως βάσιμη κατ' ουσίαν την από 12-9-2019 έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων - αναιρεσιβλήτων, Ε.
Κ. και της ανώνυμης εταιρείας γενικών ασφαλίσεων, με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ ΑΕΓΑ", εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει αντιθέτως και, δικάζοντας επί των από 26-5-2018 και 10-9-2018 αντιθέτων αγωγών, δέχθηκε εν μέρει αυτές ως βάσιμες κατ' ουσίαν, κρίνοντας συνυπαίτιους στην επέλευση της συγκρούσεως και τους δύο οδηγούς.
Το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση, δεν παραβίασε, ούτε ευθέως (με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή) κατά την υπαγωγή των προαναφερομένων πραγματικών περιστατικών στην νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, ούτε εκ πλαγίου (με ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες) τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 300, 330 του ΑΚ και αυτές των άρθρων 5 παρ. 8, 16 παρ. 1 και 4, 17, 18 και 26 του ν. 2696/1999, τις οποίες εφάρμοσε ορθώς, ενώ διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών και, συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νομίμου βάσεως.
Ειδικότερα, το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή τις ως άνω διατάξεις και διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες, ως προς την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς των οδηγών των δύο συγκρουσθέντων οχημάτων και του επελθόντος αποτελέσματος.
Πιο συγκεκριμένα, διέλαβε στην απόφασή του με σαφήνεια και πληρότητα τα συγκροτούντα την έννοια της αμέλειας περιστατικά, που επέδειξαν οι ως άνω οδηγοί, σε συνδυασμό με τις παραβάσεις του Κ.Ο.Κ., οι οποίες βρίσκονται σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα, δηλαδή ότι ο μεν οδηγός της δίκυκλης μοτοσικλέτας Ε.
Κ., οδηγώντας και κινούμενος με αυτήν όπισθεν αστικού λεωφορείου του ΟΑΣΘ επί της διπλής κατευθύνσεως οδού ..., ενώ πλησίαζε στον ισόπεδο κόμβο, που σχηματίζει η οδός αυτή με την οδό ..., με πορεία από την οδό ... προς την οδό ..., όταν ο οδηγός του ανωτέρω λεωφορείου, προτιθέμενος να εισέλθει δεξιά στην οδό ...
και να συνεχίσει την πορεία του προς την οδό ..., αναγκάσθηκε να σταματήσει πριν την είσοδό του αυτή λόγω της υπάρξεως κινουμένων οχημάτων επί της οδού ..., αυτός (Ε. Κ.) επιτάχυνε την ταχύτητα της μοτοσικλέτας του, παραβίασε την διπλή συνεχόμενη διαχωριστική λευκή γραμμή, που διαχώριζε τις λωρίδες κυκλοφορίας και εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, κινούμενος με αυξημένη για τις περιστάσεις ταχύτητα, με αποτέλεσμα να επιπέσει στο εμπρόσθιο αριστερό μέρος του Ι.Χ.Ε., που οδηγούσε ο X.
Γ., ο οποίος είχε εισέλθει στην ανωτέρω διασταύρωση, αφετέρου δε, ο τελευταίος, ενώ εκινείτο λίγο πριν την διασταύρωση των οδών ... και ..., επί της τελευταίας οδού και προκειμένου να διευκολύνει την είσοδο του προαναφερθέντος λεωφορείου στην τελευταία οδού, λόγω της αδυναμίας του να ενεργήσει οπισθοπορεία, αν και στην πορεία του υπήρχε ρυθμιστική πινακίδα Stop, εν τούτοις αυτός εισήλθε με χαμηλή ταχύτητα στην εν λόγω διασταύρωση, αν και ήταν σε θέση να αντιληφθεί ότι υπήρχε ενδεχόμενο να παρεμβληθεί στην πορεία κινουμένου επί της οδού ...
οχήματος. Δεν συντρέχει, επομένως, η επικαλούμενη από τους αναιρεσείοντες των δύο αιτήσεων πλημμέλεια της παραθέσεως ασαφών και ανεπαρκών αιτιολογιών στην προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς την αμέλεια του τελευταίου αναιρεσείοντος Χ. Γ. και επειδή, όπως οι αναιρεσείοντες στην από 22-7-2021 αίτηση διατείνονται ότι δεν διευκρινίζεται: 1) αν ο Ε.
Κ. εισήλθε εξ αρχής στο αντίθετο ρεύμα πορείας ή σε κάποιο ενδιάμεσο σημείο της πορείας προσπέρασης, ούτε αν το λεωφορείο είχε καταλάβει το σύνολο του ρεύματος πορείας του, 2) αν η υπέρβαση του λεωφορείου μπορούσε να διενεργηθεί εντός του ρεύματος πορείας του, 3) αν ο Ε. Κ. κατά την προσπέραση του λεωφορείου κινήθηκε ευθύγραμμα ή παρεξέκλινε της ευθείας και αν όταν είδε το Ι.Χ.Ε.
