Supreme Court dismisses appeal in marine insurance case regarding total loss by disappearance under 1906 Act.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's rejection of the insurance claim. The appellant argued the lower court erred in dismissing the claim for total loss by disappearance and incorrectly assigned the burden of proof regarding the ship's sinking. The court ruled that the First Instance Court correctly applied the Marine Insurance Act 1906 and that the burden of proof issue was irrelevant since the claim was already rejected on admissibility grounds.
Legislator headnote
AI generatedMarine Insurance Act 1906; Article 58: When no news of the ship is received for a reasonable time, it is presumed lost at sea or sunk, constituting a distinct ground for total loss and insurance liability.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1594 / 2023 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1594/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Βαρβάρα Πάπαρη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: εταιρείας με την επωνυμία «Θ. Γ.. - Π. Γ.. Κ. Σ. Ο..Ε.., που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Ψυχάρη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία «Α. Μ. Α. Ε. Ε. Γ. «Α., που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη - Διονύσιο Φιλιώτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-9-2013 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4120/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 141/2019 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 9-9-2019 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 141/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, η οποία απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της ήδη αναιρεσείουσας κατά της υπ'αριθμ.4120/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία απορρίφθηκε η από 9.9.2013 αγωγή της κατά της ήδη αναιρεσίβλητης, με αντικείμενο την καταβολή ασφαλιστικής αποζημίωσης. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
2. Κατά το αγγλικό δίκαιο οι θαλάσσιες ασφαλίσεις ρυθμίζονται από τις διατάξεις του νόμου "MARINE INSURANCE ACT 1906" "Περί θαλασσίας ασφαλίσεως του 1906". Συμπληρωματικά εφαρμόζονται ως προς αυτές οι διατάξεις του κοινού δικαίου (COMMON LAW) εφόσον δεν προσκρούουν σε ρητή διάταξη του παραπάνω νόμου. Επίσης σημαντικό ρόλο διαδραματίζουν τα συναλλακτικά ήθη, τα οποία ρυθμίζουν πολλά θέματα για τα οποία δεν υπάρχει ρητή πρόβλεψη στο νόμο, σε βαθμό μάλιστα τέτοιο ώστε αυτά να επικρατούν και όταν ακόμα υπάρχει έμμεση ρύθμιση από το νόμο.
Κατά το δίκαιο αυτό, επί σύμβασης ναυτικής ασφάλισης, η έννοια της οποίας δίνεται στην παρ.1 του πιο πάνω νόμου και αφορά την κάλυψη του ασφαλισμένου κατά του κινδύνου απωλειών, οι οποίες είναι συναφείς με τη θαλάσσια περιπέτεια, ο ασφαλιστής σε περίπτωση επέλευσης του κινδύνου υποχρεούται σε αποζημίωση του ασφαλισμένου.
Το ποσό της αποζημίωσης επί ολικής απώλειας, αν μεν στο ασφαλιστήριο αναγράφεται η αξία του ασφαλισθέντος, ισούται, με το αναγραφόμενο στο ασφαλιστήριο ποσό, αν δε δεν αναγράφεται εκεί (η αξία του ασφαλισθέντος), ισούται προς το ποσό της ασφαλίσιμης αξίας του ασφαλισθέντος αντικειμένου (άρθρα 67 και 68 του νόμου "MARINE INSURANCE ACT").
Εξάλλου, όπως γίνεται δεκτό, το περιεχόμενο του τυπικού ασφαλιστηρίου μπορεί να συμπληρώνεται και να τροποποιείται με πρόσθετους όρους και μάλιστα με επισυναπτόμενους σ' αυτό τυπικούς όρους με τη μορφή των ρητρών του Ινστιτούτου Ασφαλιστών Λονδίνου, μεταξύ των οποίων και οι "INSTITUTE YACHT CLAUSES". Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 55 παρ.1 και 3 του νόμου "MARINE INSURANCE ACT", με την επιφύλαξη των διατάξεων του εν λόγω νόμου και εφόσον το ασφαλιστήριο δεν προβλέπει διαφορετικά, ο ασφαλιστής ευθύνεται για κάθε απώλεια που έχει ως έγγιστα προκληθεί από ασφαλισμένο κίνδυνο, αλλά, υπό την επιφύλαξη των προρρηθέντων, δεν ευθύνεται για οποιαδήποτε απώλεια μη έχουσα ως έγγιστα προκληθεί από ασφαλισμένο κίνδυνο.
Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 57 του ίδιου νόμου, όταν το αντικείμενο της ασφάλισης καταστρέφεται ή βλάπτεται κατά τρόπο που παύει ν' αποτελεί πράγμα του είδους που ασφαλίσθηκε ή εάν ο ασφαλισμένος στερείται ανεπανόρθωτα του πράγματος, υφίσταται ολική απώλεια. Επίσης, κατά τα άρθρα 60 επ. του πιο πάνω νόμου ("MARINE INSURANCE ACT"), όταν υπάρχει περίπτωση τεκμαιρόμενης απώλειας, ο ασφαλισμένος δικαιούται να εγκαταλείψει το πλοίο στον ασφαλιστή και να απαιτήσει την πλήρη για ολική απώλεια αποζημίωση.
Περίπτωση τέτοιας τεκμαιρόμενης απώλειας αποτελεί η εξαφάνιση του πλοίου για την οποία προβλέπει το άρθρο 58 του πιο πάνω νόμου, το οποίο ορίζει ότι "όταν το πλοίο στο οποίο αφορά η ασφάλιση έχει εξαφανισθεί και μετά την πάροδο ευλόγου χρόνου δεν υπάρχουν ειδήσεις του, τεκμαίρεται η πραγματική ολική απώλεια του".
Στην περίπτωση αυτή της τεκμαιρόμενης ολικής απώλειας του πλοίου, ο ασφαλισμένος δικαιούται να ζητήσει την για ολική απώλεια πιο πάνω αποζημίωση, χωρίς να χρειάζεται δήλωση εγκατάλειψης, η οποία εδώ θεωρείται περιττή. Εξάλλου, στο πεδίο του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου έχει διαμορφωθεί τόσο στην Ελλάδα, όσο και διεθνώς, ένας βασικός άγραφος κανόνας σύμφωνα με τον οποίο τα δικονομικά ζητήματα διέπονται από το δίκαιο του δικάζοντος δικαστηρίου, ήτοι από τη lex fori και όχι από το αλλοδαπό δίκαιο (AΠ 423/2018, ΑΠ 1542/2014, ΑΠ 1584/2011, ΑΠ 1309/1991).
Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 106, 111, 216 παρ. 1, 223 και 224 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι το δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη την ιστορική βάση της αγωγής και το υποβαλλόμενο αίτημα και εφαρμόζοντας αυτεπαγγέλτως τον νόμο, προσδίδει στα περιστατικά, που αναφέρονται σε αυτή, τον κατάλληλο νομικό χαρακτηρισμό και υπάγει τον προβαλλόμενο ισχυρισμό στην, κατά την κρίση του, εφαρμοστέα διάταξη, για να διαγνώσει την ύπαρξη ή μη της επίδικης έννομης σχέσης ή έννομης συνέπειας (δικαιώματος-υποχρέωσης).
Ως ιστορική βάση της αγωγής, νοείται, κατά την έννοια του άρθρου 216 παρ. 1α ΚΠολΔ, το σύνολο των γεγονότων (πραγματικών περιστατικών), τα οποία θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής (ΟλΑΠ 2/1994) και χωρίς την επίκληση των οποίων δεν είναι εφικτή η διάγνωση της επίδικης έννομης σχέσης (ΑΠ 837/2019, ΑΠ 1087/2014, ΑΠ 460/2013). Μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής, η οποία επάγεται το κατά τα ανωτέρω απαράδεκτο, αποτελεί η προσθήκη νέων περιστατικών, παλαιότερων ή οψιγενών, με τα οποία τροποποιείται ή αντικαθίσταται η ιστορική βάση της αγωγής με άλλη ή προστίθεται στην αγωγή και νέα ιστορική βάση, εφόσον έτσι μεταβάλλεται και το αντικείμενο της δίκης, κατά παράβαση της προβλεπόμενης από το άρθρο 111 ΚΠολΔ αρχής της τήρησης προδικασίας (ΟλΑΠ 2/1994, ΑΠ 1241/2021, ΑΠ 321/2020, ΑΠ 1152/2017, ΑΠ 1183/2015).
