Legislator Case Law & Legislation
1594/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on retroactive application of new law exempting minor offenses from prosecution.

Case Number 1594/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against a criminal judgment for negligence causing physical harm. The defendants argued for the application of a new law that would exempt them from prosecution due to the reduced severity of the penalty. The court ruled that the new law did not apply retroactively because the offense was punishable by imprisonment at the time of the act, thus the prosecution remained valid.

Legislator headnote

AI generated

Art. 7 para. 1 of the Constitution; Art. 7 para. 1 of the ECHR; Art. 15 of the ICCPR; Art. 2 para. 1 of the Penal Code; Art. 8 of Law 4411/2016: The principle of non-retroactivity of criminal law prevails when the new law imposes a lighter penalty only if the act was not punishable by deprivation of liberty at the time of commission.

Keywords

AI generated
non-retroactivity of criminal law principle of legality lighter penalty retroactivity deprivation of liberty criminal exemption law retroactive application prosecution dismissal

Cited Legislation

AI generated
Art. 7 para. 1 of the Constitution
Art. 7 para. 1 of the ECHR
Art. 15 of the ICCPR
Art. 2 para. 1 of the Penal Code
Art. 8 of Law 4411/2016
Art. 314 para. 1 of the Penal Code

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1594 / 2019 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1594/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Z' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Γεώργα, Ιωάννη Μαγγίνα, Ερωτόκριτο Ερωτοκρίτου, Γρηγόριο Κουτσοκώστα - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του στις 8 Μαΐου 2019 με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Αγγελή, (κωλυομένης της Εισαγγελέως) και της Γραμματέως Ευθυμία Καλογεροπούλου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων 1.Σ. Σ. του Τ. κατοίκου ..., 2. Θ. Ξ. του Π. κατοίκου ... και 3. Π. Τ. του Θ. κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο Θεώνη Σγουράκη - Παπασπυροπούλου, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 441/2018 αποφάσεως του Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κοζάνης. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Α. Μ. του Κ., κάτοικο ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Στέφανο Παύλου.

Το Α' Τριμελές Πλημμελειοδικέιο Κοζάνης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι, ζητάνε την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Φεβρουαρίου 2019 αίτησή τους, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 485/2019.

Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να αναιρεθεί εν μέρη η προσβαλλόμενη απόφαση και μόνο ως προς τον επί μέρους λόγο της επιδίκασης του ποσού των 44 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και να παραπεμφθεί η υπόθεση, ως προς τον αναιρούμενο μέρος, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Να απορριφθεί κατά τα λοιπά η αίτηση.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος, "έγκλημα δεν υπάρχει ούτε ποινή επιβάλλεται χωρίς νόμο που να ισχύει πριν από την τέλεση της πράξης και να ορίζει τα στοιχεία της. Ποτέ δεν επιβάλλεται ποινή βαρύτερη από εκείνη που προβλεπόταν κατά την τέλεση της πράξης". Επίσης, κατά το άρθρο 7 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, "ουδείς δύναται να καταδικασθή δια πράξιν ή παράλειψιν η οποία, καθ' ην στιγμήν διεπράχθη, δεν απετέλει αδίκημα συμφώνως προς το εθνικόν ή διεθνές δίκαιον.

Ούτε και επιβάλλεται βαρυτέρα ποινή από εκείνην η οποία επεβάλλετo κατά την στιγμήν της διαπράξεως του αδικήματος", ενώ κατά το άρθρο 15 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που έχει κυρωθεί με το Ν. 2462/1997, "κανείς δεν καταδικάζεται για πράξεις ή παραλείψεις, οι οποίες δεν ήταν αξιόποινες κατά το εσωτερικό ή το διεθνές δίκαιο τη στιγμή της διάπραξής τους.

Επίσης δεν επιβάλλεται βαρύτερη ποινή από εκείνην που προβλεπόταν κατά τη χρονική στιγμή της διάπραξης του ποινικού αδικήματος. Εάν, μετά τη διάπραξή του ο νόμος προβλέπει την επιβολή ελαφρύτερης ποινής, ο δράστης επωφελείται από αυτήν". Εξάλλου, κατά το άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ, "αν από την τέλεση της πράξης έως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν δύο ή περισσότεροι νόμοι, εφαρμόζεται αυτός που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις".