αυτοκίνητο στην πορεία του, επιχείρησε αποφευκτικό ελιγμό, 4) ποιο τμήμα του οδοστρώματος κατέλαβε το Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο πριν ακινητοποιηθεί, 5) σε ποια απόσταση βρίσκονταν ο Ε. Κ., όταν εμφανίσθηκε πίσω από το λεωφορείο το Ι.Χ.Ε., ούτε ποια ήταν η απόσταση όταν ο Χ. Γ. απέκτησε ορατότητα προς τα αριστερά και σε ποια θέση θα μπορούσε να ακινητοποιήσει το όχημά του, 5) για ποιο λόγο με την πέδηση των συγκρουσθέντων οχημάτων δεν κατέστη δυνατή η αποφυγή της συγκρούσεως αυτών, 6) για ποιόν λόγο το Ι.Χ.Ε.
δεν κινήθηκε προς τα δεξιά και 7) αφού η κίνηση του Ι.Χ.Ε. προς τα μπρος ήταν η ενδεδειγμένη, όμως, δέχεται ότι ήταν εσφαλμένη η ενέργεια του οδηγού της μοτοσικλέτας να κινηθεί παραλλήλως με το λεωφορείο. Τούτο δε, διότι οι επικαλούμενες από τους αναιρεσείοντες των δύο αιτήσεων ως ελλείψεις και ασάφειες, πέραν του ότι, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν συνιστούν τέτοιες, αναφέρονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στην σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προαναφερόμενο σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, υπό την επίκληση δε της προβαλλόμενης πλημμέλειας της παραβάσεως εκ πλαγίου των άνω ουσιαστικών διατάξεων πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με το σαφώς εκτιθέμενο πόρισμα σχετικώς με την συντρέχουσα υπαιτιότητα των αναιρεσειόντων - αναιρεσιβλήτων οδηγών και, συνεπώς, απαραδέκτως προβάλλονται.
Κατόπιν αυτών, ο πρώτος και ο δεύτερος αναιρετικός λόγος της από 29-8-2022 αιτήσεως αναιρέσεως και ο δεύτερος και ο τρίτος της από 22-7-2021 αιτήσεως αναιρέσεως εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδάφ. α' και 19 του Κ.Πολ.Δ., για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των ανωτέρω ουσιαστικών κανόνων δικαίου του Α.Κ. και του Ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.) με ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Με τον τρίτο αναιρετικό λόγο της από 29-8-2022 αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση από το άρθρο 559 αριθμ. 8 του Κ.Πολ.Δ., ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπ' όψιν τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων ότι το όριο ταχύτητας στο σημείο του ατυχήματος ήταν 30 χιλ. α.ω. και όχι 50 χιλ. α.ω. Ο ανωτέρω ισχυρισμός, όμως, δεν αποτελεί "πράγμα" με την έννοια που εκτέθηκε και γι' αυτό πρέπει να απορριφθεί ο προαναφερόμενος λόγος της αναιρέσεως ως απαράδεκτος.
Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 11 εδάφ. γ' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπ' όψιν υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, τα οποία παραδεκτώς επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και προσκόμισε νομίμως ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή ισχυρισμών, δηλαδή λυσιτελών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της αποφάσεως (Ολ.
Α.Π. 42/2002), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς την σχετική παράλειψη (Α.Π. 1231/2024, Α.Π. 1087/2024, Α.Π. 1067/2024). Κατά την έννοια αυτή ο ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου έγινε η προσκόμιση και η επίκληση του κρίσιμου αποδεικτικού μέσου, πρέπει να είναι νόμιμος και να προτάθηκε παραδεκτώς στο δικαστήριο της ουσίας.
Για την ίδρυση πάντως του παραπάνω λόγου αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για την λήψη υπ' όψιν από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπ' όψιν. Ωστόσο, στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδιστάκτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνον από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (Α.Π. 1231/2024, Α.Π. 1087/2024, Α.Π. 1067/2024, Α.Π. 556/2024).
Με τον τέταρτο λόγο της από 22-7-2021 αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 11 εδάφ. γ' του Κ.Πολ.Δ., η οποία συνίσταται στο ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπ' όψιν νομίμως ενώπιόν του προσκομισθέντα ουσιώδη αποδεικτικά μέσα και, συγκεκριμένα, την υπ' αριθμ. 21507/2019 απόφαση του Β' Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία ο πρώτος αναιρεσίβλητος, οδηγός του Ι.Χ.Ε.