Η κατά το άρθρο 224 ΚΠολΔ, απαγόρευση της μεταβολής της ιστορικής βάσης της αγωγής αναφέρεται μόνο σε ουσιώδες πραγματικό περιστατικό της ιστορικής βάσης της αγωγής, δηλαδή σε περιστατικό το οποίο, μόνο του ή από κοινού με άλλα, στηρίζει το αγωγικό αίτημα. Έτσι, είναι απαράδεκτη η υποκατάσταση ή η προσθήκη με τις προτάσεις νέων ουσιωδών γεγονότων (οψιγενών ή μη), τα οποία συνιστούν προϋπόθεση, χωρίς τη συνδρομή της οποίας θα ήταν αδύνατη η γένεση της διαγνωστέας έννομης σχέσης ή συνέπειας.
Έως την πρώτη συζήτηση της αγωγής μπορεί ο ενάγων να συμπληρώσει, διευκρινίσει και διορθώσει τους ισχυρισμούς του, αρκεί να μη μεταβάλλεται η βάση της αγωγής. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η απαγόρευση μεταβολής της βάσεως της αγωγής αφορά μόνο την ιστορική της βάση και όχι τη νομική της βάση, ήτοι τον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου (ΑΠ 910/2017, ΑΠ 778/2011).
Σύμφωνα με το άρθρο 522 του ΚΠολΔ, με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους", ενώ σύμφωνα με το άρθρο 525 παρ. 2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτη η υποβολή νέας αίτησης, ακόμα και αν συναινεί ο αντίδικος. Το απαράδεκτο λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη.
Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 526 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτη στην κατ` έφεση δίκη κάθε μεταβολή της βάσης, του αντικειμένου και του αιτήματος της αγωγής και αν ο αντίδικος συναινεί. Επιτρέπεται εξαιτίας γεγονότων που επήλθαν μετά την έκδοση της πρωτόδικης απόφασης να ζητηθεί αντί για το αντικείμενο που ζητήθηκε αρχικά άλλο ή η αξία του ή το διαφέρον.
Από τις συνδυασμένες πιο πάνω διατάξεις προκύπτει, ότι αντικείμενο της πολιτικής δίκης είναι και στο δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας η δικονομική αξίωση που έχει υποβληθεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και εκφράζεται με αίτηση παροχής δικαστικής προστασίας για την προβαλλόμενη ιστορική αιτία, με απόφαση του δικαστηρίου σύμφωνη προς το υποβαλλόμενο αίτημα.
Η έφεση δεν δημιουργεί νέο αντικείμενο της δίκης, αλλά αποτελεί, ανάλογα με το εάν η πρωτοβάθμια απόφαση ήταν δυσμενής ή ευνοϊκή για όποιον ζήτησε τη δικαστική προστασία, μέσο τελικής επίτευξης ή ματαίωσης της ικανοποίησης της δικανικής πιο πάνω αξίωσης με την υποβολή της σε νέα, δευτεροβάθμια, δικαστική κρίση (ΟλΑΠ 12/1989, ΑΠ1241/2021,ΑΠ 467/2021,ΑΠ 749/2020, ΑΠ 143/2019, ΑΠ 621/2012, ΑΠ 1659/2011).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε ακυρότητες, έκπτωση από δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο, ενώ ακυρότητες από το ουσιαστικό δίκαιο ελέγχονται από τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης (ΟλΑΠ 2/2001, ΑΠ 374/2019, ΑΠ 1419/2019, ΑΠ 659/2018, ΑΠ 664/2018). 3.