Η διάταξη αυτή αναφέρεται στους ουσιαστικούς ποινικούς νόμους και όχι στους δικονομικούς, καθόσον οι δικονομικοί νόμοι έχουν αναδρομική ισχύ και ρυθμίζουν τις εκκρεμείς δίκες κατά το ατέλεστο, κατά το χρόνο της έκδοσής τους, μέρος αυτών, εκτός αν ορίζουν διαφορετικά (ΟλΑΠ 1/2014). Κατά την έννοια της ίδιας διάταξης, με την οποία καθιερώνεται η αρχή της αναδρομικότητας του επιεικέστερου ουσιαστικού ποινικού νόμου, που ίσχυσε από την τέλεση της πράξης μέχρι το χρόνο της αμετάκλητης εκδίκασης της υπόθεσης, ως επιεικέστερος νόμος θεωρείται εκείνος που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, δηλαδή εκείνος, ο οποίος με την εφαρμογή του, με βάση τις προβλεπόμενες στη συγκεκριμένη περίπτωση προϋποθέσεις, επιφέρει την ευνοϊκότερη για τον κατηγορούμενο ποινική μεταχείριση.

Προς τούτο γίνεται σύγκριση των περισσοτέρων σχετικών διατάξεων στο σύνολο των προϋποθέσεων που προβλέπονται από καθεμιά από αυτές. Αν από τη σύγκριση αυτή προκύψει ότι ο κατηγορούμενος, όπως κατηγορείται, επιβαρύνεται το ίδιο από όλους τους νόμους, τότε εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ίσχυε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, διαφορετικά εφαρμόζεται ο νεότερος επιεικέστερος νόμος.

Ειδικότερα, επιεικέστερος είναι ο νόμος, που προβλέπει το χαμηλότερο ανώτατο όριο του είδους της ποινής, αν δε το ανώτατο όριο είναι το ίδιο, επιεικέστερος είναι αυτός που προβλέπει το μικρότερο κατώτατο όριο. Για το χαρακτηρισμό ενός νόμου ως επιεικέστερου ή μη λαμβάνεται κατ' αρχήν υπόψη το ύψος της απειλούμενης ποινής φυλάκισης, που θεωρείται βαρύτερη της χρηματικής, επί ίσων δε ποινών φυλάκισης, λαμβάνεται υπόψη και η χρηματική ποινή.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 314 παρ. 1 εδ. α' του ΠΚ, όπως αυτό ίσχυε μέχρι την 30η-6-2019 (από την 1η-7-2019 ισχύει ο νέος Ποινικός Κώδικας, που κυρώθηκε με το Ν. 4619/2019), "όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών". Κατά την αντίστοιχη διάταξη του άρθρου 314 παρ. 1 εδ.

α' του νέου Ποινικού Κώδικα, "όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου τιμωρείται με παροχή κοινωφελούς εργασίας ή χρηματική ποινή ή φυλάκιση έως δύο έτη". Η διάταξη αυτή είναι επιεικέστερη, λόγω της προβλεπόμενης από αυτή ηπιότερης για τον κατηγορούμενο ποινής (κοινωφελούς εργασίας, η μέγιστη διάρκεια παροχής της οποίας δεν μπορεί να υπερβαίνει τους είκοσι τέσσερις μήνες, κατά το άρθρο 81 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, ή χρηματικής ποινής ή φυλάκισης έως δύο έτη) και, συνεπώς, εφαρμόζεται στην προκείμενη περίπτωση, κατά το άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 8 παρ. 1, 2, 3 εδ. α' και 5 του Ν. 4411/2016, "1. Εξαλείφεται το αξιόποινο και παύει η δίωξη των ακόλουθων αξιόποινων πράξεων, που έχουν τελεσθεί μέχρι και τις 31.3.2016: α) των πταισμάτων και β) των πλημμελημάτων, κατά των οποίων ο νόμος απειλεί ποινή φυλάκισης μέχρι δύο (2) έτη ή χρηματική ποινή ή και τις δύο ποινές. 2.