Χ. Γ., κηρύχθηκε ένοχος για την πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια εις βάρος του πρώτου αναιρεσείοντος, οδηγού της δίκυκλης μοτοσικλέτας και καταδικάσθηκε σε ποινή φυλακίσεως 4 μηνών και την έκθεση Πορίσματος Ενεργηθείσας Προκαταρκτικής Διοικητικής Εξετάσεως, με την οποία ο τελευταίος, ως εν ενεργεία αστυνομικός, δεν ελέγχθηκε πειθαρχικώς για το τροχαίο ατύχημα, στο οποίο ενεπλάκη, έγγραφα τα οποία ο ανωτέρω αναιρεσείων επικαλέσθηκε νομίμως με τις προτάσεις του και προσκόμισε στην δευτεροβάθμια δίκη.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από την βεβαίωση της προσβαλλομένης αποφάσεως ότι λήφθηκαν υπ' όψιν, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων και όλα τα έγγραφα "...τα οποία λαμβάνονται υπ' όψη στο σύνολό τους, ... μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβάνονται και τα δημόσια έγγραφα της προηγηθείσας ποινικής προδικασίας καθώς και κύριας ποινικής διαδικασίας...", σε συνδυασμό με τις σκέψεις που περιέχει για την στήριξη του αποδεικτικού της πορίσματος, περί συνυπαιτιότητας του οδηγού του Ι.Χ.Ε.
Χ. Γ. στην πρόκληση του ατυχήματος (κατά ποσοστό 30%), δεν γεννάται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπ' όψιν και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως και την επικαλούμενη ως άνω απόφαση του ποινικού Δικαστηρίου, καθώς και την Έκθεση Πορίσματος της Ε.ΔΕ. εις βάρος του αναιρεσείοντος.
Σύμφωνα με το άρθρο 932 του Α.Κ., "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το Δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του.
Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης". Σκοπός της διατάξεως είναι να επιτυγχάνεται μία, υπό ευρεία έννοια, αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημιώσεως για ηθική βλάβη, που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα.
Το Δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι, συνεπεία αδικοπραξίας, προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, στη συνέχεια, καθορίζει το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποιήσεως, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας, ιδίως, υπ' όψιν, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τελέσεως της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υποχρέου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών (Ολ.
Α.Π. 10/2017, Ολ. Α.Π. 19/2011, Α.Π. 1230/2024, Α.Π. 1097/2024, Α.Π. 1091/2024), πλην της περιουσιακής καταστάσεως της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας, της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική (Α.Π. 1230/2024, Α.Π. 1097/2024, Α.Π. 1091/2024, Α.Π. 1085/2024), χωρίς να απαιτείται η ειδικότερη αιτιολόγηση καθενός στοιχείου (Α.Π. 1230/2024, Α.Π. 1097/2024, Α.Π. 1091/2024, Α.Π. 1085/2024, Α.Π. 1068/2024).
Ο προσδιορισμός του ποσού της ευλόγου χρηματικής ικανοποιήσεως αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του Δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νομίμου βάσεως.
Κρίσιμος χρόνος για τον υπολογισμό του εύλογου αυτού χρηματικού ποσού είναι ο χρόνος της συζητήσεως της υποθέσεως ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, οπότε και λαμβάνεται υπ' όψιν η τότε κατάσταση της υγείας του παθόντος (Α.Π. 1230/2024, Α.Π. 1097/2024, Α.Π. 1091/2024, Α.Π. 1085/2024, Α.Π. 1068/2024, Α.Π. 1060/2024). Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η Αρχή της Αναλογικότητας, ως γενική νομική Αρχή και, μάλιστα, αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρ. 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος), υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του Δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα το οποίο, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμός 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ. (Ολ.
Α.Π. 10/2017, Ολ. Α.Π. 9/2015, Α.Π. 1230/2024, Α.Π. 1097/2024, Α.Π. 1091/2024, Α.Π. 1085/2024, Α.Π. 1084/2024, Α.Π. 1068/2024, Α.Π. 1060/2024). Και τούτο, διότι μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπερμέτρως μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο, κατά την ελεύθερη κρίση του Δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον δικαιούχο - παθόντα), τον σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και στην δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το Δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων (Α.Π. 1230/2024,Α.Π. 1097/2024, Α.Π. 1091/2024, Α.Π. 1085/2024, Α.Π. 1084/2024, Α.Π. 1068/2024, Α.Π. 1060/2024).