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών έγγραφων της δίκης, η ενάγουσα ομόρρυθμη εταιρία, ήδη αναιρεσείουσα, με την από 9.9.2013 αγωγή της, που άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, επικαλούμενη έγγραφη κατάρτιση με την εναγόμενη - ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία -ήδη αναιρεσίβλητη σύμβασης ασφάλισης, δυνάμει της οποίας η τελευταία ασφάλισε, αντί ασφαλίστρου, για το χρονικό διάστημα από 28.4.2012 έως 28.10.2012, το ανήκον στην πλοιοκτησία της υπό ελληνική σημαία ιστιοφόρο, επαγγελματικό, τουριστικό πλοίο αναψυχής, μετά της μηχανής και του βοηθητικού εξοπλισμού του, έναντι των ειδικότερα εκτιθέμενων στο ασφαλιστήριο κινδύνων, στους οποίους περιλαμβάνεται και η απώλεια αυτού από κινδύνους της θάλασσας, για το ποσό των 90.000 ευρώ, συμφωνία τους, που περιλήφθηκε στην ανωτέρω σύμβαση, περί εφαρμογής σ'αυτήν των Αγγλικού δικαίου και πρακτικής, καθώς και επέλευση του προαναφερθέντος ασφαλισμένου κινδύνου, διότι το εν λόγω πλοίο, διαρκούσης της ναύλωσής του, βυθίσθηκε στις 14.9.2012 νοτιοανατολικά ..., λόγω της κακοκαιρίας, που επικρατούσε, με μοναδικό επιβαίνοντα το ναυλωτή του, ο οποίος διασώθηκε και περισυλλέχθηκε εντός σωστικής σχεδίας από παραπλέον φορτηγό πλοίο, όπερ συνεπάγεται πραγματική ολική απώλεια αυτού, ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγόμενη να της καταβάλει το συμφωνηθέν ποσό της ασφαλιστικής αποζημίωσης των 90.000 ευρώ, που της οφείλει, κατόπιν άρνησής της να εκπληρώσει τη συμβατική της αυτή υποχρέωση, και αποτελεί τη συμφωνηθείσα αξία του ασφαλισμένου και ήδη απολεσθέντος πλοίου της, πλέον τόκων υπερημερίας και επιδικίας και με το αναφερόμενο στο δικόγραφο επιτόκιο.
Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, η υπ'αριθμ. 4120/2014 οριστική απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, με την οποία αυτή απορρίφθηκε στο σύνολό της ως κατ'ουσίαν αβάσιμη, διότι, όπως έγινε δεκτό, δεν αποδείχθηκε η επέλευση του ασφαλισμένου κινδύνου, και δη ότι πράγματι έλαβε χώρα το επικαλούμενο στο δικόγραφό της γεγονός της βύθισης του πλοίου της ενάγουσας, και συνακόλουθα της πραγματικής ολικής απώλειάς του, και μάλιστα από την ανωτέρω διάδικο/ασφαλισμένη, που, κατά το εν προκειμένω κριθέν ως εφαρμοστέο στην υπόθεση αγγλικό δίκαιο, φέρει και το βάρος απόδειξης του συγκεκριμένου αγωγικού ισχυρισμού της, κατόπιν της επ' αυτού προβληθείσας αιτιολογημένης άρνησης της εναγομένης.
Κατά της ανωτέρω απόφασης η αναιρεσείουσα άσκησε έφεση, αποδίδοντάς της κακή εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, αναφορικά με την σ' αυτήν (εκκαλουμένη) διαλαμβανόμενη κρίση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου περί απόρριψης α) της αγωγής της, με την οποία ζητήθηκε η καταβολή του συμφωνηθέντος ασφαλίσματος, ως αναπόδεικτης, και, συνεπώς, ως ουσιαστικά αβάσιμης, όσον αφορά το επικαλούμενο στο δικόγραφό της γεγονός της βύθισης του πλοίου της από την κακοκαιρία κατά τη διάρκεια της ναύλωσής του, και, συνακόλουθα, της επέλευσης του ασφαλισμένου κινδύνου εξαιτίας της επισυμβάσας πραγματικής ολικής απώλειας του πλοίου αυτού από κινδύνους της θάλασσας, αλλά και β) του προβληθέντος ισχυρισμού της περί επέλευσης του ασφαλισθέντος κινδύνου σε κάθε περίπτωση λόγω της τεκμαιρομένης πραγματικής ολικής απώλειας του πλοίου της, διότι αυτό τυγχάνει αγνοούμενο και μετά την πάροδο ευλόγου χρόνου (17 μήνες μέχρι τη συζήτηση της αγωγής και 55 μήνες μέχρι την άσκηση της έφεσης) δεν υπάρχουν ειδήσεις του, όπως προβλέπει το εν προκειμένω συμφωνηθέν ως εφαρμοστέο στην επίμαχη σύμβαση ασφάλισης αγγλικό δίκαιο, και ειδικότερα η διάταξη του άρθρου 58 του αγγλικού νόμου "Περί θαλασσίας ασφαλίσεως του 1906" (Marine Insurance Act 1906).Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε τον υπό στοιχ.β ισχυρισμό της αναιρεσείουσας και συναφή λόγο εφέσεώς της,με την ακόλουθη αιτιολογία: "Στην προκειμένη περίπτωση η ενάγουσα το πρώτον με τις έγγραφες προτάσεις της, που κατέθεσε στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου κατά τη συζήτηση της αγωγής, ισχυρίσθηκε ότι η εναγόμενη/ασφαλιστική εταιρία υποχρεούται σε κάθε περίπτωση σε καταβολή της συμφωνηθείσας ασφαλιστικής αποζημίωσης, διότι τεκμαίρεται η πραγματική ολική απώλεια του πλοίου της, και, επομένως, η επέλευση του ασφαλισμένου κινδύνου, σύμφωνα με το συμφωνηθέν στην ασφαλιστική σύμβαση ως εφαρμοστέο αγγλικό δίκαιο, και ειδικότερα σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 58 του αγγλικού νόμου "Περί θαλασσίας ασφαλίσεως του 1906" (Marine Insurance Act 1906), διότι το ανωτέρω πλοίο εξαφανίσθηκε και μετά την παρέλευση εύλογου χρόνου (15 και πλέον μηνών) δεν υπάρχουν νέα του.
Ο ανωτέρω ισχυρισμός, όμως, απορριπτέος τυγχάνει, διότι συνιστά απαράδεκτη μεταβολή από την ενάγουσα της ιστορικής βάσης της αγωγής της με τις κατατεθείσες πρωτοδίκως κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου προτάσεις της, διά της επίκλησης σ'αυτές το πρώτον νέων γεγονότων/πραγματικών περιστατικών, παραγωγικών του ασκουμένου με την αγωγή δικαιώματος, και, άρα, θεμελιωτικών κατά νόμο του αγωγικού αιτήματος, ουσιωδώς διαφορετικών κατά περιεχόμενο από εκείνα, που εκτίθενται στην αγωγή για την παραγωγή της επικαλούμενης έννομης συνέπειας, και κατέστησαν αντικείμενο της αποδεικτικής διαδικασίας, με τα οποία στην πραγματικότητα τροποποιείται και ουσιαστικά αντικαθίσταται η ιστορική βάση της αγωγής της, όπως παρατίθεται στο δικόγραφο αυτής, όπου η ενάγουσα επικαλείται επέλευση του ασφαλισμένου κινδύνου, που συνεπάγεται υποχρέωση της εναγομένης καταβολής του ασφαλίσματος, λόγω πραγματικής ολικής απώλειας του ασφαλισμένου πλοίου της από θαλάσσιους κινδύνους, και δη λόγω της βύθισής του, ενώ ήταν ναυλωμένο, εξαιτίας της κακοκαιρίας, φέροντας το αντίστοιχο δικονομικό βάρος απόδειξης ότι η ζημία της προκλήθηκε από τον ανωτέρω ασφαλισμένο κίνδυνο ως εγγύτερη προς αυτήν αιτία, με άλλη ιστορική βάση, που μπορεί να θεμελιώσει νέα αγωγή (επέλευση του ασφαλισθέντος κινδύνου λόγω τεκμαιρομένης πραγματικής ολικής απώλειας του πλοίου της, διότι τυγχάνει αγνοούμενο και μετά την πάροδο εύλογου χρόνου δεν υπάρχουν ειδήσεις του, κατ'εφαρμογήν της διάταξης του άρθρου 58 του αγγλικού νόμου Marine Insurance Act 1906 "Περί θαλασσίας ασφαλίσεως" του 1906, με αντιστροφή του βάρους απόδειξης, αφού η εναγόμενη πλέον βαρύνεται με την ανατροπή του σε βάρος της τεκμηρίου, που καθιερώνει η ανωτέρω διάταξη), όπερ δε μπορεί να λάβει χώρα κατά δικονομικά επιτρεπτό τρόπο στον πρώτο βαθμό διά της συμπλήρωσης από την ενάγουσα της αγωγής με τις προτάσεις της, σύμφωνα με το άρθρο 224 του ΚΠολΔ, που τυγχάνει εν προκειμένω εφαρμοστέα, διότι η μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής αποτελεί δικονομικό, και όχι ουσιαστικό ζήτημα, και ως εκ τούτου διέπεται από τη lex fori, ήτοι από το ελληνικό δίκαιο.