Εάν, στην περίπτωση των πλημμελημάτων της παραγράφου 1, ο υπαίτιος υποπέσει μέσα σε δύο (2) έτη από τη δημοσίευση του νόμου σε νέα από δόλο αξιόποινη πράξη κακουργήματος ή πλημμελήματος και καταδικαστεί αμετάκλητα οποτεδήποτε σε ποινή στερητική της ελευθερίας ανώτερη των έξι (6) μηνών, συνεχίζεται η κατ` αυτού παυθείσα ποινική δίωξη και δεν υπολογίζεται στο χρόνο παραγραφής του αξιόποινου της πρώτης πράξης ο διανυθείς χρόνος από την παύση της δίωξης μέχρι την αμετάκλητη καταδίκη για τη νέα πράξη. 3.

Οι δικογραφίες που αφορούν τις παραπάνω αξιόποινες πράξεις, τίθενται στο αρχείο με πράξη του αρμόδιου εισαγγελέα ή δημόσιου κατηγόρου..... 5. Η κατά τα ανωτέρω παραγραφή του αξιόποινου και η παύση της ποινικής δίωξης, δεν ισχύει για τα εγκλήματα: α) ως προς τον ποινικό κώδικα, των άρθρων 81Α, 142, 149, 154, 155, 157 παρ. 3 εδάφιο β', 158 παράγραφοι 1 και 2, 162, 163, 164 παρ. 1, 165 παράγραφοι 1 και 2, 166, 173 παρ. 1, 175, 177, 178, 181, 182, 192, 193 παρ. 1, 200, 201, 215, 218 παρ. 3, 220, 221 παράγραφοι 1 και 2, 222, 228 παρ. 1, 230, 234, 241, 251 παράγραφοι 1 και 2, 255, 259, 261, 286 παρ. 2, 334 παρ. 1, 337, 345 παρ. 1 περιπτώσεις β' και γ', 346 παρ. 1, 352Β, 358, 359, 360 παρ. 3, 362 για τις περιπτώσεις που τελείται δια του τύπου, 375 παρ. 1 εδάφιο α', 377 για τις περιπτώσεις αγοράς εμπορευμάτων με πίστωση, 389 παρ. 1, 397 παράγραφοι 1 και 2, 398 (απλή χρεοκοπία), 399 παράγραφοι 1 και 2, 403 παράγραφοι 1 και 2, 406, β) του άρθρου 2 παρ. 11 περίπτωση β' του N. 2168/1993, γ) του άρθρου 28 παρ. 1 του N. 1650/1986, δ) του άρθρου πέμπτου του N. 2803/2000, ε) του άρθρου 45 παρ. 1 περιπτώσεις δ' και θ' εδάφιο α' του N. 3691/2008, στ) του άρθρου 6 παρ. 4 και παρ. 6 του N. 3213/2003, ζ) του άρθρου μόνου παρ. 1 του N. 690/1945, η) του άρθρου 28 του N. 3996/2011, θ) του άρθρου 29 του N. 703/1977 και του άρθρου 44 του N. 3959/2011, ι) του άρθρου 6 του N. 456/1976, ια) του άρθρου 41ΣΤ του N. 2725/1999, ιβ) του άρθρου 59 εδάφιο α' του N. 3028/2002, ιγ) του άρθρου 13 του N. 3402/2005, ιδ) του άρθρου 9 παράγραφοι 1 και 3 του N. 3500/2006, ιε) του άρθρου 31 παράγραφοι 4 και 6 του N. 3904/ 2010, ιστ) του άρθρου τρίτου του N. 1788/1988, ιζ) του N. 927/1979".

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση 441/2018 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κοζάνης, οι αναιρεσείοντες, Σ. Σ., Θ. Ξ. και Π. Τ., κηρύχθηκαν ένοχοι για την αξιόποινη πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια από υπόχρεους σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή, η οποία (πράξη) φέρεται ότι τελέστηκε στις 11-1-2012 και για την οποία επιβλήθηκε σε καθένα από αυτούς ποινή φυλάκισης δέκα (10) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία για τον πρώτο και τον τρίτο από αυτούς και μετατραπείσα προς πέντε ευρώ ημερησίως για το δεύτερο.