Εξάλλου, με το Πρώτο Πρόσθετο Πρωτόκολλο της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προστασία των δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε (μαζί με την Σύμβαση) με το Ν.Δ. 53/1974 και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ, κατοχυρώνεται ο σεβασμός της περιουσίας του προσώπου, το οποίο μπορεί να την στερηθεί μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας. Στην έννοια της περιουσίας περιλαμβάνονται, όχι μόνο τα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα δικαιώματα "περιουσιακής φύσεως" και τα κεκτημένα "οικονομικά συμφέροντα". Καλύπτονται, έτσι, τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα και, ειδικότερα, απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το Εθνικό Δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον, έως την προσφυγή στο Δικαστήριο, Δίκαιο, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικώς. Τέτοιες είναι, κατά το Ελληνικό Δίκαιο και οι απαιτήσεις από αδικοπραξία για καταβολή αποζημιώσεως ή χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης κατά τα άρθρα 297, 298, 299, 57, 59, 932 του Α.Κ. (Ολ. Α.Π. 40/1998, Α.Π. 1230/2024, Α.Π. 1097/2024, Α.Π. 1091/2024, Α.Π. 1085/2024, Α.Π. 1068/2024, Α.Π. 1060/2024).
Με τον πέμπτο λόγο της από 22-7-2021 αιτήσεως αναιρέσεως και υπό την επίκληση των διατάξεων των άρθρων 25 παρ. 1 περ. δ' του Συντάγματος και του άρθρου 932 του Α.Κ., οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση για την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1, περ. α' του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο, κατ' ευθεία παραβίαση της Αρχής της Αναλογικότητας και των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, κατά την υπαγωγή στο πραγματικό τους των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, επιδίκασε στον πρώτο αυτών ως χρηματική του ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη εξαιτίας του τραυματισμού του, συνεκτιμώντας και το ποσοστό συνυπαιτιότητάς του στην επέλευση της συγκρούσεως, ύψους 70%, το ποσό των 1.500 ευρώ, το οποίο υπολείπεται δυσανάλογα του ποσού, που επιδικάζεται σε ανάλογες περιπτώσεις και προκύπτουν από τις συνθήκες της αδικοπραξίας του τροχαίου ατυχήματος.
Από την επιτρεπτή, κατ' άρθρον 561 αριθμ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, για τις ανάγκες του ερευνώμενου ως άνω αναιρετικού λόγου, προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, αναφορικώς με την αποζημίωση λόγω ηθικής βλάβης που υπέστη ο πρώτος των αναιρεσειόντων συνεπεία του τραυματισμού του, δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
"Περαιτέρω, αποδείχθηκε, ότι, συνεπεία του τροχαίου ατυχήματος, ο οδηγός της μοτοσικλέτας Ε. Κ., υπέστη συντριπτικό κάταγμα έξω σφυρού δεξιάς ποδοκνημικής με συνοδό ρήξη δελτοειδούς συνδέσμου, ενώ πρόδηλη ήταν η θραύση των υπ' αριθμό 11 και 21 οδόντων του και κρίθηκε αναγκαίο να υποβληθεί σε εσωτερική οστεοσύνθεση του συντριπτικού κατάγματος του έξω σφυρού του δεξιού του ποδιού και συρραφή του δελτοειδούς συνδέσμου.
Λόγω του ότι όπως ενημερώθηκε από τους γιατρούς του 424 Στρατιωτικού Γενικού Νοσοκομείου, η επέμβαση για λόγους διαδικαστικούς (εγκρίσεων) θα καθυστερούσε, την ίδια μέρα, ο ανωτέρω ζήτησε και έλαβε εξιτήριο από το ως άνω νοσοκομείο, σύμφωνα με την με αριθμό πρωτοκόλλου ....2017 Ιατρική Γνωμάτευση του 424 Στρατ.
Γεν. Νοσοκομείου, και την επομένη εισήχθη στην Ιδιωτική Κλινική "ΒΙΟΚΛΙΝΙΚΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ" προκειμένου να πραγματοποιηθεί η ως άνω χειρουργική επέμβαση, όπως συνάγεται από το από ....2016 Εισιτήριο Ασθενούς της ανωτέρω κλινικής. Αυθημερόν της εισαγωγής του στην "ΒΙΟΚΛΙΝΙΚΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ" και αφού διενεργήθηκε προεγχειρητικός έλεγχος υποβλήθηκε σε εσωτερική οστεοσύνθεση του συντριπτικού κατάγματος έξω σφυρού και συρραφή δελτοειδούς συνδέσμου, επέμβαση η οποία διήρκησε δύο ώρες και σαράντα λεπτά (2 ώρες και 40 λεπτά).
Σύμφωνα με το από ....2016 Πρακτικό Επέμβασης της άνω κλινικής, υπογραφέν από τον Ορθοπεδικό Χειρουργό που πραγματοποίησε την εσωτερική οστεοσυνθεση Dr. Λ. Α. Μ., υπό νευρομυϊκό αποκλεισμό ισχιακού νεύρου, ενδοφλέβια γενική αναισθησία και ίσχαιμο περίδεση πραγματοποιήθηκε η εσωτερική οστεοσύνθεση έξω σφυρού με πλάκα 1/3 κύκλου τιτανίου 7 οπών και 7 βίδες.