Επιπροσθέτως, πρέπει να σημειωθεί ότι δεν πρόκειται ούτε περί "νέου" ισχυρισμού, που μπορεί παραδεκτά να προβληθεί για πρώτη φορά στη δευτεροβάθμια δίκη, με το δικόγραφο της έφεσης, ή με τις προτάσεις, και, συνακόλουθα, να εκτιμηθεί ως τέτοιος από το παρόν Δικαστήριο, εφόσον δεν εμπίπτει σε μία εκ των περιοριστικά αναφερομένων στη διάταξη του άρθρου 527 του ΚΠολΔ περιπτώσεων, του ελληνικού δικαίου εφαρμοστέου εν προκειμένω και επί του συγκεκριμένου δικονομικού ζητήματος, όπως έχει ήδη αναφερθεί.
Πολλώ δε μάλλον, που στους ισχυρισμούς που μπορούν να προταθούν παραδεκτά για πρώτη φορά στο Εφετείο, σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη του ΚΠολΔ, δεν περιλαμβάνονται εκείνοι που απαρτίζουν κατά το νόμο την ιστορική βάση της αγωγής, υπό την έννοια των πραγματικών περιστατικών, που θεμελιώνουν το επικαλούμενο δικαίωμα με την έννομη συνέπεια του οικείου κανόνα δικαίου, καθώς ο ενάγων, ως εκκαλών, δε μπορεί να μεταβάλει τη βάση της αγωγής του, ούτε να συμπληρώσει, να διευκρινίσει, ή να διορθώσει τους ισχυρισμούς, που περιέχονται σ'αυτήν [526 του ΚΠολΔ, η οποία ως διάταξη δικονομικού δικαίου της χώρας του δικάζοντος δικαστηρίου (lex fori), εφαρμόζεται στην περίπτωση αυτή].
Κατ' ακολουθίαν τούτων, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του δεν αποφάνθηκε επί του ανωτέρω ισχυρισμού, απορρίπτοντας ουσιαστικά κατ'αποτέλεσμα αυτόν σιωπηρά, ει μη μόνον επί της περιεχομένης στην αγωγή αίτησης παροχής δικαστικής προστασίας, και για την προβαλλόμενη στο δικόγραφο ιστορική αιτία, όπως συγκροτείται από τα επικαλούμενα σ'αυτό πραγματικά περιστατικά, που απαιτούνται για την κατά νόμο θεμελίωση του αγωγικού αιτήματος, ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφήρμοσε, των περί του αντιθέτου υποστηριζομένων από την ενάγουσα με το δεύτερο λόγο της κρινόμενης έφεσής της απορριπτομένων ως αβασίμων". 4.Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν κήρυξε, παρά το νόμο, απαράδεκτο τον ανωτέρω, προταθέντα το πρώτον με τις προτάσεις ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και επαναφερθέντα με το δεύτερο λόγο της εφέσεως, ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί του ότι επήλθε σε κάθε περίπτωση ο ασφαλιστικός κίνδυνος λόγω εξαφανίσεως του ασφαλισθέντος πλοίου και μη υπάρξεως ειδήσεων περί αυτού επί δεκαπέντε (15) μήνες σύμφωνα με το άρθρο 58 του εφαρμοζομένου Marine Insurance Act 1906, διότι συνιστούσε ανεπίτρεπτη μεταβολή της νομικής βάσεως της αγωγής.
Και τούτο διότι με την πρόταση του ισχυρισμού αυτού, έγινε επίκληση νέου λόγου επελεύσεως του ασφαλιστικού κινδύνου και, κατ' επέκταση, προσθήκη νέας βάσεως θεμελίωσης της ασκηθείσας με την αγωγή αξιώσεως καταβολής της ασφαλιστικής αποζημιώσεως. Ο κατά το άρθρο 56 του εφαρμοζομένου στην κρινόμενη περίπτωση Marine Insurance Act του 1906 λόγος (πραγματική ολική απώλεια - βύθιση του ασφαλισμένου πλοίου) επελεύσεως του ασφαλιστικού κινδύνου, που συνεπάγεται την καταβολή της ασφαλιστικής αποζημιώσεως, διακρίνεται από τον κατά το άρθρο 58 του Marine Insurance Act του 1906 λόγο (τεκμαιρόμενη ολική απώλεια του ασφαλισμένου πλοίου) επελεύσεως αυτού, διότι οι προαναφερθέντες λόγοι επελεύσεως του ασφαλιστικού κινδύνου στηρίζονται σε διαφορετικές διατάξεις του εφαρμοζομένου ως άνω Αγγλικού Νόμου και για τη στοιχειοθέτηση τους απαιτούνται διαφορετικά περιστατικά (βύθιση στη μια περίπτωση, εξαφάνιση του πλοίου και μη ύπαρξη πληροφοριών στην άλλη περίπτωση).