Κατά το χρόνο της συζήτησης της υπόθεσης στο Δικαστήριο του Αρείου Πάγου (8-5-2019) δεν συνέτρεχε περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 8 του Ν. 4411/2016, δηλαδή παύσης της ασκηθείσας κατά των αναιρεσειόντων ποινικής δίωξης για την πράξη αυτή υπό τον όρο της παραγράφου 2 του ίδιου άρθρου, διότι ο νόμος (άρθρο 314 παρ. 1 εδ.

α' του ισχύσαντος μέχρι τις 30-6-2019 Ποινικού Κώδικα) απειλούσε για την πράξη αυτή ποινή φυλάκισης μέχρι τρία έτη.

Συνεπώς, δεν υπήρχε τότε υποχρέωση του αρμόδιου εισαγγελέα να θέσει με πράξη του τη σχετική δικογραφία στο αρχείο, κατά τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 3 εδ. α' του Ν. 4411/2016, και έτσι η συζήτηση της υπόθεσης στο Δικαστήριο του Αρείου Πάγου ήταν παραδεκτή. Όμως, μετά τη συζήτηση της υπόθεσης και συγκεκριμένα την 1η-7-2019 άρχισε να εφαρμόζεται ο νέος Ποινικός Κώδικας, με την επιεικέστερη, κατά τα προεκτεθέντα, και, συνεπώς, εφαρμοζόμενη στην προκείμενη περίπτωση, διάταξη του άρθρου 314 παρ. 1 εδ.

α' του οποίου απειλείται για την ως άνω πράξη παροχή κοινωφελούς εργασίας, η μέγιστη διάρκεια της οποίας δεν μπορεί να υπερβαίνει, κατά τα προεκτεθέντα, τους είκοσι τέσσερις μήνες, ή χρηματική ποινή ή φυλάκιση μέχρι δύο έτη. Περαιτέρω, εφόσον με βάση τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 του Ν. 4411/2016 εξαλείφεται το αξιόποινο και παύει η δίωξη των πλημμελημάτων, τα οποία έχουν τελεσθεί μέχρι και τις 31-3-2016 και κατά των οποίων ο νόμος απειλεί ποινή φυλάκισης μέχρι δύο (2) έτη ή χρηματική ποινή ή και τις δύο ποινές, η ίδια ρύθμιση πρέπει να ισχύσει και στην περίπτωση που ο νόμος απειλεί για τις πράξεις αυτές την ποινή της παροχής κοινωφελούς εργασίας, η οποία δεν αποτελεί στερητική της ελευθερίας ποινή, η μέγιστη δε διάρκειά της δεν μπορεί να υπερβαίνει τους είκοσι τέσσερις μήνες.

Με τα δεδομένα αυτά και εφόσον η προαναφερθείσα αξιόποινη πράξη, για την οποία καταδικάστηκαν οι αναιρεσείοντες, δεν υπάγεται σε κάποια από τις προαναφερθείσες εξαιρέσεις του άρθρου 8 παρ. 5 του Ν. 4411/2016, πρέπει η υπόθεση, που αφορά στην προκείμενη από 19-2-2019 αίτηση (ασκηθείσα με δήλωση, η οποία επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 22-2-2019) για αναίρεση της προαναφερόμενης απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κοζάνης, να τεθεί στο αρχείο από τον αρμόδιο εισαγγελέα.

Ως εκ τούτου, πρέπει να παραπεμφθεί στον αρμόδιο Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για τις δικές του ενέργειες. Μετά από αυτά και ενόψει του ότι η δικογραφία πρέπει να τεθεί στο αρχείο (κατ' εφαρμογή του άρθρου 8 του Ν. 4411/2016), οι διαλαμβανόμενοι στην προκείμενη αίτηση αναίρεσης αναιρετικοί λόγοι είναι πλέον άνευ αντικειμένου και δεν ερευνώνται.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Παραπέμπει την υπόθεση στον αρμόδιο Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για τις δικές του κατά νόμο ενέργειες.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Ιουλίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Οκτωβρίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