Επίσης έγινε συρραφή της ρήξης τού δελτοειδούς συνδέσμου από τον έσω σφυρό, ενώ τοποθετήθηκε αποστειρωμένο σύστημα παροχέτευσης τραύματος τύπου Redon. Η συρραφή πραγματοποιήθηκε κατά στρώματα, ενώ μετά το πέρας της χειρουργικής επεμβάσεως τοποθετήθηκε στο δεξί πόδι του ενάγοντος Ε. Κ. γύψινος κνημοποδικός νάρθηκας.
Μετά την ανωτέρω χειρουργική επέμβαση, ο ανωτέρω εξήλθε από την ως άνω κλινική στις 15.12.2.016, για περαιτέρω κατ' οίκον αποθεραπεία, με οδηγίες για: α) διατήρηση του γύψινου κνημοποδικού νάρθηκα για έξι (6) εβδομάδες και β) λήψη αναρρωτικής άδειας από την υπηρεσία του διάρκειας τριών (3) μηνών. Τα παραπάνω προκύπτουν αφενός από το από 15.12.2016 Εξιτήριο Ασθενούς της "ΒΙΟΚΛΙΝΙΚΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ", και αφετέρου από την με την ίδια ημερομηνία Ιατρική Γνωμάτευση του θεράποντα ιατρού του Ορθοπεδικού Χειρουργού Dr. Λ.
Α. Μ. Την ίδια μέρα (15.12.2016) προσήλθε στο 424 Γ. Στρατιωτικό Νοσοκομείο και εκεί εξετάστηκε από τον Υπίατρο Σ. Δ. Σ., ο οποίος διαπίστωσε και αυτός ότι έπασχε από κάταγμα έξω σφυρού συνέπεια αναφερόμενου τροχαίου και γνωμάτευσε ότι έπρεπε να επανέλθει για επανεξέταση στα Εξωτερικά Ιατρεία της Α' Ορθοπεδικής Κλινικής του ανωτέρω νοσοκομείου.
Η αναρρωτική άδεια για τον ένδικο τραυματισμό του ενάγοντος, διήρκεσε από 7.2.2017 μέχρι 12.12.2017, όταν και σύμφωνα με την με αριθμό 941/12.12.2017 Γνωμάτευση της Ανώτατης Υγειονομικής Επιτροπής Θεσσαλονίκης κρίθηκε ότι από την ανωτέρω ημερομηνία ήταν πλέον ικανός να επανέλθει στην Υπηρεσία του. Εξάλλου, στις 20.1.2017, ήτοι κατά την συμπλήρωση πέντε (5) εβδομάδων από την διενέργεια της εσωτερικής οστεοσύνθεσης, διάστημα κατά το οποίο διατηρούσε τον γύψινο κνημοποδικό νάρθηκα στο δεξιό του πόδι, επισκέφθηκε τον θεράποντα ιατρό του, Ορθοπεδικό Χειρουργό Dr. Λ.
Α. Μ., προκειμένου να ελέγξει την πορεία πωρώσεως της καταγματικής εστίας και αφού ο εν λόγω ενάγων υποβλήθηκε σε ακτινολογικό έλεγχο διαπιστώθηκε, ότι η διαδικασία πωρώσεως του κατάγματος δεν είχε ολοκληρωθεί, και ως εκ τούτου θα έπρεπε να παραταθεί η ακινητοποίηση του δεξιού του ποδιού εντός του γύψινου νάρθηκα για ακόμη τρεις (3) εβδομάδες.
Συνολικά το δεξιό του κάτω άκρο παρέμεινε ακινητοποιημένο στον κνημοποδικό νάρθηκα για οκτώ (8) εβδομάδες. Στις 7.2.2017, ήτοι μετά το πέρας των οκτώ (8) εβδομάδων, ο θεράπων ιατρός του προέβη στην αφαίρεση του γυψονάρθηκα, και του έδωσε οδηγίες για μερική φόρτιση για δύο (2) εβδομάδες και κατόπιν για άλλες δύο (2) εβδομάδες, προοδευτική αύξηση της φόρτισης, παράλληλα με οδηγίες για φυσικοθεραπείες ενώ, τελικά, η πλήρης φόρτιση του δεξιού του ποδιού επετράπη μετά τη συμπλήρωση τριών μηνών από τη διενέργεια της εσωτερικής οστεοσύνθεσης, όπως προκύπτει από την 3.5.2018 Ιατρική Γνωμάτευση του Ορθοπεδικού Χειρουργού Dr. Λ.