Έτσι, οι προαναφερθέντες λόγοι επελεύσεως του ασφαλιστικού κινδύνου (πραγματική ολική απώλεια-βύθιση του ασφαλισμένου πλοίου αφανή, τεκμαιρόμενη ολική απώλεια δια της εξαφανίσεως αυτού και μη υπάρξεως πληροφοριών περί αυτού για εύλογο χρόνο αφετέρου) αποτελούν διακεκριμένους και αυτοτελείς λόγους επελεύσεως του ασφαλιστικού κινδύνου και κατ' επέκταση στοιχειοθέτησης της απαιτήσεως για την καταβολή της ασφαλιστικής αποζημιώσεως.
Κατ' ακολουθίαν, οι λόγοι αυτοί συνιστούν διαφορετικές και διακεκριμένες νόμιμες βάσεις της αγωγής, με την οποία ζητείται η καταβολή της ασφαλιστικής αποζημίωσης λόγω επελεύσεως του ασφαλιστικού κινδύνου. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης,με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο παρά το νόμο απέρριψε ως απαράδεκτο τον προταθέντα ως άνω ισχυρισμό της περί του ότι επήλθε σε κάθε περίπτωση ο ασφαλιστικός κίνδυνος λόγω εξαφανίσεως του ασφαλισθέντος πλοίου και μη υπάρξεως ειδήσεων περί αυτού επί δεκαπέντε (15) μήνες σύμφωνα με το άρθρο 58 του εφαρμοζομένου Marine Insurance Act 1906, είναι αβάσιμος.
5.Περαιτέρω, ενόψει της απορρίψεως ως απαραδέκτου του ανωτέρω ισχυρισμού της αναιρεσείουσας, ο δεύτερος (και τελευταίος) λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται αιτίαση από τον αριθμό 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, της παρά το νόμο αντιστροφής του βάρους αποδείξεως "διότι το Εφετείο έκρινε ότι βαρύνεται η ίδια με την απόδειξη της βύθισης του σκάφους, ενώ, υπάρχει υπέρ αυτής το νόμιμο τεκμήριο της εφαρμοστέας εν προκειμένω διάταξης του άρθρου 58 του νόμου "Περί θαλασσίας ασφαλίσεως του 1906" (Marine Insurance Act 1906),σύμφωνα με την οποία όταν δεν υπάρχουν νέα για το πλοίο για εύλογο χρονικό διάστημα τεκμαίρεται ότι έχει χαθεί στη θάλασσα,ήτοι ότι έχει βυθιστεί", είναι απαράδεκτος, ως επί ανακριβούς προϋποθέσεως ερειδόμενος, ενόψει του ότι επί απορρίψεως του ισχυρισμού ως απαραδέκτου, δεν τίθεται θέμα αποδείξεώς του, επομένως και θέμα περί του ποίος θα επιβαρυνθεί με την απόδειξή του. 6. Κατ` ακολουθία των ανωτέρω, και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει ν' απορριφθεί η από 9-9-2019 αίτηση για αναίρεση της υπ` αριθ. 141/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, να διαταχθεί η εισαγωγή του παράβολου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός της (άρθρα 176, 183, 189 ΚΠολΔ),όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9-9-2019 αίτηση της εδρεύουσας στην ... εταιρείας με την επωνυμία «Θ. Γ..-Π. Γ.. Κ. Σ. Ο..Ε.., για αναίρεση της υπ` αριθ. 141/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.
Διατάσσει την εισαγωγή του παράβολου στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες και επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Σεπτεμβρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Οκτωβρίου 2023.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