Α. Μ. Κατόπιν και λόγω της ως άνω δυσκαμψίας στο δεξί πόδι, των επίπονων ενοχλημάτων στο αντίστοιχο κάτω άκρο, της χωλότητας και δυσκολίας στη βάδιση, ο ανωτέρω επισκέφθηκε στις 20.2.2017 το ιδιωτικό ιατρείο του Ορθοπεδικού Χειρουργού Σ. Α. Λ., και όπως συνάγεται από την με ίδια ημερομηνία Ιατρική Γνωμάτευση του ανωτέρω ιατρού, κρίθηκε ότι ο εξεταζόμενος, ήτοι ο ενάγων: "Χρήζει 20 (είκοσι) συνεδρίες φυσικοθεραπείας κατ' οίκον για ενδυνάμωση του ΔΕ σκέλους μετά από χειρ/θέν συντριπτικό κάταγμα έξω σφυρού με συνοδό ρήξη του δελτοειδούς συνδέσμου".
Σε συμμόρφωση με τις οδηγίες του ορθοπεδικού χειρούργου Σ. Α. Λ., στις αρχές Μαρτίου του 2017, ο ενάγων, απευθύνθηκε στο Εργαστήριο Φυσικοθεραπείας της Μ. Π., όπου υποβλήθηκε σε πρόγραμμα είκοσι (20) φυσικοθεραπειών, προκειμένου να αντιμετωπισθεί η δυσκαμψία και το έλλειμμα ραχιαίας έκτασης και πελματιαίας κάμψης, που παρουσίαζε στο δεξιό του πόδι.
Το πρόγραμμα φυσικοθεραπειών συνίστατο σε ασκήσεις μυϊκής ενδυνάμωσης, κινησιο μαλάξεις, υπερήχους και tens, παρά δε την ολοκλήρωση του οποίου η δυσκαμψία και το έλλειμμα έκτασης και κάμψης του δεξιού ποδιού του ενάγοντος δεν υποχώρησε. Γι' αυτόν το λόγο στις 24.3.2017 επισκέφθηκε εκ νέου τον ορθοπεδικό χειρούργο Σ.
Α. Λ., ο οποίος διαπιστώνοντας την στασιμότητα της κατάστασής του, του συνέστησε να υποβληθεί σε πρόγραμμα είκοσι (20) φυσικοθεραπειών με την εφαρμογή μιας καινοτόμου αναλγητικής και αποιδηματικής θεραπείας, η οποία ονομάζεται TECAR. Συγκεκριμένα, η ανωτέρω θεραπεία βασίζεται στην εκπομπή ραδιοκυμάτων μέσω μιας συσκευής, η οποία παράγει ενδογενώς θερμότητα.
Η θερμότητα δημιουργείται από το ίδιο το σώμα του ασθενή επιτρέποντας την εις βάθος παρέμβαση στους ιστούς και στα οστά, με τέτοιο τρόπο ώστε να ενεργοποιούνται και να επιταχύνονται οι φυσιολογικές διαδικασίες επούλωσης του οργανισμού, μειώνοντας έτσι τον χρόνο αποκατάστασης, οπότε και απευθύνθηκε εκ νέου στο Εργαστήριο Φυσικοθεραπείας της Μ.
Π., όπου τον Απρίλιο του 2017 και υποβλήθηκε εκ νέου σε είκοσι φυσικοθεραπείες με εφαρμογή της ανωτέρω καινοτόμου μεθόδου αποκατάστασης TECAR, μετά την ολοκλήρωση των οποίων ο ενάγων διαπίστωσε μια μικρή βελτίωση ως προς την δυσκαμψία και το εύρος κίνησης του δεξιού του ποδιού. Και μετά την συμπλήρωση των συνολικά σαράντα (40) φυσικοθεραπειών, ο ενάγων εξακολουθούσε να νιώθει πόνο κατά την βάδιση καθώς και να χωλαίνει.
Γι' αυτό το λόγο ο ενάγων επισκέφθηκε στις 8.5.2017 τον Ορθοπεδικό Χειρουργό Σ. Α. Λ., προκειμένου να εντοπιστεί η αιτία των ανωτέρω συμπτωμάτων και να εξευρεθεί ο κατάλληλος τρόπος αντιμετώπισης τους, ώστε να αποκατασταθεί η λειτουργικότητα του δεξιού του ποδιού. Κατόπιν υποβολής του σε ενδελεχή κλινικό έλεγχο, ο ανωτέρω ιατρός διαπίστωσε ότι ο Ε.
Κ. έπασχε από άλγος και δυσκαμψία δεξιάς ποδοκνημικής και του συνέστησε τη λήψη αναρρωτικής άδειας δέκα (10) εβδομάδων (2,5 μηνών) λόγω της οστικής αραίωσης των οστών του σύστοιχου άκρου πόδα, του άλγους, της δυσκαμψίας και των άτυπων λειτουργικών ενοχλημάτων, εντοπιζόμενων όλων στο δεξί του πόδι (σχ. η από 8.5.2017 Ιατρική Γνωμάτευση του ανωτέρω ιατρού).
Επίσης, από την με ίδια ημερομηνία (8.5.2017) Ιατρική Γνωμάτευση του θεράποντα ιατρού του ανωτέρω Ορθοπεδικού Χειρουργού Dr. Λ. Α. Μ., διαπιστώθηκε ότι ο Ε. Κ. παρουσίαζε έλλειμμα ραχιαίας έκτασης και πελματιαίας κάμψης κατά 15 μοίρες, ευρήματα τα οποία απαγόρευαν την οδήγηση μοτοσυκλέτας και ως εκ τούτου την άμεση επάνοδό του στην υπηρεσία για ακόμη δύο (2) μήνες, καθώς υπηρετούσε στο Β' Τμήμα Άμεσης Επέμβασης - Διεύθυνση Άμεσης Δράσης.
Επιπλέον, για την πλήρη αποκατάσταση των ανωτέρω παθολογικών ευρημάτων ο αυτός ανωτέρω ιατρός έκρινε αναγκαία την εκ νέου υποβολή του σε πρόγραμμα φυσικοθεραπειών, τον αριθμό των οποίων εκτίμησε ότι θα έπρεπε να ανέλθει κατ' ελάχιστο σε δεκαπέντε (15). Το πρόγραμμα των φυσικοθεραπειών θα έπρεπε να περιλαμβάνει:
α) κινησιομαλάξεις, β) υπερήχους, γ) μυϊκή ενδυνάμωση, και δ) tens. Μετά και την παρέλευση έντεκα (11) μηνών από την επέλευση του επίδικου τραυματισμού του, και τη συνεχή υποβολή του σε εντατικό πρόγραμμα φυσικοθεραπειών η εγκατεστημένη στη δεξιά ποδοκνημική άρθρωση δυσκαμψία του ανωτέρω παθόντος δεν υποχώρησε, με συνέπεια στις 30.10.2017 να επισκεφθεί το ιατρείο του ορθοπεδικού χειρουργού Σ.
Λ. Όπως προκύπτει από την με ίδια ημερομηνία ιατρική του γνωμάτευση, ο ανωτέρω ιατρός κατόπιν εξετάσεως του ασθενούς διαπίστωσε ότι θα έπρεπε να υποβληθεί εκ νέου σε πρόγραμμα σαράντα (40) φυσικοθεραπειών, οι οποίες θα συνίσταντο σε κινησιοθεραπείες, χειρομαλάξεις, ψυχρά επιθέματα και laser. Ακολούθως τον Νοέμβριο και Δεκέμβριο του 2017 υποβλήθηκε εκ νέου σε συνολικά σαράντα (40) φυσικοθεραπείες, απευθυνόμενος για ακόμη μία φορά στο Εργαστήριο Φυσικοθεραπείας της Μ.
Π., ενώ, στην από 3.5.2018 Ιατρική Γνωμάτευση του θεράποντα ιατρού του ανωτέρω Λ. Α. Μ. περιγράφεται συνοπτικά η θεραπευτική προσπάθεια του ανωτέρω, ενώ επισημαίνεται η μελλοντική ανάγκη υποβολής του σε επέμβαση αφαίρεσης των υλικών οστεοσύνθεσης μετά την πάροδο 1,5 με 2 ετών από την τοποθέτηση τους. Τέλος, όσον αφορά την αποκατάσταση των υπ' αριθμό 11 και 21 οδόντων, τα οποία έσπασαν κατά την βίαιη πτώση του ανωτέρω οδηγού της μοτοσικλέτας στο οδόστρωμα, ο ίδιος, στις 22.12.2016 επισκέφθηκε το ιδιωτικό ιατρείο της χειρούργου οδοντιάτρου Μ.
Σ. η οποία αφού διαπίστωσε τα συντριπτικά κατάγματα των υπ' αριθμό 11 και 21 οδόντων μου (κεντρικών τομέων άνω γνάθου), προέβη άμεσα σε εξαγωγή τους. Ως καταλληλότερη μέθοδος αποκατάστασης αποφασίστηκε η εμφύτευση οδόντων στη θέση των εξαχθέντων, η οποία όμως λόγω του οστικού ελλείμματος που είχε δημιουργηθεί στο σημείο που περιέβαλε τα δόντια δεν θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί άμεσα, (σχ.
η από 8.5.2018 Ιατρική Γνωμάτευση της χειρουργού οδοντιάτρου Μ. Σ.) η οποία μάλιστα επισημαίνει ότι ο παθών βρίσκεται ακόμα σε διαδικασία ολοκλήρωσης της αποκατάστασης, αφού, ακόμη δεν τοποθετήθηκαν τα οδοντικά εμφυτεύματα. Από τα ανωτέρω όμως συνάγεται ότι η προαναφερόμενη μέθοδος της τοποθέτησης των οδοντικών εμφυτευμάτων δεν είναι δυνατόν μέχρι και σήμερα να κριθεί εάν και τελικά θα επιλεχθεί ως πρόσφορη και ενδεδειγμένη, αφού το οστικό έλλειμμα που παρουσίασε ο παθών δεν έχει εισέτι αναπληρωθεί ...
Λαμβανομένων, δε, υπόψη του μεγάλου ποσοστού συνυπαιτιότητας του ανωτέρω τραυματισθέντος στην πρόκληση του ατυχήματος, της περιουσιακής του ζημίας, της σωματικής και ψυχικής του ταλαιπωρίας εξαιτίας του τραυματισμού του, της οικονομικής κατάστασης των διαδίκων μερών (πλην της δεύτερης εναγόμενης, της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική - ...), κρίνεται ότι ο ενάγων Ε.
Κ., έχει υποστεί ηθική βλάβη και ότι πρέπει να του επιδικαστεί το ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500,00) ευρώ ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάστασή της". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, με την πληττόμενη απόφασή του, κατά το μέρος που ενδιαφέρει την παρούσα αναιρετική δίκη, επιδίκασε στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα Ε.
Κ., ως χρηματική του ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, συνεπεία του τραυματισμού του, το ποσό των 1.500 ευρώ. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δηλαδή με το να καθορίσει την χρηματική ικανοποίηση του ως άνω αναιρεσείοντος λόγω ηθικής βλάβης στο ανωτέρω ποσό, παραβίασε ευθέως την Αρχή της Αναλογικότητας και υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι το ποσό αυτό, κατά την κοινή πείρα, την δικαστηριακή πρακτική και την συνείδηση για το Δίκαιο, υπολείπεται και, μάλιστα, καταφανώς εκείνου, που συνήθως επιδικάζεται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποιήσεως.
Επομένως, είναι βάσιμος ο, από τον αριθμό 1, περ. α' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., πέμπτος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο ο ανωτέρω αναιρεσείων, με την επίκληση των διατάξεων των άρθρων 25 παρ. 1 εδάφ. δ' του Συντάγματος και 932 του Α.Κ., αποδίδει στην πληττόμενη απόφαση την αιτίαση, ότι κατά παράβαση της Αρχής της Αναλογικότητας, που εκφράζουν οι ανωτέρω ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις και καθ' υπέρβασιν των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, το Εφετείο, κατά την εφαρμογή των διατάξεων αυτών με την υπαγωγή στο πραγματικό τους των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, επιδίκασε σε αυτόν, ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το προαναφερόμενο ποσό των 1.500 ευρώ, το οποίο υπολείπεται δυσανάλογα σε σχέση με το ποσό, που επιδικάζεται σε ανάλογες περιπτώσεις και προκύπτει από τις συνθήκες της αδικοπραξίας του τροχαίου ατυχήματος.
Κατόπιν τούτου, ο ερευνόμενος αναιρετικός λόγος για την ευθεία παραβίαση της Αρχής της Αναλογικότητας, κατά τα ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος κατ' ουσίαν. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η από 29-8-2022 αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου, λόγω της ήττας τους, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.), να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, κατά παραδοχήν σχετικού αιτήματος των τελευταίων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις (άρθρ. 176, 183, 191 του Κ.Πολ.Δ.), να γίνει δεκτή η από 22-7-2021 αίτηση αναιρέσεως και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το κεφάλαιο της επιδικασθείσας στον αναιρεσείοντα Ε.
Κ. χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης. Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλον Δικαστή (άρθρο 580 αριθμ. 3 του Κ.Πολ.Δ.), για να ερευνηθεί κατά το αναιρούμενο ως άνω μέρος αυτής, που αφορά το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης.
Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στους αναιρεσείοντες του παραβόλου, που κατέθεσαν για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως (άρθρο 495 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.) και, τέλος, πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183 και 191 του Κ.Πολ.Δ.), στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, που παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα αυτών, κατά τα, ειδικότερα, οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας αποφάσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει τις από 29-8-2022 και από 22-7-2021 αιτήσεις αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 303/2021 τελεσιδίκου αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Α) Απορρίπτει την από 29-8-2022 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 303/2021 τελεσιδίκου αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του, καταβληθέντος από τους αναιρεσείοντες, παραβόλου.
Και Καταδικάζει του αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων ευρώ (2.700€).
Β) Δέχεται την από 22-7-2021 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 303/2021 τελεσιδίκου αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 303/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιο.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά το ως άνω αναιρεθέν κεφάλαιο, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλον Δικαστή, πλην εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.
Διατάσσει την επιστροφή στους αναιρεσείοντες του παραβόλου, που κατέθεσαν για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως.
Και Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, το ποσό των οποίων ορίζει σε τρεις χιλιάδες ευρώ (3.000€).
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Οκτωβρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Οκτωβρίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